← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC CONMPANY LIMITED ν. Χαράλαμπου Φλουρή κ.α., Αρ. Αγωγής:1065/2014, 8/3/2016

BANK OF CYPRUS PUBLIC CONMPANY LIMITED ν. Χαράλαμπου Φλουρή κ.α., Αρ. Αγωγής:1065/2014, 8/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1065/2014 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC CONMPANY LIMITED Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση και

  1. Χαράλαμπου Φλουρή
  2. Ανδρέα Αεροπόρου Εναγόμενου 1/Αιτητή Ημερομηνία: 8.03.2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/καθ΄ης η αίτηση: Η κα Ε. Οικονόμου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 1/αιτητή: Ο κ. Πέτρου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση για παραμερισμό ή/και ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου) Η ενάγουσα/ καθ΄ης η αίτηση την 12.11.2014 πέτυχε απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή της εναντίον του εναγόμενου 1 στην απουσία του καθώς δεν είχε καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Η απόφαση διαλαμβάνει ότι ο εναγόμενος 1 οφείλει να πληρώσει σε αυτή το ποσό των €70.489,04σ πλέον το ποσό των €335.647,48σ. με τόκο επί αμφοτέρων των ποσών προς 12% ετησίως από 1.07.2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30.06 και 31.
  3. εκάστου έτους. Επίσης είχε εκδοθεί απόφαση για τα έξοδα για ποσό €1.385,00 με τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των €1.326,00 από 22.08.2014 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. και €21,00 έξοδα επίδοσης. Πρόσθετα εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατασσόταν η εκποίηση της Υποθήκης Υ.1236/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου εναντίον του εναγόμενου 1 (για το ½ μερίδιο που ανήκει στον εναγόμενο 1) διά δημοσίου πλειστηριασμού. Η απόφαση διαλαμβάνει επίσης ότι το προϊόν από την πώληση της υποθήκης να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση της ως άνω απαιτήσεως των εναγόντων και των εξόδων της αγωγής, οποιοδήποτε δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο
  4. Ο εναγόμενος 1 την 20.03.2015 καταχώρισε την παρούσα αίτηση με την οποία επιζητεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ή και να επιτρέπεται η ακύρωση ή /και ο παραμερισμός της απόφασης (set aside judgment). Η νομική βάση της αίτησης είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.17 Θ. 10, η Δ.48 Θ. 1-9 και η συμφυής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγόμενου 1 ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα αγωγή και την παρούσα αίτηση πλην εκείνων για τα οποία ρητά αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Η αγωγή, αναφέρει, αφορούσε και τον εναγόμενο 2 Ανδρέα Αεροπόρο. Το κλητήριο της αγωγής επιδόθηκε πρώτα στον εναγόμενο 2 στις 23.09.2014 και αργότερα στις 25.9.2014 επιδόθηκε στον ίδιο. Όταν τους επιδόθηκε το κλητήριο επικοινώνησαν μεταξύ τους και συνεννοήθηκαν να διορίσουν και οι δύο τον ίδιο δικηγόρο και συγκεκριμένα τον κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη από την Λάρνακα, τον οποίο γνώριζε ο εναγόμενος 2 από άλλες υποθέσεις που είχε στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο. Στην συνέχεια φαίνεται ότι ο εναγόμενος 2 επισκέφθηκε τον δικηγόρο κ. Μαθηκολώνη και υπέγραψε σ' αυτόν τον Τύπο Διορισμού του ως δικηγόρου του. Ο εναγόμενος 2 του είχε πει ότι ο κ. Μαθηκολώνης του παρέδωσε Έντυπο Διορισμού Δικηγόρου για να το υπογράψει και αυτός, έτσι ώστε να ενεργήσει εκ μέρους και των δύο τους. Ο εναγόμενος 2 στην συνέχεια, στον οποίο έδωσε το Έντυπο Διορισμού Δικηγόρου για να τον διευκολύνει και να το παραδώσει στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μαθηκολώνη αφού θα τον επισκεπτόταν σύντομα, όπως του ανάφερε, σε σχέση με άλλη μεγάλη υπόθεση που είχε αναθέσει στο γραφείο του. Ισχυρίζεται ότι, όπως φάνηκε στην συνέχεια, ο εναγόμενος 2 είχε ξεχάσει να παραδώσει ή και να στείλει στο γραφείο του κ. Μαθηκολώνη τον Τύπο Διορισμού Δικηγόρου που είχε υπογράψει, με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης για αυτόν. Ως αποτέλεσμα της παράλειψης αυτής όπως εκ των υστέρων διαπίστωσε, εκδόθηκε εναντίον του η απόφαση. Ήταν με την εντύπωση ότι είχε καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης τόσο για αυτόν όσο και για τον εναγόμενο 2, μέχρι που στις 17.2.2015 έλαβε ειδοποίηση για ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας. Μετά που έλαβε την ως άνω ειδοποίηση κατάσχεσης κινητής περιουσίας του ημερ. 17.2.2015, επικοινώνησε αμέσως με τον κ. Μαθηκολώνη τον οποίο ενημέρωσε σχετικά για την εν λόγω ειδοποίηση και θέλησε να μάθει τι είχε γίνει στην εν λόγω υπόθεση. Κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε ο κ. Μαθηκολώνης τόσο στο φάκελο της υπόθεσης τους στο γραφείο του όσο και στον φάκελο του Δικαστηρίου, τον πληροφόρησε ότι δυστυχώς ένεκα του ότι δεν είχε παραλάβει στο γραφείο του Τύπο Διορισμού Δικηγόρου εκ μέρους του, είχε καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης μόνο για τον εναγόμενο 2 και όχι για αυτόν. Αφού ενημερώθηκε για τα πιο πάνω επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2 και του ανάφερε τα όσα πληροφορήθηκε από τον κ. Μαθηκολώνη και αυτός του ανάφερε ότι δυστυχώς είχε ξεχάσει να παραδώσει στον κ. Μαθηκολώνη τον Τύπο Διορισμού Δικηγόρου που του είχε υπογράψει. Περαιτέρω, εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και σύμφωνα με την γνώμη του δικηγόρου τους κ. Μαθηκολώνη, έχουν πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή εναντίον τους η οποία συνίσταται στον ισχυρισμό του κατ' αρχήν ότι οι ενάγοντες δεν χρεοπίστωναν και δεν τηρούσαν τον επίδικο λογαριασμό, σύμφωνα με τους νόμιμους όρους των επιδίκων συμφωνιών, αλλά χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό κατά τρόπο αυθαίρετο και παράνομο με μεγαλύτερα ποσοστά επιτοκίου από τα συμφωνηθέντα και χρέωναν τους επίδικους λογαριασμούς με επιτόκια ή και τόκους τους οποίους μονομερώς αύξαναν με βάση καταχρηστικούς, αόριστους, παράνομους, άκυρους και ανεφάρμοστους όρους των επίδικων συμφωνιών. Συγκεκριμένα είναι η θέση του, μεταξύ άλλων, ότι η χρεοπίστωση των επίδικων λογαριασμών με επιτόκια ή και τόκους με βάση τους όρους 4(β), 4(γ), 7(γ), 7(δ) και 7(ε) της έκθεσης απαιτήσεως, είναι παράνομοι και αυθαίρετοι συνεπεία του ότι οι εν λόγω όροι είναι προφανώς από το περιεχόμενο τους όχι μόνο αόριστοι ή και ασαφείς ή και αβέβαιου περιεχομένου αλλά είναι περαιτέρω καταφανώς καταχρηστικοί, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι. Εξάλλου, όλοι οι όροι των επίδικων συμφωνιών ήσαν έντυποι και προκατασκευασμένοι από τους ίδιους τους ενάγοντες για γενική χρήση από όλους τους πελάτες τους και ήσαν όροι που δεν αποτέλεσαν ούτε και μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Πέραν των ανωτέρω, είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες εσφαλμένα, αντισυμβατικά και παράνομα, χρεοπίστωναν τους επίδικους λογαριασμούς με βάση επιτόκιο Libor αντί το συμφωνηθέν που ήταν Euribor. Επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως τεκμήριο κατάσταση επιτοκίων Libor που κατάθεσαν οι ενάγοντες στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της απόδειξης της υπόθεσης εναντίον του. Τέλος, είναι ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες δεν εδικαιούντο να χρεώνουν τους επίδικους λογαριασμούς με επιτόκιο προς 10% ή και 12% που τελικά πέτυχαν να εξασφαλίσουν με την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αμφισβητεί το υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούνται πράγματι οι ενάγοντες και εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι τα αξιούμενα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών είναι εσφαλμένα και αδικαιολόγητα. Σύμφωνα και με τη νομική συμβουλή του κ. Μαθηκολώνη, η επίδικη υποθήκη της παραγράφου 13 της αγωγής είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και πρέπει να εξαλειφθεί διότι η δήλωση υποθήκης ή και η σύμβαση υποθήκης καταρτίστηκαν κατά παράβαση των ρητών προνοιών του Άρθρου 21

(1)(γ) της Περί Υποθηκών Νομοθεσίας και συγκεκριμένα για τους ακόλουθους λόγους. Οι Δηλώσεις υποθηκών ή και οι συμβάσεις υποθηκών που υπογράφηκαν είναι παράνομες ή και άκυρες με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 4
(1), 5
(1)&
(2), 8 (α), (β) και (γ), 10 & 21
(1)(γ), (δ), (ε) και
(2)του Ν. 9/ 65 και εν πάση περιπτώσει οι επίδικες υποθήκες ή και η εγγραφή τους είναι παράνομες διότι το περιεχόμενο ή και οι όροι ή και οι πρόνοιες των επίδικων δηλώσεων ή και των συμβάσεων υποθηκών δεν είναι σύμφωνες ή και είναι αντίθετες ή και παραβιάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ), (δ), (ε) &
