Αίτηση από τον Χριστόδουλο Γιάλλουρο, διαχειριστή της περιουσίας του Raif Huseyin (Houssein) ν. Υπουργό Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, Αρ. Αίτησης:93/2011, 23/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:93/2011 ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΧΙΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ Αναφορικά με τον Raif Huseyin (Houssein), Αποβιώσαντα Αίτηση από τον Χριστόδουλο Γιάλλουρο, διαχειριστή της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντος με ημερ. 30.10.2014 Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: Ο κ. Μ. Κυριακίδης για Μάριος Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Υπουργό Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών: Η κα Έ. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση για παροχή άδειας πώλησης ακίνητης περιουσίας, μέρος κληρονομικής περιουσίας Τουρκοκύπριου, ο οποίος εγκατέλειψε το 1974 την περιουσία του ευρισκόμενη στο Καλό Χωριό της Επαρχίας Λάρνακας εντός των ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών) Ο Τουρκοκύπριος Raif Huseyin (Hussein) απεβίωσε στην Αμμόχωστο την 1.01.
- Κατέλειπε ως κληρονομική περιουσία η οποία αποτελείται μόνο από ακίνητα, ευρισκόμενα στο Καλό Χωριό της Επαρχίας Λάρνακας, στις ελεγχόμενες δηλαδή περιοχές από τη Δημοκρατία μετά τα γεγονότα του
- Ο αποβιώσας μέχρι την Τουρκική εισβολή του 1974 είχε τη συνήθη και μόνιμη διαμονή του στο Καλό Χωριό Λάρνακας. Έκτοτε οπότε και εγκατέλειψε την περιουσία του συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, διέμενε στην κατεχόμενη πόλη της Αμμοχώστου. Η ακίνητη περιουσία του περιήλθε για σκοπούς προστασίας και διαχείρισης της αρχικά στην ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις και στη συνέχεια περιήλθε στην προστασία και διαχείριση του Υπουργού Εσωτερικών που ορίστηκε ως ο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Σε μερικά από αυτά τα κτήματα ο αποβιώσας ήταν συνιδιοκτήτης και σε άλλα ο μοναδικός ιδιοκτήτης. Τα στοιχεία που αφορούν τον αποβιώσαντα τα αντλώ από τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του. Ο Αιτητής έχει οριστεί από τους νόμιμους κληρονόμους του, τα παιδιά και τα εγγόνια του από την αποβιώσασα στο μεταξύ μία από τις θυγατέρες του, ως ο διαχειριστής της περιουσίας του. Με την παρούσα αίτηση του επιζητεί, με τη σύμφωνη γνώμη τους, την παροχή άδειας από το Δικαστήριο για την πώληση δύο από τα ακίνητα της κληρονομικής περιουσίας τα οποία καθορίζει - αναφορά σε αυτά θα γίνει στη συνέχεια - στα οποία ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης. Μέρος του τιμήματος της πώλησης τους, εφόσον η εκτίμηση της αξίας τους σύμφωνα με την εκτίμηση εγκεκριμένου ιδιώτη εκτιμητή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη του ποσού που απαιτείται, θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των εξόδων του Διαχειριστή που ανέρχονται σήμερα στο ποσό των €15.567,00 πλέον Φ.Π.Α. προς 19%, ποσό το οποίο επίσης συμφωνήθηκε με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ότι του οφείλεται από αυτούς όπως και των κτηματικών φόρων και τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Όπως ισχυρίζεται ο αιτητής, στην ένορκη δήλωση του με την οποία υποστηρίζει την αίτηση, αναγκάστηκε να αποταθεί στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση άδειας για τον πιο πάνω σκοπό καθώς οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να του πληρώσουν τα έξοδα του τα οποία έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμο, Κεφ. 189 αρ. 33 (1-5) (αντιλαμβάνομαι 1-4 εφόσον δεν υπάρχει παρ. 5 στο εν λόγω άρθρο) και στα άρθρα 53,55 και 58 του ίδιου Νόμου και στους Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κανονισμούς. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης βασίζεται στην ένορκη δήλωση του ίδιου του κ. Χριστόδουλου Γιάλλουρου, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος. Δηλώνει ότι ο αποβιώσας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας που αναφέρεται στην απογραφή η οποία καταχωρήθηκε στις 03.02.
- Μεταξύ της ακίνητης περιουσίας που κατέλειπε ο αποβιώσας είναι και τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής 7765, Τεμάχιο 12, Φύλλο/Σχέδιο 40/62, Χωράφι, έκτασης 17 Δεκαρίων και 355τ.μ. σημερινής αξίας περίπου €140.000 (εκατόν σαράντα χιλιάδων ευρώ) και με αριθμό εγγραφής 7764, Φύλλο/Σχέδιο 40/62, Τεμ. 64, χωράφι έκτασης 6 δεκαρίων και 355 τ.μ. σημερινής αξίας περίπου €65.000.00 (εξήντα πέντε χιλιάδες ευρώ). Ισχυρίζεται ότι ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών συγκατατέθηκε την 5.10.2011 για τη μεταβίβαση στους κληρονόμους του αποβιώσαντος όλης της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Κατάθεσε αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης από εγκεκριμένο εκτιμητή των ως άνω ακινήτων. Εξηγεί ότι ο λόγος που επιζητεί την άδεια για πώληση δύο ακινήτων και όχι ενός, προς κάλυψη των πιο πάνω εξόδων, αν και η αξία του καθενός υπερβαίνει το πιο πάνω ποσό των εξόδων του, είναι γιατί πληροφορήθηκε από τον ίδιο εγκεκριμένο εκτιμητή και σύμβουλο ακινήτων κ. Γεώργιο Ελευθερίου ότι λόγω της επικρατούσης οικονομικής κατάστασης στην Κύπρο και της μεγάλης ύφεσης στον τομέα της αγοράς ακινήτων, θα είναι δύσκολη η πώληση των προτεινόμενων προς πώληση ακινήτων και γι' αυτό εάν διέθεταν δύο ακίνητα η πώληση του ενός η και των δύο θα είναι πιο πιθανή. Ως εκ τούτου θα επισπευσθεί η συμπλήρωση της διαχείρισης σε συντομότερο χρόνο και με λιγότερα έξοδα αντί δύο διαδοχικών σχετικών αιτήσεων, εάν δεν καταστεί δυνατή η πώληση του ενός. Θα εκλάβω την αίτηση ως έχει, αφορώσα και τα δύο ακίνητα, παρά το γεγονός ότι στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή κάνει λόγο μόνο για το ένα, χωρίς όμως να προσδιορίζει πιο από τα δύο. Οι εγκεκριμένοι εκτιμητές Eleftheriou Property Consultants με την τελευταία εκτίμηση τους, του Ιουλίου 2014 (Τεκμ. Γ στην αίτηση), εκτιμούν την αξία τους ως αναφέρεται πιο πάνω τους ενός δηλαδή σε €65.000 και του άλλου σε €140.000 Αναφέρει ότι τα μέχρι σήμερα έξοδα του ως διαχειριστή συμποσούνται στο ποσό των €15.567,00 εκ των οποίων ποσό €12.000,00 συμφώνησε με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος Raif Huseyin (Housein) στις 23.09.2013 πλέον Φ.Π.Α. προς 19% καθώς και κάποιων άλλων εξόδων τα οποία στο μεταξύ προέκυψαν, λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση για Ενδιάμεσους Λογαριασμούς του αποβιώσαντος η οποία υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 8.09.2014 μαζί με τους Ενδιάμεσους Λογαριασμούς για την περιουσία του αποβιώσαντος των οποίων έλαβαν γνώση οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος και ενυπόγραφα συμφώνησαν με αυτούς. Αναφέρει περεταίρω ότι η εξόφληση των υποχρεώσεων της περιουσίας, δηλαδή των συμφωνηθέντων δικαιωμάτων του και άλλων μεταγενέστερων εξόδων του σαν διαχειριστής καθώς και άλλων εξόδων που τυχόν θα προκύψουν, είναι δυνατόν να πληρωθούν μόνο από το προϊόν της πώλησης οποιουδήποτε των πιο πάνω ακινήτων, διότι όλα τα άλλα είναι υποδεέστερης αξίας. Εάν του δοθεί άδεια πώλησης οποιουδήποτε από τα ακίνητα θα προβεί στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων της διαχείρισης, των φόρων ακίνητης ιδιοκτησίας, τη μεταβίβαση των υπόλοιπων ακινήτων στους κληρονόμους κατά το κληρονομικό τους μερίδιο για να κλείσει η διαχείριση. Η πιο πάνω αίτηση βρήκε τη σθεναρή αντίδραση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέως ο οποίος ενεργεί ως νομικός σύμβουλος του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και γι΄αυτό καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως όπου προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
- Το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αίτησης ή και κωλύεται από του να επιληφθεί της παρούσας αίτησης για το λόγο ότι η συγκεκριμένη περιουσία βρίσκεται υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.
- Η περιουσία του αποβιώσαντα μπορεί να διανεμηθεί στους κληρονόμους, οι οποίοι μπορούν να αποκτήσουν την κυριότητά της, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, όμως η κατοχή, έλεγχος και διαχείριση της περιουσίας διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης θα παραμείνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών.
- Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι ελλιπής ή και παραπλανητική. Απουσιάζουν από την αίτηση του αιτητή και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Κεφ. 189 αναφορικά με την συγκεκριμενοποίηση των χρεών του αποβιώσαντα όσον αφορά τις καταβολές τους, αφού αναφέρονται μεν τα έξοδα χωρίς όμως να προσκομίζονται αντίγραφα των αποδείξεων έτσι ώστε να παρέχεται πεδίο κρίσης περί της νομιμότητάς τους.
- Ο αιτητής δεν εξηγεί στην αίτηση ή και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει τους λόγους για τους οποίους επέλεξε την παρούσα διαδικασία. Οι εξουσίες του προσώπου που διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας αποβιώσαντα, βάσει του Κεφ. 189, δεν πρέπει να ασκούνται κατά τρόπο που να καταστρατηγούν ή να αντίκεινται προς τον ειδικό Νόμο ήτοι τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμο.
- Το ζήτημα κατά πόσο θα επιτραπεί πώληση της κληρονομούμενης περιουσίας, ενόψει του ότι αυτή βρίσκεται στα χέρια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο στα πλαίσια εξέτασης σχετικού αιτήματος και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελεί ζήτημα προς εκδίκαση από Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης διαχείρισης, διότι κάτι τέτοιο παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική αφού το αίτημα αποξένωσης της κληρονομούμενης περιουσίας στοχεύει στην αποπληρωμή οφειλών προς το δικηγόρο/διαχειριστή και όχι αποπληρωμή χρεών του αποβιώσαντος.
- Λανθασμένα επιλέγηκε η παρούσα διαδικασία και λανθασμένα ερμηνεύθηκε το άρθρο 53 του Κεφ. 189 από τον αιτητή αφού εναπόκειται στο Δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή και όταν συντρέχει ειδική ανάγκη να επιτραπεί η καταχώριση τέτοιας αίτησης όταν η διαφορά που προκύπτει δεν μπορεί να επιλυθεί με άλλο δικαστικό τρόπο.
- Ο αιτητής δεν αναφέρει στην αίτησή του ούτε προσκομίζει στοιχεία προς απόδειξη για το αν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος καθώς και ο ίδιος πριν το θάνατό του διαμένουν ή /και κατέχουν Ε/Κ περιουσίες στις κατεχόμενες περιοχές. Πλην μιας μόνο εκ των κληρονόμων της Sibel Ibrahim η οποία είναι κάτοχος αγγλικού διαβατηρίου και μόνιμος κάτοικος Αγγλίας εξ όσων αναφέρονται με στοιχεία που προσκομίστηκαν και συνοδεύουν την Ένορκη δήλωση του αιτητή.» Η ένσταση στηρίζεται στον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο, (Κεφ. 189) άρθρα 53, στον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) Νόμο (Ν. 139/91), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Μουσκή η οποία δηλώνει ότι είναι Διοικητικός Λειτουργός τοποθετημένη στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και γνωρίζει τα πραγματικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης επειδή έχει στην κατοχή της τους σχετικούς φακέλους και χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και έχει ενημερωθεί και από τη δικηγόρο που χειρίζεται της υπόθεση για όσα γεγονότα αφορούν αυτή και ως εκ τούτου μπορεί να ορκιστεί θετικά για όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει και συμφωνεί πλήρως με τους λόγους ένστασης που προβάλλονται στην ένσταση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Θεωρεί ότι δεν μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο τα αιτούμενα διατάγματα και ως εκ τούτου ορθώς προβάλλεται ένσταση από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Έλαβε γνώση για την ύπαρξη της παρούσας υπόθεσης από τη Δικηγόρο της Δημοκρατίας που τη χειρίζεται. Ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο, όπως την συμβουλεύει η Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αίτησης ή και κωλύεται από του να επιληφθεί της παρούσας αίτησης για τον λόγο ότι η συγκεκριμένη περιουσία βρίσκεται υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας. Η περιουσία του αποβιώσαντος μπορεί να διανεμηθεί στους κληρονόμους, οι οποίοι μπορούν να αποκτήσουν την κυριότητά της, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, όμως η κατοχή, έλεγχος και διαχείριση της περιουσίας διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης θα παραμείνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ο αιτητής δεν εξηγεί στην αίτηση ή και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει τους λόγους για τους οποίους επέλεξε την παρούσα διαδικασία. Οι εξουσίες του προσώπου που διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας αποβιώσαντα, βάσει του Κεφ. 189, δεν πρέπει να ασκούνται κατά τρόπο που να καταστρατηγούν ή να αντίκεινται τον ειδικό Νόμο ήτοι τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμο. Ο αιτητής δεν επισυνάπτει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τη μόνιμη κατοικία του αποβιώσαντος πριν το θάνατο του ή και των κληρονόμων του και για το αν κατέχουν ή όχι Ελληνοκυπριακή περιουσία στις κατεχόμενες από το ψευδοκράτος περιοχές, παρά μόνο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, τους οποίους η πλευρά τους δεν αποδέχεται και απορρίπτει. Στην αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποκαλύπτονται οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούν τους κληρονόμους ή και την αδυναμία τους να πληρώσουν το διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους για τα έξοδα που ο ίδιος έκανε και αφορούν τη διαχείριση και κληρονομία που θα λάβουν. Η επίκληση από τον αιτητή του άρθρου 33 του Κεφ. 189 είναι λανθασμένη. Δυνάμει του άρθρου 33 παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την πώληση της περιουσίας του αποβιώσαντος για σκοπούς διευκόλυνσης της διανομής της κληρονομιάς μεταξύ των δικαιούχων. Ούτε στην αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση φαίνονται οι κληρονόμοι και δικαιούχοι περιουσίας αλλά επίσης δεν αναφέρονται οποιοιδήποτε λόγοι αναφορικά με την αναγκαιότητα της εφαρμογής αυτής της διάταξης που κατ' ουσία διευκολύνει το έργο της διανομής. Έργο το οποίο ο διαχειριστής δεν φαίνεται να έπραξε ή και να αντιμετώπισε εξ αυτού πρόβλημα. Ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι δεν προνοείται στη νομοθεσία πώληση περιουσίας για κάλυψη εξόδων του διαχειριστή ειδικότερα όταν απουσιάζει το στοιχείο της ικανότητας των κληρονόμων να αποπληρώσουν τις οφειλές τους. Η αίτηση λανθασμένα επιδόθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα ή και μόνο στο Γενικό Εισαγγελέα και όχι στον ή και στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας και κανονισμών. Όπως εκ των πραγμάτων φαίνεται αλλά και την πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, ο αιτητής δεν προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια ούτε αποκαλύπτει τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία της υπόθεσης. Στην αίτηση δεν παρουσιάζονται οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούν την κληρονομούμενη περιουσία και ποια είναι η σημερινή της κατάσταση αν χρησιμοποιείται ή όχι για τους σκοπούς του Νόμου ή και ποια είναι η εκτιμημένη αξία της. Καμία έκθεση εκτίμησης δεν προσκομίζεται και η αξία και έκταση της περιουσίας είναι άγνωστη. Το ζήτημα κατά πόσο θα επιτραπεί πώληση της κληρονομούμενης περιουσίας, ενόψει του ότι αυτή βρίσκεται στα χέρια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο στα πλαίσια εξέτασης σχετικού αιτήματος και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελεί ζήτημα προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης διαχείρισης, διότι κάτι τέτοιο παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Οι δύο πλευρές δεν θέλησαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, γραπτών αγορεύσεων. Σε αυτές η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αυτή του αιτητή να υποστηρίζει ότι δικαιούται στην έκδοση διατάγματος παραχώρησης άδειας για μεταβίβαση των ακινήτων που εισηγείται από την κληρονομική περιουσία, για την πληρωμή των εξόδων του Διαχειριστή, λόγω αδυναμίας καταβολής τους από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος και της πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα να εισηγείται ότι το Δικαστήριο αυτό δεν έχει δικαιοδοσία να παράσχει τη θεραπεία που επιζητεί ο αιτητής και ότι γενικά η θεραπεία που επιδιώκεται δεν προνοείται στο νόμο. Ο κ. Κυριακίδης διευκρίνισε ότι η παροχή άδειας από το Δικαστήριο δεν σημαίνει και την άνευ ετέρου πλέον μεταβίβαση καθώς έχοντας πλέον την άδεια του Δικαστηρίου θα απαιτηθεί να αποταθεί στις άλλες αρμόδιες υπηρεσίες όπως τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για εξασφάλιση και από αυτόν της απαιτούμενης άδειας για την πώληση τους. Επομένως οι ανησυχίες της πλευράς του καθ΄ου η αίτηση διασκεδάζονται και ούτε παρακάμπτουν τον αρμόδιο να δώσει τέτοια άδεια που δεν είναι άλλος από τον Κηδεμόνα. Η έρευνα μου δεν στάθηκε ικανή να επισημάνω νομολογία η οποία να ερμηνεύει το Άρθρο 33 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ. 189), ειδικότερα όταν αφορά εγκαταλειμμένη μετά το 1974 κληρονομιά Τουρκοκυπρίων την οποία κατέλειπαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Πριν προχωρήσω στην ανάλυση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σε συσχετισμό με τις νομοθετικές πρόνοιες που διέπουν την αίτηση αλλά και την ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως προβαίνω στις ακόλουθες παρατηρήσεις: (α) Ανατρέχοντας στο λεκτικό του εντύπου που τιτλοφορείται ως «Ειδοποίηση Επιβολής Φορολογίας» θα πρέπει να επισημάνω ότι ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών δεν δίδει συγκατάθεση για τη μεταβίβαση στους κληρονόμους του αποβιώσαντος όλης της ακίνητης ιδιοκτησίας του, όπως διατείνεται ο αιτητής, τέτοια αρμοδιότητα δεν έχει, βεβαιώνει απλώς την καθαρή αξία της περιουσίας όπως εκτιμήθηκε και ότι λόγω των εκπτώσεων που δικαιούνται οι νόμιμοι κληρονόμοι του δεν επιβλήθηκε φόρος κληρονομιάς και δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό φόρου κληρονομιών. (β) Το ύψος των κτηματικών φόρων δεν προσδιορίζεται στην αίτηση. (γ) Δεν γίνεται επίσης αναφορά στην αίτηση τι θα γίνει με το υπόλοιπο ποσό από το τίμημα πώλησης το οποίο με βάσει τις αξίες των ακινήτων - σύμφωνα ακόμα και με την τελευταία εκτίμηση - θα πρέπει να υπερκαλύπτει τόσο τα έξοδα της διαχείρισης όσο και τους κτηματικούς φόρους. Βέβαια αυτό είναι ζήτημα για το οποίο ενδεχόμενα το Δικαστήριο εγκρίνοντας την αίτηση θα μπορούσε να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες. (δ) Η σιωπή ως προς το κατά πόσο προηγήθηκε αίτηση για παροχή άδειας από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών εκλαμβάνεται ότι δεν έγινε τέτοια. Η αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 33 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ. 189) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «33.-
(1)Για σκoπoύς διευκόλυvσης της διαvoμής της κληρovoμιάς απoθαvόvτoς πρoσώπoυ μεταξύ τωv δικαιoύχωv σύμφωvα με τo vόμo, τo Δικαστήριo δύvαται σχετικά με oπoιoδήπoτε μέρoς της κληρovoμιάς vα διατάξει τηv πώληση, εκμίσθωση, υπoθήκευση εγκατάλειψη ή απαλλαγή, διαίρεση ή άλλη διάθεση τoυ, όπως τo Δικαστήριo θα κρίvει σκόπιμo, αv η πράξη αυτή δεv δύvαται vα διεvεργηθεί από τov πρoσωπικό αvτιπρόσωπo επειδή αυτός στερείται oπoιασδήπoτε εξoυσίας για τo σκoπό αυτό: Νoείται ότι τo Δικαστήριo δεv διατάσσει oπoιαδήπoτε διαίρεση ή διαχωρισμό γης, o oπoίoς θα αvτίκειτo με τις διατάξεις τoυ άρθρoυ 27 τoυ περί Ακίvητης Iδιoκτησίας (Διακατoχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμoυ.
(2)Διάταγμα δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ δύvαται vα εκδoθεί τηρoυμέvωv τέτoιωv τυχόv πρovoιώv και όρωv ως τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει σκόπιμo, και τo Δικαστήριo δύvαται vα διατάξει με πoιo τρόπo θα δαπαvηθoύv ή διαvεμηθoύv τα χρήματα πoυ πρoέρχovται από τη διάθεση της περιoυσίας δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ.
(3)Τo Δικαστήριo δύvαται εκάστoτε vα ακυρώvει ή τρoπoπoιεί oπoιoδήπoτε διάταγμα πoυ εκδόθηκε δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ ή δύvαται vα εκδίδει oπoιoδήπoτε vέo ή περαιτέρω διάταγμα.
(4)Αίτηση πρoς τo Δικαστήριo δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ δύvαται vα υπoβληθεί από πρoσωπικό αvτιπρόσωπo ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo ή δικαιoύχo (beneficiary) πoυ έχει συμφέρov στηv κληρovoμιά τoυ απoθαvόvτoς.» Από πλευράς της Δημοκρατίας προβάλλεται ότι δεν προνοείται στο εν λόγω άρθρο ή σε οποιοδήποτε άλλο του νόμου αυτού ότι μπορεί να δοθεί άδεια για καταβολή των εξόδων της διαχείρισης και του διαχειριστή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η καταβολή αυτών των εξόδων, όπως και των κτηματικών φόρων θα διευκόλυνε τη διανομή της κληρονομικής περιουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση δηλώνεται οικονομική αδυναμία καταβολής τους εκ μέρους των κληρονόμων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο «το Δικαστήριο δύναται σχετικά με οποιοδήποτε μέρος της κληρονομιάς να διατάξει την πώληση.» Το Δικαστήριο εάν ήθελε ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και εγκρίνει μια τέτοια αίτηση μπορεί αν κρίνει σκόπιμο να διατάξει και με ποιο τρόπο θα δαπανηθούν ή διανεμηθούν τα χρήματα που θα προέλθουν από τη διάθεση της περιουσίας. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε από πρόσωπο που έχει αυτό το δικαίωμα, τον διαχειριστή της κληρονομικής περιουσίας. Η αίτηση τυγχάνει της έγκρισης των κληρονόμων του αποβιώσαντος και έχει επιδοθεί σε αυτούς και αυτοί επέλεξαν να μην εμφανιστούν. Στη βάσει των πιο πάνω δεδομένων αν δεν υπήρχε ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 (Ν. 139/1991), δεν θα είχα κανένα ενδοιασμό να ενέκρινα την αίτηση. Η μη προσκόμιση στοιχείων εκ μέρους των κληρονόμων για την οικονομική τους αδυναμία για την καταβολή των εξόδων της διαχείρισης και των φόρων ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα ήταν αποτρεπτικός παράγοντας για τη θετική αντίκριση του αιτήματος. Οι πρόνοιες όμως του πιο πάνω Νόμου είναι απαγορευτικές στην έγκριση ενός τέτοιου αιτήματος στη βάσει του άρθρο 33 για τους λόγους που θα ξηγήσω στη συν΄χεια. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου η επίδικη περιουσία εμπίπτει στη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και η «έκρυθμη κατάσταση» που δημιούργησε η Τουρκική εισβολή δεν έχει λήξει με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και επομένως όλες οι πρόνοιες του είναι σε πλήρη ισχύ. Στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ανήκει η εξουσία κάτω ασφαλώς από καθορισμένες προϋποθέσεις και αν αυτές εκπληρώνονταν και τις οποίες αυτός θα έκρινε ως κατάλληλες να δώσει μια τέτοια άδεια όπως επιζητεί ο αιτητής στην παρούσα αίτησή του. Θα συμφωνήσω απόλυτα με τους λόγους ένστασης 1 - 7 τους οποίους προβάλλει η Δημοκρατία και τους οποίους κατέγραψα πιο πάνω στις σελ. 5 και 6, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω υιοθετώντας τους όμως αυτούσιους όπως προβλήθηκαν. Το άρθρο 53 στο οποίο βασίζεται επίσης η αίτηση και φέρει τον τίτλο «Επίλυση ορισμένων θεμάτων με εναρκτήρια κλήση (originating summons)» προνοεί τα ακόλουθα: 53.-
(1)Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo, δύvαvται vα ζητήσoυv από τo Δικαστήριo με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) τηv επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρovoμιάς σε Δικαστήριo, oπoιoυδήπoτε από τα πιo κάτω ζητήματα ή θέματα: (α) oπoιoδήπoτε ζήτημα πoυ επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέρovτα τoυ πρoσώπoυ πoυ αξιώvει ότι είvαι πιστωτής, κληρoδόχoς, o πλησιέστερoς συγγεvής ή εκ τoυ vόμoυ κληρovόμoς (β) τη διακρίβωση oπoιασδήπoτε τάξης πιστωτώv, κληρoδόχωv, πλησιέστερωv συγγεvώv ή άλλωv (γ) τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε συγκεκριμέvωv λoγαριασμώv από τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές και όταv είvαι αvαγκαίo, τα απoδεικτικά στoιχεία τωv εv λόγω λoγαριασμώv (δ) τηv καταβoλή στo Δικαστήριo oπoιωvδήπoτε χρημάτωv πoυ βρίσκovται στα χέρια τωv εκτελεστώv ή τωv διαχειριστώv (ε) τηv έκδoση διαταγώv πρoς τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές για vα διαπράξoυv ή vα απέχoυv από τη διάπραξη oπoιασδήπoτε συγκεκριμέvης πράξης υπό τηv ιδιότητα τoυς ως εκτελεστώv ή διαχειριστώv (στ) τηv έγκριση oπoιασδήπoτε πώλησης, αγoράς, συμβιβασμoύ ή άλλης συvαλλαγής (ζ) τηv επίλυση oπoιoυδήπoτε ζητήματoς πoυ πρoκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρovoμιάς.
(2)Οι Διαδικαστικoί Καvovισμoί πoυ ισχύoυv εκάστoτε, oι oπoίoι αφoρoύv εvαρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρμόζovται σε κάθε διαδικασία δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ.
(3)Αιτήσεις δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ δύvαvται vα ακoύovται και vα απoφασίζovται όχι εvώπιov ακρoατήριo (in chambers). Συμφωνώ με τον λόγο ένστασης 7 και επιπρόσθετα επισημαίνω ότι δεν τηρήθηκε ο τύπος της αίτησης όπως προνοείται σε αυτή το άρθρο. Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 (Ν. 139/1991) είναι νεότερος νόμος από το Κεφ. 189 και είναι ειδικότερος εφόσον ρυθμίζει ακριβώς την τύχη των εγκαταλειφθησών από το 1974 Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους οι οποίες ευρίσκονται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Εφόσον αυτές οι περιουσίες όπως και η επίδικη, τέθηκαν υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, τυχόν έγκριση ενός τέτοιου αιτήματος θα ήταν ένας εύσχημος τρόπος παράκαμψης του νόμου αυτού. Εφόσον ο αιτητής δεν αποτάθηκε στον κατά το Νόμο αρμόδιο για να αποφανθεί επί του αιτήματος του η αίτηση του στο Δικαστήριο θεωρείται ως πρόωρη και αχρείαστη θα έλεγα, εφόσον τυχόν έγκριση της από τον Κηδεμόνα θα την καθιστούσε ίσως ακόμα και περιττή στη βάση του άρθρου 33 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ.189), εφόσον έχει την συγκατάθεση όλων των κληρονόμων για να προβεί σε πώληση μέρους της κληρονομίας για σκοπούς πληρωμής των εξόδων της διαχείρισης και των κτηματικών φόρων. Οι εξουσίες του προσώπου που διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας Τουρκοκύπριου αποβιώσαντος βάσει του Κεφ. 189, δεν μπορούν να ασκούνται κατά τρόπο που να καταστρατηγούν ή να αντίκεινται στον ειδικό Νόμο που ρυθμίζει αυτή την περιουσία ήτοι τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 (Ν. 139/1991) ο οποίος στο άρθρο 3 υπό τον τίτλο «Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών» προνοεί τα ακόλουθα: «3. Ο Υπουργός διορίζεται με τον παρόντα Νόμο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού: Νοείται ότι στα πλαίσια άσκησης της πιο πάνω εξουσίας του να διαχειρίζεται Τουρκοκυπριακές περιουσίες διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, ο Υπουργός έχει επίσης εξουσία ως διαχειριστής, να άρει με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του και υπό τους κατά την κρίση του κατάλληλους όρους τη διαχείριση συγκεκριμένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας ή μέρους αυτής, αφού λάβει υπόψη σε σχέση με τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθμίσει όλους τους σχετικούς με το θέμα αυτό παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: Νοείται περαιτέρω ότι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που όταν περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας είχε τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό όπου είχε μεταβεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή επέστρεψε ή επιστρέφει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ή προτίθεται να επιστρέψει στις εν λόγω περιοχές, (β) ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, (γ) ότι η υπό διαχείριση περιουσία αφορά κατοικία στην οποία διέμενε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και κάτοχός της πριν την τουρκική εισβολή του 1974 και στην οποία προτίθεται να κατοικήσει προσερχόμενος από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.» Στο δε άρθρο 5 υπό τον τίτλο «Τουρκοκυπριακές περιουσίες στον Κηδεμόνα» προνοούνται τα ακόλουθα : «5. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο, ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους: Νοείται ότι, παρά την τροποποίηση του βασικού νόμου με τον παρόντα Νόμο, όλες οι πράξεις ή αποφάσεις οι οποίες έγιναν ή λήφθηκαν από τον Κηδεμόνα, σύμφωνα με το βασικό νόμο, θεωρούνται ότι έγιναν ή λήφθηκαν νόμιμα.» Πρόσθετα στο άρθρο 6 υπό τον τίτλο «Αρμοδιότητες Κηδεμόνα» προνοούνται: «6. Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 5, ο Κηδεμόνας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες, τις οποίες ασκεί με τη βοήθεια δημόσιων υπαλλήλων- (α) Διαχειρίζεται κάθε Τουρκοκυπριακή περιουσία"· σύμφωνα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης και προς το σκοπό αυτό- (
- i)Εισπράττει κάθε ποσό που οφείλεται στο δικαιούχο και δίνει τις αναγκαίες αποδείξεις: Νοείται ότι στις περιπτώσεις συμβάσεων μίσθωσης τουρκοκυπριακής ακίνητης ιδιοκτησίας σε εκτοπισθέντες για σκοπούς στέγασης ή αυτοστέγασης σε κυβερνητικό οικισμό ή σε συνοικισμό αυτοστέγασης, οι οποίες εγγράφονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙV του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, το προβλεπόμενο μίσθωμα δε θα εισπράττεται ούτε θα θεωρείται ότι οφείλεται. (
- ii)Συλλέγει και διαθέτει κάθε προϊόν τέτοιας περιουσίας κατά τον επωφελέστερο για τον ιδιοκτήτη τρόπο· (iii) Προβαίνει στις αναγκαίες πληρωμές για εκπλήρωση υποχρεώσεων που αφορούν την υπό διαχείριση περιουσία· (
- iv)Φροντίζει για τις αναγκαίες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις, αναπτύξεις, καλλιέργειες, φυτεύσεις ή, όπου είναι ανάγκη, τέτοιες μετατροπές της περιουσίας οι οποίες θα ήταν επωφελείς για τον ιδιοκτήτη· (ν) Κάνει διευθετήσεις, συνάπτει, τερματίζει ή ακυρώνει συμβάσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις σε σχέση προς κάθε τέτοια περιουσία και ειδικότερα εκμισθώνει αυτή με τους πιο συμφέροντες για τον ιδιοκτήτη όρους: Νοείται ότι εάν και εφόσον συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του Κηδεμόνα και οποιουδήποτε προσώπου περιέχουν ρήτρα υπό μορφή ποινής, σε περίπτωση παράβασής τους από οποιοδήποτε από τους συμβαλλομένους θα εφαρμόζονται, σε σχέση με αυτές, οι πρόνοιες του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου. (
- vi)να πωλεί ή διαθέτει διαφορετικά κάθε τέτοια κινητή περιουσία η οποία υπόκειται σε φθορά ή που λόγω της φύσης της θα έπρεπε να πωληθεί ή διατεθεί προς το συμφέρον του ιδιοκτήτη· (vii) γενικά κάμνει καθετί το οποίο ενδεχόμενα ή κατ' ανάγκη συνεπάγεται η διαχείριση Τουρκοκυπριακών περιουσιών. (β) Εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία ή προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία αυτή ή τον ιδιοκτήτη. (γ) Δέχεται επίδοση αγωγών, παραπομπών ή άλλων δικαστικών εγγράφων που αφορούν Τουρκοκυπριακή περιουσία, αντιπροσωπεύει και δεσμεύει τον ιδιοκτήτη οποιασδήποτε Τουρκοκυπριακής περιουσίας ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής στη Δημοκρατία ή οπουδήποτε αλλού εκτός της Δημοκρατίας δίνει ή παραλαμβάνει γνωστοποιήσεις με βάση τις πρόνοιες οποιουδήποτε Νόμου που εφαρμόζεται αναφορικά με Τουρκοκυπριακή περιουσία και παρευρίσκεται σε επιτόπιες έρευνες και σε διαπραγματεύσεις που σχετίζονται με την περιουσία αυτή. (δ) Διαχειρίζεται το Ταμείο Τουρκοκυπριακών περιουσιών που ιδρύεται με βάση το άρθρο 11 του παρόντος Νόμου. (ε) Κρατεί όλα τα καθορισμένα βιβλία της διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών. (στ) Ζητά και παίρνει από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, Κυβερνητικό Τμήμα ή Αρχή, πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε τουρκοκυπριακή περιουσία. (ζ) Ασκεί όλα τα δικαιώματα και εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε νόμιμη σύμβαση στην οποία Τουρκοκύπριος ή η Κεντρική Επιτροπή η οποία διαχειριζόταν τις τουρκοκυπριακές περιουσίες πριν από τη ψήφιση του παρόντος Νόμου, είναι συμβαλλόμενο μέρος αντί αυτού. (η) Γενικά, παίρνει τέτοια μέτρα ή προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα ήταν αναγκαία ή σκόπιμη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που χορηγούνται με το παρόν άρθρο: Νοείται περαιτέρω ότι δε θεωρείται επωφελές για τον ιδιοκτήτη ή την περιουσία του ή αναγκαίο για το δημόσιο συμφέρον η με οποιοδήποτε τρόπο αποξένωση τουρκοκυπριακής περιουσίας προς το σκοπό έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας υπέρ οποιουδήποτε προσώπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Εγγραφή, Διακατοχή και Εκτίμησις) Νόμου ή του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το ζήτημα που καλούμαι να αποφασίσω, βρίσκω ότι ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εξασφάλιση της αιτούμενης άδειας πρόωρα. To πρόωρο της αίτησης καταδεικνύεται και από την έκβαση της υπόθεσης Μιχαλάκης Κασή Κτηματική Λτδ κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω 1. Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κ.α. Αρ. Υποθ. 462/2013 ημερ. 15.07.2015, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, και τούτο καθώς σε εκείνη την υπόθεση οι αιτητές ενώ είχαν εξασφαλίσει σχετικό διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο με το οποίο διατάσσονταν οι Αιτητές όπως πωλήσουν το επίδικο ακίνητο, και όπως παρουσιαστούν ενώπιον του Αρμόδιου Κτηματολογίου και υπογράψουν δήλωση για εγγραφή και μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ΄ονόματι οιουδήποτε προσώπου ήθελε αυτό πωληθεί, εντούτοις ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ως το αρμόδιο κατά νόμο όργανο, στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα όταν υποβλήθηκε σε αυτόν για τους ειδικούς λόγους που καταγράφηκαν σε εκείνη την απόφαση. Επομένως, καταδεικνύεται ότι η εξέταση μιας τέτοιας αίτησης για να επιτραπεί η πώληση ενός Τουρκοκυπριακού Ακινήτου που εμπίπτει στη Διαχείριση του Κηδεμόνα εμπίπτει αποκλειστικά στις αρμοδιότητες του στη βάσει της πιο πάνω νομοθεσίας στην οποία ήδη αναφέρθηκα. Κατά συνέπεια εφόσον άνευ ετέρου απαιτείται η πιο πάνω συγκατάθεση, η προηγούμενη αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του Άρθρου 33 και η εξασφάλιση σχετικής άδειας όπως επιδιώκει ο Αιτητής στην παρούσα δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως πρόωρη. Με όλο τον σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι: «Ο Υπουργός Εσωτερικών δεν έχει (locus standi) σε αυτή τη διαδικασία με την οποία ο Αιτητής ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για να πωλήσει ένα από τα δύο ακίνητα της περιουσίας με σκοπό την πληρωμή των εξόδων της διαχείρισης και της αμοιβής του.» Σημειώνω ότι η εξασφάλιση του διατάγματος στην υπόθεση Μιχάλη Κασή Κτηματική Λτδ (πιο πάνω), έγινε χωρίς να λάβει γνώση ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στον οποίο δεν επιδόθηκε η αίτηση. Τα πιο πάνω προκύπτουν από μελέτη του Φακέλου της Διαχ. 211/2008 η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται ενώπιον μου μέχρι και σήμερα, μετά από πέντε χρόνια από τότε που εκδόθηκε εκείνο το διάταγμα για σκοπούς ελέγχου της πορείας της διαχείρισης, ως είχα τη δυνατότητα να το κάμω. Ούτε η θέση του ότι: «Ο Αιτητής δεν ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για ακαδημαϊκούς λόγους. Μετά την τυχόν αποδοχή της Αίτησης του, θα αποφασίσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις πώλησης δυνάμει του Ν. 139/91 ή αν θα εγείρει αξιώσεις εναντίον του Κηδεμόνα για αποζημιώσεις βάσει του ιδιωτικού δικαίου.» Θα έλεγα δε ότι ενόψει των περιστατικών της υπόθεσης τέτοιες προϋποθέσεις θα δημιουργούνταν μόνο στην περίπτωση που θα αρθεί η ¨έκρυθμη κατάσταση¨ κάτι που είναι άγνωστο πότε θα συμβεί αυτό. Γνωστή είναι η αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν πράττουν επί ματαίω. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του πρωτότυπου του ζητήματος που εξετάστηκε στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η πιο δίκαιη υπό τις περιστάσεις διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο