← Κύπρος

J. SARDALOS AND SONS LTD ν. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑ ΣΑΡΔΑΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 58/07, 23/2/2016

J. SARDALOS AND SONS LTD ν. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑ ΣΑΡΔΑΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 58/07, 23/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 58/07 J. SARDALOS AND SONS LTD Ενάγουσας και ΧΡΥΣΟΥΛΛΑ ΣΑΡΔΑΛΟΥ Εναγομένης Αναφορικά με τον περί Παρεμποδίσεων Δόλιων Μεταβιβάσεων Νόμο (Κεφ. 62) και Αναφορικά με την Αίτηση της J. SARDALOS AND SONS LTD Αιτητών και

  1. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΣΑΡΔΑΛΟΥ
  2. ΠΕΤΡΟ ΑΣΣΙΑ Καθ΄ ων η Αίτηση Ημερομηνία: 23.2.2016 Αίτηση ημερ. 9.9.2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια - Ενάγουσα : κ.Μ.Κυριακίδης για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 : Μ.Χ"Κωνσταντή (κα) για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η A Π Ο Φ Α Σ Η Η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 που ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ολόκληρου του ακινήτου με νέα κτηματολογικά στοιχεία: Αρ.εγγρ. 22790, Φ/Σχ 0/2-291-379, Τεμ.945, Τμήμα 6 στο Δήμο Παραλιμνίου, μέσα στο οποίο υπήρχε μεγάλο κατάστημα, με συμφωνία ημερ. 6.10.1998 το πώλησε στην Ενάγουσα Εταιρεία για το ποσό των £500.
  3. Κατά την εκτέλεση της συμφωνίας προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, που εκδικάστηκε και εκδόθηκε Απόφαση την 13.1.
  4. Επιδικάστηκε υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης ποσό €800.562,64 πλέον τόκους και έξοδα. Στην Ανταπαίτηση διατάχθηκε η Ενάγουσα όπως μέσα σε δύο μήνες παραδώσει την κατοχή του καταστήματος στην Εναγόμενη και επιδικάστηκε υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των €188.701,40 πλέον τόκους, πλέον €62,80 ημερησίως μέχρι την παράδοση της κατοχής του καταστήματος. Η παράδοση του καταστήματος πραγματοποιήθηκε πρόσφατα και οι διάδικοι συνομολόγησαν συμφωνία συμψηφισμού των εκατέρωθεν επιδικασθέντων ποσών έτσι που το ποσό της Ανταπαίτησης να έχει σήμερα εξοφληθεί και το ποσό της Απαίτησης να έχει μειωθεί ανάλογα. Κανένα άλλο ποσό δεν καταβλήθηκε ή λογίστηκε έναντι του επιδικασθέντος στην Απαίτηση ποσού. Με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου από την Εναγόμενη στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2, σύζυγο της, Πέτρο 'Ασσια και η εγγραφή του στο όνομα του τελευταίου που έγιναν την 5.4.
  5. Περαιτέρω, όπως διαταχθεί η επανεγγραφή του μεριδίου στο όνομα της Εναγόμενης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 9.9.2015 του Μαριγιάννου Σάρδαλου, διευθυντή της Ενάγουσας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 18.11.2015 της Εναγόμενης και Ενορκη Δήλωση ιδίας ημερομηνίας του Άσσια, ο οποίος υιοθετεί την Ενορκη Δήλωση της συζύγου του. Την 12.1.2016 καταχωρίστηκε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης από το Γεώργιο Σάρδαλο πατέρα του Μαριγιάννου και διευθυντή της Ενάγουσας μέχρι τον Ιανουάριο του
  6. Την 18.1.2016 καταχωρίστηκε συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Ενστασης από την Εναγόμενη. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ.62, ο οποίος προνοεί ότι: «3

(1)Κάθε δωρεά ... ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια δωρεά ... η περιουσία που φαίνεται ότι μεταβιβάστηκε ... δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση οποιουδήποτε χρέους από δικαστική απόφαση που οφείλεται από το πρόσωπο που προβαίνει στη δωρεά, ... .
(2)Σε οποιαδήποτε αίτηση βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για ακύρωση μεταβίβασης ... οποιασδήποτε περιουσίας που έγινε σε ... σύζυγο του δικαιοπάροχου ... όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας ή με καλή αντιπαροχή, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ... έγινε καλή τη πίστη και δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του θα έχει ο δικαιοπάροχος ... και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ...». Η Αίτηση ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι εντεταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών (βλ.Ιωακείμ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 198, 204). Κατά την ακρόαση της Αίτησης αντεξετάστηκαν όλοι οι ομνύοντες με πρώτους την Εναγόμενη και τον Άσσια αφού, με δεδομένο ότι ο Άσσιας ήταν ο σύζυγος της Ενάγουσας και δεν εδόθηκε αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση, το βάρος απόδειξης ήταν στην πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση, που συνεπώς όφειλαν πρώτοι να αρχίσουν την υπόθεση τους. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να καταταχτεί ως πιστωτής στην έννοια του Νόμου, με συνέπεια η Αίτηση να είναι απαράδεκτη και καταδικασμένη σε αποτυχία χωρίς άλλο. Επικαλούνται την Pambos Zenios Trading Ltd κ.α. ν. Μιχάλης Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322, και ουσιαστικά εισηγούνται ότι υφίσταται διαδικαστικό στάδιο ελέγχου του κατά πόσο ο αιτητής είναι πιστωτής στην έννοια του άρθρου 3
(1)του Νόμου. Για να επιτύχει αίτηση κάτω από το Νόμο ο πιστωτής που εξαιτείται την ακύρωση της μεταβίβασης πρέπει να είναι εκείνος τον οποίο ο οφειλέτης προτίθετο κατά το χρόνο της μεταβίβασης να εμποδίσει στην ανάκτηση του λαβείν του (Lymperopoulou v. Christodoulou and Others
(1957)22 C.L.R. 184). Για να επιτύχει η αίτηση πρέπει να αποδειχτεί η πρόθεση του οφειλέτη να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τον πιστωτή του. Όταν η πρόθεση αποδειχτεί σε σχέση με τον αιτητή η αίτηση επιτυγχάνει, που σημαίνει ότι ο αιτητής ήταν πιστωτής στην έννοια του άρθρου 3
(1). Επομένως, κατά πόσο ο αιτητής είναι πιστωτής στην έννοια του άρθρου 3
(1)είναι το αποτέλεσμα της επιτυχίας της αίτησης και δεν είναι ορθό το ζήτημα να προσεγγίζεται ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης. Όπου, βέβαια, κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν υφίσταντο οι προϋποθέσεις ώστε ο δικαιοπάροχος να οφείλει στον αιτητή, όταν για παράδειγμα η όποια δοσοληψία είχαν έπεται χρονικά της μεταβίβασης, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί συνοπτικά. Όπως αναφέρεται στην Lymperopoulou ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία σε μεταγενέστερους πιστωτές. Όταν ο δικαιοπάροχος έχει υπογράψει γραμμάτιο ότι χρωστεί να πληρώσει στον Α συγκεκριμένο ποσό σε συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία και πριν την ημερομηνία πληρωμής αποξενωθεί της περιουσίας του ώστε ο Α να εμποδιστεί από του να εισπράξει το ποσό του γραμματίου όταν αυτό θα καταστεί πληρωτέο, η περίπτωση θα πρέπει να θεωρείται ότι καλύπτεται από το Νόμο, παρά το γεγονός ότι το δικαίωμα του Α στο ποσό του γραμματίου δεν ήταν ακόμα εκτελεστό και ο Α δεν μπορούσε να κινήσει αγωγή για να το ανακτήσει. Και αυτό γιατί πρόκειται για υπαρκτή υποχρέωση πληρωμής σε συγκεκριμένο μέλλοντα χρόνο. Το ίδιο και στην περίπτωση άλλων συμβατικών υποχρεώσεων για την καταβολή χρημάτων που ο δικαιοπάροχος έχει έναντι του Β τις οποίες, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, οφείλει να εκπληρώσει σε χρόνο μελλοντικό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το χρόνο που η Εναγόμενη προέβαινε στις ενέργειες για να μεταβιβάσει το μερίδιο δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Ούτε είχε υποχρέωση να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς όφελος της Ενάγουσας. Δεν υφίσταντο προϋποθέσεις ώστε η Ενάγουσα να μπορούσε να ενάξει την Εναγόμενη και να αξιώσει εναντίον της οποιοδήποτε ποσό ή οιοδήποτε διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη να πράξει οτιδήποτε. Η συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης να μεταβιβάσει το ακίνητο στην Ενάγουσα αφορούσε σε μελλοντικό χρόνο και όποια υποχρέωση της για καταβολή οποιουδήποτε ποσού θα εγειρόταν εάν αυτή προκαλούσε παραβίαση της συμφωνίας ώστε η Ενάγουσα να δικαιούται σε αποζημιώσεις. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι με τη μεταβίβαση παραβίαζε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Ενάγουσας και ότι θα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στη βασική υποχρέωση της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου, να το μεταβιβάσει δηλαδή στην Ενάγουσα, εκτός και αν ο σύζυγος της συναινούσε. Περαιτέρω ότι στην περίπτωση που η Ενάγουσα ανακτούσε αποζημιώσεις λόγω παράβασης της συμφωνίας η ικανοποίηση τους θα ήταν αδύνατη ή θα εμποδιζόταν, αφού η Εναγόμενη δεν είχε άλλους οικονομικούς πόρους για να ανταποκριθεί. Με την επίδικη μεταβίβαση η Εναγόμενη δεν παραβίασε τον όρο της συμφωνίας για μεταβίβαση του ακινήτου στην Ενάγουσα. Παραβίασε όμως τον όρο που προνοούσε ότι δεν δικαιούτο να το μεταβιβάσει, ή μέρος του, σε οποιοδήποτε τρίτο. Επομένως, τα γεγονότα δεν καταδείκνυαν μόνο ότι θα μπορούσε να υπάρξει διάρρηξη της συμφωνίας από την Εναγόμενη στο μέλλον, αλλά συνιστούσαν αφ΄ εαυτών διάρρηξη της στο στάδιο εκείνο στη μορφή που εξηγήθηκε. Κατά το στάδιο που η Εναγόμενη, με την όποια πρόθεση, ενεργούσε για να επιτευχθεί η μεταβίβαση δεν είχε διαρρηχθεί η συμφωνία. Αφότου διέπραξε όσα έπρεπε για να επιτευχθεί μεταβίβαση η συμφωνία διαρρήχθηκε με τη κτηματολογική πράξη της μεταβίβασης. Προκύπτει συνεπώς ότι κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, εάν οι ενέργειες της Εναγόμενης και η κτηματολογική πράξη θεωρηθούν ενιαίο γεγονός, η Ενάγουσα δικαιούτο σε αποζημιώσεις από την Εναγόμενη. Κατά πόσο ήταν πιστωτής της Εναγόμενης στην έννοια του άρθρου 3
(1)του Νόμου, ήταν δηλαδή πρόσωπο το οποίο η Εναγόμενη ήθελε να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει από του να ανακτήσει το λαβείν της και γι΄ αυτό προέβηκε στη μεταβίβαση, είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Υφίσταται όμως ένα περαιτέρω ζήτημα υψίστης σημασίας που συνιστά παράμετρο που πρέπει να ληφθεί υπόψη στο σύνολο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες θα κριθεί κατά πόσο η Εναγόμενη είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει την Ενάγουσα στην ανάκτηση των ποσών που δικαιούτο. Το ποσό για το οποίο εκδόθηκε Απόφαση στην Απαίτηση ή η διαφορά του με το ποσό της Ανταπαίτησης που σήμερα εκκρεμεί ήταν το ποσό στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο τον Ιανουάριο του 2015 στη βάση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε και με δεσπόζον στοιχείο την αγοραία αξία του ακινήτου τον Ιανουάριο του
  1. Αυτά τα ποσά αναμφίβολα δεν ήταν υπόψη της Εναγόμενης όταν τον Ιούνιο του 1999 προέβαινε στις ενέργειες για τη μεταβίβαση του μεριδίου στον Άσσια. Περαιτέρω, υφίσταται αβεβαιότητα ως προς το ποσό που ήταν ή θα μπορούσε ή έπρεπε να ήταν υπόψη της Εναγόμενης στο χρονικό εκείνο στάδιο και κατ΄ επέκταση κατά πόσο αυτό μπορούσε να εξασφαλίζεται με την αγοραία αξία του ½ μεριδίου του ακινήτου που παρέμεινε στην ιδιοκτησία της. Ο,τι άλλο πρέπει να σημειωθεί ώστε να είναι ξεκάθαρο το πεδίο εφαρμογής του Νόμου, είναι ότι αυτός προστατεύει την είσπραξη του χρέους του πιστωτή του δικαιοπάροχου και όχι άλλα δικαιώματα. Δεν μπορεί ο Νόμος να χρησιμοποιηθεί ώστε να επιτευχθεί η επανεγγραφή στο δικαιοπάροχο για να καταστεί εφικτή η ειδική εκτέλεση συμφωνίας πώλησης που παραβιάστηκε με τη μεταβίβαση σε τρίτο. Η προστασία του δικαιώματος της ειδικής εκτέλεσης παρέχεται από άλλη νομοθεσία, σήμερα τους περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμους του 2011 και 2012 και κατά τους ουσιώδεις χρόνους τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας υπόβαλε τόσο στην Εναγόμενη όσο και στον 'Ασσια ότι η πρόθεση τους να καταδολιεύσουν την Ενάγουσα ανάγεται χρονικά πριν την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 6.10.
  2. Κατά το δικηγόρο της Ενάγουσας, για να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές τους δυσκολίες προσχώρησε η Εναγόμενη στη συμφωνία έχοντας κατά νου, σε συνέργεια και με Άσσια, να την ανατρέψουν στη συνέχεια με τη μεταβίβαση του ½ μεριδίου του ακινήτου στον τελευταίο. Δεν είναι όλοι οι διάδικοι ενήμεροι για τις νομικές παραμέτρους των ζητημάτων που τους αφορούν. Εντούτοις, η νομική κατάσταση των πραγμάτων είναι δεδομένο που, μέσα στο σύνολο των περιστάσεων μιας υπόθεσης, συνυπολογίζεται στο έργο της ιχνηλάτησης της αλήθειας και της πραγματικής πρόθεσης των μερών. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και απορρίπτει την εισήγηση ότι η Εναγόμενη και ο Άσσιας είχαν πρόθεση κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας ημερ. 6.10.1998 να μην τιμήσει η Εναγόμενη τη συμφωνία, πολύ περισσότερο να καταστήσουν αδύνατη την εκτέλεση της με τη μεταβίβαση ½ μεριδίου του ακινήτου στον Άσσια. Εάν υφίστατο τέτοια πρόθεση θα αναμενόταν ότι θα ενεργούσαν πιο νωρίς αφού στο ενδιάμεσο η Ενάγουσα θα μπορούσε να είχε κατοχυρωθεί με την κατάθεση της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Όμως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η πρόθεση της Εναγόμενης κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας την 6.10.1998, αλλά κατά το χρόνο της μεταβίβασης του μεριδίου. Η θέση της Εναγομένης και του Άσσια ήταν ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του Άσσια έναντι της συζύγου του σε σχέση με τα δικαιώματα του στο επίδικο ακίνητο. Τα χρήματα του γάμου του ζεύγους είχαν διατεθεί για την ανέγερση του καταστήματος σε κτήμα της Εναγόμενης. Περαιτέρω, όπως και η Εναγόμενη, και ο Άσσιας ήταν χρεώστης σε δάνεια που είχαν γίνει για την ανέγερση του καταστήματος και με την εργασία του, όταν το ζεύγος διατηρούσε υπεραγορά τροφίμων στο κατάστημα, συνείσφερε στην αποπληρωμή τους. Όπως ο ίδιος ανέφερε είχε διαθέσει και δικά του χρήματα για την ανέγερση του καταστήματος. Υποστήριξαν και οι δύο ότι ο Άσσιας ήθελε να κατοχυρωθεί ότι θα λαμβάνει τα μισά οφέλη της συμφωνίας και ήγειρε και ζήτημα χωρισμού με την Ενάγουσα εάν δεν του μεταβιβαζόταν το μισό ακίνητο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Άσσιας μετά την υπογραφή της συμφωνίας του «ανάδοξε» και αισθανόταν ότι έμεινε έξω από τη διευθέτηση. Το θέμα το συζήτησε με την Εναγόμενη όχι όμως με το Γιώργο ούτε και επιδίωξε να τροποποιηθεί η συμφωνία ώστε να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα του με αυτό τον τρόπο. Η Εναγόμενη ανάφερε ότι ήταν σίγουρη ότι ο Άσσιας θα τιμούσε τη συμφωνία και δεν σκέφτηκε τις επιπτώσεις εάν αρνείτο ή ότι η ίδια είχε με τη μεταβίβαση παραβεί τη συμφωνία η οποία προνοούσε ότι δεν μπορούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο σε τρίτο. Η διάθεση που επιδεικνύει σήμερα ο Άσσιας, να δηλώνει δηλαδή ότι θα βοηθήσει τη σύζυγο του να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος συνεισφέροντας, ανάλογα και με το ποσό για το οποίο θα πωληθεί το ακίνητο και ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση, χωρίς να είναι διατεθειμένος να δεσμευτεί νομικά, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως στοιχείο που αφ΄ εαυτού ανατρέπει τη θέση του ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους η πρόθεση και διάθεση του και κατ΄ επέκταση του ζεύγους ήταν όπως η συμφωνία της 6.10.1998 εφαρμοστεί. Εχουν, έκτοτε, μεσολαβήσει τέτοια γεγονότα και τόσες διαμάχες στα πλαίσια της παρούσας αγωγής που είναι αναμενόμενο ότι σήμερα η αντιπαλότητα διακατέχει τους διαδίκους με την κάθε πλευρά να επιδιώκει την προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων ακόμα και την πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα της άλλης. Ούτε το γεγονός ότι σε επαφές των μερών κατά τον τελευταίο χρόνο στην προσπάθεια εξεύρεσης διευθέτησης η Εναγόμενη και ο Άσσιας είχαν αυξημένες χρηματικές απαιτήσεις σε σχέση με τη συμφωνία. Ηταν ίσως και αναμενόμενο μετά την έκδοση της Απόφασης και την εκ των πραγμάτων πίεση που είχε η Ενάγουσα για να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου. Κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης τα εισοδήματα της Εναγόμενης ήταν πολύ περιορισμένα. Δεν είχε άλλη περιουσία πέραν του ακινήτου. Σήμερα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου και δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία. Την 29.12.2011 απεβίωσε ο πατέρας της και έχει να λαμβάνει το κληρονομικό της μερίδιο που συνίσταται στο ¼ της περιουσίας του αποβιώσαντα, η αξία της οποίας δεν έχει μαρτυρηθεί. Εχει μόνο αναφερθεί ότι πρόκειται για αρκετή ακίνητη περιουσία. Κατά το χρόνο της μεταβίβασης το μόνο που η Εναγόμενη θα μπορούσε να είχε ήταν τη λογική προσδοκία ότι κάποτε θα κληρονομούσε μέρος της περιουσίας του πατέρα της. Τον Ιανουάριο του 1999 η Εναγόμενη είχε μαζί με άλλους υποχρεώσεις ύψους £170.000 στη Συνεργατική και οι δόσεις που δικαιούτο στη βάση της συμφωνίας της 6.10.1998 καταβάλλονταν από την Ενάγουσα έναντι των υποχρεώσεων αυτών. Το επίδικο ακίνητο ήταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης υποθηκευμένο προς όφελος της ΣΠΕ Παραλιμνίου ως εξασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης για την οποία μεταξύ άλλων εγγυητής ήταν και ο Ευάγγελος Σάρδαλος, αδερφός του Γιώργου και της Εναγόμενης. Η έγγραφη συγκατάθεση του Ευάγγελου ζητήθηκε για να μπορέσει η Εναγόμενη να προβεί στη μεταβίβαση και ο Ευάγγελος την έδωσε. Ο Ευάγγελος είχε και έχει πολύ καλή σχέση με τον Γιώργο. Διαφάνηκε ακόμη πως είχαν, αν όχι καθημερινή, πολύ συχνή επαφή. Ηταν η θέση του Γιώργου ότι η Ενάγουσα Εταιρεία πληροφορήθηκε για πρώτη φορά το γεγονός της μεταβίβασης από την Εναγόμενη στο σύζυγο της την 24.1.2007 όταν ο ίδιος εκ μέρους της Ενάγουσας είχε μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου αναμένοντας την εμφάνιση της Εναγόμενης για να αποδεχτεί μεταβίβαση των 2/5 μεριδίων του ακινήτου στο όνομα της Εταιρείας, όπως η Εταιρεία είχε ζητήσει με σχετική επιστολή της. Η Εναγόμενη δεν εμφανίστηκε και όπως πληροφορήθηκε από αρμόδιο υπάλληλο του Κτηματολογίου, το ½ μερίδιο του ακινήτου είχε μεταβιβαστεί από την Εναγόμενη στο ΄Ασσια. Ο Γιώργος επέμενε ότι ουδέποτε προηγουμένως είχε ενημερωθεί για την εν λόγω μεταβίβαση. Επιβεβαιώνοντας τις άριστες σχέσεις που έχει με τον Ευάγγελο, υποστήριξε ότι έμαθε ότι ο Ευάγγελος έδωσε τη συγκατάθεση του για να γίνει η μεταβίβαση μετά τη δίκη στην αγωγή. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο ίδιος ο Ευάγγελος δεν είχε κατανοήσει ότι είχε δώσει τέτοια συγκατάθεση και νόμιζε ότι υπόγραψε για κάποιους φόρους. Στην αγόρευση τους οι δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση παραπέμπουν στην Απόφαση της 13.1.2015 στο μέρος όπου περιγράφεται η εκδοχή του Ευάγγελου κατά τη μαρτυρία του στην αγωγή για να υποδείξουν ότι είναι άλλη από αυτή που επικαλείται ο Γιώργος. Όπως προειπώθηκε η Αίτηση είναι αυτοτελής και υπόψη μπορούν να ληφθούν μόνο στοιχεία μαρτυρίας που παρουσιάστηκαν κατά την εκδίκαση της. Την 12.5.2000 τόσο η Εναγόμενη όσο και ο ΄Ασσιας υποθήκευσαν τα μερίδια τους στο επίδικο ακίνητο ως