← Κύπρος

ΣΠΥΡΟΥ Δ. ΤΣΟΥΚΚΑ ν. ΑΝΤΡΕΑ Δ. ΤΣΟΥΚΚΑ, Αρ. Αγωγής: 1201/ 2011, 17/3/2016

ΣΠΥΡΟΥ Δ. ΤΣΟΥΚΚΑ ν. ΑΝΤΡΕΑ Δ. ΤΣΟΥΚΚΑ, Αρ. Αγωγής: 1201/ 2011, 17/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1201/ 2011 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΠΥΡΟΥ Δ. ΤΣΟΥΚΚΑ Ενάγοντος και ΑΝΤΡΕΑ Δ. ΤΣΟΥΚΚΑ Εναγόμενου Ημερομηνία: 17 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Η κα Χ¨Κωνσταντή για Γιώργος Φ. Πιττάτζιης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο: Ο κ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι είναι αδέλφια. Δυστυχώς βρέθηκαν αντίδικοι στην παρούσα υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για μια οικονομική διαφορά η οποία προέκυψε κατά την προσπάθεια τους να διαχωρίσουν ένα χωράφι, το οποίο τους είχε δωρίσει ο πατέρας τους στο Παραλίμνι, και στο οποίο ήταν συνιδιοκτήτες από ½ μερίδιο ο καθένας τους. Παρέμεινε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει αρχικά προφορικά και στη συνέχεια και γραπτά με την συμφωνία τους της 31.10.1999 με σκοπό να υλοποιήσουν αρχικά την μεταξύ τους συμφωνία διανομής του κτήματος τους μέχρι και την επίτευξη επίσημα κατόπιν αίτησης τους του διαχωρισμού του σε δύο ίσα τεμάχια - οικόπεδα. Η πλήρης περιγραφή του εν λόγω κτήματος στην παρούσα δεν έχει πλέον οποιανδήποτε σημασία εφόσον όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, το μόνο πλέον επίδικο ζήτημα που παραμένει προς επίλυση είναι η διεκδίκηση εκ μέρους του ενάγοντος του ποσού των €15.702,59σ. το οποίο αντιστοιχεί στο ½ των εξόδων τα οποία κατέβαλε αυτός σε σύνολο €31.405,18σ., ενώ σε αυτά θα έπρεπε, κατά την ερμηνεία που δίδει ο ίδιος σε σχετικούς όρους της «Συμφωνίας Διανομής Ακίνητης Ιδιοκτησίας» να είχε συμβάλει εξίσου και ο εναγόμενος. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι όταν είχε εγερθεί η αγωγή και είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα όπου προβλήθηκαν οι εκατέρωθεν αξιώσεις, η κατάσταση σε σχέση με το διαχωρισμό του κτήματος ήταν ακόμα ρευστή, γι΄αυτό και αξιώνονταν διάφορα διατάγματα που αφορούσα το κτήμα και τη συμφωνία διαχωρισμού του τόσο από τον ενάγοντα όσο και μέσω της ανταπαίτησης του από τον εναγόμενο. Στο μεταξύ διάστημα και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης, όπως είναι παραδεκτό, επετεύχθη ο διαχωρισμός του κτήματος (βλ. Τεκμ. 24 και 32 Πιστοποιητικά Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας προ και μετά τον διαχωρισμό του, τα οποία κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας προς απόδειξη αυτού του γεγονότος). Ο καθένας από τους διαδίκους απέκτησε πλέον, όπως παραδέχθηκε ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του, χωριστό τίτλο ιδιοκτησίας επί του συμφωνηθέντος μέρους αυτού - όπως ήταν και η επιθυμία αλλά και η συμφωνία τους - και έτσι δεν συντρέχει πλέον η ανάγκη για έκδοση οποιασδήποτε μορφής διαταγμάτων. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι και την πιο πάνω επίτευξη του στόχου τους, που ήταν ο διαχωρισμός του κτήματος τους σε δύο ίσα τεμάχια, δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της από τους διαδίκους, οι οποίοι όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία, παρά τους κάποιους ενδοιασμούς και αρνήσεις του εναγόμενου στην προώθηση της υπόθεσης διαχωρισμού, εν τέλει φαίνεται ότι συνέβαλαν και οι δύο με τις υπογραφές τους και τις κοινές αιτήσεις τους προς τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες προς επίτευξη του συμφωνηθέντος αυτού σκοπού τους, με τον εναγόμενο από κάποιο στάδιο και μετά να αρνείται να συμβάλει στα κόστη που απαιτούνταν, κάτι εξάλλου που παραδέχθηκε και ο ίδιος ισχυριζόμενος όμως ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Οι διάδικοι ήταν και οι μόνοι που κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 32 έγγραφα ως τεκμήρια, κάποια από αυτά και για την αλήθεια του περιεχομένου τους και άλλα αμφισβητούμενα όπως αποδείξεις για έξοδα που έγιναν, όχι όμως για την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά ότι αυτά συνιστούσαν πράγματι έξοδα τα οποία πλήρωσε ο ενάγων προς επίτευξη του κοινού σκοπού και ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να συμβάλει σε αυτά. Δηλώθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα για τα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου στο κατάλληλο σημείο. Προχωρώ με την παράθεση και ανάλυση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου με αναφορά και στα τεκμήρια και το περιεχόμενο τους όπως και στα παραδεκτά γεγονότα. Η σύναψη μεταξύ των διαδίκων την 31.10.1999 έγγραφης «Συμφωνίας Διανομής Ακίνητης Ιδιοκτησίας» όπως τιτλοφορείται, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμ.1, δεν αμφισβητείται. Η παρούσα διαφορά, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία και τις θέσεις των δύο πλευρών, έγκειται στην ερμηνεία που δίδεται από αυτούς σε δύο από τους όρους της, των υπ΄αριθμό 4 και

  1. Καταγράφω αυτούσιους τους δύο αυτούς όρους της επίδικης συμφωνίας: Ο όρος 4 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ο διαχωρισμός του ¨Κτήματος¨ θα γίνει μέσω των Αρμοδίων Αρχών και αμέσως, αφού ζητηθεί τούτο από οποιοδήποτε από τους Συνιδιοκτήτες, του άλλου υποχρεουμένου να συμμορφωθεί με την επιθυμία αυτού και με τους όρους της παρούσας. Υποχρεούνται επίσης να προσυπογράψουν οποιαδήποτε αίτηση διαχωρισμού, δήλωση εκχωρήσεως, παραχωρήσεως, αφαίρεσης ρυμοτομίας και οτιδήποτε ήθελε νόμιμα τους ζητηθεί από τις Αρμόδιες Δημοτικές, Κτηματολογικές ή άλλες Αρχές. Σε περίπτωση διαχωρισμού, όλα τα έξοδα διαχωρισμού θα καταβληθούν κατ΄αναλογία μεριδίου από τους Συνιδιοκτήτες.» Ο όρος 6 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρεται και στο έγγραφο της 31.10.1999, συμφωνείται ρητά μεταξύ των Συμβαλλομένων πως, εάν μετά την υπογραφή της παρούσης συμφωνίας, δι' οποιονδήποτε λόγο υπάρξει ρυμοτομία, Απαλλοτρίωση ή οτιδήποτε άλλο που θα επηρεάσει αρνητικά ή θετικά το συμπεφωνημένο τεμάχιο που θα λάβει ο κάθε ένας από τους Συμβαλλομένους, τότε αυτός ο επηρεασμός θα επιβαρύνει ή θα ωφελήσει εξ ολοκλήρου εκείνον τον Συμβαλλόμενο του οποίου το τεμάχιο θα επηρεαστεί από τις τυχόν αλλαγές.» Ο ενάγων κατάθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), την οποία υιοθέτησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και την ανάγνωσε. Πέραν της ιδιότητας του όπως και αυτής του εναγόμενου ως αδελφών και συνιδιοκτητών στο επίδικο κτήμα το οποίο περιγράφει, κάνει αναφορά στη σκέψη που τους οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας διανομής του (Τεκμ. 1). Αναφέρει ότι οδηγήθηκαν σε αυτή την απόφαση επειδή γνώριζαν ότι η συνιδιοκτησία ενός ακινήτου ενέχει σειρά προβλημάτων στη κατοχή ή και χρήση ή και αξιοποίηση ή και ανάπτυξη του από τους συνιδιοκτήτες, ενώ η απόλυτη ιδιοκτησία ενός ακινήτου του ίδιου εμβαδού έχει πολύ μεγαλύτερη αξία. Γι΄ αυτό συμφώνησαν πρώτα προφορικά να διαχωρίσουν το εν λόγω τεμάχιο τους σε δύο μέρη. Για σκοπούς δικαιοσύνης έκαναν κλήρωση μεταξύ τους ως προς το πιο μέρος θα έπαιρνε ο καθένας. Αφού αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα της κλήρωσης, συνήψαν την πιο πάνω συμφωνία διανομής η οποία διελάμβανε ότι ο ενάγων θα έπαιρνε σύμφωνα με την κλήρωση που προηγήθηκε το μέρος Α, όπως αυτό καθορίστηκε επί του τοπογραφικού σχεδίου με πράσινο χρώμα, και ο εναγόμενος το μέρος Β όπως αυτό επίσης καθορίστηκε με χρώμα γαλάζιο επί του ίδιου τοπογραφικού σχεδίου το οποίο και προσυπέγραψαν. Ο καθένας θα έπαιρνε το ½ μερίδιο όπως καταγραφόταν το εμβαδόν του επί του τίτλου ιδιοκτησίας, δηλαδή από 4.140 τ.μ. Συμφωνήθηκε ότι από της υπογραφής της συμφωνίας ο καθένας θα κατείχε πλέον και θα χρησιμοποιούσε το μέρος που θα έπαιρνε αποκλειστικά σαν δικό του μέχρι που θα εκδίδονται οι χωριστοί τίτλοι για το κάθε τεμάχιο. Κάθε διάδικος ήταν υπόχρεος να υπογράφει ή και συνυπογράφει κάθε αίτηση ή και έγγραφο και να απευθύνεται στις αρμόδιες αρχές για έκδοση των απαιτούμενων αδειών διαχωρισμού ή και οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ανάπτυξη. Έκανε λεπτομερή αναφορά σε διάφορους όρους της συμφωνίας όπως και στους πιο πάνω τους υπ αριθμό 4 και
  2. Όλοι οι όροι της συμφωνίας ήταν ουσιώδεις. Στη συνέχεια έκανε αναφορά σε όλες τις διαδικασίες στις οποίες προέβησαν με σκοπό την εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών προς το σκοπό της υλοποίησης της συμφωνίας τους. Υπέβαλαν αρχικά αίτηση στον Δήμο Παραλιμνίου, που όπως δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ήταν η μόνη αρμόδια αρχή για την έκδοση άδειας διαχωρισμού και συνεπακόλουθα ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας (σχετικά είναι τα Τεκμ. 2,3,4 και 9). Με την εκδοθείσα άδεια από τον Δήμο Παραλιμνίου τους επιβλήθηκαν οι ακόλουθοι όροι: Α. Κατά μήκος της πλευράς του μέρους που θα έπαιρνε ο ενάγων θα έπρεπε να διαπλατυνθεί ο υφιστάμενος δρόμος και να κατασκευασθεί πλακόστρωτο πεζοδρόμιο πλάτους 8 ποδιών με δαπάνες των αιτητών. Β. Κατά μήκος του κοινού τους συνόρου θα έπρεπε να παραχωρηθεί μέρος του ακινήτου και να κατασκευαστεί χώρος πρασίνου με δικές τους δαπάνες. Γ. Να διορίσουν επιβλέποντα μηχανικό για την επίβλεψη των εργασιών του διαχωρισμού (σχετικά είναι τα Τεκμ. 5 και 6). Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι για να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και σαν συνεπακόλουθο ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας, έπρεπε να τηρηθούν όλοι οι όροι της άδειας διαχωρισμού. Ο ενάγων παραδέχεται ότι στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας διαχωρισμού συνέβαλαν εξίσου με τον εναγόμενο στα έξοδα της διαδικασίας. Στη συνέχεια όμως προέκυψε διαφορά μεταξύ τους εφόσον ο εναγόμενος αρνείτο να συμβάλει στα κόστη κατασκευής του πεζοδρομίου που είχε επιβληθεί ως όρος στην παροχή της άδειας, το οποίο θα έπρεπε να είχε κατασκευαστεί στο μέρος του κτήματος που θα λάμβανε ο ενάγων. Ο εναγόμενος ισχυριζόταν ότι ξεγελάστηκε και ότι εξαπατήθηκε με την υπογραφείσα συμφωνία καθώς τον εμπιστεύτηκε και αρνείτο να συμβάλει στο συγκεκριμένο κόστος κατασκευής του πεζοδρομίου με αποτέλεσμα η υλοποίηση του έργου διαχωρισμού να καθυστερεί, κάτι που θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της άδειας που είχαν λάβει. Αν δεν υλοποιείτο το έργο υπήρχε ο κίνδυνος μεταγενέστερα να τους επιβάλλονταν δυσμενέστεροι όροι προς ζημιά τους. Προς τούτο πληροφορούσε τον εναγόμενο προφορικά και αργότερα με επιστολή του αλλά και μέσω του δικηγόρου του (σχετικά είναι τα Τεκμ. 25,26 και 27) ότι θα έπρεπε να υλοποιήσουν την συμφωνία τους για τον διαχωρισμό. Επειδή ο εναγόμενος επέμεινε να μη συμβάλλει στα έξοδα που απαιτούνταν προς υλοποίηση των αναγκαίων εργασιών, αναγκάστηκε να προβεί προσωπικά ο ίδιος σε ενέργειες για την εξασφάλιση της ανανέωσης της άδειας διαχωρισμού (σχετικά είναι τα Τεκμ. 7,8 και 12). Στη συνέχεια για την αποφυγή δυσμενών επιπτώσεων από τη μη υλοποίηση της άδειας που είχαν εξασφαλίσει, ανέλαβε ο ίδιος την υλοποίηση των όρων διαχωρισμού, με δικές του αποκλειστικά πλέον δαπάνες (σχετικά είναι τα Τεκμ. 10, 11, 13 - 23, 28, 29 και 30). Γι΄αυτό και αξιώνει από τον εναγόμενο το ½ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε και στα οποία δεν συνέβαλε τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €15,702,59σ. Σημαντικές είναι οι αναφορές του ενάγοντος σε σχέση με την επίδικη διαφορά στις οι τρεις τελευταίες παραγράφους της δήλωσης του τις οποίες και καταγράφω αυτολεξεί: «Παρ. 25: Δεν συμφωνώ ότι το μέρος που μου κατανεμήθηκε με τον κλήρο και μετά στην επίδικη συμφωνία είναι προνομιακό σε σχέση με το μέρος που πήρε ο εναγόμενος. Είχε γίνει υπολογισμός και αποδοχή πριν την κλήρωση και τη συμφωνία ότι οι αξίες των δύο μερών ήταν ίσες ή οπωσδήποτε θα τις αποδεχόμασταν σαν ίσες και θα συμφωνούσαμε στη διανομή χωρίς να παρέχεται σε κανένα μας το δικαίωμα να ισχυρισθεί ότι το μέρος που πήρε ο άλλος από την κλήρωση είναι προνομιακό ή έχει μεγαλύτερη αξία. Παρ. 26: Η παράγραφος 6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ιδιαίτερα ο ισχυρισμός ότι οι πρόνοιες της παραγράφου 4 της επίδικης συμφωνίας δεν αφορούν τες δαπάνες και έξοδα του διαχωρισμού και ότι ο καθένας μας θα πλήρωνε τα έξοδα διαχωρισμού που θα αντιστοιχούσαν στο δικό του μέρος δεν είναι αποδεκτές. Είναι σαφής η πρόνοια της παραγράφου 4 της συμφωνίας σε ότι αφορά τα έξοδα διαχωρισμού ότι «όλα τα έξοδα του διαχωρισμού θα καταβάλλονται ανά ½ μερίδιο από τους συνιδιοκτήτες διαδίκους». Οι ισχυρισμοί και η επιχειρούμενη ερμηνεία σε ότι αφορά τα έξοδα διαχωρισμού είναι αυθαίρετη και είναι και η αιτία της διάρρηξης της συμφωνίας από τον εναγόμενο, ο οποίος από την αρχή μεμψιμοιρούσε ότι αδικήθηκε από την κλήρωση και το γενόμενο διαχωρισμό και αναζητά ερμηνείες και διεξόδους για αποφυγή των συμβατικών του υποχρεώσεων. Η καθαρή ερμηνεία και νόημα της παραγράφου 6 σε ότι αφορά την πρόνοια για απαλλοτρίωση και ρυμοτομία που πιθανό να γινόταν, είναι ότι μετά τη γενόμενη συμφωνία, αν οι αρμόδιες αρχές απαλλοτρίωναν κάποιο μέρος ή καθόριζαν ρυμοτομία