THE OCTAGON DEVELOPING & CONSTRUCTING LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 354/2013, 22/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 354/2013 Μεταξύ: THE OCTAGON DEVELOPING & CONSTRUCTING LTD Ενάγουσας και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενης Όπως δε τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος με ημερομηνία 15.09.2014 Μεταξύ: THE OCTAGON DEVELOPING & CONSTRUCTING LTD Ενάγουσας - Αιτήτριας και
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων 2 και 3 - Καθ΄ων η Αίτηση Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: Ο κ. Δ. Μηνά για Κ. Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 2 - καθ΄ης η αίτηση: Η κα Μ. Φράγκου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 3 - καθ΄ου η αίτηση: Η κα Μ. Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως της ενάγουσας - αιτήτριας με ημερομηνία 6.11.2015) Η παρούσα υπόθεση είναι μια από τις εκατοντάδες υποθέσεις που έχουν καταχωρηθεί στα Δικαστήρια μας και αφορούν αξιώσεις συμπατριωτών μας αλλά και ξένων εναντίον Τραπεζικών Ιδρυμάτων αλλά και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την αγορά αξιογράφων από τράπεζες. Η παρούσα αφορά αγορά αξιογράφων από την εναγόμενη 1 η αξία των οποίων κατ΄ισχυρισμό των Αιτητών έχει εκμηδενιστεί. Με την υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 6.11.2015 η Αιτήτρια αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την κατά κύριο λόγο προσθήκη και διαγραφή και προσθήκη άλλων ισχυρισμών όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της αίτησης οι οποίοι καταλαμβάνουν εννέα σελίδες. Η πλήρης καταγραφή των αλλαγών που επιδιώκονται στο δικόγραφο των εναγόντων, λόγω της έκτασης τους, δεν κρίνεται πρόσφορο να καταγραφούν σε αυτό το σημείο, θα καταγραφούν όμως οι αναγκαίες κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Τις έχω διεξέλθει μια προς μια και τις έχω μελετήσει με προσοχή. Αυτές θα σχολιαστούν στη συνέχεια κατά το στάδιο της ανάλυσης των λόγων των ενστάσεων. Επιχειρώντας όμως μια σύνοψη τους καταγράφω αυτολεξεί την παρ. 4 της ένορκης δήλωσης της κας Λώριας Χατζηξενοφώντος η οποία υποστηρίζει την αίτηση: «Οι προσθήκες που επιδιώκονται με τη παρούσα αίτηση είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης αλλά και τα λεπτά, πρωτότυπα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα που καλείται το δικαστήριο να εξετάσει και να κρίνει. Στην ουσία πρόκειται για ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, αλλά και το κράτος απέναντι στους ενάγοντες τόσο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των επίδικων αξιογράφων, αλλά και αυτά που διαδραματίσθηκαν από το Μάρτιο του 2013 και μετά. Επιδιώκεται επίσης να δικογραφηθούν αναλυτικά όλες οι ενέργειες και παραλείψεις της εναγομένης 1 τράπεζας ώστε να δοθεί μαρτυρία κατά το στάδιο της ακρόασης με σκοπό να αποδειχθούν μεταξύ άλλων ο δόλιος σχεδιασμός, τακτική προώθησης των επίδικων και η εξαπάτηση τόσο του ευρύ κοινού όσο και των εναγόντων. Η πλευρά των εναγόντων, επιθυμεί επίσης να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλους τους ισχυρισμούς της αναφορικά με τα γεγονότα, ούτως ώστε να δικαιολογήσει τις αιτούμενες αξιώσεις της. Με αυτόν τον τρόπο όλα τα σχετικά γεγονότα που η πλευρά των εναγόντων θέλει να ισχυριστεί και να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου θα μπορούν να ακουστούν και αφού κριθούν θα αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη.» Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 9 Θεσμοί 2,4,5,7,10 και 11, Διαταγή 12, Διαταγή 39, Διαταγή 25 Θεσμοί 1 - 5, Διαταγή 48, Θεσμοί 2 - 4 και 9, Δ.63 Θ. 2, επί της Πρακτικής και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε πριν από την 1.01.2015 και έτσι εφαρμογής τυγχάνει η Διαταγή 25 Θ.1 όπως ήταν πριν από την τροποποίηση της την 6.02.2015 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά θα παραθέσω στη συνέχεια μερικές από τις αποφάσεις αυτές από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που ακολουθούνται σε τέτοιας φύσης αιτήματα. Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1 AAΔ 162 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.,
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33, όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά,
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή, θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή με το ακόλουθο σκεπτικό. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι επίσης γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 που η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά,
(1992)1 ΑΑΔ 704). Στην τελευταία αυτή υπόθεση λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης τις υποθέσεις Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.,
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, το Δικαστήριο ανέλυσε τις αρχές που καθοδηγούν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ως εξής: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.» Θα πρόσθετα ακόμα την απόφαση στις πρόσφατες Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013 ΙΚΟS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά. ημερομηνίας 20.03.2014 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία δεν επιτράπηκε η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, επεσήμανε τα πιο κάτω: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. Καταρχάς, είναι χωρίς στήριξη η θέση της Εφεσείουσας ότι η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη νέων διαδίκων έγινε με τη σύμφωνη γνώμη τους. Όπως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, παρών κατά τη διαδικασία εξέτασης της εν λόγω αίτησης ήταν μόνο ο Εφεσίβλητος 1, ο οποίος και συμφώνησε στο αίτημα. Για τους Εφεσίβλητους 2-13 δεν υπήρξε καμία εμφάνιση, στοιχείο που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός πως μέχρι και σήμερα για αριθμό εφεσιβλήτων δεν επιτεύχθηκε οποιαδήποτε επίδοση και, συνεπώς, ούτε και καταχωρήθηκε ανάλογη εμφάνιση. Αμφισβητείται, επίσης, το εύρος των υφιστάμενων δικογραφημένων θέσεων της Εφεσείουσας. Κατά πόσο, δηλαδή, εμπεριέχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εφεσιβλήτων 2-13. Εξέταση των δικογραφημένων αυτών θέσεων συνηγορεί με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, οι όποιες αναφορές και ισχυρισμοί δικογραφούνται από την Εφεσείουσα, προβάλλονται καθόσον αφορούν μόνο την απαίτηση της εναντίον του Εφεσίβλητου 1 και δεν συνιστούν βάση για απαίτηση εναντίον των υπολοίπων διαδίκων. Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιωκόταν η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και, ταυτόχρονα, η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, Εφεσιβλήτων 2-13. Υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της.» Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω τη μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν μέρει καταγράφεται και στις παρ. 4 - 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της εναγομένης 2. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 29.03.2013 σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2 r.1). Εκ μέρους της τότε μοναδικής εναγόμενης καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης την 12.04.2013. Η ενάγουσα στη συνέχεια με αίτηση της την 14.05.2013 αιτήθηκε την παράταση του χρόνου για να καταχωρήσει την έκθεση απαιτήσεως της και εξασφάλισε προς τούτο διάταγμα την 3.06.2013 για παράταση του χρόνου για είκοσι ημέρες από της έκδοσης του διατάγματος. Η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρήθηκε στη συνέχεια την 20.06.2013. Ακολούθησε εκ μέρους της ενάγουσας την 11.09.2013 αίτηση για απόφαση εναντίον της εναγόμενης λόγω της μη καταχώρησης της υπεράσπισης της η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε την 9.12.2013 και η απάντηση καταχωρήθηκε την 13.12.2013. Ακολούθησε εκ μέρους της ενάγουσας αίτηση ορισμού της αγωγής δυνάμει της Δ.31 Κ.1 και ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες την 15.04.2014. Εκείνη την ημερομηνία ορίστηκε για ακρόαση για τις 25.11.2014. Ακολούθησε αίτηση για τροποποίηση των δικογράφων της ενάγουσας με ημερομηνία 17.06.2014 με την προσθήκη και των εναγομένων 2 και 3 και διαφόρων παραγράφων της αρχικής Έκθεσης Απαιτήσεως η οποία εγκρίθηκε εκ συμφώνου την 15.09.2014. Ο υπόλοιπος χρόνος μέχρι και την 9.06.2015 που επαναορίστηκε για ακρόαση σπαταλήθηκε για την εκ νέου καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων και των δικογράφων των εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι προστέθηκαν με την πιο πάνω τροποποίηση ως διάδικοι. Στη συνέχεια επαναορίστηκε λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου για ακρόαση την 10.11.2015. Πριν την πιο πάνω ημερομηνία ήτοι την 6.11.2015 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση στην οποία υπήρξε αντίδραση με την καταχώρηση ειδοποιήσεως περί προθέσεως ενστάσεως από τους εναγόμενους 2 και 3. Η εναγόμενη 1 διά του δικηγόρου που την εκπροσώπησε δήλωσε ότι δεν θα καταχωρούσε ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση και ζητούσαν τα έξοδα τους. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι δύο πλευρές δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την κλήτευση για αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι με άδεια του Δικαστηρίου τόσο οι Αιτητές όσο και οι Καθ΄ων η Αίτηση εναγόμενοι 2 και 3 προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και στις ενστάσεις τους με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες όπως και σε πρωτόδικες αποφάσεις προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που εκφράστηκαν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Υπό το φως των πιο πάνω αρχών της νομολογίας, θα προχωρήσω στην ανάλυση των λόγων των ενστάσεων οι οποίοι στηρίζουν την εισήγηση εκ μέρους και των εναγομένων 2 και 3 ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση της παρούσας αίτησης. Ο πρώτος λόγος ένστασης τον οποίο θα εξετάσω προβάλλεται και από τους δύο εναγόμενους και συνίσταται στο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον τους για αστικά αδικήματα τα οποία παραγράφηκαν, αφού αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της καθ' ης η αίτηση 2 και 3 που έλαβαν χώρα από το 2010. Στις παραγράφους 9(α) - 9(ε) της Ε/Δ που επισυνάπτεται στην Ένσταση της Καθ'ης η Αίτηση 2 αναφέρονται αναλυτικά ποιες από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις αφορούν αστικά αδικήματα που παραγράφηκαν. Πρόκειται για τις προτεινόμενες παραγράφους 18Α, 18Β, 18Γ, 18Δ και τη θεραπεία Η1. Συγκεκριμένα, στην προτεινόμενη παράγραφο 18Α αναφέρονται τα εξής: «18.Α Την περίοδο μεταξύ 2010 και 2013, η Εναγόμενη 1, υπό την κατ' επίφαση και βαριά αμελή εποπτεία της Εναγόμενης 2.» Στην προτεινόμενη παράγραφο 18Β αναφέρονται τα εξής: «18.