← Κύπρος

Μυρούλλας Βασιλείου ν. Κύπρου Παναγή Βασιλείου, Αρ. Αγωγής: 74/2010, 15/9/2016

Μυρούλλας Βασιλείου ν. Κύπρου Παναγή Βασιλείου, Αρ. Αγωγής: 74/2010, 15/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 74/2010 Μεταξύ: Μυρούλλας Βασιλείου Ενάγουσας -και- Κύπρου Παναγή Βασιλείου Εναγόμενου 15 Σεπτεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Χ. Αργυρού (για ν΄ακούσει απόφαση ο κ.Γ. Κασίνης) Για τον Εναγόμενο: κα Κ. Αναστασίου για κ.Α. Μαθηκολωνη ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να εγγράψει επ΄ ονόματι του υιού των διαδίκων το ½ μερίδιο του ακινήτου που βρίσκεται στο χωριό Αχερίτου της επαρχίας Αμμοχώστου και διαζευκτικά αξιώνει το ποσό των €100.000.- που είναι η αξία του πιο πάνω μεριδίου ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.
  2. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως προκύπτουν από τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τις έγγραφες προτάσεις έχουν ως ακολούθως: (α) Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 1997, η Κυπριακή Δημοκρατία στα πλαίσια της πολιτικής της για παραχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας στους πρόσφυγες, εξέδωσε και παρέδωσε τίτλο ιδιοκτησίας για την κατοικία με αριθμό εγγραφής 0/1247, Φ/Σχ: 2-280-382, τεμάχιο 598, τμήμα 2 και μεταβίβασε την κατοικία κατά ½ μερίδιο εξ αδιαιρέτου σε κάθε διάδικο με αποτέλεσμα οι διάδικοι να καταστούν συνιδιοκτήτες της κατοικίας. (β) Οι διάδικοι τέλεσαν γάμο το 1976 και απέκτησαν ένα παιδί τον Παναγιώτη Βασιλείου, ηλικίας περίπου 36 ετών. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2004 επήλθε διάσταση μεταξύ των διαδίκων και στη συνέχεια τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε σχετικό διάταγμα με το οποίο λύθηκε ο γάμος τους. (γ) Στις 17.4.2004 οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία ρύθμισης περιουσιακών διαφορών (βλ.Τεκμ.3) η οποία διελάμβανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: I. Οι διάδικοι συμφώνησαν όπως μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι του υιού τους Παναγιώτη Βασιλείου, την κατοικία με την επιφύλαξη ότι η ενάγουσα θα την εκμεταλλεύεται και θα την χρησιμοποιεί εφ΄ όρου ζωής. II. Τα δυο καταστήματα που ενοικιάζονταν στις Βρυσούλλες για τους σκοπούς άσκησης της επιχείρησης ραφτάδικου θα παρέμειναν στον εναγόμενο ο οποίος θα υπέγραφε νέο ενοικιαστήριο έγγραφο και στην περίπτωση που υπήρχαν οφειλόμενα ενοίκια θα καταβάλλονταν από αυτόν. Ο κάθε ένας από τους διαδίκους θα έπαιρνε τα δικά του αντικείμενα από την επιχείρηση και θα αναλάμβανε το δικό του χρέος αναφορικά με την επιχείρηση. III. Περαιτέρω συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι συγκεκριμένα εμπορεύματα και εξοπλισμό θα τα λάμβανε η ενάγουσα αφού αυτά ανήκαν στον πατέρα της και ο εναγόμενος θα είχε το δικαίωμα να τα κρατήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. IV. Το δε όχημα με αρ.εγγραφής ΕΚΒ480 θα παρέμενε στην ιδιοκτησία του εναγόμενου. (δ) Οι όροι της πιο πάνω συμφωνίας υλοποιήθηκαν πλην του όρου για την μεταβίβαση της κατοικίας επ΄ ονόματι του υιού των διαδίκων. (ε) Στις 12.9.2008 ο υιός των διαδίκων υπέγραψε δήλωση με την οποία δήλωνε ότι δεν αποδέχεται το μέρος της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας που τον αφορά και δεν επιθυμεί να εγγραφεί επ΄ ονόματι του η κατοικία (βλ.Τεκμ.6). Στη συνέχεια ο συνήγορος του εναγόμενου απέστειλε στην ενάγουσα επιστολή ημερ.6.11.2008 (βλ.Τεκμ.4) στην οποία αναφέρεται ότι ενόψει του γεγονότος ότι δεν έχει γίνει η μεταβίβαση αλλά και του γεγονότος ότι ο υιός των διαδίκων δεν επιθυμεί να μεταβιβαστεί η κατοικία επ΄ονόματι του, θεωρεί άκυρο το μέρος της συμφωνίας που αφορά την μεταβίβαση επ΄ ονόματι του υιού τους και τερμάτισε τη συμφωνία. Οι συνήγοροι της ενάγουσας με επιστολή τους ημερ. 6.2.2009 (βλ.Τεκμ.5) η οποία αποστάληκε στο συνήγορο του εναγόμενου τους ενημέρωναν μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα «εμμένει στην τήρηση των όρων της πιο πάνω συμφωνίας». (στ) Στις 7.9.2009 ο υιός των διαδίκων υπέγραψε δήλωση (βλ.Τεκμ.7) με την οποία ανακαλεί την δήλωση του ημερ. 12.9.2008 (βλ.Τεκμ.6) καθότι ως αναφέρεται σ΄ αυτήν παραπλανήθηκε από τον ίδιο του τον πατέρα. Περαιτέρω κατά ή περί την 7.9.2009 οι δικηγόροι της ενάγουσας έλαβαν αντίγραφο της δήλωσης του υιού των διαδίκων από τον δικηγόρο του εναγομένου. Η ενάγουσα με επιστολή των συνηγόρων της ημερ. 8.9.2009 (βλ.Τεκμ.8) η οποία κοινοποιήθηκε στο δικηγόρο του εναγόμενου εξέφραζε την ετοιμότητα της να υλοποιήσει την υποχρέωση της για μεταβίβαση του μεριδίου της επ΄ονόματι του υιού της και ζητούσε να πληροφορηθεί τις προθέσεις του εναγόμενου. (ζ) Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2009, η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος άρχισε να προβαίνει σε ενέργειες για πώληση της κατοικίας με δημόσιο πλειστηριασμό. Η ενάγουσα δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση στην επιστολή της (βλ.Τεκμ.8) και κατά ή περί την 6.10.2009 απέστειλε επιστολή στον διευθυντή του Κτηματολογίου Αμμοχώστου με την οποία του ζητούσε να διακόψει οποιαδήποτε διαδικασία σε σχέση με την πώληση της κατοικίας (βλ.Τεκμ.9). Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός με επιστολή του ημερ. 15.10.2009 (βλ.Τεκμ.10) την ενημέρωνε, μεταξύ άλλων, ότι εκδόθηκε πιστοποιητικό εξ αδιανέμητου και επίσης ότι δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για αναγκαστική πώληση. Κατά ή περί την 15.10.2009 η ενάγουσα παρέλαβε ειδοποίηση ημερ. 12.10.2009 (βλ.Τεκμ.11) την οποία απέστειλε ο εναγόμενος δυνάμει του Κεφ. 224, στην οποία επισυνάφθηκε πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου και αναφέρεται σ΄ αυτό ότι ο διαχωρισμός του ακινήτου είναι αδύνατος και περαιτέρω την πληροφορούσε ότι στην περίπτωση που δεν συμφωνούσε εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης ώστε το ακίνητο να παραχωρηθεί σε ένα πρόσωπο ή χωριστεί με τρόπο που δεν αντιβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου θα αποτεινόταν στον Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για πώληση του κτήματος σε δημοπρασία. (η) Η ενάγουσα με επιστολή των συνηγόρων της ημερ.19.10.2009 (βλ.Τεκμ.12) ζητούσε από τον εναγόμενο να σταματήσει οποιαδήποτε διαδικασία που σχετίζεται με την πώληση της κατοικίας και επειδή δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση επέδωσε με επιδότη εκ νέου την πιο πάνω επιστολή. (θ) Η ενάγουσα κατά ή περί την 19.1.2010 πληροφορήθηκε από το Κτηματολόγιο Αμμοχώστου ότι ο εναγόμενος κατά ή περί την 17.11.2009 καταχώρισε αίτηση για πώληση της κατοικίας σε δημόσιο πλειστηριασμό ως επίσης πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος προτίθεται να υποθηκεύσει το μερίδιο του για να ασκήσει πιέσεις στην ενάγουσα ώστε να υποκύψει στις απαιτήσεις για καταβολή ποσού ισάξιου με το ½ της αξίας της κατοικίας. (ι) Οι συνήγοροι της ενάγουσας με επιστολή ημερ. 28.12.2010 (βλ.Τεκμ.13) στους συνηγόρους του εναγόμενου, τους πληροφορούσε μεταξύ άλλων ότι είναι πρόθυμη να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο ώστε ο εναγόμενος να προχωρήσει με αίτηση για εξασφάλιση χορηγίας νοούμενου όμως ότι θα υλοποιόταν ο όρος της συμφωνίας ο οποίος προέβλεπε ότι η κατοικία θα μεταβιβαζόταν επ΄ονόματι του υιού των διαδίκων.
  3. Για στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της ενάγουσας έδωσε μαρτυρία η ίδια, ο υιός των διαδίκων κ.Π. Βασιλείου και ο εκτιμητής ακινήτων κ.Κ. Ζουρίδης. Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε από την πλευρά του εναγόμενου ήταν της υπαλλήλου του Κτηματολογίου Αμμοχώστου κας Ε. Ποσπορίδου.
  4. Η ενάγουσα στη μαρτυρία της αναφέρθηκε στην ύπαρξη και στους όρους της επίδικης συμφωνίας (βλ.Τεκμ.3) και δήλωσε ότι ο υιός τους εξαπατήθηκε από τον ίδιο του τον πατέρα αφού ως της ανέφερε, ο τελευταίος του δήλωσε ότι στην περίπτωση που μεταβιβαστεί το ακίνητο στο όνομα του δεν θα έπαιρνε βοήθημα από την αρμόδια αρχή του κράτους. Επισήμανε ότι επιθυμεί να τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας. Ανέφερε ότι συμμορφώθηκε με τους όρους αυτής πλην όμως δεν μεταβίβασε το ακίνητο στο όνομα του παιδιού τους καθότι ως εξήγησε ανέμενε να πάνε μαζί με τον εναγόμενο να το μεταβιβάσουν. Διευκρίνισε ότι δεν θεωρεί ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί. Σε σχετική υποβολή στο στάδιο της αντεξέτασης ότι ουδέποτε κάλεσε τον εναγόμενο να μεταβεί στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση ανέφερε ότι προσπάθησε και μετέβηκε στην εργασία του για το σκοπό αυτό αλλά δεν ήθελε να την ακούσει. Δήλωσε ότι η ίδια είναι έτοιμη να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο επ΄ ονόματι του υιού της.
  5. Ο κ.Παναγιώτης Βασιλείου, παιδί των διαδίκων, στη μαρτυρία του μεταξύ άλλων ανέφερε ότι πράγματι στις 12.9.2008 υπέγραψε δήλωση (βλ.Τεκμ.6) την οποία ετοίμασε ο δικηγόρος του εναγόμενου και με την οποία δήλωνε ότι δεν επιθυμεί να εγγραφεί επ΄ ονόματι του η κατοικία. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν αρραβωνιασμένος. Ανέφερε ότι με τη θέληση του υπέγραψε την πιο πάνω δήλωση πλην όμως παραπλανήθηκε από τον ίδιο του τον πατέρα, ο οποίος του ανέφερε ότι στην περίπτωση που αποδεχόταν να μεταβιβαστεί η κατοικία στο όνομα του δεν θα δικαιούτο να λάβει βοήθημα ως πρόσφυγας από την υπηρεσία Μερίμνης. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση και έλαβε το σχετικό βοήθημα. Μετά από έρευνα που έκανε η μητέρα του μέσω των δικηγόρων της, πληροφορήθηκε ότι στην περίπτωση που ο γονέας έχει δικαίωμα οικήσεως στην κατοικία, οι γονείς έχουν δικαίωμα να μεταβιβάσουν την κατοικία στα παιδιά τους τα οποία όμως δεν χάνουν το δικαίωμα τους να ζητήσουν και να λάβουν βοήθεια από την Μέριμνα. Όταν του ζήτησε να υλοποιήσουν τη συμφωνία, ο πατέρας του, του δήλωσε ότι το σπίτι του θα πωληθεί και περαιτέρω πληροφορήθηκε από την μητέρα του ότι ο πατέρας του προέβη σε ενέργειες για πώληση της κατοικίας. Με δήλωση του ημερ. 7.9.2009 (βλ.Τεκμ.7) ανακάλεσε την προηγούμενη δήλωση του (βλ. Τεκμ.6).
  6. Ο κ.Κώστας Ζουρίδης στη μαρτυρία του ανέφερε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (α) Είναι εκτιμητής ακινήτων και στις 9.11.2015 έλαβε οδηγίες να προβεί σε εκτίμηση της επίδικης κατοικίας. Για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης. Επισήμανε ότι βασική αρχή της μεθόδου αυτής είναι η σύγκριση του υπό εκτίμηση ακινήτου με άλλα ομοειδή ακίνητα στην περιοχή. (β) Το υπό εξέταση ακίνητο βρίσκεται στην τοποθεσία Αγ. Γεώργιος της κοινότητας Αχερίτου της επαρχίας Αμμοχώστου και βρίσκεται εντός της τοπικής οικιστικής ζώνης σε ανεπτυγμένη οικιστική περιοχή. Πρόκειται για ζώνη Η2 με ανώτατο συντελεστή δόμησης 90% και ποσοστό κάλυψης 50%. Εντός του ακινήτου, συνολικού εμβαδού 327τ.μ., υφίσταται ισόγεια κατοικία η οποία εφάπτεται σε εγγεγραμμένο δρόμο. Η εν λόγω οικοδομή ανεγέρθηκε περί το 1976 και γύρω στο 1992 έγιναν διάφορες βελτιώσεις στο πάτωμα και στα παράθυρα της. Το εμβαδό των κλειστών χώρων της κατοικίας ανέρχεται στα 85τ.μ. και το εμβαδό καλυμμένων βεραντών στα 14τ.μ.. Το συνολικό εμβαδό της οικοδομής ανέρχεται στα 99τ.μ.. (γ) Διεξήγαγε έρευνα στην ελεύθερη αγορά για πωλήσεις ακινήτων σε γειτνιάζουσα περιοχή. Για την περίοδο 2008-2009 εντοπίστηκαν δύο πωλήσεις στην περιοχή τις οποίες χαρακτήρισε επαρκείς και βάσιμες. Αξιολόγησε τις πιο πάνω πωλήσεις με δύο μεθόδους και ειδικότερα τόσο με βάση του εμβαδού της γης όσο και με βάση των τετραγωνικών της οικοδομής. Ο μέσος όρος των συγκριτικών στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της οικοδομής ανέρχεται στα €1.337,25 το τ.μ. και ανέφερε ότι το ποσό των €1.335,00 θεωρείται λογικό και δίκαιο για την αξία του τεμαχίου για το όλο μερίδιο με κενή κατοχή. Ο μέσος όρος των συγκριτικών στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της γης είναι €324,32 το τ.μ. και το ποσό των €325,00 το τ.μ. θεωρείται λογικό και δίκαιο για την αξία του επίδικου τεμαχίου για το όλο μερίδιο με κενή κατοχή. (δ) Για τον υπολογισμό της αξίας για το έτος 2015 διαπίστωσε ότι η πιο ψηλή αναπροσαρμοσμένη αξία στην περιοχή του υπό εξέταση ακινήτου λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της οικοδομής είναι €1.150,00 το τ.μ. και λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της γης είναι €235,00 το τ.μ.. Η δε πιο χαμηλή αναπροσαρμοσμένη αξία του υπό εξέταση ακινήτου στην περιοχή λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της οικοδομής είναι €733,33 το τ.μ. και λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της γης είναι €178,86 το τ.μ. αντίστοιχα. Ο μέσος όρος των συγκριτικών στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της οικοδομής είναι €941,66 το τ.μ. και ανέφερε ότι το ποσό των €940,00 το τ.μ. θεωρείται λογικό και δίκαιο για την αξία του υπό μελέτη ακινήτου για το όλο μερίδιο με κενή κατοχή. Ο δε μέσος όρος των συγκριτικών στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό της γης είναι €206,93 το τ.μ. και επισήμανε ότι το ποσό των €205,00 το τ.μ. θεωρείται λογικό και δίκαιο για την αξία του επίδικου τεμαχίου. (ε) Εν κατακλείδι η αξία ολόκληρου του μεριδίου του ακινήτου τον Νοέμβριο του 2008 ήταν €120.000 ενώ η αξία του κατά τον Νοέμβριο του 2015 ήταν €80.000.-. Ανέφερε ότι η αξία του ½ μεριδίου του ακινήτου κατά την πιο πάνω περίοδο ανέρχεται στο ½ των πιο πάνω ποσών.