ή γινόταν οτιδήποτε άλλο που θα επηρέαζε αρνητικά ή θετικά το οικείο μέρος να μην επηρεάζεται η υλοποίηση της συμφωνίας και τούτο για να ξεκαθαρίσει και τονίσει τον οριστικό διαχωρισμό μεταξύ των μερών του συνιδιόκτητου ακινήτου. Παρ. 27: Για τους ανωτέρω λόγους διαφωνώ ότι δικαιούται θεραπείες ως η Ανταπαίτηση του και ζητώ απόρριψη της με έξοδα. Επιπρόσθετα ζητώ απόφαση κατά του εναγόμενου για να μου καταβάλει τα ανωτέρω ποσά και διατάγματα ή και απόφαση ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης.» Κατά την αντεξέταση του ο ενάγων δεν διαφοροποιήθηκε από τις πιο πάνω θέσεις του τις οποίες στηρίζει στα όσα έχει συμφωνήσει με τον εναγόμενο και επέμεινε στην αξίωση του απορρίπτοντας αντίθετες υποβολές ή θέσεις του εναγόμενου. Ο εναγόμενος προέβαλε τη δική του εκδοχή η οποία συνίσταται στην ερμηνεία που δίδει στον όρο 6 της επίδικης συμφωνίας, επιμένοντας ότι δεν έχει καμιά υποχρέωση να συμβάλει στα έξοδα τα οποία ουσιαστικά ωφελούν το μέρος του κτήματος που έλαβε ο ενάγων και επέμεινε ότι πλήρωσε όσα του αναλογούσαν. Σημαντικές αναφορές του είναι οι ισχυρισμοί του ότι την έγγραφη συμφωνία τους με τον ενάγοντα την είχε δει ως ένα τελειωμένο έγγραφο και δεν είχε ενημερωθεί για τη σύνταξη του. Παραδέχθηκε όμως ότι το είχε διαβάσει και μετά το υπέγραψε. Παραδέχθηκε ότι είχαν προβεί σε κλήρωση των δύο τεμαχίων για σκοπούς δίκαιου διαμοιρασμού του χωραφιού από την οποία προέκυψε και η σύνταξη της έγγραφης συμφωνίας τους. Παρόλο ότι τα δύο τεμάχια ήταν ίσα και όμοια, εντούτοις αυτό το οποίο αναλόγησε στον ενάγοντα, το θεωρεί ως προνομιακό καθώς είναι γωνιακό, γι΄αυτό και προέκυψαν και τα έξοδα που διεκδικεί ο ενάγων. Παραδέχθηκε ότι η διαφορά ερμηνείας του όρου 4 είναι αυτή που προκαλεί την επίδικη διαφορά. Ανέφερε, ότι ίδιος αντιλαμβανόταν ότι ο όρος για τον διαμοιρασμό των εξόδων αφορούσε κάποια συγκεκριμένα έξοδα όπως ήταν η δημιουργία πρασίνου, αμοιβή Πολιτικού Μηχανικού, Τοπογράφου και Χωρομέτρη και την έγκριση της άδειας και ανανέωση της όπως και τα έξοδα των πινακίδων. Ισχυρίστηκε ότι ήταν υπόχρεος να συμβάλει μόνο για τα πιο πάνω έξοδα, καθώς το τεμάχιο που του αναλόγισε είχε όλες τις υποδομές και δεν χρειαζόταν κάποιο έργο για να επιτευχθεί ο διαχωρισμός του, εφόσον το δικό του μέρος διέθετε ρεύμα, ασφαλτόδρομο, τηλέφωνο και δεν χρειαζόντουσαν εργασίες από εργολάβο. Οποιαδήποτε δε έργα έγιναν δεν αφορούσαν το τεμάχιο που του αναλόγησε. Τον όρο 6 τον ερμηνεύει ότι αυτός ρητά και καθαρά μιλά ότι σε περίπτωση διαχωρισμού, αν υπάρξει ρυμοτομία, απαλλοτρίωση αυτή θα βαρύνει εκείνον που θα κατέχει το συγκεκριμένο τεμάχιο. Παραδέχθηκε ότι το τεμάχιο που αναλόγησε στον αδελφό του επηρεάστηκε από ρυμοτομία την έκταση της οποίας προσδιόρισε στα 177 τ.μ. Η διαφωνία τους προέκυψε όταν είχε δει το τελικό έγγραφο που ετοιμάστηκε και ο ενάγων ποτέ δεν του είπε για έξοδα που θα αφορούσαν το δικό του τεμάχιο. Παρόλα αυτά υπέγραψε το επίδικο έγγραφο καθώς ήταν καλοί οι όροι που τους επέβαλε ο Δήμος. Τέλος, παραδέχθηκε ότι όταν κατάθετε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.12.2014 είχαν πλέον εκδοθεί χωριστοί τίτλοι για τα τεμάχια τους και ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία διαχωρισμού. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι είχαν πάει μαζί με τον ενάγοντα στον συγκεκριμένο δικηγόρο που είχε αναλάβει την ετοιμασία της επίδικης συμφωνίας λέγοντας ότι ήταν κοινός γνωστός τους, ισχυριζόμενος όμως ότι με τον ενάγοντα ήταν περισσότερο φίλος και δεν είχαν ρωτήσει τον ίδιο για να πάρουν τη γνώμη του όταν σύνταξαν τη συμφωνία. Οι ενέργειες διαχωρισμού του χωραφιού τους διενεργήθηκαν από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν και επιχειρηματίας ανάπτυξης γης και τον εμπιστευόταν ως αδελφό του που ήταν και ο οποίος ασχολείτο με αυτά τα θέματα. Επέμεινε ότι η διαφωνία τους έγκειται στον τρόπο ερμηνείας από τον καθένα τους του όρου 4 της επίδικης συμφωνίας και σε σχέση με τον όρο 6 ανέφερε ότι στο δικό του τεμάχιο δεν έγιναν οποιαδήποτε έργα. Ο ίδιος πλήρωσε όσα του αναλογούσαν και διερωτήθηκε γιατί ερωτάται για έξοδα που αφορούσαν το τεμάχιο που αναλόγησε στον ενάγοντα. Παραδέχθηκε ότι στο δικό του τεμάχιο αναλόγησε μια κατοικία 55 τ.μ. που είχε ανεγείρει από το 1975 ο πατέρας τους και η οποία αρνήθηκε ότι ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Παραδέχθηκε ότι υπήρχε πλαγιόδρομος που εφαπτόταν στο ένα από τα υπό διαχωρισμό τεμάχια και ότι το ένα θα ήταν αναγκαστικά γωνιακό. Παραδέχθηκε ότι δεν διαμαρτυρήθηκαν για τους όρους που τους επιβλήθηκαν από την αρμόδια αρχή μετά την έγκριση της αίτησης τους. Παραδέχθηκε επίσης ότι οι όποιες υποδομές υπήρχαν στο χωράφι, πριν από τον διαχωρισμό του, αφορούσαν όλο το χωράφι αλλά επέμεινε ότι σε αυτό που τελικά του αναλόγησε παρέμειναν όλες αυτές οι υποδομές. Σε υποβολή ότι για τους όρους που τους επιβλήθηκαν θα επωφελούνταν οι δημότες του Δήμου Παραλιμνίου και το κοινό γενικά, ανάφερε ότι επωφελείτο παράλληλα και ο ενάγων. Παρόλο ότι δεν είναι εκτιμητής ακινήτων εντούτοις εκτιμά ότι το τεμάχιο που αναλόγησε στον ενάγοντα είναι προνομιακό. Επέμεινε ότι έχει πληρώσει ό,τι του αναλογούσε από τα έξοδα που έγιναν. Σε υποβολή δε ότι ο ενάγων συμμορφώθηκε και εκτέλεσε τα έργα με δικά του έξοδα για να συμμορφωθούν με την άδεια διαχωρισμού, ανέφερε ότι ο ενάγων πήρε το προνομιακό τεμάχιο καθώς αυτό είναι γωνιακό. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους και σε αναφορά στη δοθείσα μαρτυρία υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του πελάτη τους. Η κα Χ¨ Κωνσταντή υποστήριξε ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό που του αναλογούσε στα κόστη διαχωρισμού του κτήματος, ως ήταν η συμφωνία τους, και να καταδικαστεί στα έξοδα της αγωγής. Ο κ. Βασιλακκάς υποστήριξε ότι ο πελάτης του πλήρωσε όσα του αναλογούσαν και έτσι δεν οφείλει τίποτε στον ενάγοντα και εισηγήθηκε να απορριφθεί η αξίωση του ενάγοντος και επιβαρυνθεί με τα έξοδα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Παρακολούθησα με προσοχή τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο όταν κατάθεσαν ενόρκως στο Δικαστήριο και με την ίδια προσοχή μελέτησα και το υπόλοιπο έγγραφο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου σε συσχετισμό με τις έγγραφες προτάσεις. Με γνώμονα τις αρχές όπως διαχρονικά έχουν αναλυθεί από την νομολογία μας σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, μεταξύ άλλων (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου,

(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ.: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι:«... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής. (βλ. ακόμα την Αντωνίου v. Χρυσάνθου,
(2003)1 (B) AAΔ.789). Πιο πρόσφατα ακόμη, στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας θα έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω την σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με τα παραδεκτά γεγονότα και την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ.12 -20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447. Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια. Ο ενάγων μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Ήταν άμεσος και απαντούσε ευθέως και με φυσικό τρόπο. Σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση του δεν υπέπεσε σε οποιανδήποτε αντίφαση. Κρίνω ότι ήταν ένας ειλικρινής μάρτυρας του οποίου το σύνολο της μαρτυρίας του αποδέχομαι ως ειλικρινή και ανταποκρινόμενη στα αληθή γεγονότα της υπόθεσης. Η μαρτυρία του περαιτέρω βρίσκει έρεισμα στην επίδικη συμφωνία και στην υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε υπόψη μου. Ο εναγόμενος δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Διέκρινα σε αυτόν προσπάθεια να απεκδυθεί τη δική του αναληφθείσα ευθύνη για την εξίσου συμβολή του σε όλα τα έξοδα που απαιτούνταν για την επίτευξη του διαχωρισμού του επίδικου κτήματος, κατά την οποία υπέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις, η γενική δε θεώρηση της μαρτυρίας του καταδεικνύει εγγενείς αδυναμίες εφόσον αυτή δεν βασιζόταν στην γραπτή μαρτυρία που αφορούσε την επίδικη συμφωνία του με τον ενάγοντα. Θα σταχυολογήσω από αυτή τα ακόλουθα χαρακτηριστικά σημεία: - Ήταν φυσικό ως εκ της ιδιότητας τους ότι την απόφαση για τη διανομή και ακολούθως το διαχωρισμό του επίδικου κτήματος ότι θα την λάμβαναν από κοινού με τον έτερο συνιδιοκτήτη του, εφόσον ο διαχωρισμός θα απέβαινε, όπως παραδέχθηκαν και οι δύο προς όφελος τους και σε αυτό αποσκοπούσε, εντούτοις δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι ήταν ο ενάγων από μόνος του που ετοίμασε την επίδικη συμφωνία με τον δικηγόρο με τον οποίο ήταν «περισσότερο φίλος» όπως είπε. Είχε δει τη συμφωνία, όπως ανέφερε, ως «ένα τελειωμένο έγγραφο», όμως, έστω και έτσι να είχαν τα πράγματα, θα μπορούσε να αξιώσει να τροποποιηθεί η συμφωνία κατά τον τρόπο που αυτός ήθελε, να θέσει δηλαδή τους δικούς του όρους και αν δεν υπήρχε συμφωνία με αυτούς να μην την υπέγραφε. Ήταν όμως η θέση του ενάγοντος, την οποία και αποδέχομαι, ότι ο δικηγόρος που ανέλαβε τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας τους ήταν της επιλογής του εναγόμενου. Είναι δε περίεργο να επικαλείται δυσμενείς όρους στην εν λόγω συμφωνία όταν ο ίδιος επικαλείται όρο της για να θεμελιώσει τη θέση του, δίδοντας ασφαλώς σε αυτόν τη δική του ερμηνεία, σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντος. Δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε εξαναγκασμό του στην υπογραφή της συμφωνίας. Τουναντίον επικαλέστηκε την εμπιστοσύνη που είχε στον αδελφό του - ενάγοντα. Η κλήρωση που διενήργησαν μπορεί κατά την αντίληψη του να μην τον ευνόησε, όμως θεώρησαν και οι δύο ως τη πιο δίκαιη μέθοδο για τον δίκαιο διαχωρισμό του κτήματος τους και γι΄αυτό προχώρησαν στην υλοποίηση του συνάπτοντας της επίδικη συμφωνία. - Η ερμηνεία που δίδει στους όρους 4 και 6 της επίδικης συμφωνίας δεν συνάδουν με το γράμμα τους. Είναι φανερό ότι προσπάθησε να την ερμηνεύσει με το κατά πως τον συνέφερε. - Παραδέχθηκε ότι οι υποδομές που διέθετε το κτήμα αφορούσαν ολόκληρο το κτήμα όταν αυτό ήταν ενιαίο τεμάχιο. Επομένως η θέση του, ότι δεν θα έπρεπε να εξαναγκασθεί να συμβάλει σε έξοδα που δεν αφορούσαν το δικό του τεμάχιο, δεν μπορεί να είναι συμβατή με τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Οι όροι που επιβλήθηκαν από την αρμόδια αρχή και θα έπρεπε να είχαν εκπληρωθεί για να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό εγκρίσεως του διαχωρισμού αφορούσαν το κτήμα στο σύνολο του, αυτό αποδεικνύουν και τα σχετικά έγγραφα - τεκμήρια όπως είναι η άδεια που παραχωρήθηκε. Η εκπλήρωση αυτών των όρων καθιστούσε υπόχρεους και τους δύο συνιδιοκτήτες του όπως είχαν αναλάβει σχετική υποχρέωση με την επίδικη συμφωνία. Επομένως, η θέση του ότι δεν μπορούσε να εξαναγκασθεί στην οικονομική συμβολή του για όσες από αυτές δεν επηρέαζαν δήθεν το δικό του τεμάχιο δεν συνάδει με όρους της συμφωνίας την οποία υπέγραψε. - Ανέφερε ότι η διαφωνία του προέκυψε αμέσως μόλις είχε δει το έγγραφο που ετοιμάστηκε και ότι ο ενάγων δεν του είπε ποτέ ότι θα τον επιβάρυνε με έξοδα που αφορούσαν το δικό του τεμάχιο. Αυτή η θέση του δεν συνάδει με το γράμμα και το πνεύμα της επίδικης συμφωνίας. Ο όρος 4 ως προς τον επιμερισμό των εξόδων εξίσου και στους δύο, δεν αφήνει περιθώρια για άλλη ερμηνεία και ούτε οι πρόνοιες του όρου 6 διαφοροποιούν αυτή την αντίληψη. Είναι δε γι΄αυτό που ο ενάγων δεν αξίωσε από αυτόν να επιμεριστεί και στα δύο τεμάχια η έκταση που κατέλαβε τελικά η ρυμοτομία από το δικό του τεμάχιο, εφόσον αυτό προνοείτο στον όρο 6 της συμφωνίας τους. - Εξηγώντας τι τον ώθησε να υπογράψει την επίδικη συμφωνία, ανέφερε ότι ήταν καλοί οι όροι που τους επιβλήθηκαν από τον Δήμο κατά την έκδοση της άδειας. Η επίδικη συμφωνία όμως είχε υπογραφεί πριν υποβληθεί η αίτηση τους στον Δήμο και σε αυτό αποσκοπούσε, να μπορέσουν δηλαδή να αποταθούν με αίτηση τους στην αρμόδια αρχή για την έκδοση άδειας διαχωρισμού. Επομένως κατά τη σύναψη της δεν γνώριζε τι όροι θα μπορούσαν να είχαν επιβληθεί. Εξάλλου σε αυτό αποσκοπούσε και η επιστολή τους που συνόδευε την αίτηση τους η οποία υποβλήθηκε την 17.09.2001 και η οποία φαίνεται στο Τεκμ.31 με την οποία ζητούσαν να μην τους επιβληθούν όροι που θα τους επιβάρυναν οικονομικά για τους λόγους βέβαια που εξηγούσαν. - Η θέση του πάλι περί προνομιακού μέρους, αυτού που αναλόγησε στον ενάγοντα, δεν τεκμηριώθηκε με μαρτυρία ειδικού περί τούτου. Ο ενάγων έκανε αναφορά σε αυτό το θέμα και εξέφρασε τη δική του αντίληψη για αυτό το ζήτημα και ανέφερε ότι ενέχει και υποκειμενική διάσταση η οποία είναι ότι ένα γωνιακό τεμάχιο μπορεί να είναι μειονεκτικό από τυχόν θόρυβο που μπορεί να το επιβαρύνει αλλά και αντικειμενική, ότι δηλαδή ένα ορθογωνισμένο τεμάχιο αξιοποιείται πολλές φορές πιο ορθολογιστικά. Εξαρτάται δηλαδή πως το βλέπει ο καθένας. Από την άλλη ο εναγόμενος δεν έκανε αναφορά καθόλου στο πλεονέκτημα ότι στο δικό του τεμάχιο αναλόγησε και η κατοικία που είχαν ανεγείρει σε αυτό οι γονείς τους και της οποίας θα καθίστατο πλέον αποκλειστικός ιδιοκτήτης. Επομένως, δεν συνάδει η θέση του περί μειονεκτικού ή πλεονεκτικού τεμαχίου κατά τα πιο πάνω αλλά και αυτό το ενδεχόμενο είχε προβλεφθεί με όρους της επίδικης συμφωνίας αλλά και η επιλογή του κλήρου απέδωσε ένα δίκαιο τρόπο διαχωρισμού του. - Αν κατά την αντίληψη του εναγόμενου η κατασκευή του πεζοδρομίου επηρεάζει θετικά το μέρος που αναλόγισε στον ενάγοντα, αυτό προνοείται ρητά στη συμφωνία τους στον όρο 6 και δεν μπορεί εκ των υστέρων να διαμαρτύρεται γι΄αυτό. - Επίσης ότι ο διαχωρισμός όπως τον συμφώνησαν καθιστούσε το ένα από τα δύο τεμάχια γωνιακό και κατά την αντίληψη του προνομιακό, το γνώριζε εξ αρχής. Αν είχε διαφορετική άποψη για το πώς θα έπρεπε να γίνει ο διαχωρισμός διαφορετικά δεν θα έπρεπε να προχωρούσε στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας αλλά να προτείνει την δική του θέση. Η ερμηνεία της επίδικης σύμβασης ενέχει μεγάλη σημασία προς επίλυση της επίδικης διαφοράς, προς τούτο θα παραθέσω στη συνέχεια σχετική νομολογία που ασχολείται με αυτό το ζήτημα. Στην υπόθεση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v. Μούτση,
(2000)1 ΑΑΔ 1890 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια αυτή πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων και η ερμηνεία πρέπει να περιορίζεται μέσα στα πλαίσια των σκέψεων των συμβαλλομένων. Τούτο εξυπακούει ότι όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο (Ιδέ Jacobs v. Βatavia and General Plantations Trust [1924] 1 Ch. 287). Ένας βασικός κανόνας ερμηνείας ενός εγγράφου είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning), όπως είναι γενικά κατανοητές (Robertson v. French [1803] 4 East 130. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Beard v. Moira Colliery Co. ([1915] 1 Ch.257, "Στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους.» Ο Λόρδος Ellenborough C.J. στην υπόθεση Robertson v. French [1803] 4 East 130, σ. 135 είπε ότι, «It is to be construed according to its sense and meaning as collected in the first place from the terms used in it, which terms are themselves to be understood in their plain, ordinary and popular sense unless they have generally in respect of the subject-matter, as by the known usage of trade or the like, acquired a peculiar sense different from the popular sense of the same words or unless the context evidently pointed out that they must in the particular instance and in order to effectuate the immediate intention of the parties to that contract be understood in some other and peculiar sense.» Αναφορικά με το ίδιο θέμα ο Jessel M.R. στην υπόθεση Re Levy, ex p. Walton [1881] 17 Ch.D. 746 τόνισε ότι, «The grammatical and ordinary sense of the words is to be adhered to, unless that would lead to some absurdity, or some repugnance or inconsistency with the rest of the instrument, in which case the grammatical or ordinary sense of the words may be modified, so as to avoid that absurdity and inconsistency, but no further.» Στην Κύπρο η ερμηνεία του όρου ενός εγγράφου εξετάστηκε μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 ΑΑΔ 407 όπου ο κ. Πικής, Π τόνισε ότι: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos [1982] 1 CLR 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.» Στην υπόθεση Mavrou v. Theodorou,
(1984)C.L.R. 635) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο.» Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Panayiotou v. Island Beach Development,
(1985)1 CLR 623). Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny, [1861] H.L.C. 114 o Lord Wenesleydale είπε στη σελ. 146:- «The question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions.» Στην υπόθεση Hilbers v. Parkinson [1883] 25 Ch.D.200, o Δικαστής Pearson είπε στη σελ. 203:- «I conceive that deeds are to be con-strued not only strictly according to their words, but so far as possible, without infringing any rule of law, in such a way as to effectuate the intention of the parties.» (Βλ. επίσης για το ίδιο ζήτημα την υπόθεση Georghiades v. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428). Το γράμμα της επίδικης συμφωνίας δεν συνηγορεί κατά την άποψη μου στην ερμηνεία που δίδει σε αυτή ο εναγόμενος. Η κατά γράμμα ερμηνεία, η οποία κατά την άποψη μου είναι η ορθή ερμηνευτική μέθοδος με την οποία θα πρέπει να ερμηνευθούν οι όροι 4 και 6 της επίδικης σύμβασης, για τους οποίους έγινε ιδιαίτερος λόγος κατά την παράθεση της μαρτυρίας, δεν αφήνουν αμφιβολία για το τι πραγματικά συμφώνησαν και δεσμεύτηκαν να πράξουν οι συμβαλλόμενοι. Με αυτή οι συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει να διαχωρίσουν το συνιδιόκτητο κτήμα τους σε δύο ίσα χωριστά τεμάχια. Όπως ανέφεραν και οι δύο συμβαλλόμενοι - διάδικοι, κατά την προφορική τους μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού τα είχαν χωρίσει σε τοπογραφικό σχέδιο κατά προσέγγιση - «γίνεται ενδεικτικά και μόνον» - όπως αναγράφεται και στον όρο 2(δ) αυτής, και τα χρωμάτισαν με διαφορετικό χρώμα, το ζήτημα ποιο θα έπαιρνε ο καθένας το έλυσαν με κλήρωση για «σκοπούς δικαιοσύνης», όπως και πάλι χαρακτηριστικά ανέφεραν. Το αποτέλεσμα της κλήρωσης δεν αμφισβητείται από οποιονδήποτε. Το αίσθημα και μόνο της αδικίας από το οποίο διακατεχόταν από τότε ο εναγόμενος, αφού κατά την άποψη του δεν τον ευνόησε η κλήρωση, δεν είναι ικανό από μόνο του να ανατρέψει το αποτέλεσμα της. Παρόλα αυτά επέλεξε να προχωρήσει η συμφωνία συμβάλλοντας στα αρχικά έξοδα που κατά τον όρο 4 της συμφωνίας θα έπρεπε να τα επωμίζονταν εξίσου ο καθένας τους «Σε περίπτωση διαχωρισμού, όλα τα έξοδα διαχωρισμού θα καταβληθούν κατ΄ αναλογία μεριδίου από τους συνιδιοκτήτες». Προχώρησαν με υποβολή αίτησης στην αρμόδια αρχή τον Δήμο Παραλιμνίου. Εξασφάλισαν άδεια και ο διαχωρισμός του κτήματος σε δύο ίσα μερίδια δεν αμφισβητήθηκε από οποιανδήποτε πλευρά. Είναι παραδεκτό ότι χωρίς εκπλήρωση των όρων που επιβλήθηκαν από την αρμόδια αρχή, που ήταν ο Δήμος Παραλιμνίου, δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί πιστοποιητικό εγκρίσεως του διαχωρισμού και δεν θα μπορούσαν οι συμβαλλόμενοι να προωθήσουν την διαδικασία στο κτηματολόγιο για την έκδοση χωριστών τίτλων. Τέτοιος όρος ήταν και η κατασκευή πεζοδρομίου και η τοποθέτηση όλων των απαραίτητων έργων υποδομής και στα δύο υπό δημιουργία τεμάχια. Ακόμη επιβλήθηκε και όρος ρυμοτομίας. Αυτός, όπως είναι παραδεκτό, επιβάρυνε το τεμάχιο που αναλόγισε στον ενάγοντα σε μια πλευρά του οποίου επιβλήθηκε αυτός ο όρος και έτσι το τεμάχιο του ενάγοντος είναι μικρότερο κατά το ποσοστό που αφαιρέθηκε και παραχωρήθηκε για σκοπούς ρυμοτομίας. Ο ενάγων γι΄αυτό το ζήτημα δεν ζήτησε ανάλογη συμβολή από μέρους του εναγόμενου εφόσον αναγνωρίζει ότι αυτό το ζήτημα ρυθμίζεται από τον όρο 6 της συμφωνίας και ήταν υποχρέωση του έστω και αν μειωνόταν το εμβαδόν του δικού του τεμαχίου. Η κατασκευή όμως πεζοδρομίου ως όρος που επιβλήθηκε από την άδεια διαχωρισμού, τα έξοδα του οποίου κατέβαλε ο ενάγων, δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες αποκλειστικά του μέρους που αναλόγισε στον ενάγοντα, έστω και αν αυτό θα έπρεπε να κατασκευαστεί σε μια πλευρά του δικού του τεμαχίου, εξυπηρετούσε ανάγκες του δημοσίου όπως παραδέχθηκε και ο εναγόμενος επίσης στην αντεξέταση του, επομένως είναι αυτονόητο ότι το κόστος κατασκευής του θα πρέπει να επιβαρύνει εξίσου και τους δύο συνιδιοκτήτες ως η συμφωνία τους. Έχοντας κατά νου τα προαναφερόμενα θα συμφωνήσω με την ερμηνεία των όρων 4 και 6 που δίδεται από τον ενάγοντα, ότι δηλαδή ο καθένας ήταν εξίσου υπόχρεος στο να συμβάλει σε όλες τις δαπάνες που θα απαιτούνταν προς εκπλήρωση του σκοπού τους και όχι μόνο σε όσες αναλογούσαν ή επηρέαζαν το τεμάχιο που τους αναλόγησε με τη κλήρωση που διενήργησαν την οποία θεώρησαν την πιο δίκαιη μέθοδο διαχωρισμού του κτήματος τους. Χωρίς την εκπλήρωση των όρων της άδειας διαχωρισμού είναι παραδεκτό ότι αυτός δεν θα πραγματοποιείτο και αυτό θα απέβαινε όπως παραδέχθηκαν και οι δύο πλευρές σε βάρος τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να εκδώσω απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €15.702,59σ. με νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής μέχρι της εξόφλησης του. Είναι επόμενο της πιο πάνω κατάληξης μου ότι η ανταπαίτηση δεν έχει καμιά τύχη και απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα εφόσον αυτή εκδικάστηκε ταυτόχρονα με την αξίωση του ενάγοντος και έτσι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη επιβάρυνση στη διαδικασία. Επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγομένου δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.