HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. G.M.P.MIRROR HOMES LTD, Αρ.Αγωγής: 1439/2013, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1439/2013 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και
- G.M.P.MIRROR HOMES LTD
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΕΤΑΞΑ
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΕΤΑΞΑ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΟΣΜΑ ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΗΣ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 17.7.2015 Ημερ.: 27.4.2016 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ.Μ.Σπαστρής για Π.Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Γ.Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Η Αίτηση Την 27.1.2014 εκδόθηκε Απόφαση στην παρούσα αγωγή υπέρ της Ενάγουσας Τράπεζας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 για το ποσό των €2.749.370,07 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, εκδόθηκε διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας με το οποίο διατασσόταν η πώληση ακινήτου που η Εταιρεία είχε υποθηκεύσει προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις της. Οι Εναγόμενοι 2 - 4 ενάγονταν ως εγγυητές των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας προς την Τράπεζα. Με την υπό κρίση Αίτηση που καταχωρίστηκε την 17.7.2015 οι Εναγόμενοι εξαιτούνται διάταγμα που να ακυρώνει ή και παραμερίζει την Απόφαση. Στην Αίτηση αναφέρεται ως ημερομηνία της Απόφασης η 27.1.2015, ενώ στην πραγματικότητα η Απόφαση εκδόθηκε την 27.1.
- Η λανθασμένη αναφορά δεν εμποδίζει την εξέταση της Αίτησης. Η εκδοθείσα Απόφαση είναι μία και αναμφίβολα η Ενάγουσα γνώριζε πάντοτε ότι είναι τον παραμερισμό αυτής που οι Εναγόμενοι επιδιώκουν με την Αίτηση. Β. Η νομική βάση της Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί πως: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όταν η επίδοση μιας αγωγής δεν είναι νομότυπη τότε ο εναγόμενος δικαιούται στον παραμερισμό της απόφασης δικαιωματικά, ακόμα και αν με την επίδοση είχε αντιληφθεί πλήρως σε τι αφορούσε και τι όφειλε να πράξει για να εμφανιστεί στην αγωγή. Σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, "ex debito justitiae" να παραμερίσει την απόφαση (βλ. Ν. Γιωργαλλίδη v. Χρίστου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 247 και J. 2 Classic Muzic Pro. Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1151) και θα το πράξει έστω και αν από την ή τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση παραμερισμού δεν καταδεικνύεται υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής (βλ.Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.26, παρ.559). Εάν, βέβαια, μετά από μη νομότυπη επίδοση ο εναγόμενος επιλέξει να εμφανιστεί χωρίς διαμαρτυρία στην αγωγή, τότε, θεωρείται ότι αποποιείται του δικαιώματος του να προβάλλει πλέον το ζήτημα της αντικανονικής επίδοσης. Όταν πρόκειται για απόφαση η οποία εκδόθηκε κανονικά ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, να εξηγήσει και ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τους λόγους της δικονομικής του παράλειψης που είχε ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του και να δικαιολογήσει τυχόν καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για τον παραμερισμό της. Στην Ιωάννου ν. Σκάφους «Veronica»
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, 440 αναφέρεται ότι: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από την μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης..» Στην Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893, 897 αναφέρεται ότι: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ότι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» Γ. Οι Ενορκες Δηλώσεις Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκες Δηλώσεις ημερ. 17.7.2015 του Εναγόμενου 4, διευθυντή της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και του Στυλιανού Προκοπίου, λογιστή. Αναφέρεται ο Εναγόμενος 4 στον τρόπο επίδοσης της αγωγής προσβάλλοντας το νομότυπο των επιδόσεων. Είναι η θέση του ότι όλα τα Κλητήρια Εντάλματα, προφανώς εννοεί για όλους τους Εναγόμενους, αφέθηκαν σε κάποια Χρυστάλλα Γιαπάνη η οποία ήταν η τηλεφωνήτρια της Εναγόμενης 1 Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία αναφέρει περαιτέρω ότι, ενώ αυτή τελεί υπό διαχείριση, το Κλητήριο Ενταλμα στην αγωγή δεν επιδόθηκε στο διαχειριστή της. Κατά τον ομνύοντα, οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της αγωγής περί τα τέλη Απριλίου του 2015 όταν επιδόθηκε σε αυτόν αίτηση πτώχευσης εναντίον του ημερ. 24.4.
- Αμέσως επικοινώνησε με τους δικηγόρους των Εναγομένων οι οποίοι τους συμβούλευσαν να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό της Απόφασης. Αναφορικά με τα ζητήματα ουσίας της αγωγής και της υπεράσπισης που οι Εναγόμενοι έχουν έναντι της αξίωσης της Τράπεζας, ο Εναγόμενος 4 υποστηρίζει ότι η Τράπεζα επέβαλε στους Εναγόμενους παράνομες υπερχρεώσεις, ανατοκισμούς και τιμωρητικές ρήτρες που υπερβαίνουν τις €500.000 και έχει, κατ΄ αυτό τον τρόπο, παράνομα και αντισυμβατικά πλουτίσει σε βάρος τους. Αναφέρει, ακόμα, ότι παραχωρήθηκαν προς την Τράπεζα συμπληρωματικές συμβάσεις δανείων, υποθήκες και προσωπικές εγγυήσεις συνεπεία οικονομικού εξαναγκασμού και στη βάση της άμεσης αποκοπής οικονομικών διευκολύνσεων «παρά τη γνώση της αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών». Περαιτέρω, ότι η Τράπεζα επέδειξε αμέλεια και παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις παραχωρώντας υπέρογκα δάνεια σε σχέση με τις οικονομικές πραγματικότητες των Εναγομένων. Τέλος, ότι οι υποθήκες και το ποσό των δανειακών συμβάσεων ήταν συσχετισμένα μόνο στη βάση των εκτιμήσεων της ίδιας της Τράπεζας και ότι, ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι δικαιούνται «εις αποζημιώσεις δυνάμει υπέρογκης εκτίμησης καθ΄ ότι αποτελεί μέτρο εκποίησης τεράστιων περιουσιών εκ μέρους του τραπεζικού ιδρύματος και εις βάρος της μικρομεσαίας επιχείρησης Εναγόμενης 1 και ιδιοκτησίας». Ο Προκοπίου αναφέρεται μόνο σε ζητήματα ουσίας της αγωγής. Είναι, όπως προειπώθηκε, λογιστής με ειδίκευση, όπως ο ίδιος αναφέρει, στις αναδιαρθρώσεις δανείων και συμβουλεύει ιδιώτες, δανειολήπτες και επιχειρήσεις κατά τις διαπραγματεύσεις τους με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τον Μάϊο του 2015 του ζητήθηκε να αναλύσει το λογαριασμό δανείου αρ. 414-31-201758-13 για να εντοπίσει τυχόν υπερχρεώσεις. Πρόκειται για το λογαριασμό του επίδικου δανείου στη βάση του οποίου επιδικάστηκε ποσό €2.670.091,53 πλέον τόκους. Το υπόλοιπο του επιδικασθέντος ποσού εκ €79.278,54 αφορούσε τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Το πρώτο ζήτημα που εγείρει είναι ότι η Τράπεζα κατά τον υπολογισμό του τόκου χρησιμοποιούσε τις 360 ημέρες ως διαιρέτη αντί τις 365 και συνεπώς το επιτόκιο που πραγματικά επέβαλλε ήταν, αρχικά, αντί 7% που είχε καθοριστεί, 7,21%. Το δεύτερο ζήτημα που εγείρει είναι ότι το αρχικό επιτόκιο είχε στη συνέχεια μεταβληθεί. Για το δεύτερο εξάμηνο του 2011 το επιτόκιο ήταν 8,46% και από το 2012 και μετά το επιτόκιο ήταν 13% αλλά στην πραγματικότητα ανερχόταν σε 13,18% συνεπεία του υπολογισμού με βάση τις 360 ημέρες ως διαιρέτη. Η κατάληξη του μάρτυρα είναι ότι η χρησιμοποίηση των πιο πάνω επιτοκίων αντί του αρχικού επιτοκίου του 7%, κατέληξε σε επιβληθέντες επιπλέον τόκους ύψους €528.000 περίπου. Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 11.9.2015 του Μάριου Γεωργίου, υπαλλήλου της Τράπεζας. Αναφέρει ο Γεωργίου ότι περί την 28.2.2014, μετά δηλαδή την έκδοση της Απόφασης, είχε σταλεί επιστολή από τους δικηγόρους Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ ότι προτίθεντο να εμφανιστούν στην αγωγή για όλους τους Εναγόμενους. Την 24.4.2014, συνεχίζει, οι ίδιοι δικηγόροι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους όλων των Εναγομένων. Περαιτέρω ότι οι δικηγόροι της Τράπεζας είχαν με επιστολή τους ημερ. 25.4.2014 πληροφορήσει τους Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ ότι είχε ήδη εκδοθεί Απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων. Κατόπιν εκ συμφώνου διατάγματος, καταχωρίστηκε την 30.11.2015 Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση από τον Γεωργίου σε απάντηση της Ενορκης Δήλωσης Προκοπίου για ζητήματα που αφορούν την ουσία της αξίωσης. Δεν αναφέρεται σε κάτι το συγκεκριμένο, χαρακτηρίζοντας τις αναφορές Προκοπίου ως αυθαίρετες, λανθασμένες και ατεκμηρίωτες. Η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και οδηγίες αρκετές φορές και αναβλήθηκε για τους λόγους που εμφαίνονται στα σχετικά πρακτικά και που αφορούσαν μεταξύ άλλων στην παροχή δυνατότητας στους Εναγόμενους να ερευνήσουν το δικογραφικό φάκελο, να διορίσουν εμπειρογνώμονα γραφολόγο για να εξετάσει έγγραφα και να συντάξει σχετική έκθεση. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 22.12.2015 επιτράπηκε και την 30.12.2015 καταχωρίστηκε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση από τον Ανδρέα Παναγιώτου. Σε αυτή επισυνάπτεται γραφολογική έκθεση του ομνύοντα ημερ. 24.11.2015 σε σχέση με τα Εντυπα Διορισμού Δικηγόρου που συνοδεύουν το Σημείωμα Εμφάνισης που καταχωρίστηκε την 24.4.2014 για όλους τους Εναγόμενους. Στις σελ. 18 και 19 της έκθεσης καταγράφονται τα τελικά συμπεράσματα. Αναφέρεται ότι οι υπογραφές που παρουσιάζονται στα τρία Εντυπα Διορισμού Δικηγόρου δεν είναι γνήσιες υπογραφές των Εναγομένων 4, 2 και 3 ενώ αυτή που παρουσιάζεται στο τέταρτο Εντυπο σημειώνεται ότι δεν προσφέρεται για γραφολογική εξέταση και αξιολόγηση. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 19.1.2016 επιτράπηκε η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενορκης Δήλωσης από την τότε γραμματέα του τότε δικηγορικού γραφείου Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ. Η Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση από την Ελπίδα Ναθαναήλ καταχωρίστηκε την 1.2.
- Αφορούσε στο ζήτημα της καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων. Δ. Ζήτημα νομότυπης εκπροσώπησης της Εναγόμενης 1 Ο Εναγόμενος 4 είχε αναφέρει στην Ενορκη του Δήλωση ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία βρισκόταν υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Η αναφορά αφορούσε τόσο την περίοδο που φέρεται να έγινε η επίδοση της αγωγής σε αυτή, όσο και το χρόνο που ο Εναγόμενος 4 ορκίστηκε την Ενορκη του Δήλωση, δηλαδή την 17.7.
- Είναι η θέση του ότι την Εταιρεία εκπροσωπεί ο ίδιος (παρ.1) και εξηγεί (παρ.7) πού εδράζεται η θέση του αυτή. Είναι η θέση του ότι από την 20.9.2014 που ο διαχειριστής με επιστολή του ενημέρωσε τους Εναγόμενους 2 - 4 ότι ανέλαβε τη διαχείριση της Εναγόμενης 1, ουδεμία άλλη ενέργεια φέρεται να έκαμε παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγομένων. Ως εκ τούτου υποστηρίζει ότι παραμένει εξουσία στους διευθυντές της Εταιρείας, Εναγόμενους 2 - 4, να προωθήσουν την υπό κρίση Αίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων γίνεται αναφορά στην Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank [1978] 2 All E.R. 896 (αναφέρεται στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703), όπου ο παραλήπτης - διαχειριστής είχε αρνηθεί να ενάξει τους κατόχους του ομολόγου και η αγωγή καταχωρίστηκε από τους διευθυντές για λογαριασμό της εταιρείας. Αποφασίστηκε πως η αγωγή μπορούσε να συνεχίσει. Η ορθή προσέγγιση είναι ότι τις υποθέσεις της εταιρείας χειρίζεται ο παραλήπτης - διαχειριστής, ενώ, πέραν της άσκησης κάποιων νομίμων καθηκόντων, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν ο παραλήπτης - διαχειριστής αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης - διαχειριστής έχει αδρανήσει. Δεν έχει μαρτυρηθεί ότι αδιαφόρησε στο ζήτημα. Ενδέχεται να επρόκειτο για συνειδητή επιλογή να μην επιδιωχθεί ο παραμερισμός της Απόφασης στη βάση της αναγνώρισης της οφειλής προς την Ενάγουσα. Επομένως, δεν θα είχε καταδειχθεί ότι απώλεσε την εξουσία που του παρείχε ο Νόμος και δεν θα νομιμοποιούνταν οι διευθυντές της Εταιρείας στο να αναλάβουν τα ηνία της διαχείρισης και εκπροσώπησης της. Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Με την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης εγείρεται με το Λόγο Ενστασης 11 ζήτημα ότι η Αίτηση δεν μπορεί να προωθείται εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, καθ΄ ότι αυτή τελεί υπό εκκαθάριση και δεν έχει εξασφαλιστεί η απαραίτητη άδεια. Στην Ενορκη Δήλωση Γεωργίου ημερ. 11.9.2015 που υποστηρίζει την Ενσταση αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία βρίσκεται σε εκκαθάριση από τις 6.5.2014. Επισυνάπτεται στη Δήλωση ηλεκτρονικό έγγραφο από την ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου προς επιβεβαίωση. Στη Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση Γεωργίου ημερ. 30.11.2015, και με αναφορά στην εργασία που έκαμε ο Προκοπίου τον Μάϊο του 2015, αναφέρεται ότι η Εταιρεία βρίσκεται υπό διαχείριση. Τούτο δεν αντιμάχεται της θέσης ότι η Εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο (βλ. Re Henry Pound Son & Hutchins
(1889)42 Ch.D. 402). Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, όμως, επηρεάζει τις εξουσίες του παραλήπτη - διαχειριστή με ουσιαστική παράμετρο τον τερματισμό της ιδιότητας του ως αντιπροσώπου της εταιρείας. Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, σελ. 282, αναφέρονται οι περιοριστικές επιπτώσεις της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης στις εξουσίες και δυνατότητες του παραλήπτη. Η αντιπροσώπευση της εταιρείας τερματίζεται όχι όμως η παραλαβή και ο παραλήπτης διατηρεί τον έλεγχο και το δικαίωμα του στην κατοχή και έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που καλύπτονται από το ομόλογο. Η θέση ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση δεν αμφισβητήθηκε. (Για ό,τι αξίζει, σημειώνεται ότι το γεγονός γίνεται παραδεκτό στη σελ.9 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων των Εναγομένων). Στην Genemp Trading Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1658, αναφέρεται ότι: «Το διάταγμα εκκαθάρισης δεν συνεπάγεται αυτομάτως απόλυση των αξιωματούχων της εταιρείας, αλλά μάλλον έχει τη συνέπεια αναστολής των εξουσιών τους. Οι σύμβουλοι διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας να εξουσιοδοτήσουν την καταχώρηση έφεσης κατά του διατάγματος που έχει ως συνέπεια την ίδια την εκκαθάριση της εταιρείας και την αναστολή των εξουσιών τους. Το διάταγμα εκκαθάρισης (winding-up order) δυνάμει του Αρθρου 214, το οποίο ενεργοποιεί τη διαδικασία συγκέντρωσης και προστασίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, διακρίνεται από το διάταγμα διάλυσης (order of dissolution) δυνάμει του Αρθρου 260, το οποίο συνεπάγεται την οριστική διάλυση της εταιρείας.» Συνεπώς, και εφόσον καμιά άδεια ή εξουσιοδότηση ή εντολή δεν δόθηκε από τον εκκαθαριστή για την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης εκ μέρους της Εταιρείας, οι Εναγόμενοι 2 - 4 δεν νομιμοποιούνταν στην προώθηση της. Επομένως, η Αίτηση, καθ΄ όσον αφορά την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, θα πρέπει να απορριφθεί. Ε. Το νομότυπο των επιδόσεων προς τους Εναγόμενους Οι Ενορκες Δηλώσεις Επίδοσης που παρουσιάστηκαν ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η αγωγή είχε νομότυπα επιδοθεί στους Εναγόμενους, ανάφερναν τα εξής. Η Ενορκη Δήλωση που αφορούσε την Εναγόμενη 1 Εταιρεία ανάφερνε ότι το Κλητήριο Ενταλμα είχε επιδοθεί την 4.12.2013 στην Εταιρεία, παραδίδοντας το στον Χαράλαμπο Χατζησολωμή, διευθυντή της. Πρόκειται για τον Εναγόμενο 4 που αποδέχεται ότι είναι διευθυντής της. Αυτός υποστηρίζει ότι κατά τη σχετική ημερομηνία είχε επαγγελματική συνάντηση αλλού και δεν παρέλαβε το Κλητήριο Ενταλμα για την Εταιρεία όπως του αποδίδεται. Το Κλητήριο για την Εταιρεία αφέθηκε, όπως υποστηρίζει, στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας στις 4.12.2013, σε κάποια Χρυστάλλα Γιαπάνη που ήταν τηλεφωνήτρια της Εταιρείας. Η Ενορκη Δήλωση που αφορούσε τον Εναγόμενο 4 ανάφερνε ότι το Κλητήριο Ενταλμα επιδόθηκε στον ίδιο προσωπικά την 4.12.2013. Αναμφίβολα, πρόκειται για την ίδια περίσταση με την επίδοση της αγωγής για την Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Οι Ενορκες Δηλώσεις που αφορούσαν τους Εναγόμενους 2 και 3 επιδόθηκαν στη Χρυστάλλα Γιαπάνη. Αυτή αναφερόταν ως «εξουσιοδοτημένη γραμματέας παραλαβής εγγράφων». Σε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση ο επιδότης εξήγησε ότι αυτή ήταν υπεύθυνη στον τόπο εργασίας των Εναγομένων 2 και 3. Ο Εναγόμενος 4 υποστήριξε ότι οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί της Γιαπάνη είναι επινοήσεις του επιδότη για να προσδώσει κανονικότητα στις επιδόσεις που έκαμε. Αυτό που κρίνει το νομότυπο της επίδοσης είναι η πραγματική υπόσταση του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση (βλ. Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 806). Και, βέβαια, ο επιδότης πρέπει να περιγράψει την ιδιότητα του ώστε να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο η επίδοση είναι κανονική. Μία γραμματέας τηλεφωνήτρια που βρίσκεται σε ένα επαγγελματικό υποστατικό και τυγχάνει για χρονικά διαστήματα να είναι το μόνο πρόσωπο στο χώρο, είναι «υπεύθυνη του τόπου εργασίας» στην έννοια της Δ.5 θ.2
(1)(ii) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Εναγόμενος 4 δεν αρνήθηκε ότι στο συγκεκριμένο χώρο διεξάγονταν εργασίες της Εναγόμενης 1, ούτε ότι εκεί εργάζονταν για σκοπούς της Εταιρείες οι διευθυντές της Εναγόμενοι 2 και 3 και ο ίδιος. Μάλιστα εξηγεί ότι τη συγκεκριμένη ημέρα ο ίδιος απουσίαζε γιατί είχε επαγγελματική συνάντηση στη Λάρνακα. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδοση που έγινε για τους Εναγόμενους 2 και 3 στη ρηθείσα Χρυστάλλα Γιαπάνη, στο υποστατικό της Λεωφόρου Κάππαρη 56, στο Παραλίμνι, όπου οι Εναγόμενοι 2 και 3 εργάζονται και σε χρόνο που οι τελευταίοι απουσίαζαν από το υποστατικό, είναι καλή επίδοση σύμφωνα με τη Δ.5 θ.2
(1)(ιι) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η μαρτυρία του επιδότη και η μαρτυρία του Εναγόμενου 4 είναι μεταξύ τους αντιφατικές, ως προς το ζήτημα της επίδοσης στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία και τον ίδιο τον Εναγόμενο 4. Σε σχέση με την επίδοση προς την Εναγόμενη 1 Εταιρεία αυτό που διατείνεται ο Εναγόμενος 4 είναι ότι η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, όμως όχι σε πρόσωπο που ήταν αξιωματούχος της Εταιρείας. Οι δικηγόροι των Εναγομένων επικαλούνται την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, υποβάλλοντας ότι η επίδοση ήταν κακή. Εξέταση τέτοιου ζητήματος δεν εγείρεται. Κατά πρώτο λόγο γιατί η Αίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας δεν μπορεί να προωθείται και κατά δεύτερο λόγο γιατί ζήτημα επίδοσης σε τέτοιο πρόσωπο δεν θα ήταν ανάμεσα στις επιλογές του Δικαστηρίου. Η κρίση σε σχέση με την επίδοση στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία είναι μεταξύ της αποδοχής της εκδοχής του επιδότη και της απόρριψης της. Είτε γίνεται αποδεκτή η θέση του επιδότη ότι επέδωσε στην Εταιρεία παραδίδοντας το Κλητήριο στον Εναγόμενο 4 διευθυντή της, είτε γίνεται αποδεκτή η θέση του Εναγόμενου 4 ότι δεν του επιδόθηκε το Κλητήριο για την Εταιρεία. Κατά τον ίδιο τρόπο, σε σχέση με την επίδοση στον ίδιο τον Εναγόμενο 4, που είναι επίδικο θέμα, δεν εξετάζεται ο καθαυτό ισχυρισμός του Εναγόμενου 4, ότι όλα τα κλητήρια αφέθηκαν στη Χρυστάλλα Γιαπάνη, αλλά κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η θέση του επιδότη ότι του επέδωσε το Κλητήριο Ενταλμα προσωπικά ή όχι. Κατά την ακρόαση της Αίτησης δεν ζητήθηκε ούτε η αντεξέταση του επιδότη που ορκίστηκε τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, αλλά ούτε και η αντεξέταση του Εναγόμενου 4. Στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1044, ο Εναγόμενος σε αίτηση του για τον παραμερισμό της εναντίον του απόφασης είχε, με την ένορκη του δήλωση, ισχυριστεί ότι κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής δεν διέμενε με τη σύζυγο του. Οπόταν, η επίδοση της αγωγής στη σύζυγο του ήταν κακή. Σημειώνεται ότι το ζήτημα κρίθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Στη Μιχαήλ η θέση του εναγόμενου δεν αντιμαχόταν την αξιοπιστία του επιδότη. Ο επιδότης είχε καταγράψει στην ένορκη δήλωση επίδοσης ότι η σύζυγος διέμενε μαζί με τον εναγόμενο προδήλως γιατί έτσι τον πληροφόρησε η πρώτη. Ο εναγόμενος εξηγούσε πως αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Στην περίπτωση μας αποδοχή της θέσης του ενός σημαίνει ότι ο άλλος ψεύδεται. Ο Εναγόμενος 4 υποστήριξε με την Ενορκη του Δήλωση ότι δεν βρισκόταν στο χώρο όπου ο επιδότης ισχυρίζεται ότι του επέδωσε την αγωγή και ότι δεν του επιδόθηκε η αγωγή. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό το γεγονός ότι ενώ στην Ενορκη Δήλωση Επίδοσης αναφέρεται ότι η επίδοση έγινε έναντι της υπογραφής του στον Εναγόμενο 4 (προφανώς η Ενορκη Δήλωση συμπληρώθηκε βεβιασμένα και λανθασμένα), στο επισυναπτόμενο αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος αναφέρεται «Ανευ Υπογραφής». Η πλευρά της Ενάγουσας δεν ζήτησε την αντεξέταση του Εναγόμενου 4 για να τον αμφισβητήσει. Ούτε με την Ενσταση της ή αργότερα παρουσίασε ένορκη δήλωση του επιδότη που να παραθέτει περαιτέρω λεπτομέρειες της περίστασης για να καταδείξει ότι η θέση του Εναγόμενου 4 δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η διαδικαστική αντιμετώπιση του ζητήματος αποβαίνει καταλυτική στην έκβαση του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει στη βάση ότι δεν έγινε προσωπική επίδοση στον Εναγόμενο 4 και να παραμερίσει την εναντίον του εκδοθείσα Απόφαση. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της Αίτησης καθ΄ όσον αφορά τους Εναγόμενους 2 και 3, με υπόβαθρο ότι η εκδοθείσα εναντίον τους Απόφαση είναι κανονική. Αλλωστε, όπως διαπιστώνεται πιο κάτω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 (όπως και η Εναγόμενη 1 Εταιρεία) μετά την προς αυτούς επίδοση της αγωγής έδωσαν οδηγίες σε δικηγόρους και καταχωρίστηκε εκ μέρους τους Σημείωμα Εμφάνισης χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Ενδεχομένως, δεν θα μπορούσαν να εγείρουν ζήτημα παρατυπίας σε σχέση με την επίδοση σε αυτούς. Στ. Η μαρτυρία της Ελπίδας Ναθαναήλ Η Ναθαναήλ αντεξετάστηκε κατά την δικάσιμο της 18.3.
- Στην Ενορκη της Δήλωση η Ναθαναήλ είχε αναφέρει ότι το δικηγορικό γραφείο είχε παραλάβει αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος στις 26.2.2014 από τον κ.Μάριο Καλλία. Από επιστολή του κ.Καλλία ημερ. 26.2.2014 που επισυνάπτεται, φαίνεται ότι ο ρηθείς ήταν ο παραλήπτης - διαχειριστής της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Στην επιστολή ο παραλήπτης - διαχειριστής ζητούσε από τους δικηγόρους να επικοινωνήσουν με τους διευθυντές της Εταιρείας για να λάβουν σχετικές οδηγίες. Αναφέρει στη Δήλωση της η Ναθαναήλ ότι κατόπιν οδηγιών από τους δικηγόρους του γραφείου, την 28.2.2014 μίλησε με τους Εναγόμενους 2 και 3 οι οποίοι γνώριζαν για την ύπαρξη της αγωγής και ανέφεραν ότι επιθυμούσαν να τους εκπροσωπήσουν. Γι΄ αυτό και αυθημερόν (την 28.2.2014) απέστειλαν επιστολή προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ότι θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης για τους Εναγόμενους εντός των ημερών. Αναφέρει, ακόμα, η Ναθαναήλ ότι στη συνέχεια μίλησε πολλές φορές στο τηλέφωνο με τους Εναγόμενους 2 και 3 και την κα Χρυστάλλα Γιαπάνη, γραμματέα τους, ώστε να μεριμνήσουν για την υπογραφή εντύπων διορισμού δικηγόρου. Υπήρξε καθυστέρηση και μόλις την 17.4.2014 οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπόγραψαν σχετικά έντυπα. Σημείωμα Εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 23.4.2014, όμως είχε στο μεταξύ εκδοθεί η Απόφαση, γεγονός για το οποίο τόσο ο κ.Καλλίας όσο και οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενημερώθηκαν την 29.4.
- Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της Ναθαναήλ διαφάνηκε ότι η θέση της είναι ότι από τις 28.2.2014 μίλησε με τον Εναγόμενο 2 και ότι δεν μίλησε με τον Εναγόμενο
- Αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 δεν ήταν σε θέση να δώσει θετική απάντηση ως προς τον τρόπο που ενδεχομένως επικοινώνησε μαζί του χωρίς να μπορεί να επιβεβαιώσει ότι πράγματι είχε κατ΄ ιδίαν συνομιλία με αυτόν. Σε σχέση με το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι καθυστερούσαν, ενημέρωσε τον κ.Παπαχαραλάμπους, που ήταν ο δικηγόρος που της έδιδε τις σχετικές οδηγίες, και της είπε να τους παίρνει συνέχεια τηλέφωνο μέχρι να προσκομίσουν ή αποστείλουν τα διοριστήρια. Τα έντυπα διορισμού δικηγόρου της προσκόμισαν οι Εναγόμενοι 2 και
- Έφεραν μαζί τους και έντυπο που αφορούσε τον Εναγόμενο
- Της είπαν ποιο έντυπο αφορούσε τον κάθε Εναγόμενο και τα συμπλήρωσε με τα στοιχεία της αγωγής στην παρουσία τους. Πλήρωσαν, μάλιστα, την ίδια ημέρα το ποσό των €1.500 και εκδόθηκε από τους δικηγόρους σχετική απόδειξη που επισυνάπτεται στην Ένορκη της Δήλωση. Μετά την καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν γραπτώς. Η αντεξέταση της Ναθαναήλ ήταν διερευνητικού χαρακτήρα και δεν της υποβλήθηκε ούτε ότι δεν επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, ούτε ότι δεν την επισκέφθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδίδοντας της έντυπα διορισμού δικηγόρου. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην Ενορκη της Δήλωση αναφέρεται κατά τρόπο θετικό ότι είχε τηλεφωνική συνομιλία και με τον Εναγόμενο 3, κάτι που δεν επιβεβαίωσε κατά την αντεξέταση της χωρίς ωστόσο να αποκλείσει τέτοια επικοινωνία. Είτε βρισκόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου και αντιλαμβανόμενη τη σοβαρότητα της περίστασης δεν ηθέλησε να επιβεβαιώσει κάτι για το οποίο δεν ήταν σίγουρη επιδεικνύοντας ειλικρίνεια είτε δεν έλεγε την αλήθεια και περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ότι και να συμβαίνει το αναπόδραστο συμπέρασμα είναι ότι ορκίστηκε την Ενορκη Δήλωση χωρίς να είναι βέβαια. Σημειώνεται ότι το Εντυπο Διορισμού Δικηγόρου που αφορά την Εναγόμενη 1 Εταιρεία φέρει και τη σφραγίδα της ίδιας της Εταιρείας. Η υπογραφή κάτω από τη σφραγίδα δεν ομοιάζει καθόλου και αναμφίβολα δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που υπόγραψαν τα υπόλοιπα έντυπα διορισμού δικηγόρου. Ισως το Εντυπο Διορισμού Δικηγόρου εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας να προμήθευσε τους δικηγόρους ο διαχειριστής - παραλήπτης Μ.Καλλίας. Η υπογραφή, τουλάχιστον αυτή που βρίσκεται αριστερά και δεξιά της αναφοράς ότι δεν έχει γίνει ρητή συμφωνία σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου, φαίνεται η ίδια με την υπογραφή του Μ.Καλλία στην επιστολή ημερ. 26.2.2014 προς τους δικηγόρους Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ. Στη διά ζώσης μαρτυρία της η Ναθαναήλ αναφερόταν στα έντυπα διορισμού δικηγόρου που ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 ή και 3, αναφέροντας του ή τους, ότι θα έπρεπε να προσκομιστεί έντυπο και για τον
- Δεν αναφέρθηκε στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Ωστόσο, στην παρ.4 της Ενορκης της Δήλωσης είχε ρητά αναφερθεί και στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Διαπιστώνεται και πάλι απουσία πλήρους ταύτισης μεταξύ της Ενορκης Δήλωσης και της διά ζώσης μαρτυρίας της Ναθαναήλ. Ωστόσο, ενισχύεται η θέση ότι το Εντυπο Διορισμού Δικηγόρου για την Εναγόμενη 1 Εταιρεία δόθηκε από τον παραλήπτη - διαχειριστή, όπως και ήταν ορθό να γίνει. Καθ΄ όσον αφορά τα Εντυπα Διορισμού Δικηγόρων των Εναγομένων 2, 3 και 4 παρατηρείται, και προς τούτο δεν χρειάζονται γνώσεις ειδικού, ότι οι υπογραφές δεν συνάδουν με το πρόσωπο που καταγράφεται ότι δίδει την εξουσιοδότηση. Ο Γιώργος Μεταξάς δεν θα μπορούσε να υπογράφει ως «Μ.Μetaxas» ούτε ο Χαράλαμπος Χατζησολωμής ως «G.Metaxas». Και, βέβαια, η άλλη υπογραφή που παραμένει δεν θα μπορούσε να ήταν του Μιχάλη Μεταξά αλλά δυνητικά μόνο του Χαράλαμπου Χατζησολωμή. Η Ναθαναήλ είχε αναφέρει κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της ότι όταν της προσκομίστηκαν τα Εντυπα για τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 οι Εναγόμενοι 2 και 3 της είπαν ποιο έντυπο αφορούσε τον κάθε Εναγόμενο και η ίδια συμπλήρωσε τα έντυπα με τα στοιχεία της αγωγής στην παρουσία τους. Υπάρχει το περιθώριο να έγινε λάθος και να συμπληρώθηκε το έντυπο διορισμού με την υπογραφή «Μ.Μetaxas» με αναφορά στο Γιώργο Μεταξά. Το ζήτημα είναι πώς σε αυτό το έντυπο οι δύο μονογραφές είναι «Γ.Μ.». Επίσης θα μπορούσε να έγινε λάθος και να συμπληρώθηκε το έντυπο διορισμού με την υπογραφή «G.Μetaxas» με αναφορά στο Χαράλαμπο Χατζησολωμή. Το ζήτημα είναι πώς σε αυτό το έντυπο οι δύο μονογραφές είναι «Χ.Χ.». Ανάλογες παρατηρήσεις αφορούν και το Εντυπο Διορισμού του Μιχαλάκη Μεταξά. Ο,τι λάθος και να συνέβηκε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι κάποιος που θα υπόγραφε ένα έντυπο θα μονογραφούσε άλλο σε σχέση με την απουσία ρητής συμφωνίας για την αμοιβή του δικηγόρου. Ακόμα και αν τα τρία έντυπα πράγματι παραδόθηκαν στην Ναθαναήλ από τους Εναγόμενους 2 και 3 και ήταν υπογραμμένα όπως της είπαν από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 υπάρχει σοβαρότατη υπόνοια ότι αυτή ή κάποιος άλλος στη συνέχεια πλαστογράφησε τις μονογραφές τους. Το γεγονός ότι οι υπογραφές δεν ανταποκρίνονται στα ονόματα των Εναγομένων που σημειώνονται στα διοριστήρια, συνηγορεί υπέρ της θέσης της Ναθαναήλ για τον τρόπο που συμπληρώθηκαν. Εάν κάποιος αποφάσιζε να συντάξει εξ ολοκλήρου ένα διοριστήριο που να φέρεται ότι προέρχεται για παράδειγμα από τον Χαράλαμπο Χατζησολωμή, στη θέση της υπογραφής θα σχημάτιζε είτε μια παράσταση είτε θα έκανε μια γραφή που να ομοιάζει με τη λέξη Χατζησολωμής. Ποτέ δεν θα έγραφε «G.Metaxas». Όπως προειπώθηκε, τα Εντυπα Διορισμού που συνοδεύουν το Σημείωμα Εμφάνισης ημερ. 24.4.2014 που καταχωρίστηκε από τους δικηγόρους Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ, εξετάστηκαν από το γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου, εμπειρογνώμονα δυνάμει της ΚΔΠ 195/
- Τα αποτελέσματα της εξέτασης του έχουν σημειωθεί. Όμως, ότι μια υπογραφή που αποδίδεται σε κάποιον δεν ταυτίζεται με την πραγματική του υπογραφή, μπορεί και να οφείλεται σε ενέργεια του ιδίου του προσώπου. Επί ζωτικών ζητημάτων στα οποία αναφέρθηκε η Ναθαναήλ δεν αμφισβητήθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε ότι από 28.2.2014 επικοινωνούσε με τον Εναγόμενο 2 και ότι την 17.4.2014 την επισκέφθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδίδοντας της έντυπα διορισμού δικηγόρου. Ούτε ότι εκείνη την ημέρα καταβλήθηκε έναντι της αμοιβής των δικηγόρων για την υπόθεση το ποσό των €1.500 με επιταγή της USB Bank και εκδόθηκε σχετική απόδειξη είσπραξης. Τα πιο πάνω συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Από αυτά προκύπτει ότι τουλάχιστον από 28.2.2014 ο Εναγόμενος 2 είχε γνώση της ύπαρξης της αγωγής αυτής και ότι από τουλάχιστον 17.4.2014 τέτοια γνώση είχε και ο Εναγόμενος
- Εφόσον οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας τότε είχε και η Εταιρεία γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Άλλωστε, η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ήταν τότε υπό διαχείριση και είχε γνώση της αγωγής από τουλάχιστον την 26.2.2014 όπως αποκαλύπτεται από την επιστολή του παραλήπτη - διαχειριστή προς τους δικηγόρους Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ. Ωστόσο, η παρουσία των Εναγομένων 2 και 3 ενώπιον της Ναθαναήλ και η αναφορά τους ότι προσκόμιζαν έντυπο διορισμού δικηγόρου και από τον Εναγόμενο 4, δεν δεσμεύει τον τελευταίο. Επομένως, η θέση του Εναγόμενου 4 ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της ύπαρξης της αγωγής περί τα τέλη Απριλίου του 2015, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα τουλάχιστον όσον αφορά τους Εναγόμενους 1, 2 και
- Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων αφήνονται καθαρές αιχμές κατά του δικηγορικού γραφείου Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ, ακόμα και για νομικές ευθύνες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι το δικηγορικό γραφείο ειδοποιήθηκε για πρώτη φορά για την ύπαρξη της αγωγής την 26.2.2014 με την επιστολή του παραλήπτη - διαχειριστή. Οι Εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται ότι ειδοποίησαν νωρίτερα. Άλλωστε, η θέση τους είναι πως ποτέ δεν ανέθεσαν στο εν λόγω γραφείο την υπεράσπιση τους. Η Απόφαση είχε ήδη εκδοθεί από 27.1.2014, οπόταν το γραφείο δεν θα μπορούσε να έχει ευθύνη για οποιαδήποτε παράλειψη που οδήγησε στην έκδοση της Απόφασης ερήμην των Εναγομένων. Για ποιο λόγο, λοιπόν, το δικηγορικό γραφείο να προστρέξει και να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, χωρίς οδηγίες και δικηγόροι ή υπάλληλοι του να πλαστογραφήσουν προς τούτο έντυπα διορισμού δικηγόρου. Διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν η θέση ήταν ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν έγκαιρα την εκπροσώπηση τους, οι δικηγόροι αμέλησαν και στην προσπάθεια τους να καλύψουν την αμέλεια τους προχώρησαν στην πλαστογράφηση εντύπων διορισμού δικηγόρου και καταχώρησαν εκ μέρους τους εμφάνιση ελπίζοντας ότι δεν θα είχε στο μεταξύ εκδοθεί απόφαση. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι το δικηγορικό γραφείο Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης επειδή είχε οδηγίες από τον παραλήπτη - διαχειριστή και τους Εναγόμενους 2 και 3 που παρέστησαν, αληθώς ή ψευδώς, ότι προσκόμιζαν και διοριστήριο από τον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή της Ενάγουσας να χρησιμοποιήσει στην παρούσα Αίτηση τη μαρτυρία της Ναθαναήλ δεν την καθιστά υπόλογη για τις όποιες τυχόν παρατυπίες ή παρανομίες μπορεί να διαπράχθηκαν από το δικηγορικό γραφείο Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το εν λόγω δικηγορικό γραφείο εκπροσωπούσε δυνάμει πραγματικών οδηγιών τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 τουλάχιστον και είναι τους τελευταίους που το γραφείο δεσμεύει με τις πράξεις ή παραλείψεις του. Όπως το στοιχείο ότι πληροφορήθηκαν το γεγονός της έκδοσης της προσβαλλόμενης Απόφασης από 25.4.2014 με την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς αυτούς. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι οι Εναγόμενοι που αποδίδουν στο δικηγορικό γραφείο Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ τόσο αξιόμεμπτη συμπεριφορά δεν αναφέρουν να έχουν έκτοτε προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία είτε στην Αστυνομία για τα ποινικά αδικήματα που ισχυρίζονται ότι διαπράχθηκαν εναντίον τους είτε στο πειθαρχικό σώμα του Δικηγορικού Συλλόγου. Ζ. Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής Ο Προκοπίου εγείρει δύο ζητήματα, όπως έχουν πιο πάνω περιγραφεί. Το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εδράζονται τα ζητήματα βρίσκεται στις ίδιες τις χρεώσεις της Τράπεζας. Τα γεγονότα είναι τα παρουσιασθέντα από την Τράπεζα κατά την απόδειξη της αγωγής και στη βάση αυτών ο Προκοπίου υποστηρίζει ότι υπήρξαν παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Στη συμφωνία δανείου ημερ. 20.6.2003 που παρουσιάστηκε κατά την απόδειξη της αξίωσης, υπάρχει πρόνοια ότι «Για το σκοπό του υπολογισμού του τόκου θα λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των ημερών που έχει ο κάθε μήνας ξεχωριστά και θα χρησιμοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες.» Στην Archbold Invest Ltd κ.α. v. Λαϊκής Κυπρ.Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1084, 1093-94 συζητείται το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του τόκου με βάση το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες αντί 365 που έχει το ημερολογιακό έτος. Στην υπόθεση υπήρχε στη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του χρεώστη σχετικός όρος, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Το συμπέρασμα (σελ. 1097) είναι ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, που οδηγεί σε χρέωση μεγαλύτερου ποσού τόκου, είναι επιτρεπτός στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβαίνει εδώ μετά την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας και την ελευθεροποίηση των επιτοκίων με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999. Στη Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών είχε οδηγήσει σε παράνομη χρέωση τόκου επειδή το τότε επιτρεπόμενο από το νόμο ανώτατο όριο του 9% προβλεπόταν στη συμφωνία και χρεωνόταν. Ως αποτέλεσμα η χρησιμοποίηση του διαιρέτη των 360 ημερών οδηγούσε σε πραγματική χρέωση που υπερέβαινε το 9%. Επομένως, οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποκαλύψει υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής στη βάση του γεγονότος ότι η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε σε σχέση με τη σύμβαση του δανείου ως διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες για τον υπολογισμό του τόκου. Ως προς το ζήτημα του τόκου υπερημερίας θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 δεν ίσχυαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Η αναφορά στη νομοθεσία για μέγιστο ποσοστό επιτοκίου 2% εισάχθηκε για πρώτη φορά με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, (Ν.141(Ι)/2014)που δημοσιεύτηκε την 9.9.2014 και τροποποιήθηκε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2015, (Ν.66(Ι)/2015)που δημοσιεύτηκε την 7.5.2015. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης Απόφασης την 27.1.2014 ίσχυε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, (Ν.160(Ι)/1999). Δεν υφίστατο περιορισμός στο 2%. Στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8.7.2014, τα γεγονότα της οποίας αφορούσαν σε χρόνους όταν ίσχυε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% στη βάση ότι το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα με τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών την 7.12.2011 αύξησε το επιτόκιο σε 13%. Αμέσως προηγουμένως το επιτόκιο ήταν, σύμφωνα με τον Προκοπίου, στο 8%. Υπήρξε δηλαδή χρέωση επιτοκίου υπερημερίας 5%. Στην επίδικη συμφωνία δανείου αναφέρεται στον Ορο 4 ότι το επιτόκιο υπερημερίας θα ήταν 5%. Επομένως, φαίνεται ότι η Ενάγουσα μπορούσε να επιβάλει τόκο υπερημερίας 5%. Επομένως, οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποκαλύψει υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής στη βάση του γεγονότος ότι η Ενάγουσα επέβαλε τόκο υπερημερίας 5%. Οσα άλλα αναφέρει ο Εναγόμενος 4 και που διατείνεται ότι αφορούν την ουσία της αγωγής, συνιστούν γενικές και αόριστες τοποθετήσεις. Δεν εξηγεί σε ποιες συμπληρωματικές συμβάσεις δανείων παραπέμπει και σε ποιο οικονομικό εξαναγκασμό αναφέρεται σε σχέση με τις υποθήκες και προσωπικές εγγυήσεις. Αναφέρεται, ακόμα, σε αποκοπή οικονομικών διευκολύνσεων, σε αμέλεια και παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων της Τράπεζας και σε υπέρογκα δάνεια χωρίς να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Προβάλλει, περαιτέρω, κάποια άλλα θέματα κατά τρόπο όμως ακατανόητο. Στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793 αναφέρεται πως η αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Υιοθετείται (στη σελ. 799) απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση όπου αναφέρεται: «... η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Στην Orams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, τονίστηκε ότι απαιτείται από τον αιτητή να δώσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης, επομένως δεν αρκεί η προβολή μιας θέσης αλλά η σε κάποιον έστω μικρό βαθμό τεκμηρίωσή της (βλ. Δωρίτη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 314. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι δεν αποκάλυψαν υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Η. Η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως έγκαιρα Όσον αφορά την παράλειψη εμφάνισης στην αγωγή αναφέρεται στην Eros Travel & Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 (B) A.A.Δ. 712, πως: "Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει". ´Oμως, "Παρά την επικουρική της σημασία η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης δεν παύει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη." Όσο και αν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα των άλλων θεμάτων που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανώτατου Δικαστηρίου πως αν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και δεν συνιστά η απραξία του αιτητή περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση θα παραμεριστεί. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση κρίθηκε ως αφ΄ εαυτής τροχοπέδη στο "επανάνοιγμα" της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, 31, αναφέρεται πως το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτη όψεως καλή υπεράσπισης. Στη Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 364, περιορίζεται η Βίκα Πίκα στα γεγονότα της και απορρίπτεται η θέση πως η νομολογία έχει καταστεί ελαστικότερη στο θέμα της αργοπορίας στην καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό. Η παρούσα υπόθεση είναι ιδιάζουσα γιατί δεν αφορά παράλειψη εμφάνισης στην αγωγή αλλά καθυστέρηση. Το πρόβλημα για τους Εναγόμενους ήταν πως στο ενδιάμεσο εκδόθηκε εναντίον τους η προσβαλλόμενη Απόφαση. Καταχωρίστηκε εκ μέρους τους εμφάνιση μόλις στις 24.4.2014 ενώ η αγωγή είχε επιδοθεί από τις 4.12.2013 και στο ενδιάμεσο εκδόθηκε η Απόφαση στις 27.1.2014. Ουδεμία εξήγηση προσφέρθηκε για την καθυστέρηση. Περαιτέρω, δεν έχουν δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ακόμα και αν ήταν αλήθεια ότι το γεγονός της Απόφασης περιέπεσε στην αντίληψη τους στις 24.4.2015 καθυστέρησαν 2½ μήνες για να καταχωρήσουν την υπό κρίση Αίτηση. Αυτό πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 γνώριζαν για την ύπαρξη της αγωγής και είχαν δώσει οδηγίες για την υπεράσπιση τους. Ηταν αδικαιολόγητοι στο να μην ενδιαφερθούν νωρίτερα για την εξέλιξη της υπόθεσης τους και, όπως προειπώθηκε, η γνώση των δικηγόρων τους από 25.4.2014 θεωρείται και δική τους γνώση. Κάτω από τις περιστάσεις με ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη υπεράσπισης επί της ουσίας της αγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στο να παραμερίσει την εκδοθείσα Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 (βλ. Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, 209). Ως εκ των ανωτέρω, Αίτηση καθ΄ όσον αφορά τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καθ΄ όσον αφορά τον Εναγόμενο 4 η Αίτηση επιτυγχάνει και η Απόφαση ημερ. 27.1.2014 εναντίον του παραμερίζεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 4 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή θα πρέπει να επιδοθεί στον Εναγόμενο 4 «εκ νέου». (Υπ.)......................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο