ΜΑΡΙΟΣ ΚΟΥΝΙΔΗΣ (Α. Τ. 640614), από την Πάφο, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΟΥΝΙΔΗ ν. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΚΟΥΝΙΔΟΥ (άλλως ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ) κ.α., Aρ. Αγωγής: 357/2016, 6/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Aρ. Αγωγής: 357/2016 Mεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΚΟΥΝΙΔΗΣ (Α. Τ. 640614), από την Πάφο, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΟΥΝΙΔΗ (Α. Τ. 160164), τέως από το Γουδί της Πάφου Ενάγοντα - και -
- ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΚΟΥΝΙΔΟΥ (άλλως ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ) (Α. Τ. 628834), από την Πάφο
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΠΥΡΟΥ (Α. Τ. 826521), από την Πάφο
- ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΠΥΡΟΥ (Α. Τ. 870105), από την Πάφο
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛΙΑ, από την Πάφο Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 04/07/2016 Ημερομηνία: 06/12/2016 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές : κ. Μ. Μιχαηλίδης Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κα. Κ. Ανδρέου για Α. Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 04.07.16 και με αυτήν οι Εναγόμενοι (στο εξής οι «Αιτητές») αξιώνουν την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: "A) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του Μάριου Κουνίδη εκ Πάφου, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση του ημερ. 8.3.2016 που συνοδεύει την μονομερή αίτηση του ενάγοντα ημερ. 8.3.2016, για αντεξέταση σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης ημερ. 8.3.2016 κατά την δικάσιμο της πιο πάνω υπόθεσης ήτοι την 20.9.2016 καθώς επίσης και σε οποιαδήποτε εξ αναβολής ημερομηνίας Ακρόαση." Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η ένορκη δήλωση του Μάριου Κουνίδη (στο εξής «Καθ' ου η αίτηση») η οποία αποτέλεσε το πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 08.03.16 είναι γεμάτη από ανακρίβειες και αναλήθειες και συνεπώς είναι αναγκαίο όπως ο τελευταίος αντεξεταστεί έτσι ώστε το Δικαστήριο να γνωρίσει την καθαρή και ρέουσα αλήθεια. Ο Καθ' ου η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 14.09.16 υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Χρίστιας Μίτλεττον ιδίας ημερομηνίας. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εγείρονται 12 συνολικά λόγοι ένστασης, οι οποίοι θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε δύο βασικές κατηγορίες. Η μία κατηγορία αφορά τους λόγους ένστασης που άπτονται ζητημάτων διαδικαστικών και η άλλη κατηγορία τους λόγους ένστασης που άπτονται ζητημάτων ουσίας. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης υπ' αρ.1 - 3 και συνοπτικά με αυτούς υποστηρίζεται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής διότι δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν και η Δ.48 θ.4
(2), ότι είναι πρόωρη διότι έπρεπε να ζητηθεί πρώτα άδεια για αντεξέταση και μετά ο εξαναγκασμός της παρουσίας του Καθ' ου η αίτηση, καθώς και ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται και από τον Εναγόμενο 4 ο οποίος δεν είναι διάδικος στην κυρίως αίτηση. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης αφορούν την ουσία της αίτησης και περιστρέφονται γύρω από το ότι με αυτήν ζητείται αντεξέταση επί του συνόλου του περιεχόμενου της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση με δεδηλωμένο σκοπό την προσπάθεια των Αιτητών να πλήξουν την αξιοπιστία του. Επίσης υποστηρίζουν ότι οι προϋποθέσεις συνέχισης ισχύος και οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος δεν εξαρτώνται από την αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση, η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 04.07.16 και η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 14.09.16 και εύλογα κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην εκδίκαση της. Ο λόγος ωστόσο της καθυστέρησης οφείλεται στο ότι μεταγενέστερα της παρούσας αίτησης καταχωρήθηκαν ακόμα τρείς ενδιάμεσες αιτήσεις στις 13.10.16, 18.10.16 και 26.10.16, οι οποίες οδηγήθηκαν σε ακρόαση. Οι προαναφερόμενες αιτήσεις λόγω της φύσεως τους έπρεπε να προηγηθούν της εκδίκασης της παρούσας, η οποία έλαβε τελικά χώρα στις 21.11.16. Μετά την πιο πάνω παρένθεση, επανέρχομαι στην υπό κρίση αίτηση της οποίας η νομική βάση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.39 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως εξής: "1. Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεών τους επιχειρηματολόγησαν επί των εκατέρωθεν θέσεων τους. Οι αγορεύσεις μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη στο σύνολό τους, συγκεκριμένη ωστόσο αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Ο Καθ' ου η αίτηση ανάμεσα στους λόγους ένστασης που εγείρει επικαλείται και διαδικαστικά ζητήματα (λόγοι ένστασης αρ.1 - 3), τα οποία έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Ξεκινώντας από το ζήτημα της μη συμπερίληψης της Δ.48 θ.4
(2), θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητη η συμπερίληψη της σε αίτηση για παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα. Στην εν λόγω διαταγή γίνεται μεν αναφορά στη δυνατότητα αντεξέτασης, μέσα στα πλαίσια όμως της γενικότερης ρύθμισης της διαδικασίας ακρόασης των αιτήσεων που γίνεται στη Δ.48 θ.4 και όχι υπό την έννοια της θεμελίωσης της δυνατότητας αντεξέτασης. Η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση εξετάζεται, κατά την κρίση μου, κάτω από τις πρόνοιες της Δ.39 θ.1, στην οποία και παραπέμπει η Δ.48 θ.4
(2). Άλλωστε η δυνατότητα της αντεξέτασης δυνάμει της Δ.39 θ.1 προϋπήρχε της Δ.48 θ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε με τον Δ.Κ. της 23.12.1999. Συνεπώς η μη συμπερίληψης της Δ.48 θ.4
(2)δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της υπό κρίση αίτησης. Όσον αφορά το ζήτημα του ότι η αίτηση είναι πρόωρη διότι ζητείται απευθείας ο εξαναγκασμός της παρουσίας του Καθ' ου η αίτηση προς τον σκοπό αντεξέτασης του, χωρίς να προηγηθεί άδεια για αντεξέταση του, θεωρώ ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη Δ.39 θ.
- Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Καθ' ου η αίτηση, από τη Δ.39 θ.1, δεν προβλέπεται ο διαχωρισμός της παραχώρησης άδειας για αντεξέταση σε δύο στάδια. Τέλος, ως αβάσιμη θεωρώ και τη θέση ότι η αίτηση είναι παράτυπη διότι υποβάλλεται και από τον Αιτητή
- Ακόμα και αν ευσταθεί η εισήγηση ότι ο Αιτητής 4 δεν αποτελεί μέρος στη διαδικασία του εκδοθέντος διατάγματος (ζήτημα το οποίο θα αποφασισθεί στα πλαίσια ελέγχου της οριστικοποίησης ή όχι του εκδοθέντος διατάγματος), δεν συνιστά λόγο για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης το γεγονός ότι αυτή καταχωρήθηκε και εκ μέρους του. Μετά την εξέταση των διαδικαστικών ζητημάτων που εγέρθηκαν, θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω η Δ.39 θ.1, προνοεί για τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία οποιουδήποτε προσώπου που έχει προβεί σε ένορκη δήλωση για σκοπούς αντεξέτασής του. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, τρίτη έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 878, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια είτε να διατάξει την παρουσία ενόρκως δηλούντα για σκοπούς αντεξέτασης, είτε να προχωρήσει στην ακρόαση της αίτησης στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν του μέσω των ενόρκων δηλώσεων. Περαιτέρω, στο Annual Practice του 1956, σελ.677 κ.ε, όπου αναλύεται η Διαταγή 38 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών που είναι αντίστοιχη με τη δική μας Δ.39, επεξηγούνται οι τρόποι άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου. Τονίζεται συγκεκριμένα, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης, αλλά είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση υπ' αριθμό 18/2008 αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χ'' Λοΐζου
(2008)1Α A.Α.Δ 280, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη Δ.39 θ.1: "Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ΄ ου η αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 Θ. 1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της." Ο κ. Μιχαηλίδης στην αγόρευση του έδωσε αρκετή έμφαση στο άρθρο 30 του Συντάγματος υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα παραβιασθεί το δικαίωμα των Αιτητών σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο εν λόγω άρθρο. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών, θεωρώ ότι ουδόλως τίθεται ζήτημα παράβασης του άρθρου 30 του Συντάγματος. Οι Αιτητές δεν έχουν αποστερηθεί του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη, ούτε και της δυνατότητας προσκόμισης μαρτυρικού υλικού. Το δικαίωμα αντεξέτασης όμως σε αιτήσεις δεν είναι απόλυτο, αλλά όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Άλλωστε και το ίδιο το άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος δεν δίδει απεριόριστο δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων, αλλά παραπέμπει σε δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων σύμφωνα με τον νόμο. Εν προκειμένω η Δ.48 θ. 4
(2)ρητά αναφέρει ότι η ακρόαση αιτήσεων γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται στη Δ.39. Ως εκ των ανωτέρω, αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο δικαιολογείται στην προκείμενη περίπτωση η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αντεξέταση επί του περιεχομένου ενόρκου δηλώσεως που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης για χορήγηση προσωρινού διατάγματος. Το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αποτελεί ξεκάθαρη νομολογιακή αρχή ότι για την απόδειξη των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα πρέπει να παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Έχει επίσης ξεκαθαριστεί μέσα από τη νομολογία ότι κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ή σε βάθος εξέτασή της ή σε διατύπωση ευρημάτων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του προαναφερόμενου άρθρου [Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528]. Εν προκειμένω, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο σκοπός για τον οποίο ζητείται η αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση είναι για να πληγεί η αξιοπιστία του. Το Δικαστήριο όμως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν αξιολογεί μαρτυρία και επομένως δεν θα ελέγξει την αξιοπιστία του Καθ' ου η αίτηση. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε διαδικασία χορήγησης ή οριστικοποίησης προσωρινού διατάγματος σπάνια δίδεται άδεια για αντεξέταση. Στις Πολ. Εφέσεις 312/10 και 351/11 ημερομηνίας 17.07.14, ΚΟΥΠΠΑΣ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΤΔ κ.ά, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων." Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές, θεωρώ ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αντεξέταση του Καθ΄ ου η Αίτηση, με τον τρόπο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή εφ' όλης της ύλης και για να πληγεί η αξιοπιστία του, το Δικαστήριο αναπόφευκτα θα εμπλακεί σε διαδικασία εκδίκασης της ουσίας της επίδικης διαφοράς, πράγμα το οποίο είναι ανεπίτρεπτο στα πλαίσια εκδίκασης προσωρινού διατάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της χορήγησης άδειας για αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο