← Κύπρος

ΣΑΛΩΜΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1048/2010, 29/1/2016

ΣΑΛΩΜΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1048/2010, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1048/2010 Μεταξύ: 1.ΣΑΛΩΜΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 2.SEASHELL DEVELOPMENTS LTD Ενάγοντες ΚΑΙ ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ Εναγόμενος ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 29/01/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες: κος Αντ. Σ. Παπαντωνίου Για Εναγόμενο: κος Μ. Μουαΐμης με κο Γ. Χατζηγιώργη ---------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγουσες, με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο, Δ.2 θ.1, που καταχωρήθηκε στις 10/09/2010 και στη συνέχεια καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης στις 22/05/2012, η οποία ακολούθως τροποποιήθηκε και καταχωρήθηκε Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης στις 05/03/2015, αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται ο Εναγόμενος και/ή αντιπροσώποι του και/ή υπηρέτες του, όπως παύσει να επεμβαίνει με οιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/23260, τεμάχιο 770, Φ/Σχ. 2-292-380, Τμήμα 8, στην τοποθεσία «Καμίνια της Λαξιάς», στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου και επαναφορά του εν λόγω ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση. Επίσης, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €464.681,01, άλλες αποζημιώσεις, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στις 22/01/2013 και Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, ένεκα της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, στις 06/03/2015. Με αυτήν αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγουσών, εκτός εκείνων που ειδικά γίνεται παραδοχή τους, και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει καμία παράνομη επέμβαση εκ μέρους του και απορρίπτει κάθε αξίωση εναντίον του. Οι Ενάγουσες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 10/03/2015 με την οποία επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και απορρίπτουν κάθε ισχυρισμό που είναι αντίθετος με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, απαντώντας και σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που δεν φαίνεται να προβάλλεται η θέση τους μέσα από την Έκθεση Απαίτησης. Οι Ενάγουσες, για να αποδείξουν την υπόθεσή τους, ήτοι της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης σε μέρος του αναφερθέντος ακινήτου η οποία επήλθε με τη διαπλάτυνση εφαπτόμενου με αυτό δρόμου εκ μέρους του Εναγόμενου, κάλεσαν τέσσερεις

(4)μάρτυρες. Τον Φώτη Νησιώτη, ΜΕ1, Γραμματέα της Ενάγουσας 2, ο οποίος είναι το άτομο που προέβη σε όλες τις ενέργειες και διαβήματα, που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση, τον Γιώργο Μαυρέα, ΜΕ2, εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος προέβη στην εκτίμηση των ζημιών που υπέστησαν οι Ενάγουσες, ως αυτές εμφαίνονται στο Τεκμήριο 16, τον Βάσο Σταύρου, ΜΕ3, υπεύθυνο του Κλάδου Εκτιμήσεων, του Επαρχιακού Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Αμμοχώστου, ο οποίος ουσιαστικά κλήθηκε προς υποστήριξη, κατά κύριο λόγο, της αξίωσης για αποζημίωση από τις Ενάγουσες, με βάση την αποζημίωση που ο Εναγόμενος κατέβαλε σε άλλον ιδιοκτήτη δυνάμει απαλλοτρίωσης και την Ελένη Αρσιώτη, ΜΕ4, η οποία εργάζεται στη Χωρομετρία του Επαρχιακού Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Αμμοχώστου, κυρίως για απόδειξη του μέρους της παράνομης, κατά τον ισχυρισμό τους, επέμβασης του Εναγόμενου στο ως άνω αναφερόμενο ακίνητο. Σημειώνεται ότι κλήθηκε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με κλήση subpoena duces tecum ο Δήμαρχος Παραλιμνίου, ο οποίος, όμως, ως ανέφερε, δεν υπήρχε στα αρχεία του Δήμου οιοδήποτε έγγραφο από αυτά που του ζητήθηκε να προσκομίσει. Ο Εναγόμενος, προς υπεράσπισή του, κάλεσε τον Φώτη Ιωάννου, ΜΥ1, εκτιμητή ακινήτων, που σκοπό είχε να αναφερθεί, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση, στη ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγουσες, στη βάση της ενοικιαστικής αξίας του μέρους της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 18 και τον Αντώνη Πάσιη, ΜΥ2, υπάλληλο του Εναγομένου από το 2001, για να εξηγήσει τι συμπεριλάμβανε το ποσό της αποζημίωσης που δόθηκε σε άλλον ιδιοκτήτη ακινήτου, κατόπιν διατάγματος απαλλοτρίωσης, για τη διαπλάτυνση του εφαπτόμενου με αυτό δρόμου, καθώς και να αντικρούσει κάποιους ισχυρισμούς του ΜΕ1 για συνομιλίες που ανάφερε ότι είχε μαζί του. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν είκοσι έξι
(26)Τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. Ο δικηγόρος των Εναγουσών στην πολυσέλιδη αλλά επεξηγηματική αγόρευσή του, αφού εξηγεί το νομικό καθεστώς που διέπει την κάθε μια από τις δύο Ενάγουσες για το δικαίωμά τους να εγείρουν την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου, στη συνέχεια αναλύει τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο των Εναγουσών όσο και του Εναγόμενου, ζητώντας να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1-4 και απορριφθεί η μαρτυρία του ΜΥ1 και σε κάποιο βαθμό του ΜΥ2, ενώ ακολούθως παραθέτει το νομικό πλαίσιο που διέπει την παράνομη επέμβαση, εισηγούμενος ότι με τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει αποδειχθεί η παράνομη επέμβαση εκ μέρους του Εναγόμενου, καθώς και οι ζημιές τις οποίες υπέστησαν οι Ενάγουσες, επικαλούμενος σχετική νομολογία και ως εκ τούτου ζήτησε την έκδοση απόφασης ως η αξίωση. Από την αντίπερα όχθη, ο δικηγόρος του Εναγόμενου, στην ενδιαφέρουσα αγόρευσή του, εισηγείται την απόρριψη της μαρτυρίας των ΜΕ1 και 2, ως αναξιόπιστη, που αναδεικνύεται τούτο από τις διάφορες περικοπές, που παρέπεμψε το Δικαστήριο, από τη μαρτυρία τους, ενώ ταυτόχρονα προβάλλεται η θέση ότι δεν αποδείχθηκε η παράνομη επέμβαση ή εν πάση περιπτώσει το παράνομο της επέμβασης, όπως δεν αποδείχθηκαν οι ζημιές που υπέστησαν οι Ενάγουσες, ένεκα του γεγονότος ότι ο ΜΕ2 δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει την εκτίμηση, στην οποία προέβη, προς απόδειξη των ζημιών που υπέστησαν οι Ενάγουσες. Δεν ήταν ίδια η θέση του ως προς τη μαρτυρία των ΜΕ3 και 4, τους οποίους δεν κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αναξιόπιστους, αλλά εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία του ΜΕ3, λαμβάνοντας υπόψη και τη μαρτυρία του ΜΥ2, δεν αποδείχθηκε το γεγονός για το οποίο κλήθηκε να δώσει μαρτυρία, ενώ από τη μαρτυρία της ΜΕ4 δεν αποδεικνύεται η παράνομη επέμβαση. Σε ότι αφορά τους Μάρτυρες Υπεράσπισης, για τον ΜΥ1 εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του πρέπει να γίνει αποδεκτή, γιατί η εκτίμησή του βασίζεται στη συγκριτική μέθοδο και διακρίνεται από επάρκεια και πληρότητα και για τον ΜΥ2 ανέφερε ότι, η μαρτυρία αυτού, εξηγεί το ποσό που δόθηκε σε άλλο πρόσωπο, δυνάμει διατάγματος απαλλοτρίωσης και τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του και του ΜΕ1. Η μαρτυρία δε του ΜΥ2 διέπετο από σαφήνεια, ειλικρίνεια και χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P Ergatides Motors Ltd.
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05.06.2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 11 και 14, που η κατάθεσή τους έγινε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η αναφερθείσα εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται και σχολιάζεται ως προς την αποδοχή της ή μη σε άλλο μέρος της απόφασης, κατωτέρω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη κ.ά ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.ά
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Σε σχέση με τις αντιφάσεις που η μία ή η άλλη πλευρά επισήμανε πρέπει να αναφερθεί ότι αυτές πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 558, Ιωάννα Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 449 και Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Κώστας Στρατής ν. Πεντέλης - Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1708 και Ανδρέας Ηλία κ.ά ν. Δημήτρη Σταυρινίδη
(2000)1 ΑΑΔ 874). Αντίθετα, μπορεί να λεχθεί ότι οι μικροαντιφάσεις ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων προβάλλοντας τον φυσικό τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκαν τα σχετικά γεγονότα, όπως αυτά υπήρχαν στη μνήμη τους (βλ. Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου (ανωτέρω) και Γιαννάκης Ξυδιάς κ.ά ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174). Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Andreas Polidorou Georghiades v. The Police
(1985)2 CLR 56, Costas Kades v. Christakis Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Yiannakis Agapiou v. Annetta Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Στέλιος Μιχαήλ ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τάκη Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Ανθούλα Σταύρου Καρεκλά ν. Σωτήρη Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1199 και Γεώργιος Ιωάννου ν. Γεώργιου Κουννίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1215, Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά (ανωτέρω) και Αντώνης Γεωργίου Αντωνίου (Μεσίτης) ν. Πολύκαρπου Χρίστου
(2006)1 ΑΑΔ 888). Στην υπόθεση Γεωργία Ι. Γεωργίου Μοσχάτου ν. Λεόντιου Κ. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785, και δη στη σελίδα 791, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn
(1894)G.R. 67 (H.L.) και R. v. Hart
(1932)23 Cr. APP. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία που παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παράγραφος 33-69)». Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά
(1998)1 ΑΑΔ 843, αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου, ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 ΑΑΔ 1057, 1060, 1061, με αναφορά στις υποθέσεις A.C.T. Textiles Ltd v. Georghios Zodhiatis
(1986)1 CLR 89 και Adidas v. The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, ειπώθηκε ότι εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ2 και του ΜΥ1, δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα τους και ότι αυτοί είναι εμπειρογνώμονες στην ειδικότητά τους. Παρόλα αυτά, αφού εξέτασα το επάγγελμα, την εκπαίδευση, τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα τους και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, κρίνω ότι αυτοί είναι εμπειρογνώμονες, στην ειδικότητα που έχει κάθε ένας από αυτούς (βλ. υπόθεση Christakis Evangelou and another ν. Stavros G. Ambizas and another
(1982)1 CLR 41, Θεοσκέπαστη Φαρμ κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, R.Κ.Β. Leathergoods Limited ν. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1071, Μαρία Στεφάνου Παπαχριστοφόρου ν. Τάκη Κυριάκου Καπνίση κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 244 και Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1285). Επομένως, η μαρτυρία τους θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητας του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cements Works ν. Stavrou
(1983)1 CLR 663 και Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Σ' αυτή την περίπτωση, ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Davie ν. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Andreas Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, Renos Philippou ν. Christoforos Odysseos
(1989)1 CLR 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984, Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Ρίτσας Χριστοδουλίδου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 926, Παναγιώτης Νεοφύτου ν. Μαριάννας Ανδρέου κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 692) Όσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μια υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψη του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους (βλ. Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 AAΔ 746). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους, από το εδώλιο του μάρτυρα, ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνειά τους, την ευθύτητά τους, την ακεραιότητά τους, τη σαφήνειά τους, το συμφέρον τους στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και προέβηκα στη διεργασία αξιολόγησής τους, κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη, τόσο με όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, όσο και στο σύνολο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων. Η μαρτυρία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να καταγραφεί, είτε ως έχει, είτε το ουσιαστικότερο μέρος αυτής, αφού τούτο θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης, των ευρημάτων και της κατάληξης του Δικαστηρίου, που θα γίνεται ενιαία και αδιάσπαστα μεταξύ τους, με ευδιάκριτο τρόπο, ποιά μαρτυρία γίνεται αποδεκτή και ποιά όχι, όπως και τα ευρήματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου που εξάγονται από τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή. Συνάμα, μέσα από την απόφαση, θα απαντώνται και οι διάφορες θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων, που καταγράφονται στις αγορεύσεις τους, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από αυτές. Όμως, δίδεται συνοπτικά η εκδοχή της κάθε πλευράς όπως αυτή προωθήθηκε με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε καθώς και με βάση τις εισηγήσεις των δικηγόρων τους όπως αυτές εξάγονται από τις αγορεύσεις τους. Οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι από το καλοκαίρι του 2005, ο Εναγόμενος παράνομα επενέβη σε κάποια έκταση γης του αναφερθέντος ακινήτου και από τον Οκτώβριο του έτους 2007 και μετά, σε έκταση γης συνολικού εμβαδού 739 τμ, του εν λόγω ακινήτου, από διαπλάτυνση της οδού Βρυσουδιών, στην οποία προέβη, με αποτέλεσμα να αποστερηθούν το εμβαδόν τούτο, και επίσης οι τέσσερεις
(4)από τις επτά
(7)κατοικίες, ήτοι οι κατοικίες Ε1, Ε2, Ε5 και Ε7, που ανήγειρε η Ενάγουσα 2 επί του ρηθέντος ακινήτου, μετά τις 30/11/2009 που εκδόθηκε η άδεια οικοδομής, Τεκμήριο 9, ένεκα της παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου, να μειωθεί η αξία τους, αφού μέρη των εγκεκριμένων σχεδίων ανέγερσής τους, να μην μπορούν να υλοποιηθούν, όπως περιγράφονται στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 16, με συνέπεια πρόκλησης ζημιάς, ως αυτή περιγράφεται στην αξίωσή τους και υποστηρίχθηκε από την εκτίμηση, όπως καταγράφεται στις σελίδες 8 και 9 του Τεκμηρίου 16, του ΜΕ
  1. Από την άλλη, ο Εναγόμενος αρνείται την παράνομη επέμβαση εκ μέρους του, χωρίς ωστόσο να αρνείται και τη διαπλάτυνση της οδού Βρυσουδιών, για την οποία από τη μια ισχυρίζεται ότι τα 638 τμ, για τα οποία είχε γίνει γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, για τα οποία 638 τμ, τελικά ο Εναγόμενος δεν προχώρησε στην έκδοση διατάγματος απαλλοτρίωσης, αποτελούν παραχώρηση προς διεύρυνση/διαπλάτυνση της εν λόγω οδού, δυνάμει όρων της άδειας πολεοδομίας και οικοδομικής άδειας, για τους οποίους όρους δεν υποβλήθηκε προσφυγή, αλλά οι Ενάγουσες αποδέχθηκαν, όπως ρητά ανάφερε ο ΜΕ1, ενώ για τα άλλα 101 τμ, αποτελεί θέση του ότι δεν αποδείχθηκε η επέμβαση. Σε σχέση με τις αξιούμενες αποζημιώσεις προβάλλει τη θέση ότι, αν αποδειχθεί επέμβαση και δη παράνομη, αυτή θα πρέπει να περιοριστεί στα 101 τμ, η οποία πρέπει να αποζημιωθεί στη βάση της ενοικιαστικής αξίας με βάση τη συγκριτική μέθοδο, που χρησιμοποίησε ο ΜΥ1 και όχι με ποσοστό 4%, ως ετήσιο ενοίκιο, επί της αγοραίας αξίας, ως ήταν η θέση του ΜΕ
  2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης θεσμοθετείται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 και έχει ως ακολούθως: «43
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο αυτό αφού αποδειχθεί, συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη, φέρει ο Εναγόμενος». Από τη φρασεολογία του άρθρου 43
(1)διαπιστώνεται ότι η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι δυνατό να επέλθει ή να διαπραχθεί με τους εξής πιο κάτω τρόπους: (α) Με παράνομη είσοδο (β) Με παράνομη πρόκληση ζημίας (γ) Με παράνομη παρέμβαση Στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία χαρακτηρίζεται ως κατωτέρω: «Το Αστικό Αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται στην πράξη της (α) Εισόδου σε γη που είναι στην κατοχή του Ενάγοντα (β) Παραμονής στην εν λόγω γη (γ) Τοποθέτηση ή προέκταση οιουδήποτε ουσιώδους αντικειμένου σ΄ αυτή, σε κάθε περίπτωση χωρίς νόμιμη δικαιολογία». Η ερμηνεία του όρου «ακίνητη ιδιοκτησία» καταγράφεται στο άρθρο 2 του Κεφ.148 και καθορίζεται ως γη, οικίες, οικοδομές, τοίχοι, δέντρα και άλλες κατασκευές (βλ. Καίσσαρας Πιριπίτσης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 ΑΑΔ 385). Οι πρόνοιες του άρθρου 43 του Κεφ.48 δεν είναι εξαντλητικές αλλά συμπληρώνονται από τις αρχές του Κοινοδικαίου στο βαθμό που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 188 του Συντάγματος και το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. Alexandros Paikkos ν. Antonis Kontemeniotis
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 50). Κάθε παράνομη είσοδος (entry) από ένα πρόσωπο σε γη που βρίσκεται στην κατοχή άλλου είναι παράνομη επέμβαση για την οποία υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα παρόλο που δεν έχει προκληθεί πραγματική ζημιά (βλ. Halsbury´s Law of England, 3η έκδοση, τόμος 38, σελ. 379). Δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ζημιά, διότι το αδίκημα είναι αγώγιμο per se. Εάν όμως δεν αποδειχθεί ζημία μπορεί να δοθούν ονομαστικές μόνο αποζημιώσεις (nominal damages) (βλ. Μαρούλλα Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379 και Νεοκλής Αντωνιάδης ν. Μιχάλη Σταύρου
(1998)1 ΑΑΔ σελ. 1171). Οποιαδήποτε αδικαιολόγητη είσοδος (intrusion) από κάποιο σε γη που κατέχεται από τον Ενάγοντα, συνιστά το Αστικό Αδίκημα της παράνομης επέμβασης (Clerk Lindsell on Torts, 16η έκδοση, σελ. 1304, παρ. 23-01). Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία ως τέτοια προσβάλλει όχι μόνο το δικαίωμα της κυριότητας αλλά και της κατοχής. Επομένως αγώγιμο δικαίωμα έχει τόσο ο κύριος όσο και ο κάτοχος. Όμως όταν ο κύριος δεν είναι κάτοχος έχει δικαίωμα αγωγής μόνο στις περιπτώσεις πρόκλησης φυσικής ζημιάς στην περιούσια του ή αν η επέμβαση είναι μόνιμη (βλ. Eleftheria Adamou ν. Constantis Christofi
(1974)1 CLR 100, Ismini E. Liasidou and another v. Kyriacos N. Papademetriou
(1975)1 CLR 122, Stavrou Kyriacou Kakoullou κ.ά. v. Ioannis Kyriacou Kakoulli
(1985)1 CLR 355, Kyriacos Georghiou Panayi v. Maria K. Zouvani
(1987)1 CLR 58, Ανδρέας Γεώργιου, άλλως Μούσουλλου ν. Κυριακούς Γεωργίου Ανδρέα
(1998)1 ΑΑΔ 2311, Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν. Ελένη Κεφάλα κ.ά.
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1516) και Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Ενάγουσα 1, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, είναι η ιδιοκτήτρια του ως άνω αναφερθέντος ακινήτου, που διατείνεται ότι σε μέρος αυτού προέβη ο Εναγόμενος σε παράνομη επέμβαση. Άλλωστε, η ιδιοκτησία τούτου, από την Ενάγουσα 1, δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα 2, στις 19/02/2005, υπέγραψε με την Ενάγουσα 1, γραπτή συμφωνία αντιπαροχής, Τεκμήριο 2, σύμφωνα με την οποία, η Ενάγουσα 1 θα παραχωρούσε στην Ενάγουσα 2 το 75% του ακινήτου και η πρώτη θα λάμβανε δύο κατοικίες τριών
(3)υπνοδωματίων (τύπου άνω-κάτω). Επίσης, μεταξύ άλλων, στην εν λόγω συμφωνία, προβλέπετο η παράδοση της κατοχής του κτήματος, από την Ενάγουσα 1 προς την Ενάγουσα 2, από την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας, όπως και την εγγραφή του 50% από το 75% από την Ενάγουσα 1 προς την Ενάγουσα 2 με την έκδοση πιστοποιητικού από τον επιβλέπονται αρχιτέκτονα ότι η Ενάγουσα 2 συμπλήρωσε την κατασκευή όλων των σκελετών των κατοικιών της αντιπαροχής και το υπόλοιπο 25% με την παράδοση των δύο κατοικιών από την Ενάγουσα 2 στην Ενάγουσα 1. Τέτοια μεταβίβαση, όπως παραδέχθηκε ο ΜΕ1, δεν έγινε, αν και προχώρησε η Ενάγουσα 2 στην κατασκευή του σκελετού όλων των κατοικιών της αντιπαροχής. Σημαντικό είναι, να αναφερθεί, ότι στον όρο 2(δ), της αναφερθείσας συμφωνίας, Τεκμήριο 2, αναφέρεται ότι οι οικοδομικές εργασίες ανέγερσης των κατοικιών επί του ανωτέρω ακινήτου θα άρχιζαν ευθύς ως εξασφαλίζετο η άδεια οικοδομής και θα περατώνοντο σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τους όρους άδειας οικοδομής. Ότι πράγματι οι εργασίες ανέγερσης των επτά
(7)κατοικιών άρχισαν μετά την έκδοση της άδειας οικοδομής στις 30/11/2009, Τεκμήριο 9, επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία του ΜΕ1. Η Ενάγουσα 2 υπέβαλε αίτηση για πολεοδομική άδεια, η οποία λήφθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Αμμοχώστου στις 16/03/2006 και καταχωρήθηκε με αριθμό αίτησης ΑΜΧ/171/2006, για ανέγερση επτά
(7)κατοικιών επί του ανωτέρω ακινήτου, ενώ η γνωστοποίηση χορήγησης πολεοδομικής άδειας φέρει ημερομηνία 28/11/2008, με όρους, σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, μεταξύ των οποίων οι πιο κάτω: «
(14)Τα σύνορα τεμαχίου σε σχέση με την εκτέλεση των όρων της παρούσας άδειας είναι αυτά που θα προκύψουν μετά την παραχώρηση γης για σκοπούς διεύρυνσης δημόσιας οδού (δρόμος).» «
(40)Η ανάπτυξη να πραγματοποιηθεί στη θέση που δείχνεται στα εγκριμένα σχέδια.» «
(500)Η εγκριθείσα ανάπτυξη (επτά κατοικίες) στο τεμάχιο με αρ. 760 του κτημ. σχεδ.: 2-292-380 (Τμήμα: 08) στο Παραλίμνι, να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τα εγκριθέντα σχέδια.» «
(501)Το τμήμα της υπό ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από απαλλοτρίωση, όπως δείχνεται με κόκκινη γραμμή και κίτρινο χρώμα στο εγκεκριμένο χωρομετρικό σχέδιο και όπως θα επιβεβαιωθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κατά την οριοθέτηση, να παραχωρηθεί αν δεν έχει ήδη παραχωρηθεί και να εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος και να διαμορφωθεί σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας Τοπικής Αρχής.» «
(502)Τα σύνορα τεμαχίου σε σχέση με την εκτέλεση των όρων της παρούσας άδειας είναι τα νέα σύνορα του που θα προκύψουν μετά την παραχώρηση του τμήματος που επηρεάζεται από απαλλοτρίωση [ο όρος
(501)πιο πάνω αναφέρεται].» «
(503)Το τμήμα του πεζοδρομίου όπου θα κατασκευάζεται είσοδος/έξοδος οχημάτων από και προς την ανάπτυξη να διαμορφωθεί όπως το εγκεκριμένο σχέδιο ''διαμόρφωση πεζοδρομίου στη θέση εισόδου/εξόδου αυτοκινήτων'' που επισυνάπτεται ως υποπαράρτημα ''Α''.» «
(508)Τα εγκεκριμένα χωρομετρικά σχέδια υπερισχύουν των οιωνδήποτε άλλων σχεδίων σε ότι αφορά τους επηρεασμούς των τεμαχίων, σύμφωνα με τους όρους με αρ.
(501)και
(502)πιο πάνω.» «
(511)Αν κατά την οριοθέτηση της ανάπτυξης ή και τον καθορισμό της γραμμής απαλλοτρίωσης [ο όρος
(501)πιο πάνω αναφέρεται] από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας διαπιστωθεί ότι η επιτόπου κατάσταση δεν συμφωνεί απόλυτα με τα εγκεκριμένα σχέδια ή και δεν μπορούν να εκτελεσθούν όροι της άδειας αυτής το θέμα να επαναφερθεί στην Πολεοδομική Αρχή για ενδεχόμενη τροποποίηση των εγκριμένων σχεδίων ή και των όρων.» Η άδεια οικοδομής εκδόθηκε από τον Εναγόμενο στις 30/11/2009 με όρους, ως αυτοί εμφαίνονται σε αυτήν και επισυνάπτονται με τούτην, Τεκμήριο 9, μεταξύ των οποίων είναι οι ίδιοι όροι με αυτούς της πολεοδομικής άδειας, εκ των οποίων είναι και αυτοί που αναφέρονται ανωτέρω, με ακριβώς ίδιους αριθμούς. Ούτε η πολεοδομική άδεια, ούτε η άδεια οικοδομής προσβλήθηκαν με προσφυγή, αλλά απεναντίας, όπως ο ΜΕ1 ανάφερε στη μαρτυρία του, έγιναν αποδεκτοί οι όροι αυτών. Εν τω μεταξύ, ο Εναγόμενος προέβη σε γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, στις 02/06/2006, μέρους της, αναφερθείσας ανωτέρω, ακίνητης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1, όπως και άλλων δέκα
(10)προσώπων, για διεύρυνση/ευθυγράμμιση υφιστάμενου δημόσιου δρόμου (ήτοι της οδού Βρυσουδιών), στην παραλιακή περιοχή του Δήμου Παραλιμνίου, Τεκμήριο
  1. Η ισχύς της εν λόγω γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, ισχύει για έναν έτος. Ο Εναγόμενος δεν προχώρησε, με βάση αυτήν τη γνωστοποίηση, σε έκδοση διατάγματος απαλλοτρίωσης. Τελικά, εκδόθηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης, στις 27/04/2010, Τεκμήριο 18, για το τεμάχιο 301, που στη συνέχεια έγινε 780, ιδιοκτησίας του Πασχάλη Αβραάμ Κκαρά, που αναφέρεται ανωτέρω ως το άλλο πρόσωπο που του δόθηκε αποζημίωση, αφού έγινε νέα γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, 178 τμ, στις 07/05/2009, Τεκμήριο 17, ενώ για το επίδικο τεμάχιο, 770, δεν έγινε ούτε νέα γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης αλλά ούτε και εκδόθηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης. Ερχόμενος, τώρα, στο θέμα της, κατ' ισχυρισμό, παράνομης επέμβασης, διαπιστώνεται ότι, σε ανύποπτο χρόνο, σε σχέση με τις αξιώσεις τους στην παρούσα αγωγή, οι Ενάγουσες, με επιστολή ημερομηνίας 24/10/2005, Τεκμήριο 3, που στάληκε μέσω του δικηγόρου τους, παραπονούντο για παράνομη επέμβαση σε μέρος του τεμαχίου 770, το οποίο δεν καθορίζεται σε έκταση ή σε τετραγωνικά μέτρα, με την κατασκευή μέρος του δημοσίου δρόμου με την ονομασία Βρυσουδιών, όπως αποκαλείται σήμερα. Ο Εναγόμενος δεν απάντησε στην επιστολή αυτή. Όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 5, το οποίο εκδόθηκε στις 14/06/2006, αν και αναφέρεται σε απαλλοτρίωση έκτασης 638 τμ και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 6, που εκδόθηκε στις 17/04/2007 και γίνεται αναφορά σε αυτό το τελευταίο σε εγγεγραμμένο εμβαδόν 2.676 τμ και ορθό εμβαδό σε 2.089 τμ με παραμένον υπόλοιπο 1.451 τμ, εν τούτοις φαίνεται ότι σκοπείτο η απαλλοτρίωση 638 τμ, η οποία όμως, ως αναφέρεται ανωτέρω, ουδέποτε έγινε. Στις 08/01/2008 η ΜΕ4, η οποία επισκέφθηκε το ακίνητο 770 για σκοπούς αναπροσαρμογής συνόρων με άλλο τεμάχιο, αποτύπωσε την επιτόπια κατάσταση στο Τεκμήριο 20, στο οποίο εμφαίνεται μέχρι πού εκτείνεται η διαπλάτυνση του δρόμου Βρυσουδιών, η οποία εκτείνεται μέχρι εκεί που είναι η λίνια, η οποία λίνια σημειώνεται με τους αριθμούς 500-512 επί του Τεκμηρίου 20, η οποία ταυτίζεται με το εμβαδόν εκ 638 τμ της σκοπούμενης, τότε, απαλλοτρίωσης, ο οποίος δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος αλλά όχι κατασκευασμένο το πλακόστρωτο του πεζοδρομίου, που θα γινόταν από τη λίνια και μετά, με ανάλογη επιπλέον επέμβαση στο τεμάχιο
  2. Επομένως, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρχε επέμβαση στο αναφερθέν ακίνητο, χωρίς να προσδιορίζεται η έκτασή του, περί το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2005, ως μπορεί να εξαχθεί από την ημερομηνία που φέρει η επιστολή Τεκμήριο 3, καθώς και επέμβαση σε έκταση εμβαδού 638 τμ πριν από τις 08/01/2008, η οποία μπορεί να συμπεράνει κάποιος ότι έγινε το 2007 και ως η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγουσών τον Οκτώβριο του έτους αυτού. Οι Ενάγουσες, με επιστολή ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο 7, προς το Τμήμα Πολεοδομίας, η οποία προφανώς ήταν προς απάντηση επιστολής του Τμήματος Πολεοδομίας προς την Ενάγουσα 1, που είχε ζητήσει κάποια στοιχεία για τις αναπτύξεις στα τεμάχια με αριθμούς, τότε, 230, που έγινε 770 και 231, με αριθμούς ΑΜΧ/171/2006 και ΑΜΧ/173/2006, ενημέρωναν το Τμήμα Πολεοδομίας ότι (α) έγινε εφαρμογή νέων χωρομετρικών σχεδίων-τίτλων και υπέβαλλαν νέους τίτλους ιδιοκτησίας που εμφαίνονταν τα εμβαδά που προέκυψαν μετά την εφαρμογή της νέας χωρομετρίας, (β) επικαλούνταν διάταγμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία δεν έγινε, ως αναφέρεται ανωτέρω, με στοιχεία αρ. 578 Επ. Εφ. Αρ. 4097/2/6/2006, που αφορούσε τα υπό ανάπτυξη τεμάχια, για να δείξουν ότι εφαρμόστηκε στην πράξη η κατασκευή δρόμων, πεζοδρομίων, νησίδων, αυλακιών και υπονόμων από την αρμόδια αρχή, ήτοι το Δήμο Παραλιμνίου, (γ) ......., (δ) παραχώρηση μέρος δημοσίου ποταμού (αργακιού εκ 140 τμ) για το ποσό των €35.888 (£21.000) και συγχώνευσή του με το τεμάχιο 770, το οποίο επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 15 και (ε) με την έκδοση νέων τίτλων ιδιοκτησίας, τη συμπλήρωση των χωρομετρικών εργασιών της Π.Α.ΑΜΧ/00743/06, την πρακτική εφαρμογή της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που ως λέχθηκε δεν έγινε και το ξεκαθάρισμα του εμβαδού του ποταμού (αργακιού) 140 τμ, που θα τους παραχωρείτο με τη διαγραφή τους, η εταιρεία υπέβαλλε αναπροσαρμοσμένα αρχιτεκτονικά σχέδια για τις προτεινόμενες οικοδομές. Με το υπό πιο πάνω στοιχείο (β), αλλά και το στοιχείο (ε), ουσιαστικά οι Ενάγουσες, όχι μόνο αποδέχονταν, από την ημερομηνία αυτής της επιστολής, την επέμβαση που έγινε από τον Εναγόμενο, της κατασκευής του δρόμου και του πεζοδρομίου, αλλά επικαλούνταν τούτο το γεγονός για να καταδείξουν ότι είχαν συμμορφωθεί σε υποδείξεις του Τμήματος Πολεοδομίας που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, και αυτό το θέμα, δηλαδή την κατασκευή του δρόμου και του πεζοδρομίου. Επικαλούντο δε την, δήθεν, απαλλοτρίωση, που εύκολα μπορούσαν να πληροφορηθούν ότι δεν έγινε, με τον ίδιο τρόπο που πληροφορήθηκαν και τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, γιατί έτσι, αφού προχώρησε ο Εναγόμενος και κατασκεύασε το πεζοδρόμιο, απαλλάσσοντο οι ίδιοι από τα έξοδα κατασκευής του, που επέβαλλε η πολεοδομική αρχή προς αυτούς. Προφανώς, με βάση και αυτά τα στοιχεία, όπως και άλλα, εκδόθηκε, πεντέμισυ (5½) μήνες μετά, η πολεοδομική άδεια, ημερομηνίας 28/11/2008, Τεκμήριο 8, με τους όρους που φαίνονται σε αυτήν και στη συνέχεια η άδεια οικοδομής ημερομηνίας 30/11/2009, Τεκμήριο 9, με τους όρους που καταγράφονται πιο πάνω. Διαπιστώνεται επίσης ότι, μεταξύ της ημερομηνίας 08/01/2008, κατά την οποία αποτύπωσε την επί τόπου κατάσταση η ΜΕ4 στο Τεκμήριο 20 και της 09/05/2008, κατά την οποία οι Ενάγουσες απέστειλαν την επιστολή Τεκμήριο 7, κατασκευάστηκε και το πλακόστρωτο του πεζοδρομίου, αφού στις 08/01/2008, όπως ανέφερε η ΜΕ4, δεν είχε κατασκευαστεί το πλακόστρωτο του πεζοδρομίου, ενώ με την επιστολή ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο 7, οι Ενάγουσες διαβεβαίωναν την πολεοδομική αρχή ότι κατασκευάστηκε το πεζοδρόμιο. Από το περιεχόμενο και το συνδυασμό των όρων 14, 40, 500, 501, 502, 503, 508 και 511 δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μέρος των 638 τμ του αναφερθέντος ακινήτου, προκειμένου να εκδοθεί η πολεοδομική άδεια, έπρεπε να παραχωρηθεί, όπως και έγινε με την επιστολή ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο 7, και αργότερα με αποδοχή τους, από τη μη προσβολή τους με Προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αναφορά στον όρο 508 ότι τα εγκεκριμένα χωρομετρικά σχέδια υπερισχύουν οιωνδήποτε άλλων σχεδίων αφορούν τους επηρεασμούς των τεμαχίων σύμφωνα με τους όρους 501 και 502, υπό την έννοια ότι δεν συρρικνώνετο άμεσα η ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου της Ενάγουσας 1, αλλά για τους σκοπούς της ανάπτυξης θα λαμβάνονταν υπόψη τα εγκεκριμένα χωρομετρικά σχέδια, πριν την αφαίρεση του τμήματος τούτου, το οποίο θα αφαιρείτο με την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης και ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για κάθε μια κατοικία, όπως αναφέρεται στον όρο
  3. Για αυτό και στον όρο 511 αναφέρεται ότι αν διαπιστωθεί, κατά την οριοθέτηση της ανάπτυξης, ότι η επιτόπου κατάσταση, δεν συμφωνεί απόλυτα με τα εγκεκριμένα σχέδια (όχι τα εγκεκριμένα χωρομετρικά σχέδια) ή και δεν μπορούν να εκτελεστούν όροι της άδειας αυτής, το θέμα να επαναφέρετο στην πολεοδομική αρχή για ενδεχόμενη τροποποίηση των εγκριμένων σχεδίων ή των όρων, πράγμα που δεν έκαναν οι Ενάγουσες, αλλά απεναντίας, αν και γνώριζαν πού θα ανεγείρετο η κάθε μια κατοικία, προχώρησαν στην ανέγερσή τους χωρίς να επαναφέρουν το θέμα στην πολεοδομική αρχή για να δώσει λύση στο τυχόν οιονδήποτε πρόβλημα δημιουργήθηκε ένεκα των όρων 501 και
  4. Για τη μετέπειτα στάση τους να σταματήσουν την ολοκλήρωση των επτά
(7)κατοικιών, όταν αυτές ευρίσκοντο στο στάδιο της σκελέτωσης και ενώ θα έπρεπε πριν αρχίσουν να επαναφέρουν το θέμα στην πολεοδομική αρχή ή έστω να μην αρχίσουν, όταν προέβησαν στη μέτρηση τοποθέτησης της κάθε κατοικίας και εκ των πραγμάτων αντιλήφθηκαν το πρόβλημα, αφού ήδη κατασκευάστηκε το πεζοδρόμιο μεταξύ των ημερομηνιών 08/01/2008 και 09/05/2008, να αποτείνοντο στην πολεοδομική αρχή, η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι αυτή, δηλαδή η παύση των εργασιών ανέγερσης των επτά
(7)κατοικιών, δεν ήταν το αποτέλεσμα της επέμβασης, αφού τούτο το γεγονός της επέμβασης, το οποίο αντιλήφθηκαν έγκαιρα πριν αρχίσουν τις εργασίες ανέγερσης, ως αναφέρεται ανωτέρω, δεν τους απέτρεψε να αρχίσουν τις εργασίες ανέγερσης και να φθάσουν μέχρι τη σκελέτωση των κατοικιών, αλλά άλλων λόγων, που δεν έγιναν γνωστοί στο Δικαστήριο. Καταδεικνύεται, λοιπόν, ότι οι Ενάγουσες, ουσιαστικά, νομιμοποίησαν την όποια επέμβαση είχε γίνει, πριν την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας και της οικοδομικής άδειας, σε όρους των οποίων επιβάλλετο η παραχώρηση των 638 τμ της σκοπούμενης, τότε, απαλλοτρίωσης προς διεύρυνση/διαπλάτυνση του δρόμου Βρυσουδιών, τις οποίες άδειες ουδέποτε πρόσβαλαν, αλλά απεναντίας αποδέχθηκαν, όπως ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ1, και ως εκ τούτου η επέμβαση του Εναγόμενου, στο μέρος αυτό του τεμαχίου 770, από την έκδοση των πιο πάνω αδειών, έλαβε τη μορφή νόμιμης επέμβασης και με την επιστολή ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο 7, λάμβανε τη μορφή αποδοχής και καλυπτικής νομιμοποίησης εκ μέρους των Εναγουσών για την άγνωστη σε εμβαδόν επέμβαση από τον Εναγόμενο περί το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2005 και των 638 τμ περί το έτος 2007 και δη τον Οκτώβριο, ως ήταν η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγουσών. Ως εκ των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, αν και υπήρχε παράνομη επέμβαση, σε άγνωστη έκταση εμβαδού, στο τεμάχιο 770, περί το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2005 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2007 και από τον Οκτώβριο του έτους 2007 μέχρι πριν από την έκδοση των δύο αδειών σε παράνομη επέμβαση σε έκταση εμβαδού 638 τμ, αυτές έγιναν αποδεκτές με την επιστολή ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο 7, και συνεπώς νομιμοποιήθηκαν οι πιο πάνω επεμβάσεις, από τις Ενάγουσες, ενώ με την έκδοση των δύο αδειών και τη μη προσβολή τους, αλλά αποδοχή τους, νόμιμα ο Εναγόμενος προέβη στη διαπλάτυνση της οδού Βρυσουδιών σε έκταση εμβαδού 638 τμ, επί του ακινήτου 770, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1 και κατοχής του από την Ενάγουσα 2, όπως εμφαίνεται από τα σημεία 500-506 του Τεκμηρίου 20. Με την πιο πάνω συμπεριφορά τους, οι Ενάγουσες, ουσιαστικά, εμποδίζονται να επικαλούνται τις πιο πάνω επεμβάσεις, δηλαδή την άγνωστη σε έκταση επέμβαση το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2005 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2007 και την επέμβαση σε έκταση 638 τμ από τον Οκτώβριο του έτους 2007 μέχρι την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής, για να αξιώνουν αποζημιώσεις βασισμένες σε αυτές. Όμως, για την παράνομη επέμβαση της έκτασης του πεζοδρομίου, ως πιο πάνω αναφέρεται, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στον περαιτέρω σχολιασμό της αφού, ως εξάγεται από τη συμπεριφορά τους, δεν ήταν πρόθεσή τους να παραχωρήσουν περισσότερη έκταση γης από τα 638 τμ. Έτσι, όσον αφορά την επέμβαση από τον Εναγόμενο, πέραν από τη λίνια, για την κατασκευή του πεζοδρομίου, η έκταση του εμβαδού αυτής παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο, αφού η ΜΕ4 δεν αναφέρθηκε στο εμβαδόν αλλά μόνο στο μήκος του πεζοδρομίου, που καθόρισε από τα σημεία 524-531 του Τεκμηρίου 20 και όχι στο πλάτος, κάτι που ίσως θα οδηγούσε το Δικαστήριο να δυνηθεί να υπολογίσει το εμβαδόν, ενώ ο ΜΕ2 διαφάνηκε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν προέβη σε μέτρηση για να βρει τα όρια του τεμαχίου 770, αλλά έλαβε υπόψη υφιστάμενους πασσάλους, που κατά την άποψή του αποτελούσαν σημεία αναφοράς των ορίων, για να καταλήξει ότι υπήρχε επέμβαση, εκ μέρους του Εναγομένου, σε επιπλέον 101 τμ από το αναφερθέν τεμάχιο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του επί αυτού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Έχοντας δε υπόψη το άρθρο 23 και επόμενα και δη το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, όπως τούτο ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Γεωργίου Ηρακλής ν. Ερμιόνης Σταύρου Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ 70 και Pakistan Cables Limited v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 1711, όπου στην τελευταία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει αναδιπλωθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι εμφανές ότι προέχει η εξέταση της ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης ως προς τη μαρτυρία του Andrew Bolden και αυτό γιατί αν η θέση του Δικαστηρίου να μην δεχθεί την εξ ακοής μαρτυρία του είναι λανθασμένη, τότε ολόκληρο το οικοδόμημα της πρωτόδικης κρίσης καταρρέει ως στηριζόμενο σε ελλιπές υπόβαθρο. Ως προς τον πρώτο λόγο έφεσης λοιπόν, όντως το δικαιϊκό σύστημα της Κύπρου στηρίζεται πρωτίστως και κατά κύριο λόγο στην αντιπαράθεση μαρτύρων και εκδοχών επί γεγονότων. Από αυτή την αναμέτρηση προέρχεται η συνθετική δικαστική διεργασία. Με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την αποδοχή και την απόρριψη προβαλλομένων εκδοχών και μαρτυριών, δίνεται η δυνατότητα στο δικάζον Δικαστήριο να επιτελέσει το έργο του, που είναι μονοσήμαντο: να αναγάγει μέσα από τη διαφορετικότητα των θέσεων, τη διάσταση των γεγονότων και την αντιπαράθεση των μαρτύρων, την ουσιαστική εκείνη βάση που, υπό το φως του δικαστικού μανδύα, θεωρείται αντικειμενικά, στα πλαίσια πάντοτε της ανθρώπινης εμπειρίας, η αληθής φυσιογνωμία της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη δυνατότητα και την ευκαιρία που το αποδεικτικό σύστημα δίνει, της διά ζώσης παρουσίασης της μαρτυρίας. Η πρωτογενής αυτή μαρτυρία προσφέρει στο Δικαστήριο μοναδική ευκαιρία να εξετάσει και να κρίνει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όπου μέσα από την τέχνη της αντεξέτασης, οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους. Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης. Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν. Οι εφεσείοντες λανθάνονται, με όλη την εκτίμηση στο επιχείρημα τους, περί της αποδεικτικής δύναμης της αποδεκτής εξ ακοής μαρτυρίας. Το κύριο επιχείρημα τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σύγχυσε τα πράγματα διότι δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία ενώ την είχε στην ουσία αποδεχθεί με την κατάθεση των πρακτικών της προηγούμενης διαδικασίας, όπου εμπεριέχετο η μαρτυρία Bolden, στηρίζεται σε λανθασμένη ανάγνωση της θέσης του Δικαστηρίου. ................................. Όταν αργότερα στην τελική απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι τα πρακτικά που κατατέθηκαν «... δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία, εφόσον η βαρύτητα που μπορεί να τους αποδοθεί δεν είναι άλλη από αυτή του ότι είναι τα πιστοποιημένα πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας», δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, και ασφαλώς δεν εννοούσε ότι δεν ήταν τυπικά μαρτυρία εναντίον του. Και βέβαια ήταν μαρτυρία αφού το ίδιο το Δικαστήριο τη δέχθηκε στη βάση του αποσπάσματος που ήδη παρατέθηκε ανωτέρω. Μπορεί η λεκτική έκφραση της θέσης του Δικαστηρίου να μην ήταν η πλέον κατάλληλη, αλλά δεν πιστοποιείται οποιοδήποτε λάθος αρχής. Γι' αυτό και στη συνέχεια, θεωρώντας τα ενώπιον του πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας, ως μαρτυρία, προχώρησε να την αξιολογήσει στη βάση των παραμέτρων που θέτει το Άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. ................................. Όσον αφορά τη βαρύτητα που το Δικαστήριο απέδωσε στη μαρτυρία του Bolden, ορθή ήταν η κρίση του ότι δεν ήταν δυνατόν να δοθεί ουσιαστική βαρύτητα σ' αυτήν υπό το φως των παραμέτρων που καθορίζει το Άρθρο 27 του Κεφ.
  2. Αναμφίβολα, η απλή κατάθεση των πρακτικών της προηγούμενης διαδικασίας ήταν εξ ακοής μαρτυρία και δεν θα ήταν δυνατό για το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να προβεί σε οποιοδήποτε είδος ουσιαστικής αξιολόγησης των πρακτικών απογυμνωμένων και αποσυνδεδεμένων από τη ζώσα μαρτυρία. Τα κριτήρια ή παράγοντες που νομίμως λαμβάνονται υπόψη κατά το Άρθρο 27 περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το εύλογο ή εφικτό της παρουσίασης του μάρτυρα από το διάδικο που καταθέτει την εξ ακοής μαρτυρία. Εδώ, οι εφεσείοντες δεν εξήγησαν την αδυναμία τους να κλητεύσουν τον Bolden. Ούτε και επιχείρησαν να προβούν σε διαβήματα για κάθοδο του Bolden στην Κύπρο, είτε εθελοντικώς, είτε διά εξαναγκασμού, και αν επιχείρησαν κάτι τέτοιο, δεν ανέφεραν τίποτε σχετικό στην αίτηση τους. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης ήταν επίσης ένα αρνητικό στοιχείο που συνηγορούσε, όπως ορθά το έθεσε το Δικαστήριο, στην απόρριψη της αίτησης (εδάφιο 2(β) του Άρθρου 27). Πρόσθετα, αρνητικά δεδομένα ήταν και τα όσα καθορίζονται στο εδάφιο (η) στη βάση του οποίου η παρουσίαση απλώς των πρακτικών δεν διευκόλυνε την ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας. Περαιτέρω, το εδάφιο (ε) του Άρθρου 27, προδιαγράφει ως προς την άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου και την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ο διάδικος μπορούσε να προσφέρει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε, όπως προφανώς συνέβη εδώ με τους εφεσείοντες.», ούτε η μαρτυρία του ΜΕ1, με αναφορά στο Τεκμήριο 11, μπορεί να διορθώσει τα πράγματα, αφού ο συντάκτης του Τεκμηρίου 11 δεν ήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου να δώσει μαρτυρία και η εξ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από το Τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στην απουσία εξήγησης και δικαιολόγησης της μη παρουσίασης του συντάκτη του Τεκμηρίου αυτού, που θα αποτελούσε την καλύτερη δυνατή μαρτυρία υπό τις περιστάσεις, ο οποίος θα επεξηγούσε και τους διάφορους συμβολισμούς και αριθμούς που αναφέρονται σε αυτό. Επομένως, το Τεκμήριο 11, υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί να του αποδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία από το Δικαστήριο. Τα ίδια ισχύουν και για το Τεκμήριο 14, το οποίο δεν σχεδίασε αλλά απλά είχε στην κατοχή του ο ΜΕ1, και το οποίο σύμφωνα με αυτόν βασίζεται στο Τεκμήριο 11, αφού δεν ήρθε στο Δικαστήριο αυτός που το σχεδίασε και δεν δόθηκε καμία εξήγηση περί τούτου. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο, για τα 638 τμ, που όντως χρησιμοποιήθηκαν από το εν λόγω ακίνητο, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1, για τη διαπλάτυνση της οδού Βρυσουδιών, κατά το χρόνο που έχει αναφερθεί ανωτέρω, κρίνει ότι η επέμβαση στο μέρος αυτό, από τον Εναγόμενο στο ακίνητο της Ενάγουσας 1, κατέστη νόμιμη με την επιστολή των Εναγουσών ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο 7, για την περίοδο πριν και μετά από αυτήν την ημερομηνία και ακολούθως με την επιβολή όρων στην πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής παραχώρησης τούτου του μέρους για διαπλάτυνση της οδού Βρυσουδιών και επίσης εμποδίζονται οι Ενάγουσες ένεκα της συμπεριφοράς τους αυτής να ζητήσουν αποζημιώσεις για τα 638 τμ, ενώ για την έκταση γης εμβαδού 101 τμ, από το εν λόγω ακίνητο, κρίνεται ότι αυτή η επέμβαση δεν νομιμοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο 7, γιατί δεν ήταν αυτή η πρόθεσή τους, και ως εκ τούτου δεν εμποδίζονται να αξιώνουν οιεσδήποτε αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο δεν έχει αμφιβολία ότι για κάποια έκταση, που καθορίστηκε από την ΜΕ4, από τα σημεία 524-531 του Τεκμηρίου 20, μη αποδειχθέντος εμβαδού, μετά τη λίνια, υπάρχει παράνομη επέμβαση εκ μέρους του Εναγόμενου στο αναφερθέν ακίνητο της Ενάγουσας
  3. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Ενάγουσες, αν και δεν απέδειξαν το εμβαδόν της παράνομης επέμβασης, πέραν από τη λίνια και παρέμεινε μετέωρο και ασαφές το εμβαδόν της παράνομης επέμβασης εκ μέρους του Εναγόμενου, στο εν λόγω ακίνητο, εν τούτοις, όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το μήκος της επέμβασης είναι γνωστό και αρχίζει από τη λίνια και καθορίζεται από τα σημεία 524-531 του Τεκμηρίου 20, δεν επηρεάζει η μη απόδειξη του εμβαδού της έκτασης γης, της παράνομης αυτής επέμβασης, αφού το πλάτος του πεζοδρομίου ανήκει στο ακίνητο της Ενάγουσας 1, την έκδοση διατάγματος άρσης της παράνομης αυτής επέμβασης και αποκατάστασης του ακινήτου στην προτέρα κατάστασή του από το Δικαστήριο. Για πληρότητα δε, της απόφασης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το θέμα των αποζημιώσεων που θα δικαιούντο οι Ενάγουσες σε περίπτωση που αποδεικνύετο παράνομη επέμβαση εκ μέρους του Εναγομένου, στη ρηθείσα έκταση γης των 638 τμ, του εν λόγω ακινήτου και αποδεικνύετο επίσης ότι η αποδειχθείσα παράνομη επέμβαση πέραν των 638 τμ, δηλαδή από τη λίνια και μετά, συνίσταται σε 101 τμ. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882, 897, λέχθηκε ότι το μέτρο της αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Αυτό καθορίστηκε στην Whitwham v. Westminster Brymbo Coat and Coce Company
(1896)2 Gh. D.538, Swordheath Properties v. Tabet
(1979)1 All ER 240, Wrotham Park Estate v. Parkside Homes
(1974)2 All ER 321 και Denarth Rock Company v. Pounds 1 Lioyd´s Rep.359 parts, 1963 Vol. 1, 359. Στον προσδιορισμό της ενοικιαστικής αξίας δεν λαμβάνονται υπόψη βελτιώσεις στο κτήμα που επέφερε ο Εναγόμενος (βλ. McGregor on Damages 14th ed., P. 1135). Περαιτέρω προκύπτει από την Αγγλική νομολογία ότι πρόσωπο που επεμβαίνει παράνομα σε ακίνητη ιδιοκτησία και το χρησιμοποιεί για δικούς του σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει (βλ. Strand Electric and Engineering Co Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All ER 796). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στις ακόλουθες υποθέσεις: Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 889, 897, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. BAHCHECIOGLOU κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 426, Ελένη Σάββα Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας
(1998)1 ΑΑΔ 1059, ADRIAN HOLDINGS LTD v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1836, Παναγιώτης Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1077. Στην υπόθεση Αντρίκκου Νίκου Χρίστου κ.ά. ν. Γεώργιου Γεωργίου
(1999)1 ΑΑΔ 940, λέχθηκε ότι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου μπορεί να αποδειχθεί με τη μαρτυρία κτηματομεσίτη. Πρώτα πρέπει να διασαφηνιστεί ποιά από τις δύο Ενάγουσες δικαιούται σε αποζημιώσεις ή αν δικαιούνται και οι δύο, και αν δικαιούνται και οι δύο αποζημιώσεις τι αποζημιώσεις η κάθε μία ενόψει του γεγονότος ότι η Ενάγουσα 1 είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου από το οποίο μέρος του χρησιμοποιήθηκε για τη διαπλάτυνση της οδού Βρυσουδιών ενώ η Ενάγουσα 2 κάτοχος από τις 19/02/2005 που υπογράφηκε μεταξύ τους η συμφωνία αντιπαροχής και καθιστούσε αυτήν κάτοχο από την εν λόγω ημερομηνία, Τεκμήριο
  1. Η Ενάγουσα 1 έχει δικαίωμα να αξιώνει αποζημιώσεις στη βάση ότι η επέμβαση είναι μόνιμη, αφού δεν πρόκειται πχ για περίπτωση εισόδου και ακολούθως εξόδου από το ακίνητό της. Η Ενάγουσα 2 δικαιούται και αυτή να αξιώνει αποζημιώσεις αφού κατέστη κάτοχος του ακινήτου από την ημέρα υπογραφής του Τεκμηρίου
  2. Η Ενάγουσα 2 έχει επίσης δικαίωμα να αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές που κατ' ισχυρισμό της επήλθαν στις αναφερθείσες κατοικίες από την παράνομη επέμβαση, αφού αυτή είναι που αντλεί δικαιώματα επί τούτων από την ανέγερσή τους από αυτήν στο ακίνητο της Ενάγουσας 1, η οποία δεν δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις γι' αυτές, αφού καμία σχέση δεν έχει με την ανέγερσή τους. Να σημειωθεί ότι η εξέταση των αποζημιώσεων γίνεται στη βάση που αναφέρθηκε προηγουμένως και πέραν από το γεγονός ότι η Ενάγουσα 2 μόνη της έθεσε τον εαυτό της στην κατάσταση που βρέθηκε επειδή (α) αν και γνώριζε την κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη διαπλάτυνση και κατασκευή του δρόμου και την κατασκευή του πεζοδρομίου, όπως και τον τόπο που θα ανεγείρετο η κάθε μία κατοικία, από τις μετρήσεις που προέβηκε και (β) ότι δεν επανέφερε το θέμα στην πολεοδομική αρχή για να δώσει λύση, ως ήταν ο όρος 511 της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής και ως εκ τούτων δεν θα δικαιούτο να ζητήσει τέτοιες αποζημιώσεις που αξιώνει ως επιζήμια επίδραση ή άλλως πως, για τις συγκεκριμένες τέσσερεις
(4)κατοικίες, ειδικά δε για τις αξιούμενες αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος, εσόδων και μείωσης εμπορικής εύνοιας πρέπει να λεχθεί ότι μόνο με φραστική ή επιφανειακή αναφορά για τούτες χωρίς ικανοποιητικά στοιχεία δεν είναι αρκετή προς απόδειξη τους όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση του θέματος των αποζημιώσεων, να αναφερθεί ότι, δεν δόθηκε καμία εξήγηση τι εμπόδιζε την Ενάγουσα 2 να προχωρήσει στην ολοκλήρωση των επτά
(7)κατοικιών, έτσι ώστε να ήταν σε καλύτερη και άμεση θέση, αφού τις διέθετε προς πώληση, να έχει αντικειμενική, πλέον, γνώση της αγοραίας αξίας τους, από τις προτάσεις αγοράς τους, όταν ήδη είχε προχωρήσει στη σκελέτωσή τους και δεν το έπραξε τούτο, δηλαδή να μην προβεί στην ανέγερσή τους, είτε όταν προέβη στις μετρήσεις τοποθέτησής τους, είτε όταν έβαλε τα θεμέλιά τους. Ως προς την απόδειξη των αξιούμενων αποζημιώσεων, ο ΜΕ2 στήριξε το ύψος τούτων αναφέροντας στην εκτίμησή του, Τεκμήριο 16, ότι έλαβε υπόψη τα χαρακτηριστικά του ακίνητου 770 και τις πωλήσεις άλλων έξι
(6)ακινήτων στην ευρύτερη περιοχή, που αναφέρονται στη σελίδα 7 του Τεκμηρίου
  1. Στην πραγματικότητα όμως, όπως εξάγεται από τη μαρτυρία του, ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μόνη πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας που έλαβε υπόψη ήταν αυτή της πώλησης των 140 τμ του δημόσιου ποταμού (αργακιού) που πώλησε η Κυπριακή Δημοκρατία στην Ενάγουσα 2 προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση πολεοδομικής άδειας, αφού ήταν ένα από τα προαπαιτούμενα, όπως άλλωστε γίνεται αναφορά σε τούτο και στην επιστολή ημερομηνίας 09/05/2008, Τεκμήριο
  2. Επίσης, οι Ενάγουσες, με τη μαρτυρία που πρόσφερε ο ΜΕ1 και ο ΜΕ2, ισχυρίστηκαν ότι, ένα άλλο ενδεικτικό της αγοραίας αξίας του ακινήτου αποτελεί το ποσό που καταβλήθηκε στον Κκαρά ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση 178 τμ από την ακίνητη ιδιοκτησία του για το ποσό των €119.602, Τεκμήριο
  3. Ο καθορισμός, όμως, της αγοραίας αξίας, ανά τετραγωνικό μέτρο, του επίδικου μέρους του ακινήτου, στη βάση μόνο αυτής της πώλησης, η οποία μάλιστα είχε την ιδιαιτερότητα ότι χωρίς την αγορά της δεν θα εκδίδετο η πολεοδομική άδεια, αποτελεί σφάλμα εκ μέρους του ΜΕ2 το οποίο οδήγησε σε λανθασμένη αγοραία αξία ανά τετραγωνικό μέτρο του επίδικου ακινήτου, το οποίο με τη σειρά του έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η εκτίμηση, Τεκμήριο 16, του ΜΕ
  4. Ίδια είναι η αντιμετώπιση ως προς το ποσό που καταβλήθηκε από τον Εναγόμενο στον Κκαρά για την απαλλοτρίωση των 178 τμ, από την ιδιοκτησία του τελευταίου, για διαπλάτυνση της οδού Βρυσουδιών αφού, όπως εξήγησε ο ΜΥ2 και καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 25, που αποτελεί απόσπασμα από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Εναγόμενου, ημερομηνίας 29/11/2007, το οποίο αποτέλεσε την απόφαση ημερομηνίας 03/06/2009, όπως φαίνεται από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Εναγομένου, Τεκμήριο 26, αφού εγκρίθηκε το ίδιο ποσό που είχε εγκριθεί σε λίρες με την απόφαση Τεκμήριο 25, ότι τούτη η αποζημίωση, δηλαδή της απαλλοτρίωσης, δεν ήταν αποτέλεσμα εκτίμησης από εκτιμητή του Κτηματολογίου ή ιδιώτη εκτιμητή, αλλά η κατάληξη συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία συμπεριλάμβανε μέρος υδατοδεξαμενής, θερμοκηπίου και γεωργικών αποθηκών. Όσον αφορά, πάλι, τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας, εκ μέρους του ΜΕ2, και πάλι ο καθορισμός 4%, ως ετήσιο ενοίκιο, επί της λανθασμένης αγοραίας αξίας, αποτελεί αυθαίρετη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θέση του ΜΕ
  5. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο ορθός προσδιορισμός της ενοικιαστικής αξίας είναι αυτός που αναφύεται από τη συγκριτική μέθοδο, η οποία λαμβάνει υπόψη τα ενοίκια της περιοχής που ευρίσκεται το εν λόγω ακίνητο, με ίδια περίπου χαρακτηριστικά, την οποία χρησιμοποίησε ο ΜΥ1 για την ετοιμασία της δικής του εκτίμησης, Τεκμήριο 21, που ουδόλως επηρεάζεται από το γεγονός ότι τιτλοφορείται «Προκαταρκτική Έκθεση Εκτίμησης για τον Καθορισμό του Αγοραίου Ενοικίου». Επομένως, αν αποδεικνύετο το εμβαδόν της παράνομης επέμβασης πέραν από τη λίνια, από τα σημεία 524-531 του Τεκμηρίου 20, σε 101 τμ, το Δικαστήριο θα προχωρούσε στην επιδίκαση αποζημιώσεων με βάση την ενοικιαστική αξία όπως καθορίζεται στο Τεκμήριο 21, από τον ΜΥ1, προβαίνοντας στη μαθηματική πράξη 101 x €2,50 = €189,38 για την περίοδο 08/01/2008-08/05/2008 μέχρι 31/12/2008, ήτοι για περίοδο, μέσον όρο, 9 μηνών, με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Για το έτος 2009, 101 x €2,35 = €237,35 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Για το έτος 2010, 101 x €2,35 = €237,35 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Για το έτος 2011, 101 x €2,20 = €222,20 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Για το έτος 2012, 101 x €2,20 = €222,20 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Για το έτος 2013, 101 x €2,10 = €212,10 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Για το έτος 2014, 101 x €2,10 = €212,10 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Για το έτος 2015, 101 x €2,00 = €202,00 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Από το έτος 2016 μέχρι παράδοσης ελεύθερης της κατοχής στις Ενάγουσες θα είναι 101 x €2,00 κατ' έτος, με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Βέβαια, αν το Δικαστήριο προσέγγισε λανθασμένα την επέμβαση των 638 τμ, η αποζημίωση που θα δίδετο γι' αυτά, θα ήταν με την ίδια πιο πάνω μαθηματική πράξη, αρχομένη από το 2007 και δη τον Οκτώβριο, ως ήταν η εισήγηση του κυρίου Παπαντωνίου. Σε σχέση με τις παραδειγματικές αποζημιώσεις που αξιώνονται και όντως ενίοτε δίδονται για αστικά αδικήματα, υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν κρίνω ότι είναι η κατάλληλη περίπτωση για να δοθούν, έχοντας υπόψη τα λεχθέντα στην υπόθεση Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποδειχθεί η παράνομη επέμβαση αλλά όχι οιαδήποτε ζημιά, επιτρέπεται να επιδικάσει ονομαστικές αποζημιώσεις (βλ. Εταιρεία Surebuild Construction Ltd v. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου (Αρ. 2)
(2008)1 ΑΑΔ 550 και Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου όλες τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επιδικάζονται €1.000 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει ως προς το μέρος που αφορά την άγνωστην επέμβαση περί το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 2005 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2007 και τα 638 τμ από τον Οκτώβριο του έτους 2007 και μετέπειτα, ενώ η αγωγή επιτυγχάνει ως προς το μέρος της παράνομης επέμβασης από τα σημεία 524-531 του Τεκμηρίου 20, από τη λίνια και μετά, επί του εν λόγω ακινήτου. Κατά συνέπεια, εκδίδεται: (Α) Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Εναγόμενος όπως παύσει να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο από τα σημεία 524-531 του Τεκμηρίου 20, από τη λίνια και μετά, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/23260, τεμάχιο 770, Φ/Σχ. 2-292-380, Τμήμα 8, στην τοποθεσία «Καμίνια της Λαξιάς», στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου. (Β) Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Εναγόμενος όπως άρει την παράνομη επέμβαση, ήτοι την κατασκευή του πεζοδρομίου, από τα σημεία 524-531 του Τεκμηρίου 20, από τη λίνια και μετά, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/23260, τεμάχιο 770, Φ/Σχ. 2-292-380, Τμήμα 8, στην τοποθεσία «Καμίνια της Λαξιάς», στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, και επαναφέρει τούτο στην προτέρα του κατάσταση, εντός τριών
(3)μηνών από την ημέρα επίδοσης του διατάγματος. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων, έχοντας κατά νου ότι οι Ενάγουσες έχουν αποτύχει παντελώς στην απόδειξη των αποζημιώσεων και στο μέγιστο βαθμό την παράνομη επέμβαση, αλλά έχουν αποδείξει μέρος της παράνομης επέμβασης που ισχυρίζοντο και από την άλλη ο Εναγόμενος έχει επιτύχει στο μεγαλύτερο μέρος της Υπεράσπισής του, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί οιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα. Συνεπώς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.