← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΑΒΒΑΣ ΚΩΣΤΑ ΚΩΣΤΑ (ΧΕΙΜΑΡΟΥ) κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 122/2016, 28/9/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΑΒΒΑΣ ΚΩΣΤΑ ΚΩΣΤΑ (ΧΕΙΜΑΡΟΥ) κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 122/2016, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 122/2016 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσα - και -

  1. ΣΑΒΒΑΣ ΚΩΣΤΑ ΚΩΣΤΑ (ΧΕΙΜΑΡΟΥ)
  2. ΑΔΑΜΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΣΑΠΗ Εναγόμενος 2 / Αιτητής
  3. ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΒΒΑ
  4. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΗ (ΤΣΟΥΚΚΑ) Εναγόμενος 4 / Αιτητής
  5. ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ΜΟΥΧΤΟΥ)
  6. ΑΔΑΜΟΣ ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΥΛΙΩΤΗΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 28/09/2016 Αίτηση Για Λήψη Άδειας Από Το Δικαστήριο Για Έκδοση Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου, ημερομηνίας 06/06/2014 Εμφανίσεις: Για τους Εναγομένους 2 και 4 / Αιτητές: κ. Σ. Π. Χρυσταλλενος --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
  7. Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της, - σε ότι αφορά όλους τους Εναγομένους -, την 08/02/
  8. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγομένους 2 και 4 (στο εξής καλούμενοι «οι Εναγόμενοι»), οι οποίοι και εμφανίστηκαν στην διαδικασία μέσω δικηγόρου, με την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης την 11/03/
  9. Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων, καταχωρήθηκε την 10/06/
  10. Την 07/07/2016, επακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης των Εναγομένων, με την οποία αιτούνται, μονομερώς, άδεια του Δικαστηρίου, δια της οποίας να εκδοθεί και επιδοθεί στην Μ. Ο. Φ. (ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΦΘΑΡΤΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ) ΣΩΤΗΡΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ (ΗΕ 237589), ειδοποίηση δια της οποίας να καθίσταται δυνατή η προσεπίκληση της ως τριτοδιάδικος στην υπόθεση, που η Αγωγή αυτή αφορά. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  11. Η Αίτηση βασίζεται «επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών Δ.10 Θ. 1, Θ. 2, Θ. 3, Θ. 5 και Θ. 6 και Δ.48, Θ. 8

(1)(Ι)».
  1. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Εναγομένου
  2. Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου - και στον βαθμό που - ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  3. Η Δ.10, κ. 1
(1)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι οι «Θ. Π. Δ.»), οι πρόνοιες της οποίας αποτελούν ουσιαστικά την κεντρική βάση του νομικού υπόβαθρου της υπό κρίση Αίτησης, έχει ως εξής: «Where in any action a defendant claims as against any person not already a party to the action (in this Order called the "third party"): (
  1. a)that he is entitled to contribution or indemnity, or (
  2. b)that he is entitled to any relief or remedy relating to or connected with the original subject matter of the action and substantially the same as some relief or remedy claimed by the plaintiff, or (
  3. c)that any question or issue relating to or connected with the said subject matter is substantially the same as some question or issue arising between the plaintiff and the defendant and should properly be determined not only as between the plaintiff and the defendant but as between the plaintiff and defendant and the third party or between any or either of them, the Court or a Judge may give leave to the defendant to issue and serve a "third-party notice"». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 5. Σύμφωνα με την Δ.10, κ. 1
(2)[[i]] των Θ. Π. Δ., η καταχώριση αίτησης για έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, δύναται να υποβάλλεται μονομερώς [[ii]] και πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να καταχωρείται, μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης του αιτούντος διαδίκου, και η χρονική αυτή περίοδος, σύμφωνα με την νομολογία, δεν παρατείνεται [[iii]]. 6. Η διακριτική ευχέρεια [[iv]] του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης αιτήματος έκδοσης ειδοποίησης τριτοδιάδικου, ασκείται μόνο στην περίπτωση όπου τα γεγονότα που παρουσιάζονται (απαραίτητα) ενόρκως στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του αιτήματος, δικαιολογούν ότι η περίπτωση εμπίπτει σε μία από τις τρείς παραγράφους της Δ.10, κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. οι οποίες, ως έχει άλλωστε νομολογηθεί [[v]], προσδιορίζουν, σε απόλυτο βαθμό, τις μόνες περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η διαδικασία τριτοδιάδικου.
