← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Owen Charles Thornton κ.α., Αρ.αγωγής 926/2014, 28/1/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Owen Charles Thornton κ.α., Αρ.αγωγής 926/2014, 28/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 926/2014 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα και

  1. Owen Charles Thornton
  2. Tessa Leonora Frances
  3. Arethousa Developments Ltd Eναγόμενοι Αίτηση ημερ. 29.1.2015 Ημερ.: 28.1.2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: Ε.Κωνσταντίνου για Κατερίνα Αλεξάνδρου Θεοδότου Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: Μαλέκκου (κα) για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 4.7.2014 με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από τους Εναγομένους 1 και 2 που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Εναγόμενη 3 Κυπριακή Εταιρεία Ελβ.Φρ.886.281,23 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 21.2.
  4. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται ως οι πρωτοφειλέτες και η Εναγόμενη 3 ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων τους. Αξιώνει ακόμη η Ενάγουσα Τράπεζα αναγνωριστική απόφαση ότι είναι η δικαιούχος ενός πωλητηρίου εγγράφου, με το οποίο η Εναγόμενη 3 πώλησε στους Εναγόμενους 1 και 2 μια έπαυλη, δυνάμει εκχώρησης του από τους τελευταίους και συνακόλουθα διατάγματα σε σχέση με την περιουσία αυτή. Περαιτέρω, αξιώνεται διάταγμα για την πώληση τριών ακινήτων της Εναγόμενης 3, που η τελευταία υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και
  5. Η Εναγόμενη 3 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης και Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση και γι΄ αυτήν η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση την 22.4.
  6. Για τους Εναγόμενους 1 και 2, δεδομένης της διαμονής τους εκτός Κύπρου ζητήθηκε άδεια για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και τα σχετικά διατάγματα εκδόθηκαν την 21.10.
  7. Επιτράπηκε η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και Ειδοποίησης του και μεταφράσεων τους σύμφωνα με τους Κανονισμούς 44/2001 και 1393/2007 ή και με διπλοσυστημένη επιστολή. Ο Εναγόμενος 1 προς τον οποίο η αγωγή επιδόθηκε την 10.2.2015 δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και την 12.5.2015 εκδόθηκε εναντίον του απόφαση. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε την 29.1.2015 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αυθημερόν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία εξαιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα των Αγγλικών Δικαστηρίων για την επίλυση των επιδίκων διαφορών. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/10/14 με το οποίο διετάχθη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προς την Εναγόμενη 2 πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και ειδοποίησης περί αυτού. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη
  8. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και ορθή υπό τις περιστάσεις.» Αναφέρεται στο σώμα της Αίτησης ότι αυτή υποστηρίζεται με Ενορκη Δήλωση ημερ. 29.1.2015 της Κούλας Μ. Ουστά, δικηγόρου που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου της Εναγόμενης
  9. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αίτηση συνοδεύεται από έγγραφο που τιτλοφορείται «Ενορκη Δήλωση». Στην τελευταία σελίδα καταγράφεται «Ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον μου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου την 29.1.2015, ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ». Όμως δεν υπάρχει καμιά υπογραφή, σφραγίδα ή άλλη ένδειξη ότι πράγματι η Κ.Ουστά ορκίστηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Ούτε τα χαρτόσημα που είναι επικολλημένα στο έγγραφο και τα επισυναπτόμενα σε αυτό τεκμήρια έχουν ακυρωθεί. Η Δ.39, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι το πρόσωπο που λαμβάνει την ένορκη δήλωση οφείλει να σημειώσει αμέσως στο τέλος την ώρα και τον τόπο όπου λήφθηκε η ένορκη δήλωση και ότι ο όρκος λήφθηκε και η ένορκη δήλωση υπογράφηκε στην παρουσία του. Οφείλει ακόμη να την υπογράψει και να περιγράψει τη θεσμική του ιδιότητα. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το αναφερόμενο έγγραφο που συνοδεύει την Αίτηση δεν συνιστά ένορκη δήλωση όπως προνοείται στους Θεσμούς και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης όπου απαριθμούνται 13 λόγοι ένστασης. Η Ενσταση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 15.5.2015 του Παναγιώτη Αζά, υπάλληλου της Τράπεζας. Ο ομνύοντας αναπτύσσει νομική επιχειρηματολογία στη βάση συμβουλής των δικηγόρων της Τράπεζας και το ίδιο αχρείαστα παραπέμπει στο διαδικαστικό ιστορικό της αγωγής όπως προκύπτει από το δικονομικό φάκελο. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης ο ομνύοντας αναφέρει ότι όλες οι συμφωνίες υπογράφηκαν στην επαρχία Αμμοχώστου και οι μάρτυρες τόσο της υπογραφής των εγγράφων όσο και αυτοί που θα μαρτυρήσουν για την τήρηση και το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού βρίσκονται στην Κύπρο. Παραπέμπει ακόμη σε ρήτρα της επίδικης συμφωνίας δανείου ότι δικαιοδοσία θα είχαν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Προβάλλεται η θέση ότι η Εναγόμενη 2 θεληματικά και από μόνη της αιτήθηκε τη χορήγηση του επίδικου δανείου και αγόρασε το επίδικο ακίνητο για σκοπούς επένδυσης. Σημειώνει περαιτέρω ότι σε διαδικασία στο Αγγλικό Δικαστήριο οι απαιτητές, μεταξύ των οποίων και η Εναγόμενη 2, αναφέρονται ως επενδυτές (investors) και παραδέχονται ότι η προτιθέμενη χρήση των ακινήτων ήταν για επενδυτικούς σκοπούς προς εκμίσθωση σε τρίτους και πώληση για κάρπωση υπεραξίας. Το πληρεξούσιο έγγραφο που η Εναγόμενη 2 υπόγραψε προς κάποια Κούλα Χατζηχριστοδούλου ήταν καθ΄ όλα νόμιμο και έγκυρο και η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την επιλογή του προσώπου της πληρεξουσίου αντιπροσώπου. Η επιλογή για την παραχώρηση του δανείου σε ελβετικά φράγκα ήταν της Εναγόμενης 2, αφού της επεξηγήθηκαν πλήρως οι συναλλαγματικοί και επιτοκιακοί κίνδυνοι. Δεν έγιναν ψευδείς παραστάσεις από ή εκ μέρους της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 2 και απορρίπτεται η θέση ότι η Ενάγουσα διατηρεί παράρτημα στην Αγγλία. Η Alpha Bank London Ltd, που προφανώς αναφέρεται γιατί εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι θυγατρική της Alpha Bank Α.Ε., που προφανώς είναι ελληνική τράπεζα που συνδέεται με την Ενάγουσα, και καμιά ανάμιξη δεν είχε στην επίδικη δοσοληψία. Καθ΄ όσον αφορά την επίδοση αναφέρει ο ομνύοντας ότι στην Εναγόμενη 2 επιδόθηκαν την 15.1.2015 το Κλητήριο Ενταλμα, η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και το διάταγμα ημερ. 27.10.2014, όλα τόσο στην ελληνική όσο και μεταφρασμένα στην αγγλική που είναι η μητρική γλώσσα της Εναγόμενης
  10. Παρουσιάζεται (Τεκμ.2) η σχετική Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κανονισμού 1393/2007 και τα επισυναπτόμενα σε αυτή έγγραφα. Προκύπτει ότι τα σχετικά έγγραφα επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 2 την 15.1.2015 στη διεύθυνση «Τanglewood, Box Hill, Corsham SN13 8QH». Η επίδοση, όπως αναφέρεται στη Βεβαίωση Επίδοσης, έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία της Αγγλίας και Ουαλλίας με την ταχυδρόμηση (τοποθέτηση) τους διά μέσου του γραμματοκιβωτίου της Εναγόμενης
  11. Η πιο πάνω διεύθυνση είναι άλλη από τη διεύθυνση της Εναγόμενης 2 που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία δανείου. Όμως, φαίνεται να είναι η ορθή και αυτή που χρησιμοποιείτο από το 2014 για την αποστολή επιστολών προς την Εναγόμενη
  12. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση σημειωνόταν ότι αυτή ήταν η νέα διεύθυνση της Εναγόμενης
  13. Η εκδίκαση της Αίτησης αναβλήθηκε αρκετές φορές, πάντοτε με αίτημα των δικηγόρων των εμπλεκομένων διαδίκων. Στα πρώτα στάδια εν αναμονή της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh & Others, C-519/13, που εκδόθηκε την 16.9.2015 και στη συνέχεια για σκοπούς διευθέτησης που, πρόδηλα, δεν τελεσφόρησαν. Με την Αίτηση εγείρονται δύο κεφαλαιώδη ζητήματα. Ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατά πόσο επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Και αν η επίδοση πάσχει μπορεί να ακυρωθεί, με την αγωγή να διατηρείται εναντίον της Εναγόμενης 2 προς την οποία θα μπορεί να επιδοθεί δεόντως στη συνέχεια ή να θεραπευτεί διαφορετικά, ενώ εάν το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία αυτό θα σημαίνει το τέλος της αγωγής εναντίον της. Το βάρος της απόδειξης κατά τη διαδικασία της αίτησης για παραμερισμό το φέρει και πάλι ο ενάγοντας, ο οποίος βαρύνεται να πείσει το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για παροχή σε αυτόν άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας (βλ. GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd

(2000)1 A.A.Δ. 1584, 1588-9). Επομένως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την Αίτηση παρά τη διαπίστωση ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατά πόσο ορθά εκδόθηκε το διάταγμα της 21.10.2014, κρίνεται στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερ. 26.9.2014 για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (βλ. Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, 1033 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 995). Επομένως, ισχυρισμοί γεγονότων σε σχέση με την ουσία της αντιδικίας που εκτίθενται στο στάδιο τούτο, μέσω της Ενορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Ενσταση, δεν μεταβάλλουν το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο διάταγμα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνόδευε την αρχική αίτηση για άδεια (βλ. Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence). Ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας (βλ. Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297) δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.6 θ.4 που προνοεί πως κάθε αίτηση για άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του σε εναγόμενο εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Αναφέρεται στην George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd and another
(1963)2 C.L.R. 266, 268 ότι ο ενάγοντας υποχρεούται να παραθέσει σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση του το πλήρες φάσμα των γεγονότων πάνω στα οποία εδράζεται το αγώγιμο του δικαίωμα. Ο,τι πρέπει, εκ νέου, να εξεταστεί είναι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερ. 26.9.2014 που συνόδευε την αίτηση για άδεια υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Σε αυτή αναφέρεται πως η Ενάγουσα είναι τραπεζίτες που καθ΄ όλο τον ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Ο ομνύοντας υιοθετεί το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ενταλμα και επισυνάπτει την επίδικη συμφωνία δανείου ημερ. 12.2.2008 (Τεκμ. Β) όπου καταγράφεται ότι αυτή καταρτίστηκε στην Κύπρο. Στον όρο 19 αναφέρεται ότι αυτή θα κυβερνάται και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με τους νόμους της Κύπρου και ότι οι συμβαλλόμενοι αμετάκλητα έχουν υπαγάγει τους εαυτούς τους στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Διευκρινίζεται στην ένορκη δήλωση ότι η συναλλαγή και η δημιουργία του χρέους έγινε στο Παραλίμνι. Αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγήθηκε. Επισυνάπτονται ακόμα σχετικές ειδοποιήσεις και η επιστολή τερματισμού του δανείου που φέρεται να αποστάληκε στην Εναγόμενη 2 στην πιο πάνω διεύθυνση της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αναφερόταν ακόμα, όπως μπορούσε να διαπιστωθεί και από το φάκελο της δικογραφίας, ότι η αγωγή είχε ήδη επιδοθεί την 2.9.2014 στον κύπριο διάδικο, δηλαδή την Εναγόμενη
  1. Η Δ.2, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου, ή του οποίου ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, η δε Δ.6, θ.1 ορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται από το Δικαστήριο η επίδοση εκτός Κύπρου του κλητηρίου ή ειδοποίησης του. Η Δ.6, θ.1(h) προνοεί πως επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου μπορεί να επιτραπεί όταν οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί ως διάδικος σε αγωγή που ηγέρθηκε εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. Είναι ξεκάθαρο πως όταν ο μόνος εναγόμενος ή όταν υπάρχουν περισσότεροι όλοι διαμένουν εκτός Κύπρου, εφαρμόζεται η Δ.2, θ.2 και της σφράγισης του κλητηρίου πρέπει να προηγηθεί άδεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο παραχωρεί την άδεια εφόσον ισχύει μια ή περισσότερες των προϋποθέσεων της Δ.6, θ.
  2. Αναφέρεται στην S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762, ότι (σελ. 764): «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος.» Η Δ.2, θ.2 και η Δ.6, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι σχεδόν ταυτόσημες με τις Ο.2, r.4 και O.11, r.1 αντίστοιχα των παλαιών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958 στη σελίδα 146 γίνεται άμεση σύνδεση της Ο.2 r.4 με την Ο.11 r.1 και αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η Ο.2 r.4 θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την παράγραφο (
  1. g)της Ο.11 r.1. Αντίστοιχη είναι η παράγραφος (
  2. h)της δικής μας Δ.6 θ.1. Αναφέρεται ακόμη πως σε αυτές τις περιπτώσεις το ένταλμα εκδίδεται χωρίς άδεια και ο ενάγοντας αφού έχει επιδώσει το ένταλμα εντός της δικαιοδοσίας, αποτείνεται στο Δικαστήριο για άδεια έκδοσης παράλληλου κλητηρίου για επίδοση στον εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας. Προκύπτει πως εφόσον υπάρχει διάδικος εντός δικαιοδοσίας στο ίδιο κλητήριο ένταλμα στο οποίο υπάρχει διάδικος εκτός δικαιοδοσίας οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 αδρανοποιούνται. Όμως, αυτό γίνεται εφόσον ικανοποιηθούν κάποιες προϋποθέσεις. Θα πρέπει ο ενάγοντας πριν αποταθεί για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας να έχει κανονικά επιδώσει στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας. Η προϋπόθεση αυτή επισημαίνεται και στους Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμ. 30, παρα. 588 σελ. 325. Mε αναφορά στην Collins v. North British and Merchant Insurance Co.
(1894)3 Ch. 228 τονίζεται ότι ο εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας πρέπει όντως να έχει λάβει επίδοση προτού δοθεί η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι πρόνοιες της Ο.11 r.1(g) υπήρξαν το αντικείμενο ερμηνείας στην The Improvement Commissioners v. Armement Anversois S.A. (The Brabo)
(1949)1 All E.R.
  1. Αποφασίστηκε ότι: «. in determining whether or not leave should be granted under R.S.C., Ord. 11 r.1(g), where the law was plain and all the facts necessary for a decision were set out and uncontradicted, the court should decide on the hearing of the summons whether the plaintiffs would succeed against the defendants within the jurisdiction, and if it decided that the action against the English defendants was bound to fail, it must conclude that the action against them was not "properly brought", within the meaning of the rule and refuse leave to serve out of the jurisdiction.» Συνεπώς για να ικανοποιείται η Δ.6 θ.1(h) θα πρέπει ο ενάγων να έχει προφανή καλή υπόθεση (apparent cause of action) εναντίον του προσώπου στο οποίο γίνεται επίδοση εντός της δικαιοδοσίας, και όχι απλά υποστηρικτική της υπόθεσης που έχει εναντίον του διαδίκου εκτός δικαιοδοσίας. Περαιτέρω θα πρέπει να καταδεικνύεται η σύνδεση του αλλοδαπού εναγόμενου ώστε να φαίνεται ότι αυτός είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος στην αγωγή. Όπως προειπώθηκε, στην υποστηρικτική της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση ένορκη δήλωση υιοθετείτο το περιεχόμενο του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Στην παρ.4 της Εκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι η Εναγόμενη 3 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Τράπεζα, ενώ στην παρ.5 ότι η Εναγόμενη 3 προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Τράπεζα υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας τρεις ακίνητες ιδιοκτησίες. Περαιτέρω, στην παρ.6 δικογραφείτο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 με έγγραφη συμφωνία εκχώρησαν προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα τους από το αγοραπωλητήριο έγγραφο της έπαυλης που αγόρασαν από την Εναγόμενη
  2. Επομένως, η Εναγόμενη 3 κυπριακή εταιρεία ήταν αναγκαίος και κατάλληλος διάδικος στην παρούσα αγωγή. Στην υποστηρικτική της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση ένορκη δήλωση αναφερόταν περαιτέρω ότι η επίδικη συμφωνία δανείου έγινε στο Παραλίμνι. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 2014, Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και να αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή όταν (α): «Η βάσις της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ΄ ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριον καθιδρύθη» και (β): «Ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά το χρόνο της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριον καθιδρύθη». Σύμφωνα με το άρθρο 21
(2): «Οσάκις η αγωγή αφορά εις διανομήν ή πώλησιν οιασδήποτε ακινήτου ιδιοκτησίας ή οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν αυτή θα εισάγεται εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εντός της οποίας κείται η τοιαύτη ιδιοκτησία». Η αναφορά στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 3 Εταιρεία διεξάγει εργασίες ή έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο στη Λάρνακα δεν θα είχε σημασία, σε σχέση με την κατά τόπο αρμοδιότητα, αφού η αγωγή καταχωρίστηκε στο Ε.Δ. Αμμοχώστου. Σε κάθε περίπτωση, η Εναγόμενη 3 εδρεύει, σύμφωνα με την αξίωση, στη Λευκωσία. Συνεπώς, το άρθρο 21(β) των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 2014 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ούτε το άρθρο 21
(2)εφαρμόζεται σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα αφού, πέραν άλλων ζητημάτων που συζητούνται πιο κάτω, αυτά βρίσκονται στο Νέο Χωριό της επαρχίας Πάφου και όχι στην επαρχία Αμμοχώστου όπως οι δικηγόροι της Ενάγουσας επικαλούνται στη γραπτή τους αγόρευση. Καθίσταται πρόδηλο ότι η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δόθηκε δυνάμει της Δ.6, θ.1 (e)(
  1. i)στη βάση ότι η αγωγή αφορούσε παράβαση συμβάσεων που καταρτίστηκαν στην Κύπρο. Περαιτέρω εφαρμογή είχε (για τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων αλλά όχι για την κατά τόπο αρμοδιότητα) και η Δ.6, θ.1 (
  2. h)στη βάση ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ως οι πρωτοφειλέτες ήταν αναγκαίοι και κατάλληλοι διάδικοι στην αγωγή που ηγέρθηκε εναντίον της εγγυήτριας τους Εναγομένης 3 κυπριακής εταιρείας. Ακόμα τα δικαιώματα της Ενάγουσας, τα απορρέοντα από το αγοραπωλητήριο έγγραφο, εναντίον της Εναγόμενης 3 πωλήτριας διέρχοντο μέσα από τη συμφωνία εκχώρησης του από τους Εναγόμενους 1 και 2. Καταλήγω ότι δεν απαιτείτο άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος και η περί του αντιθέτου εισήγηση της δικηγόρου της Εναγόμενης 2 απορρίπτεται. Και, βέβαια, το παρόν δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή σύμφωνα με τους περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 έως 2014. Η υπό κρίση Αίτηση εμπεριέχει στη νομική της βάση και τα άρθρα 2, 5, 14-17 και 27-30 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο Κανονισμός 44/2001 έχει καταργηθεί από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο Κανονισμός 1215/2012 εφαρμόζεται για τα ζητήματα που αφορούν την παρούσα αγωγή από 10.1.2015. Κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής και της έκδοσης του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση εφαρμοζόταν ο Κανονισμός 44/2001 και, σε κάθε περίπτωση, τα άρθρα που ενδιαφέρουν και συζητούνται πιο κάτω εμπεριέχονται και στο νέο Κανονισμό με νέα αρίθμηση. Ο Κανονισμός 44/2001 εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του Κυπριακού Δικαίου περιλαμβανομένων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 452). Ο Κανονισμός αφορά σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και έχει εφαρμογή όταν υπάρχει το στοιχείο του ξένου κράτους. Η Εναγόμενη 2 έχει την κατοικία της στο Ηνωμένο Βασίλειο που είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 2
(1)του Κανονισμού που αφορά στις Γενικές διατάξεις προνοεί ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.» Το άρθρο 16
(2)προνοεί ότι: «Η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής». Το άρθρο 15 προνοεί ότι: «1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματoς [δηλαδή όπως ορίζει το άρθρο 16
(2)του ιδίου τμήματος], με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή∙ β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών∙ γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ΄ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.» Επομένως για να μπορούσε η Εναγόμενη 2 να εναχθεί αντί στο Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο θα έπρεπε να διαφανεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16
(2), δηλαδή ότι στην επίδικη σύμβαση δανείου η Εναγόμενη 2 δεν ήταν καταναλωτής στην έννοια του άρθρου 15, και ότι ισχύει κάποια ειδική διάταξη του Κανονισμού 44/2001 που να ρυθμίζει το ζήτημα διαφορετικά από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 2
(1). Σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο η Εναγόμενη 2 ήταν καταναλωτής και τα δύο μέρη καταπιάστηκαν με τις πρόνοιες του άρθρου 15
(1)(γ). Εξέφρασαν διιστάμενες θέσεις, όχι σε σχέση με τη νομική ερμηνεία της παραγράφου, ούτε στο πεδίο εφαρμογής της αλλά σε διαφορετική βάση γεγονότων η κάθε πλευρά. Ακόμα και αν το έγγραφο που συνοδεύει την Αίτηση συνιστούσε ένορκη δήλωση και μπορούσε να ληφθεί υπόψη, οι αναφορές στα, κατά τη θέση της Εναγόμενης 2, ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης δεν θα μπορούσαν να προσμετρήσουν. Η διαπίστωση των πραγματικών περιστάσεων της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει παρά στο στάδιο της κύριας δίκης. Ούτε έξω, ούτε πριν από αυτή. Μόνο κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας και κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Όπως προειπώθηκε, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποφασίζεται στη βάση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Εάν διαφανεί ότι τα ουσιώδη γεγονότα δεν είναι όπως η Ενάγουσα τα ισχυρίστηκε στην αξίωση της και δεν τεκμηριώνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, το πραγματικό υπόβαθρο της αγωγής θα έχει καταρρεύσει και αυτή θα απορριφθεί γιατί θα έχει φανεί πως το Δικαστήριο δεν είχε ποτέ δικαιοδοσία για να εκδικάσει την αξίωση. Στο στάδιο τούτο και στη βάση των θέσεων της Ενάγουσας, όπως εμφαίνονται στην Εκθεση Απαίτησης και υποστηρίχθηκαν με την ένορκη δήλωση της 26.9.2014, η περίπτωση της Εναγόμενης 2 δεν εμπίπτει εντός του εύρους του άρθρου 15
(1)(γ). Συνεπώς και εφόσον σύμφωνα με Εκθεση Απαίτησης και την ένορκη δήλωση της 26.9.2014 καταδεικνύεται ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 16
(2)μπορεί να εξεταστεί κατά πόσο ισχύει κάποια άλλη ειδική διάταξη του Κανονισμού που να ρυθμίζει το ζήτημα διαφορετικά από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 2
(1)ώστε να ήταν επιτρεπτό να εναχθεί η Εναγόμενη 2 στην Κύπρο και όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου έχει την κατοικία της. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας επιχειρηματολογούν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δυνάμει του Κανονισμού 44/2001 δικαιοδοσία, και μάλιστα αποκλειστική, για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Επικαλούνται τα άρθρα 22
(1), 23
(1), 6 και 5
(1). Το άρθρο 22 προνοεί ότι: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν: 1. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου». Δεν έχει σημασία ο σκοπός για τον οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 δανείστηκαν από την Τράπεζα, ότι δηλαδή η δανειοδότηση αφορούσε στην αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Εχει όμως σημασία ότι για εξασφάλιση των επίδικων δανείων οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα τους ως αγοραστές επί αγοραπωλητηρίου εγγράφου αναφορικά με ακίνητο στην Κύπρο στην Επαρχία Πάφου. Η Ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα αγωγή (παρ. 14 (ε) - (μ) της Εκθεσης Απαίτησης) διάταγμα για την ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, αναγνωριστική απόφαση ότι έχει το δικαίωμα να ακυρώσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο και να το αποσύρει από το Κτηματολόγιο, να υποθηκεύσει το ακίνητο, ότι έχει δικαίωμα κατοχής του και ότι έχει δικαίωμα να το πωλήσει και να το διαθέσει προς εξόφληση ή έναντι της αξιούμενης οφειλής. Και εφόσον τίθεται ζήτημα αξιώσεως για ειδική εκτέλεση του εκχωρηθέντος αγοραπωλητηρίου εγγράφου δυνάμει των προνοιών των περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμων του 2011 και 2012, που μόνο τα Κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να διατάξουν, ακολουθεί ότι η αγωγή επιβαλλόταν να καταχωριστεί στην Κύπρο. Είναι ορθή η θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι στη νομολογία του ΔΕΚ αναφέρεται ότι στο άρθρο 22
(1)δεν πρέπει να δίδεται πλατύτερη ερμηνεία από αυτήν που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των σκοπών του. Όμως, οι αποφάσεις που επικαλείται δεν εξυπηρετούν την επιχειρηματολογία της. Οι αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 16
(1)της Συνθήκης του 1968 για τη Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις που προνοούσε ότι σε διαδικασίες οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τους δικαιώματα «in rem» σε ακίνητη ιδιοκτησία δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους όπου ευρίσκεται η ιδιοκτησία. Στην Webb v. Webb (Case C-294/92) [1994] QB 696 η αντιδικία αφορούσε την αξίωση του Ενάγοντα στα αγγλικά δικαστήρια ότι διαμέρισμα στη Γαλλία στο όνομα του υιού του κρατείτο από τον τελευταίο υπό μορφή καταπιστεύματος για τον ίδιο. Ο ενάγοντας πατέρας αξίωνε εναντίον του υιού να εκτελέσει τα απαραίτητα έγγραφα ώστε η ιδιοκτησία του διαμερίσματος να περιέλθει στον ίδιο. Αποφασίστηκε από το ΔΕΚ ότι το γεγονός ότι δικαίωμα «in rem» σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία εμπλέκεται ή ότι η αγωγή συνδέεται με ακίνητη ιδιοκτησία δεν είναι αρκετό ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο. Η αγωγή θα έπρεπε να βασίζεται στο δικαίωμα «in rem» και όχι σε δικαίωμα «in personam». H αγωγή του πατέρα προέβαλλε δικαιώματα εναντίον του υιού του μόνο και ως εκ τούτου δεν ενέπιπτε κάτω από το άρθρο. Στην Sanders v. Ban der Putte (Case C-73/77) [1977] ECR 2383 η αντιδικία στην Ολλανδία αφορούσε συμφωνία των διαδίκων για την εκμετάλλευση εμπορικής επιχείρησης η οποία λειτουργούσε σε ακίνητο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το ΔΕΚ αποφάσισε ότι ο όρος «υποθέσεις ... μισθώσεως ακινήτων» στο πλαίσιο του άρθρου 16 δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει την περίπτωση συμβάσεως που αφορά την εκμετάλλευση εμπορικής επιχείρησης. Στην απόφαση του αγγλικού Εφετείου Ashurst v. Pollard [2001] 2 WLR 722, o εναγόμενος στην Αγγλία είχε πτωχεύσει και η αγωγή εναντίον του αφορούσε αξίωση του διαχειριστή της περιουσίας του όπως ακίνητη ιδιοκτησία του πτωχεύσαντα στην Πορτογαλλία μεταβιβαστεί σε αυτόν. Αποφασίστηκε ότι το αγγλικό πτωχευτικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία. Το άρθρο δεν εφαρμοζόταν γιατί η θεραπεία που αξιωνόταν ήταν να υποχρεωθεί ο πτωχεύσας να τελειοποιήσει τον τίτλο του διαχειριστή δηλαδή να του μεταβιβάσει την ιδιοκτησία. Συνιστούσε συνεπώς δικαίωμα «in personam» εναντίον του πτωχεύσαντα. Όπως έχει διαπιστωθεί η αγωγή σε σχέση με την επικαλούμενη εκχώρηση δεν αφορά σε θεραπείες εναντίον της Εναγόμενης 2 («in personam») αλλά στην αναγνώριση και επιβολή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στην περιουσία («rights in rem») που βρίσκεται στην Πάφο. Εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήθελαν να διεκδικήσουν δικαστικά τα δικαιώματα τους τα απορρέοντα από το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο για την ειδική εκτέλεση του δεν θα είχαν άλλη επιλογή από του να προσφύγουν στην κυπριακή δικαιοσύνη. Συνεπώς, και η Ενάγουσα που συνεπεία της ισχυριζόμενης εκχώρησης έχει αποκτήσει τα δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 2 όφειλε να προσφύγει στα κυπριακά δικαστήρια. Επικουρικά το Δικαστήριο θα εξετάσει και τις υπόλοιπες διατάξεις που η Ενάγουσα επικαλείται ότι του προσδίδουν δικαιοδοσία. Το άρθρο 23
(1)προνοεί ότι: «Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: (α) είτε γραπτά ...». Εχει ήδη πιο πάνω καταγραφεί το περιεχόμενο του όρου 19 της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ο όρος έχει ξεκάθαρο λεκτικό που δεν αφήνει αμφιβολία ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης 2 ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση οιασδήποτε διαφοράς που προκύπτει από τη συμφωνία. Στην Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.α.
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 549, 562, αναφέρεται ότι: «Τόσο λοιπόν με την προαναφερθείσα νομολογία, όσο και με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ευρώπης ημερ. 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας τυγχάνει σεβασμού, εκτός αν υπάρχει λόγος γιατί να μην ακολουθηθεί, λόγος που βαρύνει και πρέπει να αποδειχθεί από τον διάδικο που εισηγείται τη μη εφαρμογή της, εγείροντας αγωγή σε έτερο Δικαστήριο, σε παραγνώριση της.» Η Εναγόμενη 2 δεν έχει αποσείσει το βάρος και δεν έχει καταδείξει λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί και να τύχει σεβασμού η ρήτρα του όρου 19 αναφορικά με τη δικαιοδοσία. Το άρθρο 6 προνοεί ότι: «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί:
  1. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους.» Υπάρχει στενή συνάφεια μεταξύ της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης 2 και της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης 3 αφού η τελευταία ενάγεται ως εγγυήτρια του. Η απόδοση ευθύνης στην Εναγόμενη 3 για να πληρώσει διέρχεται μέσα από τη διαπίστωση ότι η Εναγόμενη 2 οφείλει το αξιούμενο ποσό. Ενδείκνυται λοιπόν η εκδίκαση των αξιώσεων εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 στην ίδια αγωγή προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων. Επομένως, εφόσον η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 ορθά καταχωρίστηκε στην Κύπρο, ακολουθεί πως στο ίδιο Δικαστήριο μπορούσε να εναχθεί και η Εναγόμενη
  2. Το άρθρο 5 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
  3. (α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (β) για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: ................ - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών.» Η σύμβαση δανειοδότησης είναι σύμβαση για υπηρεσίες στην έννοια του άρθρου 5
(1)(β) και εφόσον το δάνειο παραχωρήθηκε στην Κύπρο η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 θα μπορούσε να καταχωρηθεί στην Κύπρο και σε αυτή τη βάση. Η Εναγόμενη 2 επικαλέστηκε και το άρθρο 27 που προνοεί ότι: «
  1. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
  2. Όταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του πρώτου δικαστηρίου.» Εφόσον η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο αναφορικά με το χρόνο καταχώρησης και τα επίδικα θέματα στη διαδικασία που καταχωρίστηκε στην Αγγλία. Οι μόνες πληροφορίες που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτές που καταγράφονται στην παρ.15(α) και (β) της Ενορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Ενσταση. Με αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνεται να έχει ασκηθεί στην Αγγλία αγωγή με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Ενάγουσας ή και ότι τέτοια αγωγή καταχωρίστηκε πριν την παρούσα. Καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 και δυνάμει του Κανονισμού 44/2001 (και του Κανονισμού 1215/2012). Στην Αίτηση γίνεται αναφορά στη σελ.2 σε τέσσερα σημεία σε αριθμημένες παραγράφους 1 μέχρι
  3. Τέτοιες αναφορές στο σώμα μίας αίτησης δεν προβλέπονται στους Θεσμούς. Σημειώνεται, εντούτοις, ότι στην παρ.2 προβάλλεται ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να επιδώσει στην Εναγόμενη 2 την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 και Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού 1393/2007 ειδοποίηση. Το άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13 Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις προνοεί ότι: «
  4. Η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη, μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης ή μπορεί να επιστρέψει την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός μίας εβδομάδας, εφόσον η πράξη που επιδίδεται ή κοινοποιείται δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε μια από τις ακόλουθες γλώσσες: α) σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί, ή β) στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ...». Στη Βεβαίωση Επίδοσης υπάρχουν διάφορα στοιχεία που συμπληρώνονται από την υπηρεσία παραλαβής ανάλογα της περίπτωσης. Στο έντυπο που χρησιμοποιούν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου υπάρχει μπροστά από κάθε στοιχείο τετραγωνάκι στο οποίο φαίνεται να σημειώνεται «x» όταν η περιγραφή αφορά στην περίπτωση. Στο στοιχείο 12.3 αναφέρεται ότι ο παραλήπτης των εγγράφων πληροφορήθηκε γραπτώς ότι θα μπορούσε να αρνηθεί να αποδεχτεί τα έγγραφα εάν δεν ήταν στη γλώσσα που καταλάβαινε ή την επίσημη γλώσσα του τόπου επίδοσης ή δεν συνοδεύονταν από μετάφραση σε αυτή. Στο τετραγωνάκι που αντιστοιχεί στο στοιχείο 12.3 δεν υπάρχει «x». Ενδεχομένως αυτό να υποδηλώνει ότι η Εναγόμενη 2 δεν πληροφορήθηκε γραπτώς για τα δικαιώματα του, δηλαδή δεν του παραδόθηκε το έντυπο που προνοείται στο Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού και τιτλοφορείται «Ενημέρωση του παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί την παραλαβή της πράξης». Το Δικαστήριο βρίσκει ότι η θέση που παράτυπα προβάλλεται στην Αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και θετικό ισχυρισμό εκ μέρους της Εναγόμενης 2 ότι δεν της επιδόθηκε το συγκεκριμένο έντυπο. Ουσιαστικά, δεν τίθεται ζήτημα προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται, περαιτέρω, ότι ουδεμία επιχειρηματολογία προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της Εναγόμενης
  5. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Ζήτημα κατά τόπον αρμοδιότητας του Ε.Δ. Αμμοχώστου σε σχέση με άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να εξεταστεί με τη συμμετοχή όλων των διαδίκων που η αγωγή αφορά. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.