(2)του Ν.9/ 65 και κατά συνέπεια η υποθήκευση των επιδίκων ακινήτων περιουσιών είναι άκυρες ή και έγιναν παράνομα και δέον όπως ακυρωθούν για τους ακόλουθους λόγους: (Ι) Διότι με βάση τις επίδικες δηλώσεις ή και συμβάσεις υποθηκών που τις συνοδεύουν, το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) και τούτο διότι με βάση τους όρους της δήλωσης υποθήκης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα που εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζονται ούτε είναι δυνατό να υπολογιστούν και με αποτέλεσμα να δημιουργείται υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να καταβάλει ποσό πέραν του ποσού της υποθήκης χωρίς να καθορίζεται παράλληλα το μέγιστο ποσό της πιθανής υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη. (ΙΙ) Διότι με βάση το περιεχόμενο της δήλωσης υποθήκης ή και της σύμβασης υποθήκης, ο τόκος ή και το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένος ούτε και δυνάμενος να προσδιορισθεί όπως προβλέπεται στο σχετικό άρθρο της Νομοθεσίας που αναφέρεται ανωτέρω. (ΙΙΙ) Διότι ο καθορισμός του επιτοκίου στις επίδικες δηλώσεις ή και τις συμβάσεις υποθηκών ως κυμαινόμενου ή και ως διαφοροποιημένου με βάση τις πρόνοιες των εν λόγω εγγράφων, καθιστά το ποσοστό του επιτοκίου μη καθορισμένο ούτε δυνάμενο να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό όπως επιβάλλεται από τη νομοθεσία. (IV) Διότι με βάση τους όρους της επίδικης δήλωσης και κυρίως της σύμβασης υποθήκης η υποθήκη καλύπτει υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών ή και των περιορισμών που τίθενται με βάση το άρθρο 21
(1)(γ) του ως άνω νόμου με βάση το οποίο η υποθήκη επιτρέπεται να καλύπτει αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου πλέον τόκο. Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως της η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16,17 Θ.2,3,4,10 και 11, Δ.26 Θ. 14, Δ.34 Θ. 2 και 3, Δ.48 Θ. 4 και 9 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960)άρθρα 32 και 47και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τις οποίες επικαλείται ο εναγόμενος 1 - αιτητής γι' αυτό η αίτηση του θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
  2. Η συμπεριφορά του εναγόμενου 1 - αιτητή έναντι των διαδικασιών του Δικαστηρίου υπήρξε τέτοια που ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση και ασέβεια στη δικαστική διαδικασία.
  3. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρει ο εναγόμενος 1 - αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του δεν αιτιολογούν τη μη έγκαιρη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του.
  4. Κανένα γεγονός δεν αναφέρεται στην αίτηση ή/και στην Ένορκη Δήλωση του αιτητή που να ευσταθεί και να μπορεί να υποστηρίξει την αίτηση του για παραμερισμό ή ακύρωση της Δικαστικής Απόφασης.
  5. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν έχει ή/και δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή ή/και λογική υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα επί της ουσίας της αγωγής. Δεν αναφέρει κανένα γεγονός που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο έτσι ώστε το τελευταίο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του εναγομένου 1 και να ακυρώσει την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 12/11/
  6. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε απτά ή/και ικανοποιητικά στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει καλή υπεράσπιση. Τα όσα δε αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του είναι αόριστες και ασαφείς τοποθετήσεις και γενικές, αόριστες και αβάσιμες αναφορές και δεν αποκαλύπτουν ουσιώδη στοιχεία υπεράσπισης.
  7. Η χρέωση του επιτοκίου όπως και το ύψος αυτού έγινε από τους καθ' ών η αίτηση νομότυπα και σύμφωνα με τους όρους των γραπτών συμφωνιών μεταξύ των μερών και τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν ευσταθούν.
  8. Τα έγγραφα και η σύμβαση της υποθήκης αρ.Υ1236/2008 έγιναν νομότυπα και είναι καθόλα νόμιμα και τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν ευσταθούν.
  9. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν έχει δώσει οποιαδήποτε αποδεκτή ή/και εύλογη αιτιολογία για την παράληψη εμφάνισής του στο Δικαστήριο και για το ότι άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και για το χρόνο που πέρασε χωρίς αυτός να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος, της έκδοσης της εναντίον του Δικαστικής Απόφασης ήτοι την 12/11/2014 καθώς και μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης την 20/03/2015, χωρίς αυτός να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την υπεράσπισή του.
  10. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν ενήργησε άμεσα και χωρίς χρονοτριβή από την ημέρα που έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης εναντίον του ήτοι την 17/02/2015, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης του την 20/03/
  11. Επίσης ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν έδωσε οποιαδήποτε αιτιολογία που να δικαιολογεί τη μη άμεση και χωρίς χρονοτριβή ενέργεια του.
  12. Σε περίπτωση ακύρωσης ή παραμερισμού της νόμιμα εκδοθείσας υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 12/11/2014, οι τελευταίοι θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους ως επιτυχόντες διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και δεν θα διασφαλισθεί το νόμιμο δικαίωμα τελεσιδικίας και η εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση σε μια τέτοια περίπτωση θα υποστούν αδικία καθώς και ανεπανόρθωτη ή/και δύσκολα επανορθώσιμη ζημιά.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης εκτίθεται σε ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Σωφρονίου και στον φάκελο της δικογραφίας. Ο κ. Μ. Σωφρονίου, υπάλληλος στην υπηρεσία των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση στην παρούσα, δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα γύρω από την παρούσα υπόθεση και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους καθ΄ων η αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Πέραν των αρνήσεων διαφόρων ισχυρισμών του εναγόμενου 1 - αιτητή ισχυρίζεται ότι ο αιτητής στον οποίο επιδόθηκε μια αγωγή άνω των €405.000.- το μόνο που έκανε είναι να βρει τον εναγόμενο 2, συνεναγόμενο του, και το μόνο που θεώρησε παραδόξως ότι τον διασφαλίζει είναι να πάρει τη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα κανονίσει να διορίσει δικηγόρο. Από την επίδοση της αγωγής την 23/09/2014 ο αιτητής άφησε το θέμα της αγωγής εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ εναντίον του εκκρεμές και αόριστο χωρίς να ενδιαφερθεί και χωρίς καν να ρωτήσει οτιδήποτε είτε τον συνεναγόμενο του είτε τον δικηγόρο του τελευταίου για διάστημα περίπου πέντε μηνών μέχρι την 17.02.2015 που έλαβε την ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη. Διερωτάται γιατί αφού ο αιτητής έλαβε γνώση της έκδοσης της εναντίον του απόφασης την 17.02.2015 πέρασε πάνω από ένας μήνας για να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού ήτοι την 20.03.
  13. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι πιο πάνω περίοδοι που ο αιτητής ήταν ανενεργός, όσον αφορά τις δικαστικές διαδικασίες, δεν εξηγούνται και δεν δικαιολογούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον ίδιο. Συνεπώς η πιο πάνω στάση του αιτητή δείχνει ξεκάθαρη έλλειψη επιμέλειας. Ο αιτητής, στην ένορκη του δήλωση, η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση, δεν αναφέρει καμία εύλογη αιτία για την παράλειψη εμφάνισής του στο Δικαστήριο και κατ' επέκταση της έκδοσης δικαστικής απόφασης εναντίον του καθώς επίσης και για τον χρόνο που άφησε να περάσει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου ήτοι την 12.11.2014 μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης την 20.3.2015, χωρίς να λάβει όλα τα δέοντα μέτρα για την υπεράσπισή του. Ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρονται ως υπεράσπιση πρόκειται για γενικές, αόριστες και αβάσιμες αναφορές και δεν αποκαλύπτουν ουσιώδη στοιχεία υπεράσπισης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του για το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός τους εξηγεί ότι το επιτόκιο Libor (London InterBank Offered Rate), είναι το επιτόκιο με το οποίο είναι διατεθειμένες να δανείσουν οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες η μια την άλλη σε διάφορα νομίσματα και χρησιμοποιείται ως βασικό επιτόκιο δανείων ανάλογα με την ημερομηνία που χορηγείται ένα δάνειο. Το Libor του νομίσματος ευρώ ονομάζεται Euribor, κυρίως για ευκολία για να ξεχωρίζει από τα Libor των άλλων νομισμάτων, αλλά είναι ουσιαστικά το ίδιο με το Libor και έχουν τις ίδιες ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό ενισχύεται και από το ίδιο το Τεκμήριο «3» που επισυνάπτεται στην αίτηση του αιτητή που επισυνάφθηκε και ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση απόδειξης για έκδοση απόφασης εναντίον του, όπου η επικεφαλίδα είναι 'Libor Rates' και από κάτω αναγράφονται το Libor του κάθε νομίσματος συμπεριλαμβανομένου και του νομίσματος του ευρώ (Eur ή Euribor). Ισχυρίζεται ότι η χρέωση του επιτοκίου προς 12% (Euribor 3 μηνών προς 0,303% όπως ίσχυε κατά τον τερματισμό των συμφωνιών πλέον Προσαύξηση προς 11,697%) στα δυο επίδικα δάνεια έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τις πρόνοιες των γραπτών συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων. Το ύψος του επιτοκίου Euribor 3 μηνών δικαιολογείται από το Τεκμήριο «3» που επισυνάπτεται στην αίτηση του αιτητή που επισυνάφθηκε και ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση απόδειξης για έκδοση απόφασης εναντίον του ενώ η αύξηση του ύψους του ποσοστού της προσαύξησης δικαιολογείται από του γενικούς όρους και κανονισμούς που συνοδεύουν τις συμφωνίες δανείων. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο «Γ» που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση απόδειξης για έκδοση απόφασης εναντίον του αιτητή υπό τον τίτλο Γενικοί Όροι και Κανονισμοί στη σελίδα 11 (20η σελίδα του τεκμηρίου «Γ»), εδάφιο 17 (ε) αναφέρεται ρητώς ότι οι καθ' ων η αίτηση δικαιούνται κατά την κρίση τους να μεταβάλλουν οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τα περιθώρια (προσαυξήσεις), τον τρόπο υπολογισμού του τόκου κ.ο.κ. και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον αιτητή. Ομοίως στο Τεκμήριο «Ζ» που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση απόδειξης για έκδοση απόφασης εναντίον του αιτητή, στην πέμπτη σελίδα του τεκμηρίου «Ζ» αναγράφεται ρητώς ο ίδιος ακριβώς όρος όπως και πιο πάνω.. Ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης είναι καθόλα νόμιμη και έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 4 και 5 του Νόμου 9/
  14. Ο αιτητής και ο εναγόμενος 2 υπέγραψαν δεόντως την επίδικη συμφωνία υποθήκης, όπως επίσης και ξεχωριστές συγκαταθέσεις που αφορούν την υποθήκη ως εξασφάλιση των επίδικων υποχρεώσεων τους έναντι των καθ' ων η αίτηση και παραπέμπει σχετικά στα Τεκμήρια «Μ» και «Ν» που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση απόδειξης για έκδοση απόφασης εναντίον του αιτητή. Συνεπώς είναι η θέση των καθ' ών η αίτηση ότι ο αιτητής κωλύεται να αμφισβητεί την νομιμότητα και εγκυρότητα της εν λόγω υποθήκης. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι η επίδικη υποθήκη τηρεί τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Νόμου 9/1965 καθότι το οφειλόμενο ποσό που αυτή εξασφαλίζει μαζί με τον τόκο επί τούτου είναι ρητώς και ξεκάθαρα καθορισμένα ή δυνάμενα να προσδιορισθούν, ως προϋποθέτει ο σχετικός Νόμος, επομένως οι ισχυρισμοί του αιτητή περί του αντιθέτου πρέπει να απορριφθούν. Είναι συνεπώς ξεκάθαρο ότι ο αιτητής δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή και λογική υπεράσπιση καθώς και συζητήσιμο θέμα επί της ουσίας της αγωγής, έτσι ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να ακυρώσει την εκδοθείσα εναντίον του Δικαστική Απόφαση. Ισχυρίζεται ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος παραμερισμού της εκδοθείσας Δικαστικής Απόφασης, ουσιαστικά θα αποστερήσει τους καθ' ών η αίτηση από την απόδοση των καρπών της επιτυχίας τους και θα συνιστά μη απόδοση δικαιοσύνης απέναντι τους, χωρίς να συντρέχουν ουσιαστικά λόγοι προς τούτο. Οι δύο πλευρές δεν θεώρησαν σκόπιμο να αντεξετάσουν για οποιονδήποτε ισχυρισμό από αυτούς που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις. Με άδεια του Δικαστηρίου προχώρησαν στην ετοιμασία εμπεριστατωμένων και ως εκ τούτου πολυσέλιδων γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες μου στάθηκαν ομολογουμένως χρήσιμες και υποβοηθητικές στην ανάλυση που θα ακολουθήσει και στην κατάληξη μου στα συμπεράσματα μου επί όλων των πτυχών της υπόθεσης. Σε αυτές, πέραν του ιστορικού της υπόθεσης, ανέλυσαν την κάθε πτυχή της, εντάσσοντας τις σε σχετικές νομολογιακές αρχές και αυθεντίες που κατά την άποψη τους τις υποστηρίζουν και έτσι δικαιώνουν και τις θέσεις τους. Θα αποφύγω να επιχειρήσω ακόμη και κάποιας μορφής σύνοψη τους. Ασφαλώς και τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη και όπου κριθεί σκόπιμο θα γίνει αναφορά σε αυτές στη συνέχεια της απόφασης μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγή 17 Θ. 10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Στην υπόθεση Burns v. Kondel [1971] LI.L.Rep. Volume 1,554 o Λόρδος Denning, αναφερόμενος στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς Order 13, r.9 είπε τα ακόλουθα: - «we are know that in the ordinary way the Court does not set aside a judgment in default unless there is an affidavit showing a defence on the merits. That does note mean that the defendant must show a good defence on the merits. He need only show a defence which discloses an arguable or friable issue.» Ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν έχει « εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση ή «συζητήσιμο θέμα» . Οι φράσεις αυτές έχουν ερμηνευθεί στις υποθέσεις Sidnell v. Wilson & Others [1966] 1All E.R. 681, σελ. 686, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 3 All E.R.
  15. Η νομολογία μας είναι πλούσια σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα. Στην πρόσφατη απόφαση Ανδρέας Ψαράς v. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Έφεση Αρ. 35/2010 ημερ. 21.05.2015 στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά του αιτητή, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα: «Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάσει τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια συνοψίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. v. Μιχαήλ,
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως σε μετάφραση: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ΄όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στην διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826,833). " Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεση τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Επομένως καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξισορροπήσει, υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, ανάμεσα σε δύο ανάγκες, αφενός την ανάγκη για τελεσιδικία των αποφάσεων και αφετέρου την ανάγκη νε μην αποστερηθεί άδικα του δικαιώματος του να ακουστεί ένας διάδικος. Όπως δε λέχθηκε στην Νεάρχου v. Χαραλάμπους
(1991)1ΑΑΔ 954: «Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει και ή ακυρώσει απόφαση που εκδόθηκε λόγω παραλείψεως του διαδίκου να καταχωρίσει την απάντηση του (επρόκειτο για υπόθεση του Δικαστηρίου ελέγχου ενοικιάσεων). Η εξουσία αυτή όμως δεν ασκείται επί ματαίω. Ασκείται υπέρ του αιτητή εάν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης διαφορών των διαδίκων στις περιπτώσεις που υπάρχει υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο εκ πρώτης όψεως.» Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ο αιτητής ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ισχυρίζεται ότι έγιναν μη νόμιμες χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό του καθώς και μη νόμιμος τοκισμός καθότι η ενάγουσα χρέωνε με επί τη βάσει του επιτοκίου Libor αντί του συμφωνηθέντος Euribor με αποτέλεσμα να αμφισβητείται το υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών. Δέχομαι την εξήγηση που δόθηκε σε απάντηση του πιο πάνω ισχυρισμού τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όσο και στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους ότι δηλαδή το ποσοστό επιτοκίου είτε χρέωναν με την ονομασία «libor» είτε με την ονομασία «Euribor» το ποσοστό ήταν και εξακολουθεί να είναι το ίδιο εφόσον πρόκειται για ένα και το αυτό επιτόκιο. Αυτό αποδεικνύεται και από τα συμφωνηθέντα έγγραφα (τεκμήρια στην ένορκη δήλωση με την οποία αποδείχθηκε η απαίτηση). Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν δικαιούνταν να χρεώνει τους επίδικους λογαριασμούς με επιτόκιο 10% ή/και 12% δίδεται αρκούντως ικανοποιητική εξήγηση εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση ότι πρόκειται για το επιτόκιο 0,303% όπως ίσχυε κατά τον τερματισμό των συμφωνιών πλέον την προσαύξηση προς 11,697% ο οποίος έγινε νομότυπα σύμφωνα με τις πρόνοιες των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων. Σημειώνεται ότι στη παρούσα περίπτωση δεν χρεώθηκε οποιοδήποτε ποσοστό τόκου υπερημερίας. Θυμίζω ότι τα έγγραφα που υπέγραψε ο αιτητής και ο δανεισμός του όπως και ο τερματισμός του έγινε ισχύοντος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)1999) πριν από τις τελευταίες τροποποιήσεις του οι οποίες και πάλι δεν θα επηρέαζαν τα πιο πάνω ζητήματα. Το ύψος του επιτοκίου Euribor 3 μηνών δικαιολογείται από το Τεκμήριο 3 το οποίο επισυνάπτεται στην αίτηση του αιτητή που επισυνάφθηκε και ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση απόδειξης για έκδοση απόφασης εναντίον του, ενώ η αύξηση του ύψους του ποσοστού της προσαύξησης δικαιολογείται από τους γενικούς όρους και κανονισμούς που συνοδεύουν τις συμφωνίες δανείων. Η μεταβολή του επιτοκίου κατά την κρίση των εναγόντων προνοείτο επίσης στην συμφωνία και ήταν εντός των προνοιών των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ίσχυαν κάθε φορά λαμβάνοντας υπόψη τους διάφορους παράγοντες όπως τις συνθήκες αγοράς και την αξία του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τα περιθώρια (προσαυξήσεις) και τον τρόπο υπολογισμού του τόκου μεταβολής η οποία ήταν δεσμευτική για τον αιτητή. Τα πιο πάνω προνοούνταν στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς εδ. 17(ε) που συνοδεύουν τις συμφωνίες δανείων (βλ. Τεκμ. Γ) στην ένορκη δήλωση προς απόδειξη της απαίτησης των εναγόντων. Παρόμοια στο Τεκμ. Ζ στην 5η σελίδα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί παράτυπων ή και μη νόμιμων υποθηκών παρατηρώ ότι ο αιτητής και ο εναγόμενος 2 υπέγραψαν δεόντως την επίδικη συμφωνία υποθήκης όπως επίσης και τις ξεχωριστές συγκαταθέσεις που αφορούν την υποθήκη ως εξασφάλιση των επίδικων υποχρεώσεων τους έναντι των καθ΄ων η αίτηση, σχετικά είναι τα Τεκμ. Μ και Ν που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση απόδειξης για έκδοση απόφασης εναντίον του αιτητή. Επομένως δεν μπορεί να αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα της εν λόγω υποθήκης. Η υποθήκη τηρεί τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Ν.9/1965 καθότι το οφειλόμενο ποσό που αυτή εξασφαλίζει μαζί με τον τόκο επί τούτου είναι ρητώς και ξεκάθαρα καθορισμένα ή δυνάμενα να προσδιορισθούν, όπως θέτει ως προϋπόθεση ο Νόμος. Είναι φανερό ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και κινούνται στη σφαίρα του υποθετικού, χωρίς τεκμηρίωση επί των συναφθεισών συμφωνιών, των τροποποιήσεων τους και της ενημέρωσης που λάμβαναν από την καθ΄ης η αίτηση για κάθε αυξομείωση των ισχυόντων επιτοκίων και την ειδοποίηση τερματισμού των μεταξύ τους συμφωνιών, προς τούτο σχετικά είναι όλα τα σχετικά έγγραφα που επισυνάφθηκαν κατά την διαδικασία της απόδειξης της υπόθεσης ως τεκμήρια το περιεχόμενο των οποίων διασκεδάζει όλες τις αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του για να καταδείξει ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, και έτσι απορρίπτονται. Σημειώνω και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο αιτητής δεν αρνείται αυτό καθ΄αυτό το χρέος του στην ένορκη δήλωση του με την οποία υποστηρίζει την αίτηση του. Μετά τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει στους ώμους του για απόδειξη ότι έχει καλή υπεράσπιση. Παρόμοιοι ισχυρισμοί με αυτούς που προβάλλει ο αιτητής στη παρούσα είχε προβληθεί και στην Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2000)1ΑΑΔ 2118 ότι δηλαδή: «Υπέγραψα τότε ότι μου είχε ζητηθεί χωρίς ουσιαστικά να διαβάσω τα σχετικά έγγραφα, πρώτον διότι τα σχετικά εγγυητήρια έγγραφα που χρησιμοποιούν οι ενάγοντες είναι όλα τυποποιημένα και όμοια και δεν είναι δυνατόν να γίνει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση σε σχέση με τους όρους τους και δεύτερον διότι είχα εμπιστοσύνη ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο κάποια από τα αντίγραφα που υπέγραψα να χρησιμοποιηθούν εναντίον μου για άλλη υπόθεση.» Κρίθηκε πρωτοδίκως την προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος ως «αοριστολογίες» και κατ΄έφεση ότι «Όντως το ακρασφαλές του βάθρου της υπεράσπισης του εφεσείοντος την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόσταση της.» Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας ∙ υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Παρόμοια θέματα προβλήθηκαν και στην Καλλής v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1AAΔ 793 και πάλι απορρίφθηκαν ότι συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Παρόμοια αντιμετωπίζονται και στην παρούσα υπόθεση συναφείς ισχυρισμοί του αιτητή οι οποίοι προβάλλονται χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο τόσο σε σχέση με τα ποσά για τα οποία εκδόθηκε η επίδικη απόφαση όσο και για τους τόκους που αυτά φέρουν όσο και σε σχέση με τις αιτιάσεις για την εγκυρότητα της υποθήκης. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτητής είναι γενικοί και αστήρικτοι και αβάσιμοι στερούνται αξιοπιστίας εφόσον δεν θεμελιώνονται πουθενά και δεν εμπεριέχουν επιπλέον κανένα βαθμό πειστικότητας. Σε σχέση με τον παράγοντα του χρόνου που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης επαναλαμβάνω ότι η αγωγή επιδόθηκε στον αιτητή την 23.09.2014 και ότι την 12.11.2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση του γεγονότος ότι εκδόθηκε εναντίον του απόφαση την 17.02.2015 όταν καταχωρήθηκε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας και έλαβε σχετική ειδοποίηση από επιδότη. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 20.03.2015. Με τα πιο πάνω δεδομένα θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω το κατά πόσο ο αιτητής απέδειξε ότι είχε σοβαρό και εύλογο λόγο για την μη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου αφήνοντας κατά αυτόν τον τρόπο να εκδοθεί εναντίον του η απόφαση και την χρονική περίοδο από την ημερομηνία έκδοση της απόφασης μέχρι και την αίτηση για τον παραμερισμό της. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 2 αναφέρθηκε ότι ο εφεσίβλητος είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί στο Δικαστήριο και θα μπορούσε προς τούτο να προσάξει και προφορική μαρτυρία έτσι ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του και να μην αφήσει συγκρουόμενους ισχυρισμούς μεταξύ των διαδίκων. Στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1 AAΔ.941 λέχθηκε ότι σημασία έχει η άμεση και χωρίς χρονοτριβή ενέργεια του εναγόμενου που μαθαίνει για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Συμμερίζομαι την άποψη της δικηγόρου των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση ότι προκαλεί απορία όταν είχε επιδοθεί στον εναγόμενο μια αγωγή για το ποσό των €405,000 και το μόνο που είχε κάνει ήταν να βρει τον εναγόμενο 2, συνεναγόμενο του, και να τον εμπιστευθεί ότι θα φρόντιζε για τον διορισμό δικηγόρου. Ο ίδιος δεν φρόντισε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο που υποτίθεται θα διόριζε και άφησε τον χρόνο από 23.09.2014 μέχρι και την 17.02.2015 που έλαβε την ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη, δηλαδή χρονικό διάστημα περίπου πέντε μηνών χωρίς να ενδιαφερθεί γι΄αυτή. Καταδεικνύεται έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του. Φαντάζει δε περίεργος ο ισχυρισμός του να αναθέσει την υπεράσπιση του σε ένα δικηγόρο και για μήνες να μην ενδιαφερθεί ούτε για την τύχη της υπόθεσης του αλλά ούτε και την αμοιβή αυτού του ίδιου του δικηγόρου του ο οποίος θα καταχωρούσε σημείωμα εμφάνισης γι΄αυτόν με όλα τα συνεπαγόμενα έξοδα αλλά και υπεράσπιση. Μετά δε που πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης εναντίον του την 17.02.2015 πάντοτε κατά τον ισχυρισμό του, παρήλθε ένας και πλέον μήνας για να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού την 20.03.2015. Κρίνω ότι δεν παρέχονται επαρκείς, ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για την αδράνεια αυτή εκ μέρους του. Κρίνω ότι δεν δικαιολογήθηκε η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι να καταχωρηθεί η αίτηση. Η συμπεριφορά του τόσο πριν την έκδοση της απόφασης όσο και μετά που πληροφορήθηκε γι΄αυτή κρίνεται αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της καθ΄ης η αίτηση. Παρόλο ότι από 23.09.2015 γνώριζε την καταχώριση της παρούσας αγωγής εντούτοις επέδειξε αδιαφορία για την τύχη της για 4 ½ και πλέον μήνες μέχρι που λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. Στην απόφαση Γιωργαλλίδης v. Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 ΑΑΔ 1101 αποφασίστηκε ότι ο εφεσείων δε θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και επιπλέον κρίθηκε πως η καθυστέρηση 2,5 περίπου μηνών που σημειώθηκε από την έκδοση της Δικαστικής απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη όπως και στην παρούσα περίπτωση για μικρότερο βέβαια χρονικό διάστημα. Στην υπόθεση K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. v. Ανδρέα Μιχαήλ, Εμπορευόμενου υπό την Εμπορική Επωνυμία Vasco Trading House,
(1993)1 ΑΑΔ 415 κατατέθηκε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί 38 ημέρες μετά την έκδοση της. Ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση, ο οποίος εξετάστηκε κατ΄ έφεση εφόσον δεν εξετάστηκε πρωτόδικα, ήταν η προβολή ισχυρισμού ότι: «.η εφεσείουσα 2 παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (που επιδόθηκε την προτεραία) με το διοριστήριο του δικηγόρου της για να του τα παραδώσει την επόμενη που θα πήγαινε στη Λεμεσό. Τα ξέχασε όμως στο αυτοκίνητο του όπου έμειναν για αρκετές ημέρες. Η εφεσείουσα 2 τίποτε δεν έκαμε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που έστειλε ή της ίδιας της υπόθεσης της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβη σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά. Το ενδιαφέρον των εφεσειουσών εκδηλώθηκε όταν αντιμετώπιζαν τις συνέπειες πτωχευτικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους ο εφεσίβλητος .Υπό τις περιστάσεις είναι φανερό ότι οι εφεσείουσες δεν αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που ο εφεσίβλητος πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελος του.» Παρόμοια και στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 ΑΑΔ 941 όπου εννέα μήνες μετά την εκδοθείσα απόφαση και όταν οι εναγόμενοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μέτρα εκτέλεσης αποτάθηκαν με αίτηση παραμερισμού της. Είχαν δώσει ως εξήγηση για την μη εμφάνιση τους ότι: «Μετά την παραλαβή της , η αίτηση καταχωρήθηκε σε κάποιο φάκελο και ξεχάστηκε» Κρίθηκε ότι η εξήγηση που δόθηκε δεν μειώνει την έλλειψη ενδιαφέροντος, που υποδηλώνει η διαγωγή των εφεσειόντων, για την τύχη της αγωγής. Κρίθηκε ότι ορθά είχε επισημάνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρηση της.» Παρόμοια αποφασίστηκε το ζήτημα της καθυστέρησης και στην υπόθεση Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 229 όπου η εφεσείουσα ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση της μόνο αφού έλαβε γνώση μέτρων εκτέλεσης της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης. Για τον λόγο και μόνο λοιπόν της επιδειχθείσας καθυστέρησης της λήψης των αναγκαίων διαδικαστικών διαβημάτων τόσο πριν την έκδοση της απόφασης και της παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος εκ μέρους του αιτητή όσο και μετά την πληροφόρηση του περί της έκδοσης της και ως εκ τούτου τη συνεπαγόμενη περιφρόνηση του στις δικαστικές διαδικασίες, θα απέρριπτα το αίτημα του. Η αίτηση επομένως απορρίπτεται καθότι δεν εκπληρούται στην παρούσα περίπτωση καμιά από τις προϋποθέσεις που έταξε η νομολογία μας. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 1 - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.