  1. Ως εκ τούτου, το ζήτημα, είναι κυρίως, κατά πόσο οι αρχές, ως καθορίζονται από την Δ.10, κ. 1 των Θ. Π. Δ., βρίσκουν εφαρμογή στα γεγονότα της υπό εξέταση, σε κάθε περίπτωση, υπόθεσης. Συναφώς, ενόρκως, ο αιτητής, είναι απαραίτητο όπως δηλώσει την φύση της απαίτησης στην Αγωγή, το στάδιο που βρίσκεται η σχετική διαδικασία, τα γεγονότα επί των οποίων η απαίτηση εναντίον του προτιθέμενου προς προσεπίκληση τριτοδιαδίκου βασίζεται και λεπτομέρειες του προσώπου αυτού (όπως όνομα και διεύθυνση).
  2. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας αν η περίπτωση εμπίπτει, ως προανέφερα, σε μία ή/και περισσότερες των περιπτώσεων που η Δ.10, κ. 1 των Θ. Π. Δ. καθορίζει, θα περιοριστεί στο να διακρίνει, αν τα όσα διατείνεται ο αιτών διάδικος (εναγόμενος), στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του προτιθέμενου προς προσεπίκληση τριτοδιάδικου, χωρίς να υπεισέλθει και ενασχοληθεί με την ουσία της προβαλλόμενης αξίωσης. Θέματα που άπτονται της ουσίας της ισχυριζόμενης απαίτησης εναντίον του τρίτου προσώπου, - η προσεπίκληση του οποίου ως διαδίκου επιχειρείται -, και τυχόν ένσταση του ενάγοντος στην συμπερίληψη / προσθήκη του στην διαδικασία, πρέπει να αφήνονται να εξεταστούν, κατά το στάδιο της έκδοσης οδηγιών, κατόπιν σχετικού αιτήματος, δυνάμει των διατάξεων της Δ.10, κ. 7 των Θ. Π. Δ. [[vi]].
  3. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, έχει, ως προανέφερα, την ευχέρεια, ακόμη και στην περίπτωση που στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, να απορρίψει το αίτημα, εκεί και όπου το αποτέλεσμα θα ήταν να θέσει τον ενάγοντα σε αμηχανία, ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης του. Κατά τον ίδιο τρόπο θα ενεργήσει, εκεί και όπου κρίνεται απ' αυτό, ότι η απαίτηση του αιτούντος διάδικου, θα ήταν ευχερέστερο να διεκδικηθεί και εξεταστεί μέσα από το πλαίσιο μίας ξεχωριστής δικαστικής διαδικασίας, ή όπου κρίνεται ότι τα επίδικα ζητήματα που εγείρονται απ' αυτήν, θα επιλυθούν πιο ολοκληρωμένα, αν εξετάζονταν απομονωμένα, στα πλαίσια μιας ξεχωριστής αγωγής [[vii]].
  4. Σε ότι αφορά, γενικότερα, την λειτουργία και σκοπιμότητα της, προβλεπόμενης από την δικονομία, διαδικασίας τριτοδιάδικου, παραπέμπω στην υπόθεση Droushiotis v L' Union De Assurances
(1983)1 C. L. R.
  1. Σ' αυτήν, ο Δ. Α. Δ. Σαββίδης, κάνει αναφορά στην αγγλική υπόθεση Barclays Βank v Tom [1922] All E.R. (Rep.) 279, απ' την οποία παραθέτει την ακόλουθη περικοπή, η οποία, κατά την άποψη μου, εγκλείει την όλη ουσία του πράγματος: «It is important to keep clearly in mind what the third party procedure is. A plaintiff has a claim against a defendant. The defendant thinks that if he is liable, he has a claim over against a third party. With that matter between the defendant and the third party the plaintiff has clearly nothing to do, not being concerned with the question whether the defendant has a remedy against somebody else. His remedy is against the defendant. But the defendant is much interested in getting the third party bound by the result of the trial between the plaintiff and himself, for otherwise he might be at a great disadvantage if, having fought the case against the plaintiff and lost, he had then to fight the case against the third party possibly on different materials, with the risk that a different result might be arrived at. The object of the third party procedure is therefore, in the first place, to get the third party bound by the decision given between the plaintiff and the defendant. In the next place, it is directed to getting the question between the defendant and the third party decided as soon as possible after the decision between the plaintiff and the defendant, so that the defendant may not be in the position of having to wait a considerable time before he establishes his right of indemnity against the third patty while all the time the plaintiff is enforcing his judgment against the defendant. And, thirdly, it is directed to saving the extra expense which would be involved by two separate independent actions. With these objects in view the third party order usually provides that the third party may appear at the trial between the plaintiff and the defendant". And further down at the same page: "It seems lo me that the proper view to take on this part of the third party procedure is that taken by COZENS-HARDY, L.J., in McCheane v. Gyles (No. I) [1902] I Ch. at p. 301—namely, that The Act, therefore, treats, the third party procedure as analogous to a cause instituted by the defendant as plaintiff against the third party' with the result that the defendant may defend himself in any way in which any defendant in an action at the suit of a plaintiff may defend himself, among which modes of defence is included the making of a counterclaim".» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Αιτητές, ισχυρίζονται, ότι, το έτος 2008 συστήθηκε από όλους τους Εναγομένους σε αυτή την Αγωγή, η Μ. Ο. Φ. (ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΦΘΑΡΤΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ) ΣΩΤΗΡΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ (στο εξής καλούμενη «η Εταιρεία»), στην οποία, εκτός από μέλη, ήταν και διοικητικοί της σύμβουλοι. Για σκοπούς της Εταιρείας, μισθώθηκε από τον Εναγόμενο 5, ακίνητη ιδιοκτησία του. Το έτος 2009, «αποφασίστηκε (προφανώς από το διοικητικό της συμβούλιο) από την Εταιρεία . όπως όλοι οι Εναγόμενοι θα δανειοδοτούνταν από την Ενάγουσα με προσωπικά δάνεια με σκοπό να συνεισφέρουν κατά ίσα μερίδια στην αγορά του ακινήτου του Εναγομένου 5 και στην συνέχεια ο Εναγόμενος 5 θα μεταβίβαζε στους Εναγομένους 1, 2, 3, 4 και 6 ίσα μερίδια ιδιοκτησίας επί του ακινήτου.». Κατόπιν τούτου, η Εταιρεία θα μίσθωνε το ακίνητο από τους νέους ιδιοκτήτες του, Εναγομένους 1 έως
  3. Η δε Εταιρεία, «θα συνείσφερε και αποπλήρωνε σταδιακά όλα συναφθέντα δάνεια από τους Εναγομένους 1 έως 6 για την αγορά και μεταβίβαση των ίσων μεριδίων ιδιοκτησίας του ρηθέντος ακινήτου». Οι Εναγόμενοι 1 έως 6, είναι μέσα από αυτό το πλαίσιο που σύνηψαν την επίδικη σύμβαση με την Ενάγουσα. Όπως και άλλες πέντε. Μάλιστα, οι περιστάσεις αυτές, ήταν εις γνώσιν και της Ενάγουσας, που ήταν αυτή που συνέστησε και υπέδειξε στους Εναγομένους 1 έως 6 να συνάψουν 6 συνολικά συμβάσεις δανείου, σε κάθε μία εκ των οποίων ένας εκ των Εναγομένων θα ήταν πρωτοφειλέτης και υπόλοιποι εγγυητές του. Δηλαδή, κάθε Εναγόμενος, θα ήταν σε μία τουλάχιστον συμφωνία πρωτοφειλέτης και στις υπόλοιπες εγγυητής. Συνεπώς, κάθε Εναγόμενος θα δανειζόταν ως πρωτοφειλέτης το ποσό των €17.000 και υπό τους ίδιους όρους. Σύνηψαν συνεπώς τις συμβάσεις δανειοδότησης τους οι Εναγόμενοι 2 έως 4 και το σινολογικό ποσό που εξασφαλίστηκε το πλήρωσαν στον Εναγόμενο 5 προς υλοποίηση της απόφασης της Εταιρείας. Οπόταν και ο Εναγόμενος 5, τους μεταβίβασε από 1/6 της ακίνητης ιδιοκτησίας. Από 1/6 μερίδιο έχουν και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι. Τελικά, το ακίνητο ενοικιάστηκε από την Εταιρεία ως η προαναφερόμενη απόφαση της, δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Πλήρωνε δε τα προσωπικά δάνεια των Εναγομένων 1 έως 6 ως σχετική διευθέτηση τους. Σε ότι αφορά την παρούσα Αγωγή, αν και η Εταιρεία πλήρωνε για κάλυψη των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, απευθείας από τον λογαριασμό της με πάγια εντολή πληρωμής, σταμάτησε να το πράττει. Ως εκ τούτου οι Αιτητές «. δικαιούνται συνεισφορά ή κάλυψη από την Εταιρεία ή και δικαιούνται να ζητήσουν ανακούφιση ή θεραπεία που σχετίζεται με την αρχική αιτία της αγωγής και ουσιαστικά την ίδια θεραπεία που αξιώνει η Ενάγουσα από αυτούς ή/και οποιοδήποτε ζήτημα ή επίδικο θέμα που αναφύεται μεταξύ της Ενάγουσας και των Αιτητών και θα πρέπει κανονικά να αποφασιστεί όχι μόνο μεταξύ της Ενάγουσας και των Αιτητών, αλλά μεταξύ τους και της Εταιρείας».
  4. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958, 1ος Τόμος, στην σελίδα 384, καταγράφεται το εξής σχόλιο σε ότι αφορά την επί του προκείμενου αναφορά της Δ.10, κ. 1
(1)(α) των Θ. Π. Δ.: «Contribution and Indemnity.—In effect a claim to contribution is a claim to a partial indemnity. "Contribution is bottomed and fixed on general principles of justice and does not spring from contract, though contract may qualify it" (Dering v. Winchelsea, 1 Cox 318, and notes to this case in White and Tudor's L. C.). A right to contribution may be created by statute. A right to indemnity may arise
(1)from express contract;
(2)from some statute (e.g., ss. 76, 77, L. of P. Act, 1925, and Second Schedule (replacing s. 7, Conveyancing, etc., Act, 1881)); or
(3)implied from some principle of law. A right to indemnity exists where there is an obligation either at law or in equity upon one party to indemnify the other (Eastern Shipping Co. v. Quah Beng Kee, [1924] A. C. 177, a case in which the third party, who was managing director of the defendant company, was held liable to indemnify the latter for damages resulting from a breach of his duty to the company). The following are instances of
(3). Where an act is done by one person at the request of another, and in consequcnce of such act the person doing it suffers loss, Birmingham & District Land Co. v. L. & N. W. Ry., infra·, also where such act, though not tortious, is injurious to the rights of a third party, see Sheffield Corporation v. Barclay, [1905] A. C. p. 397; Kruger
  1. Moel Tryvan Ship. Co., [1907] 1 Κ. B. 809, C. A .; affirmed by tbe House of Lords, [1907] A. C. 272 (indemnity of owners by charterers); Bk. of England v. Cutler, [1908 ] 2 Κ. B. 208, C. Α.; or where two parties have become bound, the one by contract and the other by estate, to perform the same covenant, see Moule v. Garrett, cited Bonner v. Tottenham, etc., Building Soc., [1899] 1 Q. B. p. 172; Dering v. Winchelsea, supra; or where, as in equity an obligation arises from the relation between the parties, as between trustee and cestui que trust, Hardoan v. Bclilox, [1901] A. C. 118, cf. (n.) " Club ", p. 384, or where two trustees are liable for a breach of trust, and one has applied the trust fund to his own use, in which case he is liable to indemnify his co-trustee (Wynne v. Tempest, [1897] 1 Ch. p. 113; Moxham v. Grant, [1900] 1 Q. B. 88, C. Α.; Jackson v. Dickinson, [1903] 1 Ch. 947, supra)·, or where a trustee-solicitor has failed in his duty to his co-trustee who has trusted him reasonably, in which case the former must indemnify the latter against the costs of an action brought through his negligent conduct (Re Linsley, [1904] 2 Ch. 785, and see Art., 40 L. J. p. 22). But the Court is very jealous of raising any implied liability of the active trustee to indemnify a passive trustee (Bahin v. Hughes, 31 Ch. D. 390), per Pry, L.J.».
  2. Και στην συνέχεια, στην σελίδα 386, αναφέρονται περαιτέρω τα εξής: «Damages.—Indemnity.—A right to damages is the converse of a right to indemnity, the former being an incident which the law attaches to breach of contract, the latter being a provision, express or implied, of the contract itself. So where there was no express or implied contract to indemnify, a claim for damages was held not to be within the old r. 48 of 0 . 16, now replaced by O. 16A, r. 1 (Birmingham, etc., Land Co. v. L. ά Ν. W. Ry., 34 Ch. D. 261, C. A . ; Speller v. Bristol Co., 13 Q. B. D. 96). But such cases may well fall within the present Rule, at all events where the damages recoverable by the plaintiff against the defendant and by defendant against the third party are substantially the same, though the case is not one of indemnity, either express or implied: but the subject-matter must be the same». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Από τα προαναφερόμενα, καθίσταται, κατά την άποψη μου, σαφές, ότι, εκ πρώτης όψεως, οι Αιτητές έχουν αποδείξει ότι βάσιμα έχουν δικαίωμα να καλυφθούν οι υποχρεώσεις τους έναντι της Ενάγουσας ως απορρέουν από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης της εναντίον τους, στην βάσει μεταξύ τους συμφωνίας από την οποία απορρέει δικαίωμα τους όπως καλύψει τις υποχρεώσεις τους. Αν και εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν κώλυμα για την συνέχιση της διαδικασίας τριοτοδιαδίκου, όπως είναι π. χ. (α) η πιθανότητα, συμβατικά, το δικαίωμα να καλυφθεί κάποιος από την Εταιρεία, σε αυτή την υπόθεση, να έχει ο Εναγόμενος 1 ως πρωτοφειλέτης και άρα οι Αιτητές να μπορούν να το εγείρουν προς όφελος τους (βλ. Annual Practise, Τόμος 1, σελίδα 386 υπό την θεματική ενότητα «Covenant to Indemnify») και (β) το πώς πιθανόν να επηρεάζονται τα δικαιώματα της Ενάγουσας να τύχει, όσο το πιο σύντομα και ανέξοδα, εκδίκασης η Αγωγής της αυτή. Είναι όμως ζητήματα τα οποία τώρα δεν θα εξετάσω επί της ουσίας τους. Θα δώσω άδεια για την έκδοση ειδοποίησης προσεπίκλησης της Εταιρείας ως τριτοδιάδικου σε αυτή την Αγωγή, υπό την επιφύλαξη εξέταση τους κατά το στάδιο της έκδοσης οδηγιών δυνάμει της Δ.10, κ. 7 των Θ. Π. Δ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  4. Κατά ακολουθία όλων των πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς εγκρίνεται η έκδοσης διατάγματος ως το αιτητικό υπό το στοιχείο Α αυτής.
