← Κύπρος

Ντεμουρτσίδης Λαυρέντης ν. Fanandria Constructions Ltd, Αριθμός Αγωγής :- 56/2010, 8/3/2016

Ντεμουρτσίδης Λαυρέντης ν. Fanandria Constructions Ltd, Αριθμός Αγωγής :- 56/2010, 8/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 56/2010 Μεταξύ :- Ντεμουρτσίδης Λαυρέντης Ενάγων Και Fanandria Constructions Ltd Εναγόμενη Αίτηση Ημερομηνίας :- 9/12/2016 Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Τετάρτη 8η Μαρτίου 2017 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή :- κος. Χάρης Φωτίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χάρης Φωτίου Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Κ. Μ. Χατζηπιέρας Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αγνή Μάγου Ενδιάμεση Απόφαση 1 Ευθύς εξ αρχής διευκρινίζεται πως παρά και τις οποιεσδήποτε απόψεις του δικηγόρου του ενάγοντα αναφορικά με την αναγκαιότητα ή μη υποβολής της αίτησης τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση το Δικαστήριο δεν εξετάζει αίτημα του δικηγόρου του ενάγοντα αλλά του ίδιου του ενάγοντα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του και το οποίο βεβαίως προωθείται από τον δικηγόρο του ο οποίος τον εκπροσωπεί. 2 Ο ίδιος ο ενάγων υποστηρίζει ότι είναι ανάγκη να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση έτσι ώστε να μπορεί να παραθέσει τα προβλήματα τα οποία είχε εξαιτίας των τραυματισμών του από την ημερομηνία του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Αναφέρεται μεν στα όσα ο δικηγόρος του πιστεύει σε σχέση με την μη αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του αλλά παράλληλα αναφέρεται και στη συμβουλή την οποία έχει λάβει από τον ίδιο δικηγόρο για υποβολή της αίτησης έτσι ώστε να προστατεύσει τα δικαιώματα του. Ανεξάρτητα δηλαδή και από τα όσα πίστευε και εξακολουθεί να πιστεύει ο ίδιος ο δικηγόρος του. 3 Συνεπώς είναι ανακριβής η αναφορά στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης της εναγόμενης ότι ο ίδιος ο αιτητής υιοθετεί τη γνώμη και θέση του δικηγόρου του. Απλά αναφέρεται σε αυτή ενώ παράλληλα επισημαίνει τη συμβουλή η οποία του έχει δοθεί από τον ίδιο δικηγόρο ως προς την υποβολή της αίτησης έτσι ώστε ο δικηγόρος του να μπορεί να παρουσιάσει καλύτερα και πληρέστερα τα γεγονότα και την αξίωση του. Ενώ, αναγνωρίζοντας τα όσα είχαν προκύψει κατά τη διάρκεια της προφορικής του κατάθεσης ως προς την ανεπιτυχή προσπάθεια παρουσίασης μαρτυρίας, εισηγείται πως θα ήταν άδικο να μην του επιτραπεί να μαρτυρήσει για τις ζημιές, τους πόνους του και τις απώλειες απολαβών που είχε, την ανάγκη να κάνει εγχείρηση και άλλα γεγονότα τα οποία θέλει να παρουσιάσει. 4 Κρίνεται από το Δικαστήριο πως θα ήταν άδικο πραγματικά λόγω της νομικά εμφανώς λανθασμένης άποψης του δικηγόρου του ενάγοντα να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι δεν υφίσταται αναγκαιότητα της έκθεσης απαίτησης ή ακόμη και να απορρίψει το αίτημα του ενάγοντα το οποίο έχει υποβάλει βάσει και της συμβουλής του δικηγόρου του απλά και μόνο επειδή ο ίδιος ο δικηγόρος του εξακολουθεί να υποστηρίζει γενικά την ίδια λανθασμένη θέση και νομική άποψη ως προς την ανυπαρξία αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του. 5 Μάλιστα η ίδια θέση προωθήθηκε, τουλάχιστον αρχικά, και με την αγόρευση του δικηγόρου του ενάγοντα ο οποίος παραδόξως αντί να αγορεύει προς υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης αντιθέτως αγόρευε προς υποστήριξη της ορθότητας της γενικότερης άποψης του καθώς αναφέρθηκε και σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης (βλ. σχετικά την απόφαση στην Έφεση Αρ. 16/2013 μεταξύ Αντρέου ν. Τσίρου ημερομηνίας 21/12/2016). Εισηγήθηκε δε πως η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει την ορθότητα της δικής του άποψης. Διαπιστώνεται πως η αυθεντία αυτή πραγματικά δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα παραλληλισμού των ιδιαίτερων γεγονότων της, σε σχέση με την εκδίκαση αίτησης τροποποίησης διατάγματος διατροφής, με τα όσα γεγονότα εξελίχθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής μέχρι και την έγκριση αιτήματος αναβολής με σκοπό την υποβολή της αίτησης τροποποίησης του ενάγοντα. 6 Βεβαίως οφείλει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη πως, έχοντας υπόψη τις σχετικές ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου (rulings) κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, στη συνέχεια της αγόρευσης του, ο δικηγόρος του ενάγοντα αναγνώρισε ωστόσο την υποχρέωση του να προωθήσει το αίτημα τροποποίησης παραπέμποντας μάλιστα το Δικαστήριο σε αυθεντία σαφώς πιο σχετική με αυτό το αίτημα (βλ. σχετικά την απόφαση Δημητρώφ ν. Ιωάννου

(2003)1Γ Α. Α. Δ. 1645) με την οποία μάλιστα επιβεβαιώνεται και η ορθότητα των ενδιάμεσων αποφάσεων του Δικαστηρίου. 7 Ήδη όπως είναι εμφανές από τις αποφάσεις (rulings) οι οποίες έχουν δοθεί από το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία μέχρι και την έγκριση αιτήματος αναβολής έτσι ώστε να καταχωρισθεί η αίτηση τροποποίησης υπό εξέταση, ο ενάγων δεν θα μπορεί διαφορετικά να προωθήσει την αξίωση του βασισμένος στην υφιστάμενη διατύπωση της έκθεσης απαίτησης του. Σαφώς χρήζει τροποποίησης η έκθεση απαίτησης του. Δεν υπάρχει δηλαδή οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. 8 Αρκεί να υπενθυμίσει το Δικαστήριο ορισμένες βασικές αρχές ως προς τη διατύπωση ενός δικογράφου αναφορικά με το θέμα των ειδικών ζημιών ενός ενάγοντα. 9 Όπως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's "Precedents of Pleadings» (12η Έκδοση) στη σελίδα 60 "...whenever the plaintiff has suffered any "special damage," this must be alleged in the statement of claim with all necessary particulars, and the plaintiff will not be allowed at the trial to give evidence of any special damage which is not claimed explicitly in his statement of claim or particulars. Special damage in the sense of a monetary loss which the plaintiff has sustained up to the date of the trial must be pleaded and particularised, otherwise it cannot be recovered"[1]. 10 Σε σχέση και με τη γενικότερη θέση του δικηγόρου του ενάγοντα ως προς τη μείωση της αξίωσης του, όπως αυτή καταγράφεται στις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών στην έκθεση απαίτησης, σχετική θεωρείται από το Δικαστήριο η απόφαση Anglo-Cyprian Trade Agencies Ltd v Paphos Wine Industries Ltd [1951] 1 All E. R.
  1. Σε αυτή την απόφαση σε σχέση με αγωγή για παράβαση σύμβασης, απορρίπτεται ευθέως η δυνατότητα ένας διάδικος να δικογραφεί ένα συγκεκριμένο ποσό ως ειδική ζημιά και στη δίκη να προωθεί ένα χαμηλότερο ποσό έστω και εάν αυτό προκύπτει από μείωση της αξίας των αγαθών για τα οποία εγέρθηκε η αγωγή καθώς αποτελεί καθήκον του ενάγοντα διαζευκτικά να δικογραφεί τη μέθοδο υπολογισμού μείωσης αυτής της αξίας έτσι ώστε ο εναγόμενος να γνωρίζει την αξίωση εναντίον του και έτσι να μπορεί να εξασφαλίσει μαρτυρία προς υπεράσπιση του (σχετική επί του ιδίου θέματος είναι και η απόφαση Beoco Ltd v Alfa Laval Co Ltd and another [1994] 4 All E. R. 464). 11 Στην απόφαση Ilkiw v Samuels and others [1963] 2 All E. R. 879 η οποία εκδόθηκε προ πενήντα ετών και πλέον, σε σχέση με υπόθεση η οποία αφορούσε εργατικό ατύχημα υπενθυμίζεται η αρχή ότι ειδική ζημιά υπό την έννοια της χρηματικής απώλειας την οποία έχει υποστεί ο ενάγων μέχρι την ημερομηνία της δίκης θα πρέπει να δικογραφείται και εξειδικεύεται και τονίζεται ως δεδομένο πως αυτός είναι ο νόμος, τόσο δεδομένο και γενικά αποδεκτό έτσι ώστε να μην υπάρχει και συγκεκριμένη αυθεντία επί αυτού, ότι δηλαδή ο νόμος για τα τελευταία 100 χρόνια είναι πως ένας διάδικος μπορεί να ανακτήσει ειδική ζημιά μόνο εάν αυτή δικογραφείται και βεβαίως αποδεικνύεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Diplock L. J. στη σελίδα 890 της απόφασης "...it is plain law—so plain that there appears to be no direct authority, because everyone has accepted it as being the law for the last hundred years—that one can recover in an action only special damage which has been pleaded, and, of course, proved". 12 Βεβαίως και με τη δική μας νομολογία γίνεται δεκτή αυτή η αρχή σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίζεται πως οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12/2/2014, Jamal Ismail v Αντωνίου κ. ά. στην οποία επίσης υπενθυμίζεται πως ζημιές που έχουν αποκρυσταλλωθεί μέχρι τη δίκη και ο αριθμητικός υπολογισμός τους είναι δυνατός επιδικάζονται ως ειδικές αποζημιώσεις. Νοείται βεβαίως εφόσον αυτές καταγράφονται εντός του δικογράφου του ενάγοντα. 13 Πρόθεση του Δικαστηρίου δεν είναι να ενδιατρίψει αναφορικά με μία καθολικά αποδεκτή και βασική αρχή η οποία καθορίζει τόσο την ορθή σύνταξη ενός δικογράφου σε σχέση με την προβολή ισχυρισμών ύπαρξης ειδικών ζημίων όσο και τη δυνατότητα παρουσίασης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας μαρτυρίας με την οποία να αποδεικνύονται αυτές οι ειδικές ζημιές όπως παρατίθενται με σχετικές λεπτομέρειες εντός αυτού του δικογράφου. Θεωρήθηκε όμως ορθό, έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά αυτής της υπόθεσης όπως έστω και συνοπτικά καταγραφεί μία υπενθύμιση εντός αυτής της απόφασης σε σχέση με τη νομική πτυχή αυτού του θέματος. 14 Καθότι βεβαίως η ακροαματική διαδικασία της αγωγής στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλεται το αίτημα τροποποίησης υπό εξέταση έχει ήδη αρχίσει και εάν ο ενάγων δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα στην παρουσίαση της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης του προφανώς δεν θα είχε καταχωρίσει την αίτηση του. Ασφαλώς, το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα του ενάγοντα διατηρώντας υπόψη τόσο το γεγονός της έναρξης της ακρόασης όσο και τα ιδιαίτερα περιστατικά τα οποία οδήγησαν στην καταχώριση του. 15 Η εναγόμενη έχει καταχωρίσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση του ενάγοντα η οποία βασίζεται σε 7 λόγους ένστασης.
  2. 1 Ως προς τον λόγο ένστασης (α) το Δικαστήριο δεν αποδέχεται πως αυτός είναι βάσιμος καθώς δεν διαπιστώνεται η αίτηση να μην στηρίζεται στον Νόμο και στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
  3. 2 Ούτε και ο λόγος ένστασης (β) κρίνεται βάσιμος καθότι δεν διαπιστώνεται η αίτηση να είναι παράτυπη ή αντικανονική ή αντινομική ή ακόμη και κακόπιστη. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται η αίτηση υπό εξέταση να διαπνέεται από το στοιχείο της κακοπιστίας καθώς σαφώς η αναγκαιότητα καταχώρισης της προέκυψε από τη λανθασμένη αντίληψη του δικηγόρου του ενάγοντα ως προς τον τρόπο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης σε συνάρτηση και με τη δυνατότητα παρουσίασης σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη των ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Αίτηση όμως την οποία ο ίδιος καθηκόντως προωθεί με απώτερο στόχο την προστασία των δικαιωμάτων του ενάγοντα.
  4. 3 Ούτε και ο λόγος ένστασης (γ) κρίνεται βάσιμος καθότι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση πως η αίτηση είναι καταχρηστική ή ότι σκοπό έχει την καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου ή ακόμη και την παροχή χρόνου και ευκαιρίας στον ενάγοντα να υπερβάλλει και παραφουσκώσει τους τραυματισμούς και συνέπειες τους έτσι ώστε να διεκδικήσει περισσότερες αποζημιώσεις. Κατ΄ αρχάς αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως έγκριση του αιτήματος του ενάγοντα αυτόματα θα οδηγήσει σε μείωση της αξίωσης του στο σύνολο της καθώς πλέον αντί να διεκδικεί, όπως αρχικά, ποσό €442.000,00 για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων επιθυμεί να αξιώσει για τον ίδιο λόγο το ποσό των €56.355,00 έστω και εάν το ποσό απώλειας εισοδημάτων αυξάνεται από €20.400,00 σε €88.400,
  5. Έστω επίσης και εάν με την έγκριση της αίτησης τροποποίησης ενδεχομένως θα καθίσταται εφικτή η διεκδίκηση τουλάχιστον περισσότερων γενικών αποζημιώσεων. Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη την σαφή ανάδειξη της αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης από την όση ακροαματική διαδικασία προηγήθηκε της έγκρισης αιτήματος αναβολής με σκοπό την καταχώριση της αίτησης, πραγματικά δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο είτε πως η αίτηση είναι καταχρηστική είτε πως αποσκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου.
  6. 4 Προβάλλεται με τον λόγο ένστασης (δ) η θέση πως η αίτηση στερείται στήριξης καθότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να στηρίζει την αίτηση. Όπως προωθήθηκε ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης αυτός βασίζεται στο γεγονός ότι ο ενάγων του οποίου η γνώση της ελληνικής γλώσσας είναι ανεπαρκής, όπως αυτό αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, υπέγραψε ένορκη δήλωση η οποία έχει συνταχθεί στα Ελληνικά. Βεβαίως όμως έχει υπογράψει και ένορκη δήλωση στα Ρωσικά και η οποία αποτελεί το κείμενο το οποίο σύμφωνα με ένορκη δήλωση μεταφραστή έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Όπως αναφέρει σχετικά ο έντιμος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικολαϊδης Δ. σε σχέση με ένορκη δήλωση στα Ελληνικά από Ολλανδή υπήκοο η οποία δεν γνώριζε Ελληνικά, η οποία συνόδευε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari (Αίτηση Αρ. 32/2003, ημερομηνίας 13/6/2003, Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Φωτίου
(2003)1Β Α. Α. Δ. 782) στη σελίδα 788 «...η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της έννοιας του νόμου...» προσθέτοντας πως η «...ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης». Επίσης, σύμφωνα με σχετική αναφορά στη σελίδα 927 του τόμου Ι του συγγράμματος «The Annual Practice 1958» θα ήταν ορθότερο ο ενάγων να είχε υπογράψει μόνο την ένορκη δήλωση στα Ρωσικά και τόσο αυτή όσο και η μετάφραση της στα Ελληνικά να αποτελούσαν τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του διερμηνέα. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη πως υπάρχει υπογραμμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα στα Ρωσικά και μετάφραση της στα Ελληνικά (έστω και εάν αυτή έχει επίσης υπογραφεί από τον ενάγοντα) από άτομο το οποίο επίσης έχει υπογράψει ένορκη δήλωση αναφορικά με τη μετάφραση της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η διαδικασία η οποία έχει ακολουθηθεί καθιστά την αίτηση αστήρικτη από άποψης μαρτυρίας. Συνεπώς ούτε και ο λόγος ένστασης (δ) γίνεται δεκτός καθώς όπως διαπιστώνεται η αίτηση συνοδεύεται από έγκυρη μαρτυρία.
  1. 5 Αναφορικά δε με τη θέση η οποία προωθείται με τον λόγο ένστασης (ε) ως προς το ότι εάν η αίτηση εγκριθεί η εναγόμενη θα υποστεί «ανεπανόρθωτη βλάβη» πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί είτε με τη μαρτυρία είτε με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης ότι θα προκύψει τέτοιο αποτέλεσμα εξαιτίας της έγκρισης της αίτησης.
  2. 6 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (στ) το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτός έχει στη μεγαλύτερη έκταση του ουσιαστικά ήδη εξεταστεί με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση τόσο με τα όσα γεγονότα οδήγησαν σε υποβολή του αιτήματος τροποποίησης όσο και αναφορικά με την ανυπόστατη άποψη του δικηγόρου του ενάγοντα ως προς την ανυπαρξία αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα αναφέρεται στον λόγο ένστασης (στ) πως «...οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφ΄ ενός μεν δεν είναι απαραίτητες ούτε αναγκαίες για προώθηση των όποιων αξιώσεων του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης και αφ΄ ετέρου καθίσταται ξεκάθαρο ότι ούτε ο Ενάγων ούτε και ο Δικηγόρος του, πιστεύουν σε τέτοια αναγκαιότητα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και συνεπώς επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός της πλευράς της Εναγομένης ότι η αίτηση είναι αχρείαστη, δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης και προφανώς - σύμφωνα και με την «ένορκη δήλωση» του Ενάγοντα - δεν εξυπηρετεί ούτε τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του Ενάγοντα». Πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο εάν όντως θεωρείται από πλευράς της εναγόμενης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για προώθηση της αξίωσης του ενάγοντα τότε γιατί είχαν εγερθεί ενστάσεις κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ως προς την παρουσίαση μαρτυρίας η οποία δεν καλύπτεται από την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα; Το Δικαστήριο κρίνει πως ακριβώς εξαιτίας και της δυσκολίας την οποία ο ενάγων αντιμετωπίζει ως προς την παρουσίαση μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης του δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Συνεπώς ούτε ο λόγος ένστασης (στ) κρίνεται βάσιμος.
  3. 7 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (η) ως προς το ότι η αίτηση δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της Δικαιοσύνης αλλά καταχωρίσθηκε για άλλους λόγους οι οποίοι προκύπτουν από την παράγραφο 7 της «ένορκης δήλωσης» του ενάγοντα υπενθυμίζεται πως σύμφωνα και με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγράφου της ένορκης δήλωσης ο ενάγων μόλις δύο ημέρες πριν από την καταχώριση της αίτησης του αποτάθηκε σε συγκεκριμένο γιατρό για «...περαιτέρω ιατρική μαρτυρία η οποία είναι αναγκαία για να παρουσιαστεί για να διαμορφώσει το Δικαστήριο την τελική απόφαση του για τα τραύματα μου, την σοβαρότητα τους και τις επιπτώσεις τους». Βεβαίως τέτοια ιατρική μαρτυρία δεν υπάρχει ακόμη αλλά ούτε και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση. Απλά δηλώνει ο ενάγων πρόθεση του αναφορικά με μελλοντική του πράξη η οποία ασφαλώς και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο επί θεωρητικού επιπέδου. Όταν και εφόσον και εάν όντως προκύψει τέτοια μαρτυρία τότε και μόνο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο σε σχέση με την προώθηση της αίτησης τροποποίησης. Εάν η ένσταση βασίζεται σε προσπάθεια ανάδειξης κάποιας άλλης σκοπιμότητας αναφορικά με αυτή την πρόθεση του ενάγοντα ούτε και αυτή είναι δυνατόν να παραγκωνίσει την αναγκαιότητα τροποποίησης η οποία κρίνεται ως υπαρκτή από το Δικαστήριο και βάσει της οποίας θεωρείται πως όντως εξυπηρετούνται οι σκοποί της Δικαιοσύνης σύμφωνα και με νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. 16 Σύμφωνα με σχετική νομολογία τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, καθώς τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. σχετικά τις αποφάσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α. Α. Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α. Α. Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ. ά. ν. A. G. Leventis κ. ά.
(1993)1 Α. Α. Δ. 726, SABA & Co. T. M. P. Agents
(1994)1 Α. Α. Δ. 426 και Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ. ά.
(2007)1 Α. Α. Δ. 1005). 17 Υπάρχει αναφορά στην επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης και στην παράλειψη δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση με αναφορά τόσο στην ημερομηνία του επίδικου εργατικού ατυχήματος όσο και στην πρώτη ημερομηνία ορισμού της αγωγής για ακρόαση. Βεβαίως αυτή η αναφορά παραλείπει να λάβει υπόψη τους λόγους για τους οποίους όντως έχει κριθεί απαραίτητη από το δικηγόρο του ενάγοντα η καταχώριση αυτής της αίτησης. Καθότι αυτή δεν συνδέεται με την ύπαρξη οποιουδήποτε γεγονότος εκτός του πλαισίου της ίδιας της ακροαματικής διαδικασίας η οποία βεβαίως άρχισε εντός του μηνός Δεκεμβρίου του
  1. 18 Έχοντας υπόψη την όλη βάση του αιτήματος του ενάγοντα η οποιαδήποτε πραγματική αφετηρία του χρόνου βάσει της οποίας θα μπορούσε να υπολογιστεί η ύπαρξη του παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης δεν είναι η αόριστη αναφορά σε ημερομηνίες όπως αυτή του επίδικου εργατικού ατυχήματος ή της πρώτης ημερομηνίας ορισμού της αγωγής για ακρόαση αλλά οι δύο ημερομηνίες κατά τις οποίες παρά και την αντίθετη άποψη του δικηγόρου του ενάγοντα έγινε αντιληπτή η αδυναμία παρουσίασης μαρτυρίας από τον ίδιο έτσι ώστε στη συνέχεια να συμβουλεύσει ανάλογα και τον ενάγοντα αναφορικά με την αναγκαιότητα καταχώρισης αίτησης τροποποίησης. Ως εκ τούτου διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο είναι βάσει αυτού του παράγοντα που εξετάζει το όλο θέμα πιθανής καθυστέρησης στην καθυστέρηση καταχώρισης της αίτησης τροποποίησης. 19 Όπως κρίνεται προσεγγίζοντας το όλο θέμα υπό αυτό το πρίσμα δικαιολογείται τόσο η γενικότερη καθυστέρηση έστω και εάν αυτή συνδεθεί με οποιοδήποτε άλλο χρονικό σημείο στο όλο πλαίσιο προώθησης της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία έναρξης της ακρόασης της αγωγής όσο και η οποιαδήποτε ελάχιστη καθυστέρηση στη συνέχεια εξαιτίας της κρινόμενης από το Δικαστήριο λανθασμένης άποψης του δικηγόρου του ενάγοντα, η γνησιότητα για την ύπαρξη της οποίας δεν αμφισβητείται έχοντας υπόψη και τον τρόπο με τον οποίο αυτή επίμονα προωθήθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. 20 Ουσιαστικά εμπράκτως ο δικηγόρος του ενάγοντα με την καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση αναγνωρίζει ότι πρωτοστατεί η προστασία των δικαιωμάτων του ενάγοντα παρά και την οποιαδήποτε αντίθετη άποψη του ιδίου αναφορικά με τη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας σαφώς εκτός δικογράφων. Συνεπώς δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο είτε ότι όντως στο όλο γενικότερο χρονικό πλαίσιο του ιστορικού της αγωγής υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης είτε ότι υπήρξε καθυστέρηση μετά και από την ημερομηνία κατά την οποία κρίθηκε αναγκαία η καταχώριση της αίτησης τροποποίησης. 21 Παρά και το ότι εξετάζεται και πιο πάνω το θέμα της εξασφάλισης νέας μαρτυρίας εξαιτίας και συγκεκριμένης αναφοράς στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα προς υποστήριξη της αίτησης τονίζεται πως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως βάσιμη τη θέση ότι ο απώτερος σκοπός της αιτούμενης αναβολής ήταν η εξασφάλιση τέτοιας μαρτυρίας. Αντιθέτως η σταθερή επιμονή του δικηγόρου του ενάγοντα ανεξάρτητα και από το πόσο αδικαιολόγητη ήταν αυτή στην προώθηση της αξίωσης του ενάγοντα με τη συνεχή καταβολή προσπάθειας παρουσίασης μαρτυρίας εκτός δικογράφων αναδεικνύει παραστατικά πως δεν υπήρχε πρόθεση αναβολής της ακρόασης της αγωγής έτσι ώστε να εξασφαλιστεί νέα ιατρική μαρτυρία. 22 Ως προς την αναφορά του ενάγοντα ότι έχει αποταθεί σε συγκεκριμένο γιατρό για περαιτέρω ιατρική μαρτυρία διατηρώντας υπόψη και την παρουσίαση ήδη ως τεκμηρίου 4 ιατρικού πιστοποιητικού του ίδιου γιατρού, όπως γίνεται αντιληπτή η θέση του ενάγοντα αυτή αναφέρεται σε νέα ιατρική εξέταση από τον ίδιο γιατρό ο οποίος, σύμφωνα και με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου, τον έχει ήδη εξετάσει. Δηλαδή, ήδη έχει παρουσιαστεί ως μαρτυρία ιατρικό πιστοποιητικό του συγκεκριμένου γιατρού το περιεχόμενο του οποίου εύλογα αναμένεται να αποτελέσει και τη βάση επί της οποίας θα μπορούσε να παρουσιαστεί μαρτυρία σε σχέση και με την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα από την ημερομηνία έκδοσης του στις 12/1/
  2. 23 Επιπλέον, διευκρινίζεται πως η ίδια η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα έχοντας υπόψη την όλη εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας δεν βασίζεται μόνο στην απουσία εξειδίκευσης των ειδικών ζημιών του ενάγοντα από την έκθεση απαίτησης του αλλά και λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του οι οποίες βεβαίως έχουν και άμεση σχέση με λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών του. Υπενθυμίζεται επί αυτού του θέματος και αποδοχή ένστασης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας από το Δικαστήριο και σχετική απόφαση στην οποία συνδέεται το θέμα της σημασίας των λεπτομερειών των σωματικών βλαβών του ενάγοντα με τη θεραπεία η οποία ακολουθήθηκε και κατ΄ επέκταση σε συνάρτηση με τις ειδικές ζημιές του ενάγοντα. 24 Συνοψίζοντας και δίχως βεβαίως παράλληλα με αυτό τον τρόπο να παραγνωρίζεται ολόκληρο το σκεπτικό αυτής της απόφασης βάσει και του οποίου κρίνεται δικαιολογημένη η έγκριση της αίτησης υπό εξέταση, αυτό το οποίο κυρίως διαπιστώνεται, έχοντας υπόψη και την όλη δυσκολία την οποία ο ενάγων αντιμετώπισε ως προς την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση, είναι η ύπαρξη της αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια προώθησης της αξίωσης του ενάγοντα με προσκόμιση μαρτυρίας η οποία να μην είναι εκτός δικογράφων. 25 Διευκρινίζεται πως με αυτή την απόφαση δεν κρίνεται βεβαίως η ορθότητα ή η επάρκεια είτε της διατύπωσης είτε της έκτασης της αιτούμενης τροποποίησης καθώς τα θέματα αυτά παραμένουν ανοιχτά και θα υπόκεινται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. 26 Συνεπώς η αίτηση του ενάγοντα εγκρίνεται με την έκδοση διατάγματος τροποποίησης ως η αίτηση παράγραφος Α, υποπαραγράφοι 1 έως και
  3. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης θα πρέπει να καταχωρισθεί εντός 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης ενώ στη συνέχεια θα πρέπει να καταχωρισθεί η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στη διεύθυνση επίδοσης της εναγόμενης ενώ θα πρέπει να καταχωρισθεί και η τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση εντός 7 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης στη διεύθυνση επίδοσης του ενάγοντα της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 26/4/2017 και ώρα 09:
  4. 27 Όπως έχει καθιερωθεί με σχετική νομολογία επί του θέματος η επιδίκαση των εξόδων σε αιτήσεις τροποποίησης αποτελεί ουσιαστικά θεραπεία προς όφελος του καθ΄ ου η αίτηση παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης. Ως εκ τούτου τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν από την έγκριση της επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εις βάρος του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της. 28 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι εκκρεμεί και η συνέχιση της ακρόασης της αγωγής και η οποία καθυστέρηση οφείλεται στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σε ελεύθερη μετάφραση. "...σε οποιαδήποτε περίπτωση ο ενάγων έχει υποστεί οποιαδήποτε "ειδική ζημιά" θα πρέπει να το ισχυρίζεται αυτό εντός της έκθεσης απαίτησης μαζί με όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες και δεν θα επιτρέπεται στον ενάγοντα κατά τη δίκη να παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με οποιαδήποτε ειδική ζημιά την οποία δεν αξιώνει ρητά στην έκθεση απαίτησης ή λεπτομέρειες. Ειδική ζημιά υπό την έννοια χρηματικής απώλειας την οποία ο ενάγων έχει υποστεί μέχρι την ημερομηνία της δίκης θα πρέπει να δικογραφείται και να εξειδικεύεται, διαφορετικά δεν μπορεί να ανακτηθεί". Διευκρινίζεται πως ο τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.