  7. Όπως έχει ήδη επισημανθεί η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε από την πλευρά του εναγόμενου ήταν αυτή της κας Ε.Ποσπορίδου η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Ανέφερε ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό ½ και επί του μεριδίου της υφίστανται δυο επιβαρύνσεις: (α) η ΕΒ278/13 η οποία εγγράφηκε στις 29.3.2013 για το ποσό των €9.521,85 και (β) η ΕΒ804/14 η οποία εγγράφηκε στις 5.6.2014 για το ποσό των €35.877,90 (βλ. Τεκμ.15). Δεν μπορούσε να καθορίσει το ακριβές οφειλόμενο ποσό ή κατά πόσο η ενάγουσα ήταν εγγυητής ή πρωτοφειλέτης στις οφειλές για τις οποίες εγγράφηκαν οι επιβαρύνσεις και επεσήμανε ότι στην περίπτωση που εξοφληθούν, το ακίνητο μπορεί να μεταβιβαστεί. 8.1 Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο ειδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν.΄Εφ. 219/12/ Ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 8.2 Αναφορικά με την ενάγουσα επισημαίνονται ακόλουθα: (α) Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας παρέμεινε αδιαμφισβήτητο και πέραν δε τούτου συνάδει και με τα παραδεκτά γεγονότα. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε μεταξύ άλλων ήταν ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι είναι έτοιμη να μεταβιβάσει το μερίδιο της επ΄ ονόματι του υιού της ως επίσης αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί της ότι κάλεσε τον εναγόμενο να μεταβιβάσει. (β) Διαφαίνεται από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 17.4.2004 (βλ.Τεκμ.3) δεν καθόριζε χρόνο υλοποίησης του σχετικού όρου που αφορά την μεταβίβαση του μεριδίου ενός εκάστου των διαδίκων στο όνομα του υιού τους. Η ενάγουσα στη μαρτυρία της, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι είναι έτοιμη να μεταβιβάσει το μερίδιο της επ΄ ονόματι του υιού της. Η συμφωνία συνομολογήθηκε το 2004 και η αγωγή καταχωρήθηκε από μέρους της το
  1. Παρά το γεγονός ότι δήλωνε ετοιμότητα η ίδια δεν το έπραξε μέχρι και την ημέρα που έδωσε μαρτυρία (27.10.2015). Σε σχετική ερώτηση στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι ανέμενε να μεταβούν μαζί με το πρώην σύζυγο της για να μεταβιβάσουν στο παιδί τους. Κατ΄ αρχήν στη συμφωνία δεν καθορίζεται καθοιονδήποτε τρόπο ότι οι διάδικοι θα πρέπει ταυτόχρονα να μεταβιβάσουν τα μερίδια τους επ΄ ονόματι του παιδιού τους ή και ότι θα πρέπει να προηγηθεί η μεταβίβαση από μέρους οποιουδήποτε για να ακολουθήσει η άλλη. Τα πιο πάνω όμως δεν είναι ικανά να καταρρίψουν την αξιοπιστία της ενάγουσας. Και κάτι ακόμη. Το μερίδιο της ενάγουσας είναι βεβαρημένο με δύο επιβαρύνσεις οι οποίες εγγράφηκαν στις 29.3.2013 και 5.6.
  2. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι ενόψει των πιο πάνω διαφαίνεται ότι η ενάγουσα δεν είναι έτοιμη να μεταβιβάσει το μερίδιο της επ΄ ονόματι του υιού της. Η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν πρόκειται για αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθοιονδήποτε τρόπο. Το γεγονός της ύπαρξης των δύο πιο πάνω επιβαρύνσεων δεν είναι ικανό από μόνο του να καταδείξει τη μη ετοιμότητα της ενάγουσας να μεταβιβάσει το μερίδιο της επ΄ ονόματι του υιού της. Η ίδια όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, ανέμενε να μεταβούν μαζί με τον πρώην σύζυγο της για να μεταβιβάσουν. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλα γεγονότα ή και στοιχεία που να καταδεικνύουν την μη ετοιμότητα της ενάγουσας για μεταβίβαση. (γ) Γενικά η όλη παρουσία της ήταν θετική στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει συθέμελα τη μαρτυρία της. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της.
  3. Ο κ.Π. Βασιλείου, υιός των διαδίκων στην μαρτυρία του ανέφερε ότι υπέγραψε την αρχική δήλωση (βλ.Τεκμ.6) αφού παραπλανήθηκε από τον ίδιο του τον πατέρα και ειδικότερα ο τελευταίος, του δήλωσε ότι στην περίπτωση που αποδεχόταν να μεταβιβαστεί η κατοικία στο όνομα του δεν θα δικαιούτο να λάβει βοήθημα ως πρόσφυγας από την υπηρεσία Μερίμνης. Στη συνέχεια όταν του ζήτησε να υλοποιήσουν τη συμφωνία ο πατέρας του, του ανέφερε ότι το σπίτι θα πωληθεί, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις επακόλουθες πράξεις του τελευταίου. Όταν ο εν λόγω μάρτυρας ανακάλεσε την αρχική δήλωση του (βλ.Τεκμ.6) με την δήλωση ημερ. 7.9.2009 (βλ.Τεκμ.7) ο πατέρας με ειδοποίηση προς την ενάγουσα ημερ. 12.10.2009 (βλ.Τεκμ.11) την πληροφορούσε ότι εάν δεν συμφωνήσουν εντός 30 ημερών σε διευθέτηση θα αποταθεί στον διευθυντή του Κτηματολογίου για πώληση της κατοικίας σε δημοπρασία παρά την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας (βλ.Τεκμ.3) η οποία διελάμβανε ότι θα μεταβίβαζαν τα μερίδια τους επ΄ ονόματι του υιού τους και ότι η ενάγουσα θα εκμεταλλευόταν το ακίνητο εφ΄ όρου ζωής. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει τα όσα ανέφερε ο υιός των διαδίκων. Ο εναγόμενος επέλεξε δικαιωματικά να μη δώσει μαρτυρία. Κατά συνέπεια στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει αξιόπιστη και αποδεκτή τη μαρτυρία του εν λόγω προσώπου θα προβεί στην εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Ο πιο πάνω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθοιονδήποτε τρόπο. Αντιθέτως ήταν πειστικός και παρέθετε τα γεγονότα με ειλικρίνεια και ακρίβεια. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του.
  4. Ο εκτιμητής κ.Κώστας Ζουρίδης για να καταλήξει στην αγοραία αξία του ακινήτου χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο και έλαβε υπόψη του συγκριτικές πωλήσεις άλλων δύο ακινήτων. Όπως έχει νομολογηθεί η δυνατότητα σύγκρισης με άλλα κτήματα προϋποθέτει την ύπαρξη ομοιογένειας μεταξύ τους. Οι παράγοντες που τείνουν να στοιχειοθετήσουν τέτοια ομοιότητα εντοπίζονται στην τοποθεσία ακινήτων, στα γεωφυσικά τους χαρακτηριστικά και στους όρους ανάπτυξης τους. Ο δε χρόνος διάθεσης των συγκριτικών αποτελεί σχετικό παράγοντα. Ως προς τον τελευταίο είναι εφικτή η σύγκριση, εφόσον παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής της τιμής των διαθέσιμων συγκριτικών στα δεδομένα του κρίσιμου χρόνου (βλ. Terence Menelaos Spiby v Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου
(2002)1 ΑΑΔ 483). Στην προκείμενη περίπτωση το συνολικό εμβαδό του επίδικου οικοπέδου είναι 327τ.μ. και των κλειστών χώρων της κατοικίας είναι 99 τ.μ.. Τα συγκριτικά πρόκειται για κατοικίες οι οποίες βρίσκονται στην ίδια περιοχή με τα επίδικο ακίνητο, έχουν περίπου το ίδιο εμβαδό και βρίσκονται στην ίδια ζώνη. Έχουν ομοιογένεια και ομοιότητα στα γεωφυσικά τους χαρακτηριστικά και στους όρους ανάπτυξης. Περαιτέρω χρησιμοποιήθηκαν συγκριτικές πωλήσεις κατά το 2008 και 2009 για να καθοριστεί η αξία της επίδικης κατοικίας κατά το έτος 2008 ως επίσης χρησιμοποιήθηκαν πωλήσεις που έγιναν το 2015 για να υπολογιστεί η αγοραία αξία της επίδικης κατοικίας κατά το
  1. Πέραν δε τούτου η όλη παρουσία του εν λόγω προσώπου ήταν θετική. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονιστεί η αξιοπιστία του καθοιονδήποτε τρόπο. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ειδικότερα μεταξύ άλλων, ότι η αξία του όλου μεριδίου της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας κατά το έτος 2008 ήταν €120.000.- και κατά το 2015 ήταν €80.000.-. Η δε αξία του ½ μεριδίου ανέρχεται στις €60.000.- κατά το 2008 και €40.000.- κατά το έτος
  2. Η κα Ε. Ποσπορίδου ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Περαιτέρω η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και συνακόλουθα την αποδέχομαι όπως αυτή εκτίθεται στην παρ.
  3. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και την πιο πάνω αξιολόγηση τα γεγονότα που περιβάλουν την πιο πάνω υπόθεση έχουν ως οι παρ.2(α) έως 2(ι), 6 και
  4. Η συμφωνία (βλ.Τεκμ.3) διελάμβανε, μεταξύ άλλων, όπως κάθε ένας από τους διαδίκους μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του υιού τους το μερίδιο που κατείχε στο επίδικο ακίνητο, το οποίο όμως θα εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιεί η ενάγουσα εφ΄ όρου ζωής. Στη συμφωνία δεν καθοριζόταν χρόνος υλοποίησης του πιο πάνω όρου. Οι διάδικοι δεν έχουν μεταβιβάσει το μερίδιο τους επ΄ ονόματι του πιο πάνω προσώπου. Η δε ενάγουσα δεν το έπραξε ενόψει του γεγονότος ότι ανέμενε τον εναγόμενο να το μεταβιβάσει πλην όμως είναι έτοιμη να υλοποιήσει τον συγκεκριμένο όρο. Ακολούθησαν τα γεγονότα όπως αυτά εκτίθενται στα παραδεκτά γεγονότα και ειδικότερα στην παρ.2 (ε) έως 2(ι). Ο υιός των διαδίκων παραπλανήθηκε από τον ίδιο του τον πατέρα ο οποίος του ανέφερε ότι στην περίπτωση που αποδεχόταν να μεταβιβαστεί η κατοικία στο όνομα του δεν θα δικαιούτο να λάβει βοήθημα ως πρόσφυγας από την υπηρεσία Μερίμνης. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση και έλαβε το σχετικό βοήθημα. Μετά από έρευνα που έκανε η μητέρα του μέσω των δικηγόρων της πληροφορήθηκε ότι στην περίπτωση που ο γονέας έχει δικαίωμα οικήσεως στην κατοικία, οι γονείς έχουν δικαίωμα να μεταβιβάσουν την κατοικία στα παιδιά τους τα οποία όμως δεν χάνουν το δικαίωμα τους να ζητήσουν και να λάβουν βοήθεια από την Μέριμνα. Όταν του ζήτησε να υλοποιήσουν τη συμφωνία ο πατέρας του, του δήλωσε ότι το σπίτι του θα πωληθεί και περαιτέρω πληροφορήθηκε από την μητέρα του ότι ο πατέρας του προέβη σε ενέργειες για πώληση της κατοικίας. Με δήλωση του ημερ. 7.9.2009 (βλ.Τεκμ.7) ανακάλεσε την προηγούμενη δήλωση.
  5. Εισήγηση ότι η συμφωνία τερματίστηκε νομότυπα από μέρους του εναγόμενου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 17.4.2004 (βλ.Τεκμ.3) έχει τερματιστεί και έπαυσε η ισχύς της με την επιστολή ημερ. 6.11.2008 (βλ.Τεκμ.4). Διαφαίνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κ.Π. Βασιλείου, υιός των διαδίκων παραπλανήθηκε από τον ίδιο του τον πατέρα όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω και έτσι υπέγραψε την αρχική δήλωση ημερ. 12.9.2008 (βλ.Τεκμ.6) με την οποία δήλωνε ότι δεν επιθυμεί να εγγραφεί η κατοικία επ΄ ονόματι του. Ακολούθως στις 7.9.2009 με νέα δήλωση του, την ανακάλεσε (βλ.Τεκμ.7) καθότι παραπλανήθηκε όπως αναφέρεται πιο πάνω. Στο μεταξύ στις 6.11.2008 ο εναγόμενος με επιστολή του (βλ.Τεκμ.4) επιχείρησε να τερματίσει τη συμφωνία καθότι η ενάγουσα δεν είχε μεταβιβάσει το μερίδιο της επ΄ ονόματι του υιού τους και ενόψει της αρχικής δήλωσης του τελευταίου. Το περιεχόμενο της αρχικής δήλωσης του υιού των διαδίκων ήταν προϊόν παραπλάνησης. Πέραν δε τούτου όπως έχει ήδη επισημανθεί στην επίδικη συμφωνία (βλ.Τεκμ.3) δεν καθορίζεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου οι διάδικοι θα έπρεπε να μεταβίβαζαν το μερίδιο τους επ΄ ονόματι του υιού τους. Και οι δύο διάδικοι χρόνια μετά τον καταρτισμό της συμφωνίας ακόμη δεν το έχουν μεταβιβάσει. Το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι θέμα πραγματικό και ανάγεται στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η απραξία και η ανοχή των διαδίκων να προβούν στη μεταβίβαση του ακινήτου για αρκετά χρόνια καταδεικνύει ότι ο σχετικός όρος δεν ήταν ουσιώδης. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν καθορίζεται στη συμφωνία χρονικό πλαίσιο για υλοποίηση του πιο πάνω όρου και ο εναγόμενος τερμάτισε τη συμφωνία χωρίς να αποστείλει οποιαδήποτε ειδοποίηση προς την ενάγουσα με την οποία να καθιστά τον όρο ουσιώδη και να την καλεί να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια εντός ορισμένου εύλογου χρόνου και ότι στην περίπτωση που παραλείψει να το πράξει, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε θα καθίσταται ακυρώσιμο (βλ. Iris Development Limited v Τάκη Λαζαρίδη). Η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της δεν έχει αποκηρύξει τη σύμβαση παρά το γεγονός ότι δεν μεταβίβασε το μερίδιο της επ΄ ονόματι του υιού της. Η ίδια είναι έτοιμη να το πράξει. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η αρχική δήλωση του υιού των διαδίκων υπογράφηκε κατόπιν παραπλάνησης του ιδίου από τον πατέρα του όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω αλλά και το γεγονός ότι δεν απεστάλη από τον εναγόμενο σχετική ειδοποίηση με την οποία να καθιστούσε τον όρο ουσιώδη και να ζητούσε από την ενάγουσα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος να μεταβιβάσει το μερίδιο της επ΄ ονόματι του υιού της, κρίνω ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από μέρους του εναγόμενου δεν ήταν νομότυπος υπό τις περιστάσεις.
  6. Εισήγηση ότι η ενάγουσα δεν κατέστησε ουσιώδη τον όρο για μεταβίβαση του ακινήτου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να μεταβιβάσει το μερίδιο του επ΄ ονόματι του υιού τους καθότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να καταστήσει το χρόνο ουσιώδη. Όπως έχει ήδη επισημανθεί και πιο πάνω στην επίδικη συμφωνία (βλ.Τεκμ.3) δεν καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου οι διάδικοι θα μεταβίβαζαν το μερίδιο τους επ΄ ονόματι του υιού τους. Διαφαίνεται από την αδιαμφισβήτητη και αποδεκτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν απέστειλε οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση στον εναγόμενο με την οποία να καθιστούσε ουσιώδη τον όρο της μεταβίβασης ως επίσης να καθόριζε χρόνο εντός του οποίου ο εναγόμενος θα έπρεπε να μεταβιβάσει το μερίδιο του. Το άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προβλέπει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να πράξει τούτο, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμα καθίσταται ακυρώσιμο κατ΄ εκλογή του άλλου μέρους αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδοση, σελ. 386, Paraskeva & Other v. Lantas
(1988)1 CLR 285 και Iris Development Limited v Τάκη Λαζαρίδη,
(2000)1Γ ΑΑΔ 1504 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί στην απουσία πρόθεσης των συμβαλλομένων για να καταστεί ο όρος ουσιώδης απαιτείται εύλογη σχετική ειδοποίηση στην οποία να τίθεται προθεσμία υλοποίησης του η οποία θα πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι θέμα πραγματικό και κρίνεται κάτω υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση η σύμβαση συνομολογήθηκε το 2004 και μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής ουδείς από τους διαδίκους έχει μεταβιβάσει το μερίδιο του επ΄ ονόματι του υιού τους. Η απραξία και η ανοχή αμφοτέρων των διαδίκων να προβούν στη μεταβίβαση για αρκετά χρόνια καταδεικνύει ότι ο σχετικός όρος δεν ήταν ουσιώδης υπό τις περιστάσεις γεγονός που αναγνώρισε και η συνήγορος του εναγόμενου στο στάδιο των αγορεύσεων ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν ήταν ουσιώδης. Περαιτέρω δεν καθορίζεται στη σύμβαση οποιαδήποτε προθεσμία υλοποίησης του συγκεκριμένου όρου. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αποσταλεί οποιαδήποτε ειδοποίηση η οποία να καθιστά τον σχετικό όρο που αφορά την μεταβίβαση ουσιώδη και δεν καθορίστηκε οποιαδήποτε προθεσμία υλοποίησης του. Το ερώτημα όμως που τίθεται στη συνέχεια είναι κατά πόσο η συμπεριφορά του εναγόμενου είναι τέτοια που να καταδεικνύει αποκήρυξη της συμφωνίας από μέρους του. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 31η Έκδοση, Vol.1. παρ. 24-018, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Renunciation. A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. The renunciation may occur before or at the time fixed for performance. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive. Short of such an express refusal or declaration, however, the test is to ascertain whether the action or actions of the party in default are such as to lead a reasonable person to conclude that he no longer intends to be bound by its provisions». Στην προκείμενη περίπτωση η συμφωνία διελάμβανε ότι κάθε ένας από τους διαδίκους θα μεταβίβαζε το μερίδιο του στον υιό τους και ότι η ενάγουσα θα χρησιμοποιούσε το ακίνητο εφ΄ όρου ζωής. Ο εναγόμενος επιχείρησε με επιστολή του ημερ.6.11.2008 (βλ.Τεκμ.4) να τερματίσει τη συμφωνία κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω. Στη συνέχεια όταν ο υιός τους στις 7.9.2009 ανακάλεσε με νέα δήλωση του (βλ.Τεκμ.7) την αρχική ημερ. 12.9.2008 (βλ.Τεκμ.6), ο εναγόμενος παρά την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας (βλ.Τεκμ.3) απέστειλε ειδοποίηση στην ενάγουσα ημερ. 12.9.2009 (βλ.Τεκμ.11) βάσει των προνοιών του άρθρου 28
(1)του Κεφ. 224 με την οποία την πληροφορούσε ότι ενόψει του γεγονότος ότι ο διαχωρισμός του κτήματος είναι αδύνατος και στην περίπτωση που δεν συμφωνήσει σε διευθέτηση θα αποτεινόταν στον διευθυντή του Κτηματολογίου όπως εκθέσει το κτήμα σε πώληση στην δημοπρασία. Πέραν δε τούτο, όταν ο υιός των διαδίκων ζήτησε από τον πατέρα του να υλοποιήσει το μέρος της συμφωνίας που τον αφορούσε, αυτός του δήλωσε ότι το ακίνητο θα πωληθεί. Το κάθε ένα από τα πιο πάνω γεγονότα αλλά και αθροιστικά αποτυπούμενα καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος έχει αποκηρύξει με τη συμπεριφορά του τη συμφωνία και ότι πλέον δεν προτίθεται να δεσμευτεί από την ύπαρξη της σχετικής πρόνοιας και συνακόλουθα δεν απαιτείτο υπό τις περιστάσεις από την ενάγουσα να παράσχει στον εναγόμενο οποιαδήποτε σχετική ειδοποίηση για υλοποίηση του μέρους της συμφωνίας. 15. Εισήγηση ότι ο υιός των διαδίκων δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν έχει οποιονδήποτε οικονομικό συμφέρον στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εναγόμενου και δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε οικονομική ζημιά αφού η μεταβίβαση του μεριδίου του εναγόμενου αφορούσε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση. Έτσι ισχυρίστηκε ότι η αγωγή της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει καθότι το πρόσωπο τα συμφέροντα του οποίου βλάπτονται δεν είναι διάδικος. Αγορεύοντας προς υποστήριξη των θέσεων της η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1998)1Β ΑΑΔ 579. Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι δεν ήταν δυνατό να εξεταστεί ζήτημα ισχυρισμένης εχθρικής κατοχής, δωρεάς ή προίκας όταν δεν ήταν διάδικος το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρεφόταν η ουσία της αξίωσης. Τόσο τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όσο και η νομική της πτυχή διαφοροποιούνται από την πιο πάνω υπόθεση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί ο υιός των διαδίκων δεν είναι το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται η αξίωση και περαιτέρω δεν ήταν μέρος της συμφωνίας πλην όμως αποκτούσε οφέλη από αυτή. Συνεπώς η πιο πάνω απόφαση δεν είναι υποβοηθητική για το έργο του Δικαστηρίου. Όταν ένα πρόσωπο υπόσχεται σε κάποιον άλλο να εκτελέσει προς όφελος τρίτου δύο προβλήματα μπορούν να ανακύψουν σε σχέση με την εκτελεστότητα της υπόσχεσης. Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το πρόσωπο που λαμβάνει την υπόσχεση μπορεί να εκτελέσει ειδικά την υπόσχεση εναντίον του υποσχόμενου και δεύτερον κατά πόσο το τρίτο πρόσωπο μπορεί να το πράξει (βλ. Chitty on Contracts 29η Έκδοση παρ. 27-048). Στο κοινοδίκαιο το δόγμα του privity of contract υποδηλώνει ότι μόνο τα μέρη μιας σύμβασης μπορούν να έχουν δικαιώματα ή ευθύνες που προκύπτουν από αυτήν π.χ. αν ο Α υποσχεθεί στον Β να καταβάλει ποσό χρημάτων στον Γ, ο τελευταίος δεν μπορεί να εναγάγει τον Α για το ποσό (βλ. Tweddle v Atkinson
(1861)1 B. & S. 39). Γενικά μια σύμβαση στο κοινοδίκαιο μπορεί να εφαρμοστεί μόνο από τα μέρη της. Δεν πρόκειται όμως για απόλυτο δόγμα και υφίστανται εξαιρέσεις σ΄ αυτό (βλ. Chitty on Contracts 31η Έκδοση, Vol.1. παρ. 18-077). Στην Αγγλία οι δυσκολίες έχουν επιλυθεί με την εισαγωγή του Contracts (Rights of Third Parties) Act 1999, με τον οποίο εισήχθηκαν εξαιρέσεις στην εφαρμογή του πιο πάνω δόγματος. Κάτι αντίστοιχο δεν υπάρχει στην Κύπρο. Η υπόθεση Beswick v Beswick
(1968)AC 58, αποτελεί καθοδηγητική αυθεντία σε σχέση με το πιο πάνω δόγμα. Στην εν λόγω υπόθεση ο έμπορος μεταβίβασε την επιχείρηση του στον ανιψιό του και ο τελευταίος υποσχέθηκε σ΄ αυτόν ότι θα κατέβαλλε μετά τον θάνατο του θείου του στη χήρα του ετήσιο εισόδημα. Μετά τον θάνατο του θείου, η χήρα κατέστη διαχειριστής της περιουσίας του και καταχώρισε αγωγή προσωπικά και ως διαχειριστής για να εκτελεστεί η υπόσχεση του ανιψιού. Αποφασίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι η χήρα μπορούσε να εναγάγει ως διαχειρίστρια και θα μπορούσε να λάβει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης εναντίον του ανιψιού υποχρεώνοντας τον να καταβάλλει ετήσιο εισόδημα προς δικό της όφελος. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 29η Έκδοση, παρ.27050, «Possible Limitations on the remedy. It therefore does not follow from Beswick v Beswick that the promise can in all cases of contracts for the benefit of a third party obtain an order of specific performance in favor of the third party. In particular, the case is not direct authority for the availability of such a remedy in any of the following cases:
(1)where the promise has a remedy at law other than for nominal damages: e.g. for substantial damages, for recovery of the consideration provided by him, or for the agreed sum;
(2)where the promisor has not received the whole (or any part of) the consideration for his promise;
(3)where the contract, if wholly executor, could not have been specifically enforced by the promisor; and
(4)where the promise sued upon would not have been specifically enforceable by the promise, if it had been made to him for his own benefit. It is submitted that in such cases specific performance should neither be granted merely because the contract provides for performance in favor of a third party, nor refused merely because it would not have been available, had there been no third party in the case. As a general principle, it is submitted that the promisee should be able to obtain specific performance in favor of the third party whenever that is the most appropriate method of enforcing the contract which was actually made. But it should be open to the defendant to resist specific enforcement by showing the this remedy would lead to one of the undesirable results against which the established limitations on the scope of the remedy are meant to provide protection.» Αποτελεί θέμα ερμηνείας σε κάθε περίπτωση κατά πόσο μια σύμβαση επιβάλλει υποχρέωση στο ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να παραχωρήσει ένα ωφέλημα σε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Το τρίτο πρόσωπο προς όφελος του οποίου θα μεταβιβαζόταν η κατοικία δεν είναι μέρος της συμφωνίας. Κατ΄ επέκταση υφίσταται σύμβαση υπέρ τρίτου η οποία δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, η συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και αυτοί είναι που έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση ως επίσης είναι τα πρόσωπα που δύνανται να διεκδικήσουν τα δικαιώματα που εκπηγάζουν από αυτή. Με βάση όλα τα πιο πάνω το πρόσωπο που θα έπρεπε να εγείρει την αγωγή είναι η ενάγουσα. Συνεπώς η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 16.1 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η σύμβαση είναι γραπτή και δεν έχει κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Το άρθρο 6
(2)του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81
(1)/11 που κατάργησε και αντικατέστησε τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση)Νόμο ρητά προνοεί ότι σε περίπτωση που η σύμβαση είναι γραπτή αλλά δεν έχει κατατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου ή ακόμα και στην περίπτωση που η σύμβαση είναι προφορική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την ειδική εκτέλεση της όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις και εφόσον δεν επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων που προκύπτουν από προγενέστερα εμπράγματα βάρη ή απαγορεύσεις και ικανοποιηθεί ότι στη σύμβαση προσδιορίζονται επαρκώς τα στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων, το αντικείμενο της σύμβασης ως επίσης ότι υπάρχει εγγραφή στο κτηματικό μητρώο. 16.2 Στο στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο συνήγοροι αναγνώρισαν ότι το Δικαστήριο στην περίπτωση που δεν γίνουν αποδεκτές οι εισηγήσεις της συνηγόρου του εναγόμενου δύναται να εκδώσει το σχετικό διάταγμα. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, στην παρούσα περίπτωση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6
(2)του πιο πάνω Νόμου και κρίνεται ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις έχοντας υπόψη και τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εναντίον του εναγόμενου πλην όμως και η ενάγουσα οφείλει ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του μεριδίου του εναγόμενου να μεταβιβάσει και αυτή στον υιό τους. Η σύμβαση ρητά προνοεί ότι και οι δύο διάδικοι οφείλουν να μεταβιβάσουν το μερίδιο της ακίνητης ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι του υιού τους και αποτελεί μέρος της εκατέρωθεν αντιπαροχής των διαδίκων. Η ενάγουσα στη μαρτυρία της, η οποία έχει γίνει αποδεκτή δήλωσε ότι εμμένει στην τήρηση των όρων της συμφωνίας και επισήμανε ότι είναι έτοιμη να μεταβιβάσει το μερίδιο της και κατ΄ επέκταση να συμμορφωθεί με την συμβατική της υποχρέωση παρά την ύπαρξη των δύο επιβαρύνσεων. Περαιτέρω με την έκδοση του σχετικού διατάγματος δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα τρίτων αφού για να μεταβιβαστεί το μερίδιο της ενάγουσας θα πρέπει να εξοφληθούν ή αποσυρθούν οι δύο επιβαρύνσεις που υφίστανται επί του μεριδίου της. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο ο εναγόμενος να διατάσσεται να μεταβιβάσει το μερίδιο της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας του επ΄ ονόματι του υιού τους, νοουμένου όμως ότι και η ενάγουσα ταυτόχρονα μεταβιβάσει το μερίδιο της επ΄ονόματι του παιδιού τους. 17. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος διατάσσεται όπως, εντός 30 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος, μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του υιού των διαδίκων Παναγιώτη Βασιλείου το ½ μερίδιο του ακινήτου που περιγράφεται στην παρ. 22 (Β) του αιτητικού της έκθεσης απαίτησης, νοουμένου ότι και η ενάγουσα ταυτόχρονα μεταβιβάσει το μερίδιο που κατέχει επί της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας επ΄ονόματι του υιού των διαδίκων. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €50.000-€100.000.- λαμβάνοντας υπόψη την αξία του ½ μεριδίου του ακινήτου. Το παρόν διάταγμα να συνταχθεί όταν η ενάγουσα παρουσιάσει στην Πρωτοκολλητή την επίδικη συμφωνία (βλ.Τεκμ.3) δεόντως χαρτοσημασμένη. (Υπ.): ....... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.