← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία KA. LI. MA. INVESTMENTS LTD, Αρ. Αίτ. Εταιρείας: 20/15, 22/9/2016

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία KA. LI. MA. INVESTMENTS LTD, Αρ. Αίτ. Εταιρείας: 20/15, 22/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αίτ. Εταιρείας: 20/15 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι την εταιρεία KA. LI. MA. INVESTMENTS LTD, αρ. εγγρ. 165464 -και- Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, Άρθρα 202,

  1. Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: κος Δαμιανού Καθ' ου η αίτηση: κα Μιντι εκ μέρους κου Δρυμιώτη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση γίνεται από τον Παναγιώτη Μάστρου ο οποίος έλαβε, κατείχε και κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου του εκδοθέντος κεφαλαίου της εταιρείας. Το ονομαστικό κεφάλαιο είναι 1710 και το εκδοθέν κεφάλαιο είναι 1.710 διηρημένο σε 1000 μετοχές αξίας 1.7 η κάθε μια. Ο αιτητής κατέχει τις 500 μετοχές και οι υπόλοιπες μετοχές κατέχονται από τον Μόδεστο Κατσιάρη. Ο αιτητής είναι διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας και ο Μόδεστος Κατσιάρης είναι διευθυντής της εταιρείας. Ο αιτητής ζητεί την εκκαθάριση της εταιρείας με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 202 και 211 σελ. του Κεφ.
  2. Εναλλακτικά ζητά όπως διορισθεί τρίτο πρόσωπο να διεξάγει τις εργασίες της εταιρείας ή την αγορά των μετόχων του Μόδεστου Κατσιάρη. Αιτία που ζητεί τις πιο πάνω θεραπείες είναι ότι ο Μόδεστος Κατσιάρης από το 2010 αρνείται να ασκήσει καλόπιστα τις αρμοδιότητες του ως διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας με την λήψη αποφάσεων για την προώθηση των εργασιών της εταιρείας. Ως αποτέλεσμα αυτής της άρνησης η τράπεζα έχει προχωρήσει στον τερματισμό του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας με αποτέλεσμα η εταιρεία να μην μπορεί να ολοκληρώσει εργασίες της, ήτοι την ανέγερση και πώληση κατοικιών, να εισπράξει οφειλόμενα, καθώς και να πληρώσει τα χρέη της. Ο έτερος μέτοχος κατά 50% του μετοχικού κεφαλαίου έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και θεωρεί ότι εάν απομακρυνθεί ο αιτητής από την διαχείριση της εταιρείας και διορισθεί τρίτο ανεξάρτητο άτομο, η εταιρεία μπορεί να λειτουργήσει και να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της. Είναι η θέση του ότι ο αιτητής διοικούσε την εταιρεία με έλλειψη διαφάνειας και ότι τα σημερινά δεινά της εταιρείας δεν προέκυψαν εξ' υπαιτιότητας του ιδίου αλλά του αιτητή. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο αιτητής πώλησε οικίες σε τρίτα πρόσωπα χωρίς να εκδοθούν προς όφελος των τρίτων προσώπων τίτλοι ιδιοκτησίας για τις οικίες που είχαν πωληθεί. Ο καθ' ου η αίτηση δεν προσκόμισε προφορική μαρτυρία για να τεκμηριώσει ή να στοιχειοθετήσει περαιτέρω τις γενικές και αόριστες αναφορές που προέβηκε στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Ενόρκως ο αιτητής ανέφερε ότι η εταιρεία βρίσκεται σε αδιέξοδο καθότι οι δύο μέτοχοι διαφωνούν μεταξύ τους και κατέχει ο καθένας το 50% του μετοχικού κεφαλαίου. Ως αποτέλεσμα του εταιρικού αδιεξόδου η εταιρεία δεν μπορεί να διεξάγει τις εργασίες της. Συγκεκριμένα, η τράπεζα έχει προχωρήσει να τερματίσει την λειτουργία τραπεζικού λογαριασμού και έτσι η εταιρεία δεν μπορεί να κάνει πληρωμές. Ο καθ' ου η αίτηση επιχείρησε να τον εξαναγκάσει να πωλήσει τις μετοχές του με τους