Β. Η Εναγόμενη 1 προέβη στις πιο πάνω ενέργειες με την συνέργεια και ανοχή άμεση ή την έμμεση ενθάρρυνση, και/ή την κάλυψη και/ή την συγκάλυψη της Εναγόμενης 2 που επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την άσκηση της εποπτείας [.] Η Αιτήτρια με την προσθήκη της προτεινόμενης παραγράφου 18Γ επιδιώκει την προσθήκη ισχυρισμού ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 ενήργησε με βαριά αμέλεια και με τη νέα θεραπεία Η1, η οποία επιχειρείται να εισαχθεί με το Διάταγμα 2(Α) της παρούσας αίτησης, η Αιτήτρια αξιώνει εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, για πράξεις και παραλείψεις που, όπως ισχυρίζεται, διέπραξε η Καθ'ης η Αίτηση 2 κατά την άσκηση εποπτείας της με βαριά αμέλεια. Είναι η εισήγηση της πλευράς των Καθ΄ων η Αίτηση εναγομένων 2 και 3 ότι όλες οι αναφορές σε αστικά αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν πριν την 1.7.2012 δεν μπορούν να προστεθούν στο δικόγραφο της Αιτήτριας, καθότι παραγράφηκαν. Η εισήγηση αυτή στηρίζεται στα πιο κάτω. Η βάση αγωγής που προβάλλει η Αιτήτρια στην Έκθεση Απαίτησης εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 είναι η ισχυριζόμενη αμέλεια και/ή η παράβαση θέσμιων καθηκόντων. Ο χρόνος παραγραφής για τα αστικά αυτά αδικήματα καθορίζεται στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός εάν αυτή εγερθεί εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή. Με βάση το άρθρο 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, το πιο πάνω άρθρο 68 του Κεφ.148 καταργήθηκε. Ωστόσο, όπως ρητά προβλέπεται στο Παράρτημα του πιο πάνω Νόμου 66(Ι)/2012, το άρθρο αυτό καταργείται «μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου». Σημειώνεται ότι με βάση το άρθρο 28 του πιο πάνω Νόμου αυτός είχε τεθεί σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 24(ε)(
- i)του ίδιου Νόμου 66(Ι)/2012, «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν . (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν (
- i)αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις.» Με βάση λοιπόν τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 68 του Κεφ.148 και των άρθρων 24(ε), 28 και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν αστικά αδικήματα που επεσυνέβησαν πριν την έναρξη του Νόμου 66(Ι)/2012, δηλαδή πριν τις 1.07.2012, ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ.148, σύμφωνα με το οποίο αγωγή για αστικό αδίκημα πρέπει να καταχωρείται εντός 3 ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η Αιτήτρια επιχειρεί να εισάγει ισχυριζόμενες πράξεις και παραλείψεις της Καθ'ης η Αίτηση 2, οι οποίες έλαβαν χώρα την περίοδο από το 2010 μέχρι και το 2013. Λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο παραγραφής που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση όσοι ισχυρισμοί περιέχονται στην προτεινόμενη Ε/Α και αφορούν αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν οι Καθ'ων η Αίτηση μέχρι την 1.07.2012, ο χρόνος, είναι η εισήγηση, έχει παραγραφεί και οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα πρέπει να επιτραπούν. Είναι γεγονός και ως προς τούτο θα συμφωνήσω με την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια παραλείπει να συγκεκριμενοποιήσει τον ακριβή χρόνο στον οποίο διαπράχθηκαν οι εν λόγω πράξεις και παραλείψεις και έτσι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Με άλλα λόγια, η γενικόλογη αναφορά σε περίοδο 2010-2013 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι αιτούμενες τροποποιήσεις παραβιάζουν τους κανόνες παραγραφής ή όχι. Είναι η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση ότι εξ αυτού του λόγου ότι δηλαδή θα εισαχθούν αόριστοι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν προσδιορίζονται χρονικά με ακρίβεια θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Συμφωνώ με την πιο πάνω αντίκριση του ζητήματος. Παρόμοιος ισχυρισμός εξετάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε πανομοιότυπη αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγωγή αρ.1394/13, Χριστίνα Τρικωμίτου κ.α. v. Cyprus Popular Bank Public Co Limited κ.α. όπου ο κ. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ., στην απόφαση του με ημερομηνία 8.12.2015 απέρριψε παρόμοιο αίτημα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αμέσως πιο κάτω: « Αναμφίβολα η ζημιά των Εναγόντων δεν προέκυψε κατά τους χρόνους που η Εναγόμενη 2 ή ο Εναγόμενος 3 κατ' ισχυρισμό διέπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν τα όσα τους καταλογίζονται. Για παράδειγμα, η ισχυριζόμενη έλλειψη εποπτείας το 2006 ασφαλώς και δεν προκάλεσε ζημιά στους Ενάγοντες σε εκείνο το χρονικό σημείο αφού δεν είχαν αγοράσει ακόμα τα αξιόγραφα. Η ζημιά τους επήλθε μεταγενέστερα όταν αγόρασαν αξιόγραφα. Όταν συμβλήθηκαν για τις αγορές τις οποίες με την αγωγή επιδιώκουν να ακυρώσουν. Με τον τρόπο που δικογραφούνται οι πλέον ουσιαστικές παράγραφοι που επιδιώκεται να εισαχθούν είναι αδύνατον διαγνωσθεί πότε κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε η κάθε πράξη ή παράλειψη που καταλογίζεται στους Εναγόμενους. Ήταν υποχρέωση των Εναγόντων να καθορίσουν στην Αίτηση πότε επεσυνέβηκε η κάθε ισχυριζόμενη πράξη ή παράλειψη ώστε η καθεμιά να μπορεί να εξεταστεί ξεχωριστά. Δεδομένης της ύπαρξης του ζητήματος της παραγραφής ο κάθε προτεινόμενος ισχυρισμός, θα έπρεπε να έχει χρονικό προσδιορισμό. Πότε ή ποια συγκεκριμένη περίοδο επεσυνέβηκε η πράξη ή η παράλειψη που επιδιώκεται να εισαχθεί. Δεν θα μπορούσε να επιτραπούν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συλλήβδην γιατί αφού εισαχθούν στη δικογραφία θα μπορεί να δοθεί μαρτυρία σε όλο το φάσμα που αυτές αποκαλύπτουν. Πρέπει να απορριφθούν στην ολότητα τους εκτός και όπου συγκεκριμένος ισχυρισμός θα διαφαίνετο ότι αφορούσε σε χρόνο μετά την 1.7.2012.» Συμφωνώ με το πιο πάνω σκεπτικό και υιοθετείται και στην παρούσα απόφαση μου όπου τα γεγονότα της είναι σχεδόν ταυτόσημα. Το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου υιοθέτησε και η αδελφή Δικαστής κα Μέσσιου, Ε.Δ. στις αποφάσεις του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αγωγή αρ.1632/13 ΑΝΝΑ ΓΙΑΛΛΟΥΡΟΥ ν. 1.Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, 2.Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, 3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, 4.Γενικός Εισαγγελέας ημερομηνίας 29.01.2016 και στην Αγωγή αρ.1373/13, 1. ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΑ ΚΥΖΑ, 2. ΑΝΘΟΥΛΑ ΚΥΖΑ ανήλικες ν. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, 2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, 3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, 4. Γενικός Εισαγγελέας ημερομηνίας 29.01.2016 (βλ. σελ. 17 και 18). Επίσης το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου υιοθέτησε και η αδελφή Δικαστής κα Κυριακίδου Α.Ε.Δ. στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις της στην Αγωγή αρ. 4063/2013, Μιχάλης Άνιφτος v. 1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, 2. Cyprus Popular Bank Public Co Limited, 3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, 4. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17.02.2016 (βλέπε σελ. 11), στην Αγωγή αρ. 1269/2013, Παντελής Παντελή κ.α. v. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Limited κ.α., ημερομηνίας 17.02. 2016 και στην Αγωγή αρ. 4314/2012, Cyprometal Limited κ.α. v. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Limited, 2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, 3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, 4. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17.02.2016 με τις οποίες η ευπαίδευτος συνήγορος της πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση 2 είχε την καλοσύνη να με εφοδιάσει. Παρόμοιος ισχυρισμός εξετάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε πανομοιότυπη αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγωγή αρ. 302/2013 Ε.Δ. Αμμοχώστου Σωτήρης Παπαδόπουλος v. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Limited κ.ά., ημερομηνίας 16/2/2016 την οποία έκδοσε ο κ. Μ. Παπαμιχαήλ Π.Ε.Δ. Παραθέτω απόσπασμα από τις σελίδες 6 και 7 αμέσως πιο κάτω: « Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής - Ενάγων επιχειρεί να εισάγει ισχυριζόμενες πράξεις και παραλείψεις των Καθών η αίτηση 3 και 4, οι οποίες έλαβαν χώρα την περίοδο από το 2006 μέχρι και το 2013. Λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο παραγραφής που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι όσοι ισχυρισμοί περιέχονται στην προτεινόμενη να τροποποιηθεί έκθεση απαίτησης και αφορούν αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν οι Καθ'ων η αίτηση 3 και 4 μέχρι την 1.7.12, ο χρόνος έχει παραγραφεί και οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν μπορούν να επιτραπούν. Η παράλειψη όμως του Αιτητή να συγκεκριμενοποιήσει στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει τον ακριβή χρόνο στον οποίο διαπράχθηκαν οι εν λόγω πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων 3 και 4 δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να είναι σε θέση να εξετάσει κατά πόσο οι αιτούμενες τροποποιήσεις (ή ποιες εξ αυτών) παραβιάζουν το άρθρο 68 του Κεφ. 148 για την παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος. Εφ' όσον τίθεται θέμα παραγραφής θα έπρεπε ο Αιτητής στην σκοπούμενη να τροποποιηθεί έκθεση απαίτησης του να καθορίσει με ακρίβεια το χρόνο διάπραξης των ισχυριζόμενων αστικών αδικημάτων, κάτι το οποίο παραλείπει να πράξει με αποτέλεσμα να μην είναι καθαρό αν αυτές έγιναν το 2008 (χρόνο κατά τον οποίο ο Ενάγων είχε αγοράσει αξιόγραφα) και/ή μεταγενέστερα πριν ή μετά την 1.7.12.» Διαφορετική αντίκριση είχε παρόμοιος ισχυρισμός ο οποίος εξετάστηκε από την αδελφή Δικαστή κα Τσιβιτανίδου - Κίζη Α.Ε.Δ. σε πανομοιότυπη αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, στην Αγωγή αρ. 1746/13 Ε.Δ. Λεμεσού, Σωτήρης Καρασαμάνης v. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Limited κ.α., Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 17.2.2016, στην οποία το Δικαστήριο είχε αντίθεση άποψη. Όλες τις πιο πάνω αποφάσεις σχολιάζει στην αγόρευση της η πλευρά των Αιτητών ασκώντας ασφαλώς καλόπιστη κριτική σε όσες απέρριψαν το αίτημα για τον πιο πάνω λόγο και καλώντας το Δικαστήριο να ακολουθήσει την τελευταία που ήταν θετική ως προς το αίτημα τους. Με άλλο λόγο ένστασης οι Καθ΄ων η Αίτηση προβάλλουν ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό αλλά και πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης της παρούσας αίτησης για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και αυτό σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 - 6 της ένορκης δήλωσης της δικηγόρου κ. Λ. Χατζηξενοφώντος η οποία υποστηρίζει την αίτηση όπου προβάλει ότι υπάρχει ανάγκη τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, μεταξύ άλλων, για να αναφερθεί η ευθύνη που κατ' ισχυρισμό έχει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και το Κράτος έναντι της Αιτήτριας για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των αξιογράφων και αυτά που διαδραματίστηκαν από το Μάρτιο του 2013 και μετά. Αναφέρεται περαιτέρω στις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης της δήλωσης ότι χωρίς την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα είναι δυνατή η προώθηση των θέσεων της Αιτήτριας, ούτε η πλήρης και ορθή παρουσίαση της υπόθεσης της. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης της κ. Λ. Χατζηξενοφώντος δεν συγκεκριμενοποιούνται οι πιο πάνω γενικές αναφορές. Δηλαδή δεν γίνεται καμία αναφορά για ποιο λόγο χωρίς την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα είναι δυνατή η προώθηση των θέσεων της Αιτήτριας και η πλήρης παρουσίαση της υπόθεσης της, ούτε εξειδικεύονται οποιαδήποτε στοιχεία και δεν παρατίθενται οποιοιδήποτε συγκεκριμένοι λόγοι που να οδηγούν στην ανάγκη τροποποίησης της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς, όπως λέχθηκε από τον Πρόεδρο (όπως ήταν τότε) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 11.12.2012 στην Αγωγή αρ. 4502/2006, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. 1. Intermall Investments Ltd, 2.Χριστόδουλου Έλληνα, οι λιτές αναφορές στην ένορκη δήλωση δεν παρέχουν δυνατότητα αξιολόγησης για σκοπούς παροχής άδειας για τροποποίηση, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στην ένσταση και στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε από πλευράς των Καθ΄ων η Αίτηση αρνούνται ότι υπάρχει τέτοια ανάγκη για τροποποίηση. Παρόμοιος ισχυρισμός με ταυτόσημα γεγονότα εξετάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε απόφαση του Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. στην Αγωγή αρ. 1394/13 ημερομηνίας 8.12.2015. Παραθέτω απόσπασμα αμέσως πιο κάτω: « Υπάρχει όμως ζήτημα αναφορικά με το πώς προέκυψε η ανάγκη δικογράφησης νέων ισχυρισμών και κατ' επέκταση καταχώρηση της Αίτησης. Τίποτα το ουσιαστικό δεν αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Ούτε καν ότι νέα στοιχεία περιέπεσαν στην αντίληψη των Εναγόντων ή των δικηγόρων τους. Διαπιστώθηκε, αναφέρεται, ότι η Έκθεση Απαίτησης χρήζει τροποποίησης μετά από μελέτη των δικηγόρων των Εναγόντων. Μετά από την τελευταία διεξοδική ενασχόληση των δεδομένων της υπόθεσης, όπως αναφέρεται στην παρ. 6 της Ένορκης Δήλωσης. Με λίγα λόγια ότι τώρα που οι δικηγόροι των Εναγόντων μελέτησαν καλύτερα την υπόθεση κρίνουν ότι δεν την συνέταξαν όπως θα ήθελαν ή όπως θα έπρεπε και επιθυμούν να βασίσουν την αξίωση τους σε μια καλύτερη έκθεση απαίτησης που θα εμπεριέχει και άλλα στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη. Και δεν περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη όχι γιατί αποκαλύφθηκαν νέα στοιχεία ή γιατί μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης περιέπεσαν σε γνώση των Εναγόντων ή των δικηγόρων τους στοιχεία που δεν ήταν υπόψη τους, αλλά γιατί τώρα που μελέτησαν την υπόθεση για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης βρίσκουν την Έκθεση Απαίτησης ανεπαρκή.» Την ίδια προσέγγιση για το πιο πάνω ζήτημα είχαν σε αποφάσεις τους στις Αγωγές αρ.1632/13, αρ.1373/13, αρ. 4063/2013, αρ. 1269/2013 και αρ.4314/2012 και οι άλλοι Επαρχιακοί Δικαστές στις οποίες έκανα αναφορά πιο πάνω. Σημειώνω ότι η παρούσα είναι η δεύτερη αίτηση τροποποίησης, όπως φαίνεται και από την πιο πάνω καταγραφείσα πορεία της υπόθεσης και γίνεται δεκαεπτά μήνες μετά την πρώτη. Η Αιτήτρια στη βάση των πιο πάνω, στους ώμους της οποίας βρίσκεται το βάρος απόδειξης της ανάγκης για τροποποίηση, δεν απέδειξε ότι υπάρχει καλός λόγος για να της επιτρέψει το Δικαστήριο να προβεί στις αιτούμενες τροποποιήσεις και συνεπώς η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Καθ'ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Με τον τρίτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, καθότι το σύνολο των γεγονότων και όλο το απαραίτητο υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί με την παρούσα αίτηση ήταν σε γνώση της Αιτήτριας πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Τονίζεται ότι, ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε αδιαμφισβήτητος από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και συνεπώς είναι παραδεχτός. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την εξέταση αίτησης τροποποίησης το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο το υλικό, το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί με την αίτηση ήταν εις γνώσιν του αιτητή, ή θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013 ΙΚΟS CIF LTD v. MARTIN COWARD (πιο πάνω), ο έντιμος κ. Αντ. Λιάτσος, Δ. που εξέδωσε την απόφαση, ανέφερε τα εξής: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπό εξέταση, το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν θα ήταν συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση, λόγω των ιδίων των δεδομένων της υπόθεσης, τα οποία επιμαρτυρούν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην αντίδικη πλευρά. Τα βασικά γεγονότα ήταν γνωστά στην Εφεσείουσα, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί και από την ανάγκη που οδήγησε στο αίτημα για προσθήκη νέων διαδίκων και τους λόγους που επικαλέστηκε προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωση αυτή. Η αναφορά σε αλλαγή των δικηγόρων της Εφεσείουσας, στην προσπάθεια στήριξης της αναγκαιότητας για τροποποίηση, δε συνιστούσε βάσιμο λόγο αλλά ούτε και δικαιολογία της παρατηρηθείσας, ήδη, καθυστέρησης.» Η σημασία του κατά πόσο τα γεγονότα ήταν γνωστά ή θα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον αιτητή επισημάνθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη,
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγομένους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος.» Στην προκειμένη περίπτωση πλείστα από τα γεγονότα και ισχυρισμοί που επιχειρεί η Αιτήτρια να εισάγει με τις προτεινόμενες παραγράφους 18Α και 18Β της Έκθεσης Απαίτησης (Διάταγμα 1(ε) και Διάταγμα 1(ζ) της αίτησης) ήταν ήδη εις γνώσιν της, αφού εγέρθηκαν από τους δικηγόρους της σε άλλες εφτά αγωγές, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τις οποίες η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση 2 επισύναψε στην ένορκη δήλωση της κ. Έλενας Σκίτσα η οποία υποστηρίζει την ένσταση της. Στην Αγωγή αρ.2378/14 Ε.Δ. Λάρνακας Sleep- Well Limited v.