  5. Τα έξοδα της διαδικασίας που αφορούν την Αίτηση θα είναι έξοδα δίκης μεταξύ Εναγομένου και προτιθέμενου προς προσεπίκληση Τριτοδιαδίκου, εάν τελικά αυτός καταστεί διάδικος στην διαδικασία. (Υπ.) ___________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Η Δ.10, κ. 1
(2)των Θ. Π. Δ., προνοεί ως ακολούθως: «The Court or Judge may give leave to issue and serve a "third-party notice" on an ex parte application supported by affidavit, or, where the Court or Judge directs a summons to the plaintiff to be issued, upon the hearing of the summons. Αίτηση για έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου υποβάλλεται οποτεδήποτε από την ημερομηνία καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, αλλά το αργότερο πριν την πάροδο ενός μηνός από την ημερομηνία καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης». [ii] Εντούτοις, ειδοποίηση της προς τον Ενάγοντα, δυνατόν να διαταχθεί από το Δικαστήριο, όταν η απαίτηση του αιτητή εναντίον του προτιθέμενου προς προσεπίκληση τριτοδιαδίκου εντάσσεται για σκοπούς της διαδικασίας τριτοδιαδίκου, στην περιπτωσιολογία που η Δ.10, κ. 1
(1)(γ) των Θ. Π. Δ. προνοεί. [iii] Δέστε σχετικά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Thas Maritime Co Ltd v Στέλιου Ρήγα και Μερόπης Καπνουλλά, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του Δημήτρη Καπνουλλά
(2000)1Α Α.Α.Δ
  1. Παραθέτω απ' αυτήν, την σχετική περικοπή: «Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες αποδέχθηκαν την απόσυρση της αγωγής εναντίον της εφεσίβλητης-εναγομένης 3 (Thas Maritime Co. Ltd.) με πρόθεση να καταχωρίσουν ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου εναντίον της εφεσίβλητης-εναγομένης
  2. Η ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου καταχωρήθηκε τέσσερα περίπου χρόνια μετά την καταχώριση των εκθέσεων υπερασπίσεων κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων της Δ.10, θεσμός
  3. Όμως οι σχετικές δικονομικές πρόνοιες της Δ.10, θεσμός 2 προνοούν ρητά ότι η ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου θα πρέπει να καταχωρείται μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης και ότι η χρονική αυτή περίοδος δεν παρατείνεται. Η πιο πάνω ρητή και αυστηρή πρόνοια αποκλείει οποιαδήποτε επέμβαση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράταση της χρονικής περιόδου του ενός μηνός». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική, είναι και η υπόθεση Jetra Marine Ltd v Genfreight Ltd κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1021. [iv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Δ. Α. Δ., Α. Λοΐζου στην υπόθεση (ναυτοδικείου), Manchester Lines v Viamaz Coach Industry
(1983)1 C. L. R. 178,
  1. Ανέφερε στην απόφαση του αυτή ο έντιμος Δικαστής: «I referred therein to a number of authorities which I need not reproduce here as it is sufficient for the determination of this application to say that under this rule the Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the party before it: also that the powers given by it are wisely exercised, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff the order may be refused, though generally speaking, the Court will make such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. Leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action (See Raleigh v. Goschen [1898] 1 Ch. 81). Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Anion v. Raphael Tuck and Sons Ltd., [1956] I Q.B.; The Result [1958] P. 174 at p. 184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjointer, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v. The Result [1958] P.
  2. 25». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Erotokritou Maria Neokli v Costas N. Xeros
(1961)C.L.R. 377. [vi] Δέστε σχετικά την υπόθεση Manchester Lines v Viamaz Coach Industry
(1983)1 C. L. R. 178. Η Δ.10, κ. 7 των Θ. Π. Δ. έχει ως ακολούθως: «7.
(1)If the third party enters an appearance the defendant giving notice may, after serving notice of the intended application upon the plaintiff, the third party and any other defendant, apply to the Court or a Judge for directions, and the Court or Judge may- (
  1. a)where the liability of the third party to the defendant giving the notice is established on the hearing of the application, order such judgment as the nature of the case may require to be entered against the third party in favour of the defendant giving the notice, or (
  2. b)if satisfied that there is a question or issue proper to be tried as between the plaintiff and the defendant and the third party or between any or either of them as to the liability of the defendant to the plaintiff or as to the liability of the third party to make any contribution or indemnity claimed, in whole or in part or as to any other relief or remedy claimed in the notice by the defendant, or that a question or issue stated in the notice should be determined not only as between the plaintiff and the defendant, but as between the plaintiff, the defendant and the third party or any or either of them, order such question or issue to be tried in such manner as the Court or Judge may direct, or (
  3. c)dismiss the application.
(2)Any directions given pursuant to this Rule may be given either before or after any judgment has been obtained by the plaintiff against the defendant in the action, and may be varied from time to time and may be rescinded.
(3)The third party proceedings may at any time be set aside by the Court or Judge.». [vii] Και σε ότι αφορά αυτή την πτυχή του ζητήματος, δέστε και πάλι τα αναφερόμενα την υπόθεση Manchester Lines v Viamaz Coach Industry
(1983)1 C. L. R. 178. Σχετική επί του προκείμενου, είναι και η υπόθεση Photiou v. Azevedo and Others
(1981)1 C. L.R. 327. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.