δικούς του όρους. Συγκάλεσε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου στις 4.5.2012 για να ληφθούν αποφάσεις σε σχέση με τον τερματισμό της λειτουργίας του τραπεζικού λογαριασμού, την αποπεράτωση του έργου ανέγερσης κατοικιών στο Λιοπέτρι, καθώς και την υπεράσπιση στην αγωγή από την Λαϊκή Τράπεζα εναντίον της εταιρείας για εγγύηση που έδωσε η εταιρεία σε αγοραστή μίας κατοικίας του έργου στο Λιοπέτρι. Ο καθ' ου η αίτηση δεν επιχείρησε να επιλύσει τα προβλήματα και σε επόμενη συνεδρία που συγκλήθηκε δεν παρουσιάσθηκε καθόλου. Υπέβαλε αίτηση για έκδοση αδειών με σκοπό να υλοποιηθεί το έργο στο Λιοπέτρι και επίσης ζήτησε την συνεργασία του καθ' ου η αίτηση με την υπογραφή και με την υποβολή αυτών των αιτήσεων καθώς και για θέματα διαχείρισης του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας. Όμως ο καθ' ου η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα η εταιρεία να βρίσκεται σε λειτουργικό αδιέξοδο καθότι πλέον δεν έχει τραπεζικό λογαριασμό για να πληρώνει τα χρέη της. Η τράπεζα έχει τερματίσει την λειτουργία του λογαριασμού και διεκδικεί οφειλή 221,000 πλέον τόκο. Ο αιτητής έλαβε και εκείνος επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου καθότι εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εταιρείας στην τράπεζα (βλ. τεκμήριο 1.11). Κατάλογος των οφειλών της εταιρείας που έπρεπε να τακτοποιηθούν καθώς και αιτήσεις που έπρεπε να υπογραφούν για την ολοκλήρωση του έργου περιέχονται στο τεκμήριο 1.15, επιστολή ημερομηνίας 17.12.2012 που αποστάληκε στον δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση. Αυτός ο κατάλογος παρατίθεται πιο κάτω: « Γ. Η ανανέωση των λογαριασμών στην Τράπεζα είναι αναγκαία αφού εκκρεμούν αριθμός οφελών που πρέπει να διευθετηθεί: (α) Φόρος Κοινοτικού Συμβουλίου Λιοπετρίου €
  3. (β) Λογιστές Στραυρούλη Νικολάου €2,
  4. (γ) Μουαίμης Μουαίμης - Δικηγορικά έξοδα για αγωγή 813/09 €1,
  5. (δ) Λογαριασμοί ΑΗΚ €16,
  6. (ε) Δικαιώματα αιτήσεων για καλυπτική αδεία (9 κατοικίες προς €42,68) €384,
  7. (στ) Κατασκευή πεζοδρομίου μπροστά από την κατοικία αρ. 22 (σχετική με αγωγή 813/09) ώστε να καλυφθεί από την αμνηστία βάση της νέας νομοθεσίας. (ζ) Φόρος Εταιρείας €
  8. Δ. Είναι αναγκαίο επίσης να υπογραφούν οι κάτωθι αιτήσεις τους από την Εταιρεία: (α) Αιτήσεις προς Πολεοδομία για καλυπτική για προσθηκομετατροπές. (β) Έντυπο 1 - αίτηση για άδεια οικοδομής. (γ) Έντυπο Ε5 - αίτηση για έκδοση Τελικού Πιστοποιητικού. (δ) Έντυπο 2 - αίτηση για οριζόντιο διαχωρισμό. (ε) Έντυπο Πρ. Για παραχώρηση ρυμοτομίας.» Η εταιρεία ανέγειρε συνολικά 19 κατοικίες, πώλησε 9 κατοικίες και η εταιρεία εισέπραξε το τίμημα της πώλησης των κατοικιών. Όμως δεν εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας γι' αυτές τις κατοικίες. Οκτώ από τις 19 κατοικίες δεν έχουν αποπερατωθεί αλλά οι οικοδομικές εργασίες βρίσκονται προς το τέλος για την συμπλήρωση της εργασίας. Ο αιτητής ανέφερε ότι η διαφορά προέκυψε κατά το έτος 2010 όταν ο καθ' ου η αίτηση του ανέφερε ότι δεν θα υπέγραφε ποτέ ξανά τίποτε για λογαριασμό της εταιρείας. Τα οικονομικά της εταιρείας τότε δεν ήταν καλά και ο καθ' ου η αίτηση επιχείρησε να του μπλοκάρει τις οικονομικές συναλλαγές με την άρνηση της υπογραφής του στον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο λογαριασμό χρειαζόταν υπογραφή και των δύο. Οι δύο υπέγραφαν τις επιταγές της εταιρείας και ήταν η θέση του αιτητή ότι ο καθ' ου η αίτηση γνώριζε για ποια έξοδα υπέγραφε τις επιταγές. Ζήτησε το ποσό των 400,000 για να φύγει από την εταιρεία όμως η εταιρεία δεν είχε αυτά τα χρήματα . Πριν από ένα χρόνο πήρε ο καθένας το ποσό των 100,000 από την εταιρεία και έτσι δεν έμεινε κανένα ποσό στο λογαριασμό της εταιρείας. Ανέφερε ότι μέχρι σήμερα ο ίδιος έχει πληρώσει προσωπικά διάφορα έξοδα της εταιρείας ύψους €20000 απλά για να κρατηθεί η εταιρεία εν ζωή. Ο καθ' ου η αίτηση τον εκβιάζει ζητώντας παράλογο ποσό χρημάτων για να αποχωρήσει και αρνείται να συνεργαστεί διότι γνωρίζει ότι ο αιτητής είναι εγγυητής των οφειλών της εταιρείας στην τράπεζα. Oι λόγοι για τους οποίους η αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας μπορεί να καταχωρηθεί προδιαγράφονται στο άρθρο 211 το Κεφ. 113 ως ακολούθως: «Περιπτώσεις που η εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο
  9. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (α) η εταιρεία έχει αποφασίσει με ειδικό ψήφισμα όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο· (β) γίνεται παράλειψη της παράδοσης στον έφορο εταιρειών της θέσμιας έκθεσης ή της σύγκλησης θέσμιας συνέλευσης· (γ) η εταιρεία δεν αρχίζει τις εργασίες της μέσα σε ένα έτος από τη σύσταση της ή αναστέλλει τις εργασίες της για ένα ολόκληρο έτος· (δ) ο αριθμός των μελών μειώνεται κάτω από επτά στην περίπτωση δημόσιας εταιρείας. Το Δικαστήριο χορηγεί στην εταιρεία επαρκή κατά την κρίση του προθεσμία για την άρση του λόγου διαλύσεως, και προχωρεί στην διάλυση μόνο αν η εταιρεία είτε δηλώσει εξ αρχής αδυναμία να αυξήσει τον αριθμό των μελών της, είτε δεν δυνηθεί να τον αυξήσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία· (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της· (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία· (ζ) η SE αποτυγχάνει να επανορθώσει την κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 64 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE).» Ο αιτητής που είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας στηρίζει το αίτημα του επί του έκτου εδαφίου του άρθρου 211 δηλαδή, ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα ήταν δίκαιο και εύλογο μέτρο υπό τις περιστάσεις. Οι άλλοι διακριτοί λόγοι που προδιαγράφονται στο άρθρο 211 δεν αρμόζουν για την περίπτωση αυτή. Όταν πρόκειται για αίτηση που καταχωρείται από μέτοχο μειοψηφίας που καταπιέζεται από την πλειοψηφία των μετόχων αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας γίνεται συνήθως με βάση το άρθρο 211(στ) ως έχει γίνει σε αρκετές υποθέσεις που εκδικάσθηκαν από τα Δικαστήρια[1]. Η καταχώρηση αίτησης διάλυσης γίνεται με εναρκτήρια αίτηση η νομική βάση της οποίας θεμελιώνεται στο άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  10. Οι πρόνοιες του άρθρου 213 είναι παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 224 του Αγγλικού Companies Act
  11. Με βάση τον κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών δύναται να χρησιμοποιείται η γενική πρακτική και διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία εκτός εάν ο Νόμος ή οι κανονισμοί των εταιρειών προνοούν διαφορετικά. Στην υπόθεση Karaoglanian v Karaoglanian[2], ο Δικαστής Γ. Πικής εξέφρασε την άποψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν εφαρμογή οι Αγγλικοί περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί
  12. Σε σχέση με το ζήτημα της επίδοσης ο κανονισμός 29 των Αγγλικών Κανονισμών προνοεί ότι η αίτηση διάλυσης εταιρείας κοινοποιείται στην εταιρεία αφού επιδοθεί στο εγγεγραμμένο της γραφείο της εταιρείας. Σε επεξηγηματικό σημείωμα (Schmitthoff and Thompson[3]) του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται ότι στην περίπτωση που το εγγεγραμμένο γραφείο είναι κλειστό ή εάν για κάποιους λόγους είναι αδύνατη η επίδοση της αίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο δύναται η αίτηση να επιδοθεί σε πρόσωπο υπεύθυνο που έχει σχέση με την εταιρεία. Στην περίπτωση που δεν έχει εφαρμογή ο κανονισμός 29 και έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (βλ. KMC Motors Ltd. Josephanco Trading[4]) ισχύουν οι πρόνοιες της διαταγής 5, κανονισμός 7 που προβλέπουν ότι επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας είναι καλή επίδοση. Στην Αγγλία και μέχρι το 1924 επικρατούσε η νομική θέση ότι αιτήσεις που είχαν καταχωρηθεί με βάση το άρθρο 211, δεν μπορούσε να προωθηθούν με νομική βάση το εδάφιο (στ) και ότι έπρεπε να συνδεθεί η αίτηση με τους λόγους της ίδιας κατηγορίας (ejudsem generis) ως οι άλλες πέντε περιπτώσεις που προδιαγράφονται στα πρώτα πέντε εδάφια του άρθρου
  13. Όμως το Prívy Council στην υπόθεση Lock v John Blackwood Ltd.[5] αποφάσισε ότι αυτή η νομική θέση ήταν λανθασμένη και επεξήγησε ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης που δεν καλύπτονται από τις πρώτες πέντε περιπτώσεις και έτσι σταδιακά η νομολογία έχει εξελιχθεί και διατάγματα εκκαθάρισης έχουν εκδοθεί και σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται αδιέξοδος των μετόχων ειδικά σε εταιρείες που ομοιάζουν στην σύνθεση τους και δομή με βάση το καταστατικό τους σε συνεταιρισμούς παρά με εταιρεία. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας όταν διαπιστώσει ότι υφίσταται αδιέξοδο στην εταιρεία με αποτέλεσμα η εταιρεία να είναι ανίκανη να διεξάγει οποιαδήποτε εργασία. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση In re American Pioneer leather Co.[6] το Αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε σχετικό διάταγμα εκκαθάρισης όταν δύο από τους τρεις μετόχους της εταιρείας, που κατείχαν ίσο μερίδιο του μετοχικού κεφαλαίου που είχε εκδοθεί και πληρωθεί από τους μετόχους, είχαν διαφορές με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί δυσκολία στην διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας στο σημείο που δημιουργήθηκε πλήρης αδιέξοδο σε σχέση με την λειτουργία της εταιρείας. Στην Αγγλική υπόθεση In re Yenidge Company Ltd.[7] το Δικαστήριο επεξήγησε ότι στην περίπτωση μικρής εταιρείας λίγων μετόχων που βρίσκεται σε αδιέξοδο με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον για την εταιρεία να λειτουργεί κανονικά, θα πρέπει να έχουν εφαρμογή οι νόμοι που αφορούν τους συνεταιρισμούς που επιβάλλουν διάλυση του συνεταιρισμού όταν ένας από τους δύο συνέταιρους δεν επιθυμεί πλέον να συνεχίζει να συνεργάζεται με τον άλλο συνέταιρο ακόμη και εάν ο συνεταιρισμός είναι δρώσα και κερδοφόρα επιχείρηση. «If ever there was a case of deadlock, I think it exists here but whether it exists or not, I think that the circumstances are such that we ought to apply if necessary the analogy of partnership law and to say that this company is now in a state which could not be contemplated be the parties when the company was formed and which ought to be terminated as soon as possible. We are told that we ought not to do it because the company is prosperous making large profits, rather large profits then before the disputes became so acute .Whether such profits would be made in circumstances like this or not it does not seem to me to remove the difficulty which exists. It is contrary to good faith and essence of the agreement between the parties that the state of things which we find here should not be allowed to continue.» Όπως στην υπόθεση, πιο πάνω, και στην δική μας την περίπτωση επικρατεί μία κατάσταση των πραγμάτων που ο ένας 'συνέταιρος' αρνείται πλήρως να συνεργαστεί με τον άλλο για να ολοκληρωθούν οι εργασίες της εταιρείας. Μάλιστα ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση στην ένσταση του έχει αναφέρει ότι δεν επιθυμεί να συνεργαστεί πλέον με τον αιτητή και θεωρεί ότι επιβάλλεται ο διορισμός τρίτου προσώπου για να λύσει το πρόβλημα. Ο αιτητής έχει αναφέρει, και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι ο καθ' ου η αίτηση αρνείται από το 2010 να συνεργαστεί μαζί του και αρνείται να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο, είτε τραπεζικό, είτε άλλο έγγραφο προς ολοκλήρωση των εργασιών της εταιρείας, δηλαδή το έργο που ανέλαβε η εταιρεία να αναγείρει και την πώληση των κατοικιών. Ως αποτέλεσμα του αδιεξόδου ο τραπεζικός λογαριασμός έχει κλείσει και η εταιρεία δεν μπορεί να εισπράξει οφειλόμενα ποσά αλλά και ούτε να κάνει πληρωμές. Ο αιτητής ανέφερε ότι τα τελευταία χρόνια έχει συνεισφέρει δικά του κεφάλαια στην εταιρεία προκειμένου να πληρώσει λογαριασμούς και να κρατήσει σε ζωή την εταιρεία. Παράλληλα είναι εγγυητής των οφειλών της εταιρείας στην τράπεζα και ο καθ' ου η αίτηση τον εκβιάζει για να αποσπάσει από αυτόν συγκεκριμένο ποσό χρημάτων που η εταιρεία αυτή την στιγμή δεν διαθέτει. Ο αιτητής δεν έχει αναφέρει κατά πόσο το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο έχει πληρωθεί όμως ανέφερε ότι έχει πληρώσει €20000 από τα δικά του κεφάλαια για να κρατηθεί εν ζωή η εταιρεία σε διαφορετικούς λογαριασμούς. Το άρθρο 213 του Κεφ. 113 αναγνωρίζει έννομο συμφέρον στην καταχώρηση αίτηση εκκαθάρισης σε τρεις κατηγορίες προσώπων ήτοι στην ίδια την εταιρεία, σε πιστωτή της εταιρείας και τέλος σε συνεισφορέα της εταιρείας. Συνεισφορέας της εταιρείας ερμηνεύεται στο άρθρο 204 του Κεφ. 113 ως πρόσωπο που θα συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας στην περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας μέχρι του ποσού που χρειάζεται για να πληρωθούν τα χρέη της εταιρείας. Όμως ως αναφέρεται στο άρθρο 205 του κεφ. 115, το ύψος συνεισφοράς μετόχων σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχικό κεφάλαιο περιορίζεται στο ποσό της αξίας των μετοχών που δεν έχουν πληρωθεί. Όμως όπως επεξηγείται στο Αγγλικό Σύγγραμμα Palmers Company Precedents[8] 'a fully paid-up shareholder is a contributory and as such entitiled to present a winding-up petition'. Συνεπώς, ο αιτητής είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει την αίτηση ως συνεισφορέας στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Ούτε είναι ανάγκη να αποδείξει ότι θα υπάρχει πλεόνασμα στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας στο οποίο θα έχει δικαίωμα στην περίπτωση που η εταιρεία διαλυθεί για να έχει δικαίωμα να καταχωρήσει την αίτηση εκκαθάρισης. (βλ. 'In Re Anglesea Colliery Co.' [9]) "The purpose of the Act is, 'inter alia' to adjust the rights of all the members of companies which should be wound up under it. Indeed, I do not see how the rights of those members who have not paid up in full could be adjusted without the rights of those members who have paid up in full being taken into account. Throughout the Act we find members and contributories used interchangeably." Παρόλο τούτο είναι επιθυμητό ο αιτητής να ισχυριστεί ότι θα υπάρχει κάποιο πλεόνασμα μετά την εκκαθάριση της εταιρείας στο οποίο θα δικαιούται ώστε να νομιμοποιείται να καταχωρήσει την αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής είχε αναφερθεί στην ύπαρξη 19 κατοικιών που είναι σημαντικό περιουσιακό στοιχείο που πιθανόν να υπερβαίνει τα χρέη της. Κατά την άποψη μου είναι κατάλληλη περίπτωση έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας καθότι έχει επέλθει πλήρες αδιέξοδο μεταξύ των δύο μετόχων που χρονίζει και που έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αδράνεια της εταιρείας. Ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στον αιτητή και εκβιάζει διά της προσωπικής εγγύησης του αιτητή στο τραπεζικό χρέος για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού προκειμένου να τον εξαγοράσει. Αρνείται να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο για την έκδοση αδειών προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο ώστε να πωληθούν οι κατοικίες. Ο τραπεζικός λογαριασμός της εταιρείας έχει τερματισθεί και επίκειται δικαστική διαδικασία εναντίον της εταιρείας. Τρίτο πρόσωπο έχει ήδη εγείρει δικαστική διαδικασία εναντίον της εταιρείας και ενόψει αδιεξόδου η εταιρεία δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό τους. Ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση επιθυμεί την απομάκρυνση του αιτητή από την διαχείριση της εταιρείας και εν ολίγοις η δομή της εταιρείας ομοιάζει με συνεταιρισμό όπου οι σχέσεις των συνεταίρων έχουν διασαλευθεί με αποτέλεσμα και οι δύο να επιθυμούν ρήξη με τον άλλο συνέταιρο και διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Η υπόθεση αναβλήθηκε αρκετές φορές επειδή τα μέρη επιχείρησαν να βρουν κοινό αποδεκτό πρόσωπο προς διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας προσωρινά χωρίς όμως αποτέλεσμα, συνεπώς δεν έχει απομένει καμία άλλη λύση πλην αυτή της εκκαθάρισης της εταιρείας. Αναφορικά με την θέση του καθ' ου η αίτηση ότι ο αιτητής όφειλε να ενημερώσει όλους τους αιτητές ειδικά και όχι να ενημερώσει διά της δημοσίευσης σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου παραπέμπω στην υπόθεση. Αναφορικά με την Εταιρεία Christofi Bros Trading Ltd.[10] ημερομηνία 9 Αυγούστου 2013 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: Πρέπει να λεχθεί ότι σε μια εταιρική αίτηση που στοχεύει στη διάλυση της εταιρείας λόγω καταπίεσης ή λόγω του ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να εκκαθαριστεί, όπως και σε κάθε συναφή αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαία η ειδοποίηση των πιστωτών της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 216 του Κεφ. 113, το οποίο προνοεί ότι κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο. «.. οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγώγιμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών, ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Σύμφωνα με το άρθρο 218

(2), η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται να αρχίζει από το χρόνο υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση. Όπως φανερώνεται από το λεκτικό του άρθρου 216, εκείνο που απαγορεύεται είναι η διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, η αλλαγή της υπόστασης των μελών αυτής και η μεταβίβαση μετοχών ούτως ώστε να μην αλλοιώνεται το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της εταιρικής αίτησης για διάλυση, ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας. Δεν απαγορεύεται η λειτουργία της εταιρείας ως ζώσας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης για διάλυση. Η υπόθεση Αναφορικά με την Helindo Shipping Company Limited[11], στην οποία αναφέρθηκε ιδιαιτέρως ο κ. Κούτρας, αφορούσε πολύ διαφορετικό ζήτημα διότι εκεί είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα για διάλυση της εταιρείας και είχε διοριστεί αρχικά ο Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής, και μετέπειτα ιδιώτης εκκαθαριστής, το δε διάταγμα διάλυσης είχε δημοσιευθεί και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Μετά το διορισμό του εκκαθαριστή, οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας και ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός αυτής που χειριζόταν τον τραπεζικό λογαριασμό της με τη Λαϊκή Τράπεζα, έδωσαν εντολή όπως διαβιβαστεί από τον λογαριασμό της ήδη διαλυθείσας εταιρείας, συγκεκριμένο ποσό προς άλλη συνδεδεμένη εταιρεία αυξάνοντας έτσι το χρέος της τελευταίας προς την τράπεζα. Ο εκκαθαριστής επιχείρησε να ανακτήσει το διατεθέν ποσό. Τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ΄ έφεση, αποφασίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 216, εφαρμόζονται κατά την περίοδο μεταξύ της καταχώρησης της αίτησης διάλυσης και της έκδοσης του διατάγματος διάλυσης. Ως εκ τούτου μετά τη διάλυση της εταιρείας ο εκκαθαριστής δεν είχε δικαίωμα να αναζητήσει θεραπεία με βάση το άρθρο 216. Στην απόφαση είναι σαφές, με βάση και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Αγγλίας, (s. 227 του Companies Law 1948) και τα συναφή συγγράμματα, ότι το άρθρο 216 στοχεύει στην προστασία και την «.. παρεμπόδιση των αξιωματούχων της εταιρείας από του να αποξενώσουν περιουσιακά της στοιχεία μετά την υποβολή αίτησης για διάλυση της». Δεν στοχεύει στον παρεμποδισμό της ζώσας λειτουργίας της εταιρείας στο μεταξύ και ούτε υπάρχει είτε στα Companies Winding Up Rules[12], οποιαδήποτε αναγκαιότητα για επίδοση ή ειδοποίηση των πιστωτών σε περίπτωση αίτησης για διάλυση με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας ή της καταπίεσης της μειοψηφίας. Υπάρχει στο θέμα παρερμηνεία από τον αιτητή της έννοιας του άρθρου 216 και της νομολογίας. Η αναγκαιότητα ειδοποίησης των πιστωτών υπάρχει στην περίπτωση αίτησης για αλλαγή των σκοπών της εταιρείας ή για μείωση κεφαλαίου ή για διακανονισμό οφειλετών και μετόχων οπότε το Δικαστήριο διατάσσει τη δημοσίευση της αίτησης και προβαίνει σε καθορισμό καταλόγου πιστωτών, κλπ. Εδώ δεν ήταν ούτε αναγκαίο, ούτε επιβαλλόμενη από τη νομολογία, η προηγούμενη ειδοποίηση ή επίδοση της εταιρικής αίτησης προς διάλυση της εταιρείας, στους οποιουσδήποτε πιστωτές. Σχετική παραπομπή για την εμβέλεια και έννοια του άρθρου 216, γίνεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στον Pennington Company Law[13], όπου και μνημονεύεται η υπόθεση Re Wiltshire Iron Co[14], απ' όπου και το εξής σχετικό απόσπασμα: «This is a wholesome and necessary provision, to prevent, during the period which must elapse before a petition can be heard, the improper alienation and dissipation of the property of a company in extremis. But where a company actually trading, which it is in the interests of everyone to preserve, and ultimately to sell, as a going concern, is made the object of a winding up petition which may fail or may succeed, if it were to be supposed that transactions in the ordinary course of its current trade, bona fide entered into and completed, would be avoided, and would not in the discretion given to the court, be maintained, the result would be that the presentation of a petition, groundless or well-founded, would, ipso facto, paralyze the trade of the company, and great injury, without any counter-balance of advantage, would be done to those interested in the assets of the company.» Συνεπώς, ο αιτητής ο οποίος έχει συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που παρουσίασε την αίτηση εκκαθάρισης όταν προέβη σε δημοσίευση της αίτησης έχει επιτελέσει το καθήκον του και τίποτε δεν επιτάσσει στον αιτητή να προβεί σε ειδική ειδοποίηση των πιστωτών επειδή έχει ασκήσει το δικαίωμα του να καταχωρήσει αυτή την αίτηση με την οποία ζητά να του χορηγηθεί θεραπεία από το Δικαστήριο. Αναφορικά με το θέμα που ήγειρε ο καθ' ου η αίτηση ότι το ζήτημα θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία ως ορίζει το άρθρο 23 του Καταστατικού της Εταιρείας τεκμήριο 1.2, κρίνω το επιχείρημα αβάσιμο και άτοπο. Το συγκεκριμένο άρθρο έχει εφαρμογή όταν έχει προκύψει συγκεκριμένη διαφορά μεταξύ των μερών είτε μετά από ισοψηφία σε γενική συνέλευση ή άλλως πως. Εδώ δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη διαφορά προς επίλυση για να έχει εφαρμογή το συγκεκριμένο άρθρο. Πολύ απλά οι δύο μέτοχοι που επιβάλλεται να συνεργάζονται ώστε να διεξάγονται οι εργασίες της εταιρείας αρνούνται να το κάνουν με οποιονδήποτε τρόπο τα τελευταία έτη με αποτέλεσμα η εταιρεία να είναι ανίκανη να διεξάγει την επιχείρηση ή να κάνει τα ελάχιστα ώστε να διαφυλαχθεί η συνέχεια της λειτουργίας της. Εξάλλου το συγκεκριμένο άρθρο δεν είναι υπαλλακτικό μέτρο της εκκαθάρισης της εταιρείας αλλά έχει εφαρμογή προς επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς ακόμη και στην περίπτωση που αυτή έχει διαλυθεί. Ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει επιδείξει συγκεκριμένη διαφορά προς επίλυση, αντιθέτως έχει θέσει ως ζήτημα για την συνέχεια της λειτουργίας της εταιρείας απομάκρυνση του αιτητή. Ως εκ τούτο κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(στ). Ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας. O αιτητής να διαβιβάσει αντίγραφο του παρόντος διατάγματος στον Έφορο Εταιρειών. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] βλ.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1843 ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ METROSVYAZ). [2]
(1976)12 JSC 1656 [3] Palmers Company Law 21st edition, Stevens & Sons Ltd. 1968, Chapter 74 page 747 [4]
(1984)1 ΑΑΔ 390 [5] [1924] AC 783 [6] [1918] 1 Ch. 556 [7] 2 Ch. 426
(1916)[8] 17th edition Stevens part II Winding Up Contributory's petition pg. 43 [9]
(1866)1 Ch 555 [10] (PETITION) ΑΡ. 317/13 [11]
(2003)1 Α.Α.Δ. 238 [12] 1933-1938, είτε στα Companies Rules, Subsidiary Legislation of Cyprus, Τόμος ΙΙ, σελ. 279 [13] 3η έκδ. σελ. 701 και 704-707 [14]
(1868)3 Ch. App. 443 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.