εγγύηση για πιστωτική διευκόλυνση ύψους €119.602,10 (£70.000) που η Ενάγουσα έλαβε από την Alpha Bank. Τα σχετικά έγγραφα δίδουν την εικόνα ότι ο συντάκτης τους ήταν της αρχικής εντύπωσης ότι το ακίνητο ανήκε εξ ολοκλήρου στην Εναγόμενη. Μετά τη σύνταξη τους αυτά τροποποιήθηκαν με την προσθήκη του ονόματος του Άσσια ως επίσης εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Τα μέρη υποστήριξαν αντικρουόμενες θέσεις στη βάση του δεδομένου. Η εισήγηση της Ενάγουσας, που δεν εδράζεται σε θετική μαρτυρία αλλά υποθέσεις, είναι ότι η Εναγόμενη και ο Άσσιας πληροφόρησαν την τελευταία στιγμή την Τράπεζα για τη διαφοροποίηση του καθεστώτος ιδιοκτησίας του ακινήτου που θα υποθηκευόταν και γι΄ αυτό η Τράπεζα τροποποίησε τα έγγραφα που είχαν ετοιμαστεί με την προσθήκη του Άσσια ως συνιδιοκτήτη και ενυπόθηκου οφειλέτη. Η Εναγόμενη μαρτύρησε ότι ο Γιώργος την ενημέρωσε ώστε να επισκεφθεί με το σύζυγο της την Alpha Bank, που ήταν η Τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν η Ενάγουσα, για να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα της υποθήκης. Μαρτύρησε ότι τις ενέργειες της στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση έκανε τον Ιούνιο του 1999, δεν γνώριζε πόσο είχαν προχωρήσει οι διαδικασίες και κατά πόσο είχε πραγματοποιηθεί μεταβίβαση. Πράγματι, για λόγους που δεν εξηγήθηκαν, η μεταβίβαση ολοκληρώθηκε την 5.4.
  3. Διατείνεται η Εναγόμενη ότι περί τούτου πληροφορήθηκε από το Γιώργο όταν της ζήτησε να επισκεφθεί με το σύζυγο της την Alpha Bank. Αναλώθηκε χρόνος κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης, του Άσσια και του Γιώργου για το ποιος ενημέρωσε σχετικά την Τράπεζα για τη μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Αν ήταν ο Γιώργος που συνεπώς γνώριζε ή η Εναγόμενη και ο Άσσιας. Οι τελευταίοι αρνήθηκαν ότι είχαν καν τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα του Άσσια. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την ίδια την Τράπεζα που θα μπορούσε ίσως να διαφωτίσει. Η Ενάγουσα έλαβε πιστωτικές διευκολύνσεις από την Alpha Bank με το λαβείν της Τράπεζας να εξασφαλίζεται με την υποθήκευση των μεριδίων της Εναγόμενης και του Άσσια. Το αναμενόμενο είναι πως μια εμπορική εταιρεία όπως η Ενάγουσα θα ήταν ενήμερη των υποθέσεων της με την Τράπεζα της. Δεν είναι σύνηθες μια τέτοια εταιρεία να μην γνωρίζει τις εξασφαλίσεις των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχει. Αυτά τα δύο αντικειμενικά δεδομένα, η έγγραφη συγκατάθεση του Ευάγγελου και η υποθήκευση του μεριδίου του Άσσια ως εξασφάλιση για πιστωτικές διευκολύνσεις της Ενάγουσας, καταδεικνύουν ότι η Εναγόμενη και ο Άσσιας δεν ενήργησαν κρυφά, κατάσταση που συνήθως συνοδεύει υστερόβουλες ή και δόλιες ενέργειες. Αυτό που ήταν λογικό να αναμένει η Εναγόμενη και ο Άσσιας ήταν ότι ο Ευάγγελος θα πληροφορούσε σχετικά τον Γιώργο για τη συγκατάθεση που είχε δώσει. Περαιτέρω, στο μεταγενέστερο στάδιο της δήλωσης της υποθήκης, και πάλι αυτό που λογικά θα υπέθεταν είναι ότι η Ενάγουσα θα πληροφορείτο ότι ο ένας από τους ενυπόθηκους εγγυητές ήταν ο Άσσιας. Ταιριάζει στην περίπτωση η εύστοχη παρατήρηση στην Αργυρού κ.α. ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1255, 1258 ότι ο δικαιοπάροχος «έπαιξε με ανοικτά χαρτιά». Δεν καταδείχθηκε ότι καθ΄ οιοδήποτε χρόνο στα οκτώ χρόνια από τη συνομολόγηση της συμφωνίας την 6.10.1998 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006, πέντε και πλέον χρόνια μετά την επίδικη μεταβίβαση, η Εναγόμενη ή ο Άσσιας επέδειξαν στάση ή συμπεριφορά αρνητική σε σχέση με την υλοποίηση της συμφωνίας ή που να την υποσκάπτει. Ακόμη και η μη πληρωμή μιας δόσης, που η Εναγόμενη θεωρούσε ότι δεν καταβλήθηκε, δεν ήταν ζήτημα που η Εναγόμενη είχε επικαλεστεί για να δημιουργήσει προβλήματα στη συμφωνία μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006 που εγέρθηκε το ζήτημα της φορολογίας κεφαλαιουχικών κερδών που προέκυπταν από την πώληση. Τότε ήταν που διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων και άρχισε η αντιπαράθεση σε σχέση με το ποιος είχε αναλάβει να πληρώσει αυτή τη φορολογία. Τόσο η Εναγόμενη όσο και ο Άσσιας έκαμαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας και έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστη και όχι με πρόθεση να παρεμποδιστεί ή να καθυστερήσει η Ενάγουσα στο να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό. Το Δικαστήριο είναι περαιτέρω πεπεισμένο ότι η Ενάγουσα Εταιρεία, μέσω του Γιώργου που ήταν διευθυντής της, γνώριζε για τη μεταβίβαση, γεγονός που ήταν γνωστό στο περιβάλλον της οικογένειας της Εναγόμενης και του Γιώργου. Το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι κατά το στάδιο της μεταβίβασης τόσο η Εναγόμενη όσο και ο Άσσιας καμιά πρόθεση δεν είχαν να παρεμβάλουν εμπόδια στην υλοποίηση της συμφωνίας της 6.10.1998 η οποία συνέχισε να υλοποιείται χωρίς εμπόδια μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006 όπως εξηγήθηκε. Ο συλλογισμός ότι με τη μεταβίβαση παραβιαζόταν όρος της συμφωνίας και ότι νομικά η Εναγόμενη 1 δεν ήταν σε θέση να υλοποιήσει τη συμφωνία χωρίς τη συνδρομή του Άσσια δεν ήταν κάτι που πέρασε από το μυαλό της Εναγόμενης. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι είχαν την ειλικρινή πρόθεση να υλοποιηθεί η συμφωνία και ποτέ πριν τον Οκτώβριο του 2006 δεν διαμόρφωσαν διάθεση να προκαλέσουν προβλήματα. Τα αντικειμενικά δεδομένα που έχουν πιο πάνω περιγραφεί και το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη μεταβίβαση μέχρι που να διαταραχθούν οι σχέσεις των εμπλεκομένων συνηγορούν και ενισχύουν την κατάληξη του Δικαστηρίου. Είναι περαιτέρω αμφίβολο κατά πόσο αντικειμενικά τεκμηριώνεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης η όποια αξίωση της Ενάγουσας θα μπορούσε να υπερβαίνει σε αξία την αγοραία αξία του ½ μεριδίου του ακινήτου που παρέμεινε ιδιοκτησία της Εναγόμενης. Η παράμετρος δεν συζητείται περαιτέρω αφού η πεποίθηση του Δικαστηρίου είναι ότι η Εναγόμενη, αλλά ούτε και ο Άσσιας είχαν διαμορφώσει πρόθεση να καταδολιεύσουν την Ενάγουσα. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.