- Άντρης Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD,
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου,
- Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 6.11.2015, ο κ. Μ. Παπαμιχαήλ Π.Ε.Δ., στη σελίδα 10 της απόφασης του ανέφερε τα εξής: «Παρά το τι επικαλούνται οι ενάγοντες ότι επέβαλε την αναγκαιότητα της τροποποίησης (στις παρ. 8-10 της ένορκης δήλωσης του Αντώνη Αντωνίου εντούτοις από μελέτη του φακέλου είναι φανερό ότι η ανάγκη της τροποποίησης προέκυψε από την προδικαστική θέση της εναγομένης 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης της (καταχωρηθείσα 2.2.15) ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον της στην έκθεση απαίτησης, και από τη θέση της εναγομένης 3 επίσης στην υπεράσπιση της (καταχωρηθείσα 24.2.15) ότι εκτός του ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, γίνεται προσπάθεια να προστεθεί νέα βάση αγωγής (βαριά αμέλεια σ'αυτήν) που είναι προαπαιτούμενο σύμφωνα με το Ν.17(Ι)/13για να της αποδοθούν οποιεσδήποτε ευθύνες. Κατά συνέπεια η αίτηση δεν είναι όσο ισχυρίζονται οι ενάγοντες καλόπιστη οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύπτουν τι άλλο μεσολάβησε και πότε αυτό έλαβε χώρα που κατέστησε αναγκαία την αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης (χωρίς βεβαίως να αποκαλύπτει οποιαδήποτε μαρτυρία θα χρησιμοποιήσει κατά τη δίκη).» Συμφωνώ με την πιο πάνω προσέγγιση η οποία συνάδει απόλυτα και με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης γι΄αυτό και υιοθετείται και για την παρούσα. Σχετική επίσης είναι η απόφαση στην Αγωγή αρ.2383/14 Ε.Δ. Λάρνακας, Μιχάλης (Μιχαλάκης) Δημητρίου ν.
- Άντρης Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD,
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου,
- Κυπριακή Δημοκρατία, επίσης ημερομηνίας 6.11.
- Επομένως και για τον πιο πάνω λόγο της ένστασης οι προτεινόμενες νέες παράγραφοι 18Α και 18Β της προτεινόμενης Έκθεσης Απαίτησης, δεν μπορεί να εγκριθεί και να εισαχθούν σε αυτή. Προβλήθηκε από πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση 2 με τον τέταρτο λόγο ένστασης η θέση ότι η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα αίτηση, αφού με αυτήν δεν επιδιώκεται η τροποποίηση της παρούσας αγωγής, αλλά η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση
- Έχει κατ' επανάληψη λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτητή σε αίτηση τροποποίησης όταν με αυτή επιδιώκεται η δημιουργία βάσης αγωγής εναντίον των εναγομένων. Η αρχή αυτή επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 137/2014 και 138/2014 (πιο πάνω), όπου λέχθηκαν τα εξής: «Αμφισβητείται, επίσης, το εύρος των υφιστάμενων δικογραφημένων θέσεων της Εφεσείουσας. Κατά πόσο, δηλαδή, εμπεριέχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εφεσιβλήτων 2-
- Εξέταση των δικογραφημένων αυτών θέσεων συνηγορεί με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, οι όποιες αναφορές και ισχυρισμοί δικογραφούνται από την Εφεσείουσα, προβάλλονται καθόσον αφορούν μόνο την απαίτηση της εναντίον του Εφεσίβλητου 1 και δεν συνιστούν βάση για απαίτηση εναντίον των υπολοίπων διαδίκων. Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιωκόταν η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και, ταυτόχρονα, η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, Εφεσιβλήτων 2-
- Υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της. Οι αιτήσεις τροποποίησης ακολούθησαν την επιτυχή κατάληξη αιτήματος για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης δώδεκα νέων εναγομένων. Η αντιδικία, πλέον, συνεχίζεται μεταξύ όλων των διαδίκων. Συνεπώς, το πλαίσιο της αγωγής έχει μεταβληθεί με τον επαναπροσδιορισμό των εμπλεκομένων μερών. Η παροχή άδειας για προσθήκη διαδίκων ήταν το αποτέλεσμα δικαστικής κρίσης ως προς την αναγκαιότητα της συμπερίληψης περαιτέρω διαδίκων, κρίση που δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε διάβημα. Συνεπώς, η προσθήκη νέων διαδίκων επέβαλλε και την ανάλογη τροποποίηση των δικογράφων, ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί δικογραφικά η επιβεβαιωθείσα ως αναγκαία από το Δικαστήριο εισαγωγή και εμπλοκή νέων προσώπων στη δικαστική διαδικασία. Το κρίσιμο ερώτημα που γεννιέται είναι εάν υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Διάταξης 25 στην υπό κρίση περίπτωση.» Το πιο πάνω σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου δεν αφήνει περιθώρια για διαφορετική αντίκριση του ζητήματος και σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 15 και 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Καθ'ης η Αίτηση 2, από την υφιστάμενη Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε την 20.02.2015 και ειδικότερα από τις αξιώσεις που εγείρονται εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 - θα πρόσθετα και τον εναγόμενο 3 - προκύπτει ότι Αιτήτρια εγείρει ως βάση αγωγής εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 την ισχυριζόμενη πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο και/ή η ισχυριζόμενη αμέλεια της Καθ'ης η Αίτηση 2 κατά την άσκηση εποπτείας και/ή των άλλων νόμιμων καθηκόντων της. Περαιτέρω, με βάση τις Αξιώσεις που αναφέρονται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, η Αιτήτρια αξιώνει εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 αλλά και ανάλογη ευθύνης στον εναγόμενο 3, με βάση την αξίωση (Α), Διάταγμα Τερματισμού της συμφωνίας απόκτησης των αξιογράφων αξίας €500.000 λόγω απάτης των Εναγομένων κάτω από την ισχυριζόμενη πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο και/ή λόγω ισχυριζόμενης αμέλειας της Καθ'ης η Αίτηση
- Παρόμοιοι ισχυρισμοί και αξιώσεις εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 αλλά και του 3 αναφέρονται στις αξιώσεις (Β) και (Η) της Έκθεσης Απαίτησης και στη βάση του Άρθρου 172 του Συντάγματος. Από την άλλη δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν εγείρονται ισχυρισμοί ότι οι πράξεις και/ή παραλείψεις της Καθ'ης η Αίτηση 2 δεν έγιναν καλή τη πίστη ή ότι είναι αποτέλεσμα δόλου ή σοβαρής αμέλειας. Η θέση αυτή στηρίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 47 Α του Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου (Ν.138(Ι)/2002), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και του άρθρου 32 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 47A
(11)του Νόμου 138(Ι)/2002, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, έχει ως εξής: «Οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο είναι σύμβουλος ή λειτουργός της Τράπεζας, δεν υπέχει ευθύνης σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της Τράπεζας δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(2)του άρθρου 6 ή δυνάμει οποιωνδήποτε ειδικών ή γενικών οδηγιών ή κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(7)του άρθρου 47Α, εκτός αν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν είναι καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.» Στο άρθρο 6 του πιο πάνω Νόμου περιέχονται οι αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, περιλαμβανομένης της εποπτείας των αδειοδοτημένων πιστωτικών ιδρυμάτων [βλέπε άρθρο 6
(2)(δ)], για την οποία παραπονείται η Αιτήτρια στην παρούσα αγωγή ότι ασκήθηκε πλημμελώς από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Επιπλέον, με βάση το άρθρο 32 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν. 66(Ι)/1997), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα «η Κεντρική Τράπεζα και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι σύμβουλος ή λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο εκτός αν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν είναι καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.» Στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης δεν εγείρονται οι πιο πάνω βάσεις αγωγής, με την υπό εξέταση αίτηση επιχειρείται η δημιουργία βάσης αγωγής με την «προσθήκη» της βαριάς αμέλειας ως βάση αγωγής εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση
- Σχετικές είναι οι πιο κάτω παράγραφοι της αίτησης: - H παράγραφος 1(ε) της παρούσας αίτησης, με την οποία επιδιώκεται η προσθήκη νέας παραγράφου 18Α, στην οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι «Την περίοδο μεταξύ 2010 και 2013, η Εναγόμενη 1, υπό την κατ΄επίφαση και βαριά αμελή εποπτεία της Εναγόμενης 2.». - Η παράγραφος 1(ζ) της παρούσας αίτησης, με την οποία επιδιώκεται η προσθήκη νέας παραγράφου 18Β, στην οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι «Η Εναγόμενη 1 προέβη στις πιο πάνω ενέργειες με την συνέργεια και ανοχή άμεση ή την έμμεση ενθάρρυνση, και/ή την κάλυψη και/ή την συγκάλυψη της Εναγόμενης 2 που επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την άσκηση της εποπτείας .» - Η παράγραφος 1(η) της παρούσας αίτησης, με την οποία επιδιώκεται η προσθήκη νέας παραγράφου 18Γ, στην οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 2 ενήργησε με βαριά αμέλεια και ως αποτέλεσμα της παράλειψης του εναγομένου 3 για έγκαιρη, σωστή και /ή αποτελεσματική ενσωμάτωση και/ή εφαρμογή στο Κυπριακό Δίκαιο Ευρωπαϊκών κανόνων και/ή πολιτικών ή πρακτικών προτύπων και/ή Νομοθεσίας.» - Με τη νέα αξίωση που επιδιώκεται να προστεθεί ως θεραπεία Η1 επιχειρείται η προσθήκη νέας αξίωσης εναντίον της εναγόμενης 2, μεταξύ άλλων, της βαριά αμέλειας, και ως εκ τούτου διεκδίκηση αποζημιώσεων εναντίον της καθώς κατά την άσκηση εποπτείας και/ή την άσκηση καθηκόντων ως αρχή εξυγίανσης και/ή του Εναγόμενου 3 για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αμέλεια και/ή για παράβαση των εκ του Νόμου και/ή Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους και/ή βαριά και/ή σοβαρή και/ή ασύγγνωστη αμέλεια και/ή ανεντιμότητα και/ή αυθαιρεσία και/ή κακή πίστη και/ή αδιαφορία κατά την άσκηση και/ή εκτέλεση τους και/ή αποζημιώσεις για παράβαση του άρθρου 172 του Συντάγματος λόγω παράβασης της υποχρέωσης σωστής και αποτελεσματικής ενσωμάτωσης και εφαρμογής του ευρωπαϊκού πλαισίου γενικά περιλαμβανομένων οδηγιών, κανονισμών, εγκυκλίων και/ή λόγω κακής άσκησης εξουσίας δε δημόσια θέση (public misfeasance) των οργάνων και/ή αξιωματούχων και /ή υπαλλήλων τους.» Όλες οι πιο πάνω αιτούμενες «προσθήκες» στην Έκθεση Απαίτησης κρίνω στη βάση της νομολογίας μας ότι συνιστούν προσπάθεια της Αιτήτριας για δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση και έτσι δεν μπορούν να επιτραπούν. Θα εξετάσω στη συνέχεια μαζί τους λόγους ένστασης 5,7 και 8 της Καθ΄ης η Αίτηση 2 λόγω των κοινών νομικών και πραγματικών ζητημάτων που παρουσιάζουν. Με τον λόγο ένστασης 5 εκφράζεται η θέση ότι η βάση της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης είναι ουσιωδώς διαφορετική από την βάση της απαίτησης που επιχειρείται να εισαχθεί εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 με την αιτούμενη τροποποίηση. Είναι η άποψη μου ότι οι προσθήκες που επιδιώκονται με την παρούσα αίτηση, όχι μόνο δεν είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα, αλλά η βάση της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης είναι ουσιωδώς διαφορετική από την βάση της απαίτησης που επιχειρείται να εισαχθεί εναντίον της με την αιτούμενη τροποποίηση. Όπως προκύπτει από την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, η παρούσα αγωγή αφορά αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν από τους εναγόμενους σε σχέση με την έκδοση και διάθεση αξιογράφων κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 τράπεζας. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση ωστόσο, προστίθενται γεγονότα που αφορούν την περίοδο 2010-2013, τα οποία σχετίζονται με την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού ιδρύματος, την αγορά ελληνικών ομολόγων και την παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας από την Καθ'ης η Αίτηση
