← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ ν. Στέλιος Γεωργίου Νικόλα κ.α., Αρ. Αγωγής:642/2013, 27/1/2016

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ ν. Στέλιος Γεωργίου Νικόλα κ.α., Αρ. Αγωγής:642/2013, 27/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:642/2013 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση και

  1. Στέλιος Γεωργίου Νικόλα
  2. Χριστιάνα Παναγιώτη Λουκά Εναγομένων/ Αιτητών Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/ καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Χ¨ Γιώρκης για Μουαϊμης & Μουαϊμης Για τους εναγόμενους/ αιτητές: Η κα Χαραλαμπίδου για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ημερομηνίας 8.04.2015 για παραμερισμό ή/και ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε την 26.02.2015) Η ενάγουσα την 26.02.2015 πέτυχε απόφαση εναντίον και δύο των εναγομένων σε αγωγή της η οποία διαλαμβάνει ότι οφείλουν σε αυτή ομού και/ή κεχωρισμένως το ποσό των €121.898,15σ. με τόκο 7,25% ετησίως από 18.02.2013 για πιστωτικές διευκολύνσεις τρεχούμενου λογαριασμού που τους παραχώρησε. Η απόφαση διαλαμβάνει επιπλέον και διάταγμα για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου με το οποίο είχαν εξασφαλιστεί οι ως άνω πιστώσεις και επιπλέον τα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν περί τον 1½ μήνα μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης ήτοι την 8.04.2015 την παρούσα αίτηση με την οποία επιζητούν διάταγμα ακύρωσης και ή παραμερισμό της απόφασης. Το πραγματικό της υπόβαθρο στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Γιώργου Αγγελίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων - αιτητών και εξουσιοδοτημένου, όπως ισχυρίζεται, από τους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Διατείνεται ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία καταγράφει και τα οποία συνοπτικά είναι τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι τους είχαν αναθέσει την υπεράσπιση τους περί το τέλος του 2014 και θα αντικαθιστούσαν τον προηγούμενο δικηγόρο τους. Προς τούτο καταχωρήθηκε την 26.01.2015 σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου αφού προηγουμένως ενημέρωσαν τηλεφωνικά τους δικηγόρους της ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι στο μεταξύ πληροφορήθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών ότι η ενάγουσα έπαυσε να υπάρχει ως ξεχωριστή νομική οντότητα και ανέμεναν τροποποίηση του τίτλου ώστε ως ενάγουσα να εμφανίζεται η ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων η οποία απορρόφησε τη ΣΠΕ Λιοπετρίου. Το γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων τους παρέπεμπε από μέρα σε μέρα μέχρι να τους ειδοποιήσει για την ημερομηνία νέου ορισμού της υπόθεσης. Οι υπάλληλοι του αρχείου της ενάγουσας τους καθησύχαζαν ότι ενόψει των αλλαγών θα τους ειδοποιούσαν οι ίδιοι για τη νέα ημερομηνία ορισμού. Την πληροφορία αυτή την κοινοποίησαν στους πελάτες τους και έτσι ανέμεναν και αυτοί την ημέρα ορισμού. Αντί της νέας μέρας ορισμού περί τα μέσα Μαρτίου πληροφορήθηκαν από τους δικηγόρους της ενάγουσας ότι είχε ήδη εκδοθεί απόφαση στις 26.02.
  3. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ως δικηγόροι των εναγομένων ουδεμία αμέλεια είχαν, είχαν επίγνωση της επικείμενης αλλαγής της νομικής οντότητας της ΣΠΕ Λιοπετρίου αλλά παρόλα αυτά για άγνωστους λόγους που δεν έχουν σχέση με την υπόθεση, οι δικηγόροι των εναγόντων απέδειξαν την υπόθεση προφανώς αποκρύπτοντας την κατάργηση του Νομικού Προσώπου της Ενάγουσας. Όσον αφορά την υπεράσπιση η ίδια η έκθεση απαίτησης φανερώνει μεγάλο ποσό παράνομου τοκισμού ενώ είναι παραδεκτό ότι το συμφωνημένο επιτόκιο ήταν 7%. Ισχυρίζεται ότι η επιβολή επιπρόσθετου επιτοκίου αποτελεί τιμωρητική και καταχρηστική ρήτρα και είναι πασιφανές γεγονός που το Δικαστήριο έπρεπε να έχει δικαστική γνώση. Επομένως στη βάσει όλων των πιο πάνω δεν έδειξαν οποιαδήποτε αμέλεια αλλά και περαιτέρω ότι είχαν και έχουν καλή υπεράσπιση έτσι που να δικαιολογείται ο παραμερισμός της εκδοθείσας αποφάσεως. Οι ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως της όπου προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:

(1)Η αίτηση των εναγομένων είναι ανυπόστατη και /ή απαράδεκτη και/ή παράτυπη και/ή νόμω ή/και ουσία αβάσιμη, εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί εντός της ταχθείσας ανατρεπτικής προθεσμίας των 15 ημερών που τάσσουν οι Θεσμοί,
(2)η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου, χωρίς στο περιεχόμενο της να δίδεται καμιά εξήγηση περί αυτού,
(3)η αρχική ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση των εναγομένων είναι ψευδής και/ή περιέχει ισχυρισμούς ανυπόστατους ή/και ψευδείς ή/και απαράδεκτους ή/και σκανδαλώδεις,
(4)η αλλαγή δικηγόρων από τους εναγόμενους δεν συνιστά λόγο μη γνώσης της ημερομηνίας διεξαγωγής της δίκης εκ μέρους των εναγομένων,
(5)δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις κατάφασης της παρούσας αίτησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις τις οποίες υπογράφουν η κα Παρασκευούλλα Λοϊζου εξουσιοδοτημένη υπάλληλος - λειτουργός ανάκτησης στη Μονάδα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση και η κα Κυριακή Αντωνίου, δικηγόρος - συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Κυριότερα σημεία των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων - πλείστα από τα οποία ταυτίζονται - πέραν των πιο πάνω συνοπτικά παρατεθειμένων λόγων, της καταγραφής της πορείας της υπόθεσης μέχρι και της έκδοσης της επίδικης απόφασης, πορεία η οποία παραμένει αναμφισβήτητη λόγω του ότι προκύπτει και από το περιεχόμενο του φακέλου, καταλογίζεται στους εναγόμενους ότι δεν επέδειξαν ενδιαφέρον για την υπόθεση παρόλο ότι ήταν ή θα έπρεπε και όφειλαν να ήταν ενήμεροι για τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση τη συγκεκριμένη ημερομηνία και παρόλα αυτά δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να εκδοθεί η απόφαση. Υποστηρίζουν ότι ο ενόρκως δηλών, ο οποίος υποστηρίζει την αίτηση είναι δικηγόρος, ο οποίος δεν δίδει τις απαραίτητες εξηγήσεις γιατί δεν προέβηκαν σε αυτήν οι εναγόμενοι ή έστω ένας από αυτούς. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ισχυρίζονται ότι είναι ψευδής και περιέχει ανυπόστατους, απαράδεκτους και σκανδαλώδεις ισχυρισμούς. Ως τέτοιους αναφέρουν την δήθεν παραπομπή τους από μέρα σε μέρα για να τους ειδοποιήσουν για την ημερομηνία «νέου» ορισμού της υπόθεσης. Τουναντίον, είναι το Δικηγορικό Γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα που 3 - 4 φορές επικοινώνησε τηλεφωνικά με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους για διερεύνηση ενδεχομένου συμβιβασμού, ενόψει την έναρξης της ακρόασης της υπόθεσης, χωρίς να βρουν ανταπόκριση και ουδέποτε έγινε νύξη εκ μέρους τους για νέο ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Παρόλα αυτά, ούτε είχαν οποιανδήποτε υποχρέωση ενημέρωσης των δικηγόρων των εναγομένων για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση. Σε κάθε περίπτωση, όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών είναι ψεύδη και προφανώς συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις των εναγομένων και/ή των δικηγόρων τους για να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο κατά την καθορισμένη ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης. Ούτε και με την Τράπεζα υπήρξε επικοινωνία, καθώς το αρμόδιο πρόσωπο με το οποίο θα έπρεπε να είχαν μιλήσει ήταν η ίδια η ενόρκως δηλούσα η κα Λοϊζου, η οποία χειριζόταν την υπόθεση και η οποία απορρίπτει αυτόν τον ισχυρισμό καθώς κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ούτε είναι οι δικηγόροι της ενάγουσας που ενημέρωσαν τους δικηγόρους των εναγομένων περί της έκδοσης της απόφασης. Το αντίθετο μάλιστα είχε συμβεί όταν οι δικηγόροι των εναγομένων επικοινώνησαν μαζί τους ζητώντας από αυτούς αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης. Αν ενήργησε κάποιος αμελώς με την μη εμφάνιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι δικηγόροι των εναγομένων και όχι όπως αφήνει να νοηθεί ο ενόρκως δηλών για τους εναγόμενους, οι δικηγόροι της ενάγουσας. Δεν υπάρχει θέμα απόκρυψης από το Δικαστήριο της μετονομασίας της ενάγουσας ενόσω εκκρεμούσε η αγωγή καθώς κάθε φορά που υπήρχε είτε μετονομασία είτε συγχώνευση της με άλλα συνεργατικά ιδρύματα καταχωρείτο σχετική ειδοποίηση στο φάκελο της υπόθεσης και αφηνόταν και αντίγραφο της στη δικηγορική θυρίδα των δικηγόρων που τους εκπροσωπούσαν. Ούτε και υπάρχει Τμήμα Αρχείου στην ενάγουσα το οποίο να επανδρώνεται με υπαλλήλους και οι οποίοι δήθεν καθησύχαζαν τους δικηγόρους των εναγομένων ότι θα τους ενημέρωναν για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης. Το πότε ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση όφειλαν οι δικηγόροι τους να το γνώριζαν από τον προηγούμενο δικηγόρο των εναγομένων ή να διενεργούσαν ακόμα και έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Τα όσα σήμερα προβάλλουν είναι εκ των υστέρων σκέψεις στην προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνιση τους την καθορισμένη ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση για την ακρόαση της. Σε σχέση με το επιτόκιο για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση αυτό είναι σε ποσοστό 7,25% και όχι 8,25% όπως εξακολουθούν να επιμένουν και να ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και αυτό παρά το λεκτικό της ίδιας της εκδοθείσας απόφασης και επομένως δεν στοιχειοθετούνται τα περί καταχρηστικής και τιμωρητικής ρήτρας. Οι δύο πλευρές δεν θεώρησαν σκόπιμο να αντεξετάσουν σε οποιανδήποτε πτυχή από αυτές που υποστηρίζονται με τις ένορκες δηλώσεις των πιο πάνω ενόρκως δηλούντων. Με άδεια του Δικαστηρίου προχώρησαν στην ετοιμασία εμπεριστατωμένων και ως εκ τούτου πολυσέλιδων γραπτών αγορεύσεων. Σε αυτές, πέραν του ιστορικού της υπόθεσης - που επί κάποιων πτυχών του σημειώνεται επίσης διάσταση απόψεων - ανέλυσαν την κάθε πτυχή της υπόθεσης εντάσσοντας τις σε σχετικές νομολογιακές αρχές και αυθεντίες που κατά την άποψη τους τις χαρακτηρίζουν, υποστηρίζοντας ότι δικαιώνουν τις θέσεις τους. Θα αποφύγω να επιχειρήσω ακόμη και κάποιας μορφής σύνοψη τους λαμβάνοντας τις όμως σοβαρά υπόψη και όπου κριθεί σκόπιμο θα γίνει αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου σε αυτές. Μου στάθηκαν ομολογουμένως χρήσιμες και υποβοηθητικές στην ανάλυση που θα ακολουθήσει και στην κατάληξη μου στα συμπεράσματα μου επί όλων των πτυχών της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 33 Θ. 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στη νομική πτυχή της αίτησης. Είναι δε περίεργη η στάση της πλευράς των αιτητών στην αγόρευση της, αντί να επικαλείται τον πιο πάνω θεσμό ο οποίος πράγματι εφαρμόζεται στην περίπτωση, επικαλείται την Διαταγή 17 Θ. 10 την οποία ούτε καν συμπεριλαμβάνει στη νομική βάση της αίτησης. « Ο.33 r.5: Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Και σε μετάφραση: «5. Οποιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση.» Ενδεικτικά και μόνο παραθέτω σε αυτό το σημείο γνωστή νομολογία που διέπει το ζήτημα και όπου καθορίστηκαν οι βασικές αρχές που ακολουθούνται κατά την εξέταση αυτής της φύσεως των αιτήσεων και στη συνέχεια, στο κατάλληλο σημείο, όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται επίσης παραπομπή σε τέτοιες αποφάσεις ή αυθεντίες για τα ειδικότερα θέματα που θα εξεταστούν. Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,
(1937)2 All E.R. 646, καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 736, η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου, με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας), ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4: «
(1). Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2). Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3). Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν περαιτέρω τις παραμέτρους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) AAΔ 2118, στη σελ. 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αποσπάσματα των αποφάσεων που παρέθεσα, το Δικαστήριο, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει ή όχι ένα τέτοιο αίτημα, λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη ή μη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, την επαρκή αιτιολόγηση για την μη έγκαιρη εμφάνιση, τον χρόνο που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και την αιτιολογία όπου υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση ενός τέτοιου αιτήματος. Λαμβάνεται δε υπόψη πάντοτε το θεμελιώδες δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν από το Δικαστήριο χωρίς όμως να παραγνωρίζεται από την άλλη η ανάγκη εξασφάλισης ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω βασικές νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Δεν θα με απασχολήσουν σίγουρα ζητήματα που θίγονται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων - αιτητών τα οποία δεν προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση με σκοπό τη δικαιολόγηση της αίτησης και τα οποία ως εκ τούτου δεν απαντήθηκαν από την άλλη πλευρά, όπως ότι δήθεν για υπολογισμό των τόκων λαμβάνεται δήθεν υπόψη το εμπορικό έτος αποτελούμενο από 360 ημέρες, κάτι το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν προνοείται στην επίδικη συμφωνία πιστώσεως και σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα της γνωστής υπόθεσης Βογιαζιανός v. Τράπεζα Κύπρο Λτδ (Αρ.1),
(2011)1 ΑΑΔ 253, στην οποία με παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, δεν έχουν έρεισμα σε αυτά της παρούσας καθώς εκεί αφορούσαν σύμβαση δανείου που είχε συναφθεί το 1991 πριν δηλαδή την εφαρμογή του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο και Συναφών Θεμάτων (Ν.160(Ι) 1999) και όταν ίσχυε το μέγιστο επιτόκιο 9% ετησίως ή τα άλλα ζητήματα ή γεγονότα που προκύπτουν από την οικονομική κρίση που μαστίζει την πατρίδα μας και τα οποία γίνεται εισήγηση, εν είδει επιλόγου στην αγόρευση, όπως ληφθούν υπόψη για τη δυνατότητα που παρέχεται πλέον στους εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρέος τους. Από τις πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού (Δ.33 Θ. 5), είναι φανερό ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση με την πρόνοια που επιβάλλει όπως μια τέτοια αίτηση υποβληθεί εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση. Οι εναγόμενοι, μέσω του δικηγόρου ο οποίος ορκίζεται και υποστηρίζει την αίτηση τους, προσδιορίζουν ως χρόνο που πληροφορήθηκαν για την έκδοση της απόφασης «περί τα μέσα Μαρτίου», χωρίς να προσδιορίζουν επακριβώς την ημερομηνία. Αν πράγματι είχαν παρέλθει οι δεκαπέντε ημέρες από της έκδοσης απόφασης, δεν εμποδίζονταν από του να αποταθούν στο Δικαστήριο και να αιτηθούν την παράταση του χρόνου για καταχώρηση της αίτησης τους κατά τα διαλαμβανόμενα και πάλι στους Θεσμούς (Δ.57 Θ. 2). Κάτι τέτοιο δεν έκαναν και προχώρησαν απευθείας στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της επίδικης αίτησης τους. Η νομολογία μας επιτάσσει ότι οι προθεσμίες που τίθενται από τους Θεσμούς θα πρέπει να τηρούνται, αυτό υπηρετεί την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό θα συμφωνήσω με την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση, η οποία προβάλλει αυτό το ζήτημα ως λόγο ένστασης. Επομένως εξ αυτού του λόγου και μόνον, της μη συμμόρφωσης δηλαδή εκ μέρους των εναγομένων με την προθεσμία που επιτακτικά τάσσεται και χωρίς αυτή να παραταθεί κατά τις πρόνοιες της Δ.57 Θ.2 εάν ασφαλώς είχε δειχθεί καλός προς τούτο λόγος θα απέρριπτα την αίτηση.. Προβλήθηκε από πλευράς της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση ότι η υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση που έγινε από τον δικηγόρο Γιώργο Αγγελίδη, του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους αιτητές εφόσον πρόκειται περί δικηγόρου ο οποίος δεν δίδει εξήγηση γιατί προβαίνει ο ίδιος σε ένορκη δήλωση, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Η νομολογία μας καθορίζει ότι η κατάρτιση και υποβολή σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές. Μιά ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες οι ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν είναι αναγκαίο. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR , In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rypolovleva,
(2010)1 AAΔ 82 το ζήτημα εξετάζεται διεξοδικά, λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό.» Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του.» Στη βάσει επομένως των πιο πάνω αρχών, εξετάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ Γ. Αγγελίδη αυτή θα έπρεπε να είχε υπογραφεί από τους εναγόμενους ή ένα από αυτούς. Ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά δεν επιμαρτυρεί για ζητήματα που περιήλθαν αποκλειστικά στη δική του προσωπική γνώση αλλά ως μέλους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους εναγόμενους γι΄αυτό και οι αναφορές του είναι στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο όπως για παράδειγμα αναφέρει στην παρ. 5 «πληροφορηθήκαμε από τον Έφορο Εταιρειών», στην παρ. 6 «μας παρέπεμπε», στην παρ. 7 «μας καθησύχαζαν» ή «κοινοποιήσαμε», στην παρ. 8 δεν προσδιορίζεται καν προς ποιον έγινε η πληροφόρηση. Επομένως ο κ. Γ. Αγγελίδης προκύπτει από τις ίδιες τις αναφορές του ότι δεν είχε άμεση και προσωπική γνώση αυτών τα οποία υποστηρίζει και αφορούν την γνώση τους για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση την οποία θα συμφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της ενάγουσας ότι είχαν υποχρέωση να γνωρίζουν. Επομένως είναι κατά την άποψη μου κατάλληλη η περίπτωση όπου θα μπορούσε να κριθεί ότι η ένορκη δήλωση υπογράφτηκε από μη κατάλληλο πρόσωπο. Ως εκ τούτου η αίτηση παραμένει χωρίς πραγματικό υπόβαθρο και κατάλληλη υποστήριξη και έτσι είναι έκθετη σε απόρριψη και εξ αυτού του λόγου. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω και θα εξετάσω την αίτηση και επί της ουσίας της. Υποστηρίζεται από την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση ότι προβάλλονται ισχυρισμοί και γεγονότα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι αυτά είναι ψευδή και παραπλανητικά και ότι γι΄αυτούς τους λόγους δεν ευσταθούν. Πρόκειται για τους λόγους που οδήγησαν τους εναγόμενους να μην εμφανιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι αιτητές κλήθηκαν σε αυστηρή απόδειξη αυτών των ισχυρισμών τους. Τους έχω διεξέλθει και διαπιστώνω ότι ενώ η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση καταλογίζει στον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους των εναγομένων ότι ψεύδεται για αυτά που αναφέρει, εντούτοις οι αιτητές δεν ενεργοποίησαν τις διατάξεις της Διαταγής 39 Θ.1 για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Επομένως οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί εκ μέρους της ενάγουσας παρέμειναν ισχυροί και διαψεύδουν ακριβώς όσα αντίθετα διατείνεται ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την αίτηση. Οι ισχυρισμοί των ενόρκως δηλούντων εκ μέρους της καθ΄ης η αίτησης κας Παρασκευούλλας Λοϊζου και Κυριακής Αντωνίου οι οποίοι προβλήθηκαν προς αντίκρουση των όσων ο κ. Γ. Αγγλείδης ισχυριζόταν στη δική του ένορκη δήλωση παρέμειναν αναντίλεκτοι καθώς τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μεταγενέστερα με την παράλειψη της αντεξέτασης τους. Έχοντας υπόψη αυτά με οδηγούν στο να αποδεχθώ τους συναφείς λόγους ένστασης εκ μέρους της ενάγουσας που αφορούν τα όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση που συνιστά το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, με αποτέλεσμα η αίτηση να μην έχει πλέον την κατάλληλη στήριξη ως προς το ουσιώδες ζήτημα αυτό της παροχής ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη των εναγομένων ή των εκπροσώπων τους να εμφανιστούν κατά την ημερομηνία που η αγωγή ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση. Η συμπεριφορά των εναγόμενων ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. Απομένει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση εκ μέρους των εναγομένων. Η νομολογία μας σε σχέση με το ειδικότερο αυτό ζήτημα καθορίζει ότι για την ικανοποίηση της προϋπόθεσης περί της ύπαρξης «καλής» υπεράσπισης, εκείνο το οποίο απαιτείται κάθε φορά, δεν είναι πλήρης απόδειξη από τον αιτητή σε σημείο που θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε κατάληξη υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά απλώς η ένδειξη στο Δικαστήριο ότι υφίσταται καλή υπεράσπιση, δηλαδή υφίστανται τέτοιες συνθήκες που υποδεικνύουν ότι ο αιτητής έχει εύλογες δυνατότητες να προβάλει υπεράσπιση σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε σχέση δε με το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής από τον Lord Wright: « The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits.» (βλ επίσης Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Comapany
(1961)C.L.R 37). Πέραν των αποφάσεων τις οποίες παράθεσα στο κεφάλαιο για τη νομική πτυχή της αίτησης στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) AAΔ σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Ο κ. Γ. Αγγελίδης στην ένορκη δήλωση του προβάλλει ως μοναδικό λόγο αυτόν του μεγάλου ποσού παράνομου «τοκισμού», παραπέμποντας στο αιτητικό της έκθεσης απαιτήσεως όπου αξιώνεται τόκος προς 8,25% ετησίως όταν το συμφωνημένο επιτόκιο ήταν 7%. Το επιπρόσθετο επιτόκιο προβάλλει, αποτελεί τιμωρητική και καταχρηστική ρήτρα κάτι για το οποίο το ίδιο το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει δικαστική γνώση. Τα πιο πάνω περί παράνομου «τοκισμού», όπως προβάλλεται, θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με το συμβατικό επιτόκιο και τις λοιπές πρόνοιες της συμφωνίας παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους. Το υλικό από το οποίο αντλώ την πληροφόρηση μου προέρχεται από αυτό που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όταν η πλευρά της ενάγουσας προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης της και την ένορκη μαρτυρία εκ μέρους της μάρτυρος που παρουσίασε η ενάγουσα και κατάθεσε με σκοπό την απόδειξη της υπόθεσης της. H σύμβαση μεταξύ των διαδίκων σημειώθηκε ως Τεκμ. 5 και υπογράφτηκε την 4.05.2010.Το επιτόκιο που είχε καθοριστεί ανερχόταν στο συνολικό ποσοστό 7% ετησίως. Προνοείτο ανατοκισμός δύο φορές τον χρόνο κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Σημαντικές είναι οι παράγραφοι 4 και 18 της εν λόγω συμφωνίας πιστώσεως όπου προνοούνται τα ακόλουθα: « παρ. 4: Τυχόν χρεωστικό υπόλοιπο πέραν του συμφωνημένου ανώτατου ορίου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο
(2)πιο πάνω θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό και επ΄αυτού θα οφείλονται τόκοι υπερημερίας. Ως τόκος υπερημερίας συμφωνείται το εκάστοτε Συνολικό Επιτόκιο, όπως ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας προσαυξημένο κατά τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες. Ο πελάτης εκτός από τόκους υπερημερίας οφείλει τόκους επ΄αυτών από την πρώτη μέρα καθυστέρησης οι οποίοι προστίθενται στο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανά εξάμηνο. Νοείται ότι ο τόκος υπερημερίας δύναται να μεταβληθεί οποτεδήποτε από τη Συνεργατική και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν κατά την κρίση της Συνεργατικής και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Λεπτομέρειες για τυχόν χρεώσεις/έξοδα παραδίδονται στον πελάτη και δύνανται να ληφθούν και από οποιοδήποτε κατάστημα της Συνεργατικής.» και στην « παρ. 18: Μόλις τα πιο πάνω συμφωνηθέντα δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις ή οποιοδήποτε μέρος τους ζητηθεί από τη Συνεργατική για οποιαδήποτε αιτία σύμφωνα με τους όρους της παρούσας συμφωνίας, θα καθίστανται αμέσως απαιτητά και θα εξοφλούνται, ο δε πελάτης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς τη Συνεργατική, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών, επιβαρύνσεων, χρεώσεων και άλλων εξόδων. Παράλειψη δε του πελάτη να το πράξει αμέσως, θα συνεπάγεται αύξηση του Περιθωρίου ή του σταθερού επιτοκίου όπου αυτό ισχύει, μέχρι και τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες από την ημέρα της ζήτησης τους, η δε Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τα Δικαστικά και/ή άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι και την τελεία και πλήρη εξόφληση.» Η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της με ημερομηνία 28.01.2013 προειδοποίησαν τους εναγόμενους ότι παραβίασαν όρο της σύμβασης υπερβαίνοντας το ποσό της παραχωρηθείσας πίστωσης με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου να καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο αμέσως και ότι δικαιούνται σε τερματισμό της σύμβασης και διεκδίκησης άμεσης είσπραξης όλου του οφειλόμενου υπολοίπου ποσού. Την 18.02.2013 η ενάγουσα με νέα επιστολή της πληροφορούσε τους εναγόμενους ότι λόγω της μη ανταπόκρισης τους να συμμορφωθούν με τους όρους της συμφωνίας τους αύξαναν το επιτόκιο κατά 1,25% και ότι το δάνειο τους που παρουσίαζε καθυστέρηση πέραν των τριών δόσεων εθεωρείτο πλέον ως μη εξυπηρετούμενο. Η ως άνω σύμβαση στη συνέχεια τερματίστηκε την 25.02.2013. Σημειώνω ότι το επιτόκιο προς 7,25%, όπως αναφέρθηκε από την μάρτυρα της ενάγουσας κατά το στάδιο της απόδειξης της υπόθεσης, άρχισε να χρεώνεται από την 18.02.2013, ημερομηνία της επιστολής με την οποία ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι. Υπενθυμίζω ότι κατά τη σύναψη και τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας ίσχυε ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος (Ν.160(Ι) 1999), ο οποίος εξετάζεται όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι και σήμερα ενόψει της αναδρομικής εφαρμογής κάποιων διατάξεων του, με όσα αυτός διαλαμβάνει και διέπει την επίδικη συμφωνία των διαδίκων. Οι ενάγοντες ενήργησαν σύμφωνα με ρητές διατάξεις της συμφωνίας παροχής πιστώσεων στους εναγόμενους και η αύξηση του επιτοκίου κατά 0,25%, όπως τελικά αξίωσαν δεν μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική χρέωση εξάλλου ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου που η μάρτυς για την ενάγουσα κατά την απόδειξη της υπόθεσης της μείωσε το ποσοστό στο 0,25% που αποτελεί την πραγματική ζημιά γι΄αυτή ενόψει της κατάταξης του δανείου στα μη εξυπηρετούμενα, η οποία οφείλεται στη μη τήρηση εκ μέρους των εναγομένων των υποχρεώσεων τους. Για όλα τα πιο πάνω παρουσιάστηκαν αντίγραφα των επιστολών που απεστάλησαν στους εναγόμενους και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 9 (α) και (β), 10 (α) και (β) και 11 (α) και (β) (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1465 ειδικότερα για τον τερματισμό της σύμβασης και τις συνέπειες του). Επομένως το μοναδικό επιχείρημα που προβάλλουν οι εναγόμενοι ως καλή υπεράσπιση δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Οι υπολογισμοί επίσης τους οποίους διενήργησαν περί υπερχρεώσεων επίσης δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Ό, τι χρέωσε επιπρόσθετα η ενάγουσα αυξάνοντας το επιτόκιο από το 7% που ήταν το συμβατικό κατά 0,25% δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να του δοθεί ο χαρακτηρισμός του καταχρηστικού επιτοκίου ούτε και του παράνομου εφόσον αυτό προνοείτο από την επίδικη σύμβαση και αφορούσε τη πραγματική ζημιά την οποία υπόκειτο η ενάγουσα λόγω της μη εξυπηρέτησης του δανείου εκ μέρους των εναγόμενων. Στη βάσει των πιο πάνω δεν διακρίνω ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης κατά τρόπο που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματός, παρέχοντας στους εναγόμενους το δικαίωμα να προβάλουν την ισχυριζόμενη υπεράσπιση τους (βλ. Evans v. Bartlam και Kotsapas v. Titan Costruction Engineering Co (πιο πάνω). Στην πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου όλη την νομική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε και από τις δύο πλευρές για το πώς αντικρίζεται σήμερα τόσο νομοθετικά όσο και νομολογιακά η υπεράσπιση την οποία θα προέβαλλε η πλευρά των εναγομένων αν γινόταν αποδεκτή η αίτηση τους. Το ζήτημα της καθυστέρησης άπτεται και του τρόπου με τον οποίο ενήργησαν οι αιτητές μετά την μη έγκαιρη, εντός των δεκαπέντε ημερών, καταχώρηση της αίτησης τους, όπως ανάλυσα το ζήτημα αυτό πιο πάνω. Επομένως και με τη μη ενεργοποίηση των προνοιών της Δ.57 Θ. 2 για την εξασφάλιση παράτασης, ο παράγοντας αυτός δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.