- Περαιτέρω, οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της Αρχής Εξυγίανσης, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Όλες οι ισχυριζόμενες ενέργειες και/ή παραλείψεις που αναφέρονται στην υφιστάμενη αγωγή, στρέφονται κατά της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, το οποίο ιδρύθηκε σύμφωνα με τα Άρθρα 118 και 121 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και με βάση τον περί της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμο του 1963 (Ν.48/1963), ο οποίος αντικαταστάθηκε από το Νόμο 138(Ι)/
- Η νέα αξίωση, ωστόσο που επιχειρείται να εισαχθεί με την παράγραφο Η.1 (βλέπε Διάταγμα 2(Α) στην αίτηση) αξιώνονται αποζημιώσεις εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση 2 και υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης. Η Αρχή Εξυγίανσης ιδρύθηκε με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και παρόλο που με βάση το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/2013 είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Αρχή Εξυγίανσης λειτουργεί δυνάμει ξεχωριστών νομοθετικών διατάξεων. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς, αλλά αντίθετα δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται εξ' ολοκλήρου ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγής εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση
- Επομένως, εφόσον με τις αιτούμενες τροποποιήσεις μεταβάλλεται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγής και αξιώνονται εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας απαιτήσεις υπό διαφορετική από την υφιστάμενη της ιδιότητα θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως τα γεγονότα και οι αιτούμενες τροποποιήσεις να αποτελέσουν αντικείμενο διαφορετικής αγωγής όπως είναι και η εισήγηση της Καθ΄ης η Αίτηση 2 αλλά και του Καθ΄ής η Αίτηση
- Με το Ένατο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση 2 ότι δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έγκριση της παρούσας αίτησης, καθότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει πώς η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων, τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τα πιο κάτω. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο κρίσιμος παράγοντας κατά την εξέταση αίτησης τροποποίησης είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά (πιο πάνω). Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε από την αίτηση, αλλά ούτε από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Αιτήτριας προκύπτει πώς, με την αιτούμενη τροποποίηση, πρόκειται να καθοριστούν τα πραγματικά ζητήματα που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων, για να είναι αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση. Από το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης δεν είναι δυνατόν να αντιληφθεί το Δικαστήριο για ποιο λόγο οι αιτούμενες τροποποιήσεις με τις διαγραφές, προσθήκες και αντικαταστάσεις που αναφέρονται στο σώμα της αίτησης, είναι αναγκαίες προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Τα αμφισβητούμενα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά την παρούσα αγωγή περιέχονται επαρκώς στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης και δεν προκύπτει κατά την άποψη μου λόγος για τροποποίηση της. Προβάλλεται με τον δέκατο λόγο ένστασης η θέση ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης προκαλεί αδικία στην καθ'ης η αίτηση 2. Ο πιο πάνω λόγος επεξηγήθηκε και πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω την αιτιολόγηση του. Πέραν από τα πιο πάνω που τεκμηριώνουν την αδικία που θα προκληθεί στην καθ'ης η αίτηση 2 από την τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης, θα ήταν χρήσιμο να επαναλάβω ότι όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία αντλεί καθοδήγηση από την αντίστοιχη αγγλική νομολογία, όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί αιτημάτων για τροποποίηση δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (πιο πάνω). Συνεπώς, η αδικία που προκαλείται στην καθ'ης η αίτηση 2 από την τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης είναι μεγαλύτερη από αυτήν που θα προκληθεί στην Αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναλύθηκε πιο πάνω, θα εξακολουθεί να είναι σε θέση να δικάσει όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Από το σύνολο των ενώπιον μου γεγονότων καταλήγω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως η διακριτική ευχέρεια μου ασκηθεί υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και η αίτηση να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση - εναγομένων 2 και 3 και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Επιδικάζονται επίσης έξοδα για την εναγόμενη 1 μέχρι την 13.01.2016 ημερομηνία κατά την οποία δήλωσε ότι δεν θα καταχωρούσε ένσταση. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο