← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1196/2011, 28/9/2016

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1196/2011, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1196/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσας - και - ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ ΟΛΓΑ ΖΑΙΤΣΕΒΑ (OLGA ZAYTSEVA) ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 28/09/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Ζαχαρίας Κ. Ζαχαρίου για την Τσίτσιος & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο 3: κ. Ανδρέας Γ. Κασιανής για τον κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 1. Η Ενάγουσα, με αυτή την Αγωγή, αξίωνε εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου µε το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 1 και/ή οποιοσδήποτε κάτοχος να επιστρέψουν και/ή να παραδώσουν τα οχήματα μάρκας και/ή τύπου (α) PROTON 1.5 GL SALOON 1994 µε αριθμούς εγγραφής EAP 268 και (β) NISSAN PRIMERA, SALOON 1997 µε αριθμούς εγγραφής ΚΑΑ079 στα κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου στην οδό Γρίβα Διγενή 149, εντός 7 ημερών από της επίδοσης σε αυτούς οποιουδήποτε, σχετικού για τον σκοπό αυτό διατάγματος και/ή εντός οποιουδήποτε άλλου χρονικού διαστήματος καθορισθεί για τον σκοπό αυτό από το Δικαστήριο. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου µε το οποίο να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται η πώληση των οχημάτων μάρκας και/ή τύπου (α) PROTON 1.5 GL SALOON 1994 µε αριθμούς εγγραφής EAP 268 και (β) NISSAN PRIMERA, SALOON 1997 µε αριθμούς εγγραφής ΚΑΑ079, µε δημόσιο πλειστηριασµό και όπως τα έσοδα από την πώληση των εν λόγω οχημάτων (µε δημόσιο πλειστηριασµό) διατεθούν και/ή πληρωθούν και/ή καταβληθούν αμέσως στην Ενάγουσα έναντι και/ή σε σχέση και/ή για σκοπούς ικανοποίησης της απαίτησης και/ή μέρους της απαίτησης της Ενάγουσας κατά των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 νοουμένου ότι οιονδήποτε ενδεχόμενο περίσσευµα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων. Γ. Απόφαση για το ποσό των €18.834,77 ως υπόλοιπο οφειλομένων και καθυστερημένων ενοικίων και/ή δόσεων, μέχρι την 15/02/2011, και/ή για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω στις παραγράφους 1 - 10 ανωτέρω και/ή άλλως πως. Δ. Απόφαση για το ποσό των €43.479,26 ως αποζημιώσεις για παράβαση και αποκήρυξη της ως άνω συμφωνίας ενοικιαγοράς και/ή δυνάμει δόσεων απλήρωτων ενοικίων και/ή δόσεων και/ή ως οφειλόµενου υπολοίπου πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δυνάµει υποχρεώσεως και/ή συµφωνίας για κάλυψη και/ή αποζηµίωση και/ή για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω στις παραγράφους 1 - 10 ανωτέρω και/ή άλλως πως. Ε. Απόφαση για: i. €2.202,76 σαν τόκους υπερηµερίας επί των καθυστερημένων δόσεων μέχρι την 15/02/2011 ως η παράγραφος 9 (γ) ανωτέρω. ii. Τόκους προς 12% ετησίως από την ημερομηνία τερματισμού ήτοι την 15/02/2011 µέχρι την 16/05/2011, προς 12.5% από την 17/05/2011 µέχρι την 12/09/2011 και προς 12.75% από 13/09/2011 µέχρι νεωτέρας επί του καθυστερημένου την ημερομηνία αυτή ποσού των €18.834,77 µέχρι εξοφλήσεως του ποσού αυτού ως η παράγραφος 9 (β) ανωτέρω. iii. Νόµιµο τόκο προς 5.5% ετησίως επί του ποσού των µη ληγµένων ενοικίων κατά την 15/02/2011, ήτοι επί ποσού €43.479,26 από την ηµεροµηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής µέχρι εξοφλήσεως ως η παράγραφος 9 (δ) ανωτέρω. Στ. €25.60 ως το δικαίωµα αγοράς. Ζ. Επιπρόσθετα, διάταγµα του Δικαστηρίου µε το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 1 να επιστρέψει και/ή να παραδώσει τα οχήµατα µάρκας και/ή τύπου (α) HYUNDAI ACCENT µε αριθµούς εγγραφής ΕΖΜ824, (β) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθµούς εγγραφής ENB913, (γ) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθµούς εγγραφής ΕΑΗ849, και (δ) ΤΟΥΟΤΑ CAMI ESTATE µε αριθµούς εγγραφής ΚΡΗ764 στα κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας στο Παραλίµνι της Επαρχίας Αµµοχώστου στην οδό Γρίβα Διγενή 149, εντός 7 ηµερών από της επίδοσης σε αυτόν οποιουδήποτε, σχετικού για τον σκοπό αυτό διατάγµατος και/ή εντός οποιουδήποτε άλλου χρονικού διαστήματος καθορισθεί για τον σκοπό αυτό από το Δικαστήριο σύμφωνα με την Συμφωνία Δέσμευσης. Η. Επιπρόσθετα διάταγµα του Δικαστηρίου µε το οποίο να διατάσσεται και/ή να επιτρέπεται η πώληση των οχηµάτων µάρκας κσι/ή τύπου (α) HYUNDAI ACCENT µε αριθµούς εγγραφής ΕΖΜ824, (β) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθµούς εγγραφής ENB913, (γ) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθµούς εγγραφής ΕΑΗ849, και (δ) ΤΟΥΟΤΑ CAMI ESTATE µε αριθµούς εγγραφής ΚΡΗ764, µε δηµόσιο πλειστηριασµό και όπως τα έσοδα από την πώληση των εν λόγω οχηµάτων (µε δηµόσιο πλειστηριασµό) διατεθούν και/ή πληρωθούν και/ή καταβληθούν αµέσως στην Ενάγουσα έναντι και/ή σε σχέση και/ή για σκοπούς ικανοποίησης της απαίτησης και/ή µέρους της απαίτησης της Ενάγουσας κατά των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 νοουμένου ότι οιονδήποτε ενδεχόμενο περίσσευµα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3. Θ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις το . Δικαστήριο. Ι. Δικηγορικά έξοδα, έξοδα επίδοσης πλέον Φ. Π. Α.». 2. Όπως προκύπτει από τον φάκελο που τηρείται από τον Πρωτοκολλητή για αυτή την Αγωγή, η Ενάγουσα, την 08/12/2011, εξασφάλισε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, την ακόλουθη απόφαση, λόγω της παράλειψης τους να εμφανιστούν στην διαδικασία (παρατίθεται, ως τελικώς διαμορφώθηκε, με απόφαση του Δικαστηρίου τροποποίησης της, ημερομηνίας 25/01/2013): «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 πληρώσουν στους ενάγοντες ομού και ή κεχωρισμένως το ποσό των €64.516,79 με τόκο 12% ετησίως επί του ποσού €18.834,77 από 16/2/11 μέχρι 16/5/11 και 12,5% από 17/5/11 μέχρι 12/9/11 και 12,75% από 13/9/11 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού €43.479,26 μέχρι εξοφλήσεως. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 πληρώσουν στους ενάγοντες ομού και ή κεχωρισμένως το ποσό των €985- έξοδα της παρούσης αγωγής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων συντάξεως της παρούσης αποφάσεως με τόκο προς τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού €936- από 14/10/11 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ πλέον €28- έξοδα επίδοσης. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως ο εναγόμενος 1 παραδώσει εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος τα οχήματα με αριθμό εγγραφής ΕΑΡ268 και ΚΑΑ079 στα Κεντρικά Γραφεία των εναγόντων στο Παραλίμνι δια να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού προς εξόφληση του εξΌποφάσεως χρέους και των εξόδων. Το δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο 1. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως ο εναγόμενος 1 παραδώσει εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος τα οχήματα με αριθμό εγγραφής ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764 στα Κεντρικά Γραφεία των εναγόντων στο Παραλίμνι δια να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού προς εξόφληση του εξΌποφάσεως χρέους και των εξόδων. Το δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο 1.». 3. Ανεξαρτήτως της έκδοσης απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ως έχει προαναφερθεί, η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά σε ακροαματική διαδικασία σε ότι αφορά και τον Εναγόμενο 3, η κατάληξη της οποίας ανακοινώνεται τώρα από το Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο, για σκοπούς εισαγωγής στα της υπόθεσης αυτής (σε σχέση πάντοτε με τον Εναγόμενο 3), είναι το γεγονός του περιορισμού των απαιτήσεων της Ενάγουσας εναντίον του, στην έκταση που στην συνέχεια αναφέρεται. 4. Ο Εναγόμενος 3, πρόβαλε υπεράσπιση στις απαιτήσεις της Ενάγουσας και παράλληλα, υποστήριξε ότι έχει το δικαίωμα στην εξής ανταπαίτηση: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη εγγύηση ή και συμφωνία για αποζημίωση ή και κάλυψη εάν ήθελε αποδειχτεί τέτοια είναι παράνομες ή και άκυρες ή και ανεφάρμοστες ή και δέον όπως ακυρωθούν ή και Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 3 εν πάση περιπτώσει απαλλάγηκε από οποιαδήποτε εξ εγγυήσεως ευθύνη ή και άλλως πως ευθύνης για τους λόγους που αναφέρονται στην Έκθεση Υπερασπίσεως ανωτέρω.». [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ 5. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, κλήθηκαν και έδωσαν στο Δικαστήριο, μαρτυρία, τα εξής πρόσωπα: i. Η κα Σοφία Δημητρίου (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ1»). ii. Ο κ. Νίκος Μαρούλλης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»). 6. Προς υπεράσπιση του Εναγομένου 3, εκτός της μαρτυρίας που έδωσε ο ίδιος στο Δικαστήριο, κλήθηκε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει και ο κ. Χρίστος Μαννούρη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ»). 7. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. (
  2. i)Η υπόθεση της Ενάγουσας 8. Η Ενάγουσα, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Κατά την δικογραφημένη, στην έκθεση απαίτησης, θέση της Ενάγουσας, η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο της ισχυριζόμενης προσχώρησης των διαδίκων στην επίδικη σχέση, δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα µε τους νόμους της Δημοκρατίας, µε έδρα τη Λευκωσία και ασκούσε και/ή διεξήγαγε, τραπεζικές εργασίες και/ή παρείχε χρηματοδοτικές και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πιστώσεις προς το κοινό από υποκαταστήματα της, παγκυπρίως. Ισχυρισμός, που, ως προκύπτει από την έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου 3, είναι παραδεκτός. ii. Δια ζώσης κατά την δίκη, η ΜΕ1, προσέθεσε, εν προκειμένω και δεν αμφισβητήθηκε, και τα εξής: «. µε βάση τις πρόνοιες του Διατάγµατος Κ. Δ. Π. 104/2013 το οποίο εκδόθηκε την 29ην Μαρτίου 2013 από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η Bank of Cyprus Public Company Ltd, ως το αποκτών πρόσωπο, υποκατέστησε την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (η οποία µέχρι την 04/04/2012 ονοµαζόταν Marfin Popular Bank Publίc Co Limited) αναφορικά µε οποιαδήποτε νοµική ή άλλη διαδικασία, η οποία σχετίζεται µε τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που µεταβιβάστηκαν από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς την Ενάγουσα. Με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω Διατάγµατος Κ. Δ. Π. 104/2013, η Ενάγουσα ήτοι η Bank of Cyprus Public Company Ltd, ως το αποκτών πρόσωπο, αντιµετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο µε την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd σε σχέση µε τα περιουσιακά στοιχεία, τουw τίτλους, τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις που µεταβιβάστηκαν, συµπεριλαµβανοµένων και των συµβατικών και νοµικών δικαιωµάτων που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή ως επίσης και του αγώγιµου δικαιώµατος εναντίον των Εναγοµένων της παρούσας αγωγής. Όπως µε ενηµερώνουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας σχετικές ειδοποιήσεις αλλαγής ονόµατος έχουν καταχωρηθεί και ευρίσκονται στο φάκελο της δικογραφίας και αντίγραφα τουw έχουν δοθεί στουw δικηγόρους του Εναγοµένου 3. Πιο συγκεκριµένα την 16/05/2012 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής ονόµατος της Ενάγουσας από Marfin Popular Bank Publίc Co Limited σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και την 24/9/13 καταχωρήθηκε ειδοποίηση µε βάση το νόµο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Ν. 17

(1)του 2013 αναφορικά µε την υποκατάσταση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από την Bank of Cyprus Public Company Ltd.». iii. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν κάτοικοι Παραλιμνίου της Επαρχίας Αμμοχώστου και ο Εναγόμενος 3 κάτοικος Λευκωσίας. Περαιτέρω, όλοι οι Εναγόμενοι, ήταν πελάτες της Ενάγουσας και/ή διατηρούσαν σε αυτήν λογαριασμούς. iv. Η Ενάγουσα ήταν ο ιδιοκτήτης των οχημάτων μάρκας και/ή τύπου (α) PROTON 1.5 GL SALOON 1994 µε αριθμούς εγγραφής ΕΑΡ268 (β) NISSAN PRIMERA, SALOON 1997 µε αριθμούς εγγραφής ΚΑΑ079 (γ) SUBARU IMPREZA SALOON 1994 µε αριθμούς εγγραφής ΕΡΚ108 και (δ) PORSCHE BOXTER CONVERTIBLE 1997 µε αριθμούς εγγραφής ΗΡΧ212 για τα οποία γίνεται αναφορά στα τιμολόγια µε αναφορές ΡΙΝ00023898, ΡΙΝ00023896, ΡΙΝ00023897 και ΡΙΝ00023895, αντίστοιχα, ημερομηνίας 26/11/2008 και τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή και/ή υπό τον έλεγχο του Εναγομένου 1 και/ή των Εναγομένων 2 και/ή
  1. v. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικιαγοράς με αριθμό 6798160-02-203 και ημερομηνίας 26/11/2008 η Ενάγουσα ενοικίασε στον Εναγόμενο 1 µε την αλληλέγγυα εγγύηση και/ή υποχρέωση και/ή συμφωνία προς αποζημίωση και/ή κάλυψη (indemnity) των Εναγομένων 2 και 3, υπό όρους ενοικιαγοράς µε δικαίωμα αγοράς (with option to purchase) τα οχήματα και οι Εναγόμενοι έλαβαν κατοχή τους έναντι της συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς €66.606,76, συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων ενοικιαγοράς και/ή κόστους πίστωσης εκ €16.526,49, €80,27 χαρτόσημα, πλέον €25,60 ως δικαίωμα αγοράς. Σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας ενοικιαγοράς, ο Εναγόμενος 1, ανέλαβε να εξοφλήσει στην Ενάγουσα το ποσό των €66.606,76 µε 72 μηνιαίες δόσεις εκ €925,10 εκάστης, της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 15/01/2009 και εκάστης επομένης, την ίδια ημέρα εκάστου επόμενου μηνός, μέχρι εξοφλήσεως. vi. Σχετική, εν προκειμένω, μαρτυρία, δόθηκε κατά την δίκη, δια ζώσης, από τον ΜΕ2, ο οποίος ισχυρίστηκε, ότι, ήταν αυτός, που, από πλευράς Ενάγουσας, διαπραγματεύτηκε, συνομολόγησε και προσήλθε για λογαριασμό της στην συμφωνία ενοικιαγοράς με τους Εναγομένους, και κατέθεσε, σχετικά, λεπτομέρειες της όλης συναλλαγής, πως αυτή εξελίχθηκε και γιατί τελικά τερματίστηκε. Σημειώνεται εδώ, ότι, αντίγραφο της εν λόγω Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ΜΕ
  2. vii. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ2, ανέφερε στο Δικαστήριο τα εξής: «Κατά τα µέσα Νοεµβρίου του 2008 ο Εναγόµενος 1 ζήτησε χρηµατοδότηση για ποσό €50.000 από το Τµήµα µας. Εγώ του ανάφερα ότι θα µπορούσαµε να χρηµατοδοτήσουµε δική του περιουσία µε λογικά ποσά και ανάλογες εγγυήσεις. Ο Εναγόµενος 1 συµφώνησε και ζήτησε να προβούµε σε ενοικαγορά 4 αυτοκινήτων του µε τα ακόλουθα στοιχεία: (α) µάρκας PROTON 1.5 GL SALOON 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΑΡ268 (β) µάρκας NISSAN PRIMERA, SALOON 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΚΑΑ079 (γ) µάρκας SUBARU IMPREZA SALOON 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΡΚ108 και (δ) µάρκας PORSCHE BOXTER CONVERTIBLE 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΗΡΧ212 και ανάλαβε να τα πουλήσει στην Ενάγουσα για σκοπούς ενοικιαγοράς. Πέραν τούτων του εξήγησα ότι θα έπρεπε να εξεύρει και άλλα πρόσωπα τα οποία θα εγγυούνταν την τήρηση της συµφωνίας και θα υπέγραφαν προς τούτο ως εγγυητές του συµβολαίου. Ο Εναγόµενος 1 πρότεινε τότε την σύζυγο του Όλγα Ζαιτσέβα η οποία είναι η Εναγόµενη 2 στην παρούσα αγωγή και τον κύριο Μενέλαο Μελισσά ο οποίος είναι ο Εναγόµενος 3 στην παρούσα αγωγή. Στη συνέχεια υπέβαλα στον Εναγόµενο 1 διάφορες ερωτήσεις σε σχέση µε τα εν λόγω αυτοκίνητα, ήτοι για τη χρονολογία κατασκευής τους, τον αριθµό εγγραφής, τη µάρκα τους, κατά πόσο ήταν καινούργια ή µεταχειρισµένα και µε βάση την περιγραφή και τις δηλώσεις του, κοστολόγησα τα οχήµατα βάση εµπειριών που είχα από παρόµοιες αγορές αυτοκινήτων. Να σηµειώσω ότι τα αυτοκίνητα δεν τα είδα. Έτσι, µε βάση την περιγραφή του Εναγοµένου 1 ετοίµασα 4 τιµολόγια στα οποία αναφέρεται ως πωλητής ο Εναγόµενος 1 και ως αγοραστής η Ενάγουσα. Πιο συγκεκριµένα ετοίµασα: (α) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023898 ηµεροµηνίας 26/11/2008 για €20.000 σε σχέση µε το αυτοκίνητο µάρκας PROTON 1.5 GL SALOON 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΑΡ268, (β) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023896 ηµεροµηνίας 26/11/2008 για €5.000 σε σχέση µε το αυτοκίνητο µάρκας NISSAN PRIMERA, SALOON 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΚΑΑ079, (γ) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023897 ηµεροµηνίας 26/11/2008 για €5.000 µάρκας SUBARU IMPREZA SALOON, 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΡΚ108 και (δ) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023895 ηµεροµηνίας 26/11/2008 σε σχέση µε το αυτοκίνητο µάρκας PORSCHE BOXTER CONVERTIBLE 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΗΡΧ212 για €20.
  3. Συµπλήρωσα επίσης όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο συµβόλαιο ενοικιαγοράς µε αριθµό 6798160 ηµεροµηνίας 26/11/
  4. Τα εν λόγω στοιχεία είναι η δήλωση του εµπόρου, τα στοιχεία του µισθωτή, η περιγραφή των εµπορευµάτων, ο πίνακας µε τα ποσά του συµβολαίου. Συµπλήρωσα επίσης τα στοιχεία των εγγυητών δηλαδή της Εναγοµένης 2 και του Εναγοµένου
  5. Όσον αφορά τα στοιχεία της Εναγοµένης 2 µου τα έδωσε ο Εναγόµενος 1 ο οποίος όπως ανάφερα ανωτέρω ήταν ο σύζυγός της ενώ σε σχέση µε τον Εναγόµενο 3 τα πήρα από το σύστηµα της Τράπεζας αφού ο Εναγόµενος 3 ήταν πελάτης της Τράπεζας και τα στοιχεία του ήταν καταγεγραµµένα στο σύστηµα µας. Σύµφωνα µε το συµβόλαιο ενοικιαγοράς η Marfιn Popular Bank Public Co Limited ενοικίασε στον Εναγόµενο 1, µε την αλληλέγγυα εγγύηση των Εναγοµένων 2 και 3 και υπό συνήθεις όρους ενοικιαγοράς τα αυτοκίνητα που αναφέρονται στα πιο πάνω τιµολόγια και περιγράφονται στο συµβόλαιο ενοικιαγοράς υπό τον τίτλο Εµπορεύµατα για το συνολικό ποσό των €50.
  6. Χρεώθηκε επίσης το ποσό των €80.27 που αντιπροσώπευε την αξία των χαρτοσήµων του συµβολαίου. Επί του ποσού των €50.080,27 υπολογίστηκαν (σε ποσοστό επιτοκίου 5.5% flat rate) τα δικαιώµατα της ενοικιαγοράς που ανέρχονταν στο ποσό των €16.526,
  7. Ως εκ τούτου το συνολικό ποσό ανήλθε σε €66.606,
  8. Το εν λόγω ποσό θα πληρώνετο µε 72 µηνιαίες δόσεις εκ €925.10 έκαστη µε την πρώτη δόση να αρχίζει στις 15/1/2009 και έκαστης επόµενης πληρωτέας στις 15 κάθε µήνα µέχρι εξόφλησης. Μαζί µε την τελευταία δόση θα έπρεπε να πληρωθεί και το ποσό των €25.60 ως δικαίωµα αγοράς των αυτοκινήτων. Αφού ετοίµασα τα πιο πάνω έγγραφα ενηµέρωσα τηλεφωνικά τον Εναγόµενο 1 να παρουσιαστεί µαζί µε τους εγγυητές για την υπογραφή των εγγράφων και την ολοκλήρωση της χρηµατοδότησης. Ο Εναγόµενος 1 ήλθε στο Τµήµα µας και µου ζήτησε να του δώσω τη συµφωνία ενοικιαγοράς για να την πάρει ο ίδιος στον Εναγόµενο 3 να την υπογράψει ως εγγυητής στο κατάστηµα πώλησης αυτοκινήτων µε την ονοµασία «Παναγιώτης Λιµνιώτης» όπου ο εν λόγω Εναγόµενος 3 ευρισκόταν για κάποια δική του δουλειά. Τότε εγώ είχα τηλεφωνική επικοινωνία µε την κυρία Χριστίνα Λοϊζιά η οποία είναι υπάλληλος στο εν λόγω κατάστηµα και της ζήτησα όπως υπογράψει µαρτυρία υπογραφής του Εναγοµένου
  9. Έτσι και έγινε. Αφού συµπλήρωσα τα στοιχεία της κυρίας Λοϊζιά στο µέρος του συµβολαίου υπό τον τίτλο «Εγγύηση και αποζηµίωση» ως µάρτυρα υπογραφής του 1ου εγγυητή ήτοι του κυρίου Μελισσά έδωσα τη συµφωνία στον Εναγόµενο
  10. Σηµειώνω ότι την κυρία Λοϊζιά τη γνώριζα καθότι συνεργαζόµασταν µε το κατάστηµά στο οποίο εργαζόταν αφού πωλούσαν αυτοκίνητα σε αρκετούς πελάτες του Τµήµατός µας που συνοµολογούσαν ενοικιαγορές. Στη συνέχεια ο Εναγόµενος 1 επέστρεψε στο Τµήµα µας έχοντας µαζί του υπογραµµένη τη Συµφωνία από τον Εναγόµενο
  11. Μαζί µε τον Εναγόµενο 1 παρουσιάστηκε και η Εναγόµενη
  12. Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τη σχετική δήλωση εμπόρου στο πάνω μέρος της Συμφωνίας ως έμπορος και τη σχετική δήλωση μισθωτή στο κάτω μέρος της Συμφωνίας ενώ η Εναγόµενη 2 υπέγραψε ως εγγυητής στο πίσω µέρος της συµφωνίας. . Ο Εναγόµενος 1 υπέγραψε επίσης σχετική δήλωση στο κάτω αριστερά µέρος των τιµολογίων ότι είναι ο απόλυτος ιδιοκτήτης των αυτοκινήτων. Για τον αγοραστή, δηλαδή την Τράπεζα υπέγραψα εγώ τα τιµολόγια στο κάτω µέρος. . Παρουσιάζω αντίγραφα των πιστοποιητικών εγγραφής των οχηµάτων - αντικειµένων ενοικιαγοράς µε αριθµούς εγγραφής ΗΡΧ212, ΚΑΑ079, ΕΡΚ108 και ΕΑΡ268 ως Τεκµήρια ΜΝ2 (1 έως 4, αντίστοιχα). Τα πρωτότυπα είχαν δοθεί στον Εναγόμενο
  13. Όταν ολοκληρώθηκε η λήψη των υπογραφών από τα εµπλεκόµενα στη συµφωνία µέρη, υπέγραψα τη συµφωνία εκ µέρους της Τράπεζας και προχωρήσαµε στη χρηµατοδότηση του Εναγοµένου 1 για το ποσό των €50.
  14. Με υπογραφή του στη Συµφωνία ο Εναγόµενος 1 ως µισθωτής βεβαίωσε ότι παρέλαβε τα αυτοκίνητα και ότι είναι της αρεσκείας του. Είµαι απόλυτα σίγουρος ότι τόσο ο Εναγόµενος 1 όσο και οι Εναγόµενοι 2 και 3 κατά την υπογραφή της Συµφωνίας Ενοικιαγοράς αλλά και της Εγγύησης και Αποζηµίωσης ηµεροµηνίας 26/11/2008 γνώριζαν το λόγο για τον οποίο υπέγραφαν τα σχετικά έγγραφα καθώς και τις ευθύνες και υποχρεώσεις που αναλάµβαναν µέσω αυτών. Στο σηµείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι είναι σύνηθες φαινόµενο ο Πρωτοφειλέτης και οι εγγυητές να µην µπορούν να παρουσιαστούν ταυτόχρονα στην Τράπεζα για υπογραφές κάτι το οποίο έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Εναγόµενος 3 υπέγραψε τη συµφωνία εκτός του τµήµατος µας.». viii. Περαιτέρω, σύμφωνα με ρητές πρόνοιες της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, εάν οι Εναγόμενοι καθυστερούσαν την πληρωμή οιασδήποτε δόσης, ή μέρους, είτε η Ενάγουσα απαιτούσε την πληρωμή της δόσης αυτής είτε όχι, τότε η Ενάγουσα, άνευ επηρεασμού της απαίτησης για πληρωμή καθυστερημένων ενοικίων, ή άλλων οφειλόμενων ποσών, ή αποζημιώσεων για παράβαση της εν λόγω συμφωνάς, θα δύνατο να τερματίσει άμεσα την συμφωνία ενοικιαγοράς, οπότε, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση θα εδικαιούτο σε άμεση επιστροφή και κατοχή των οχημάτων. Περαιτέρω, δε, οι Εναγόμενοι θα υπχρεούντο να πληρώσουν στην Ενάγουσα όλα τα καθυστερημένα ενοίκια, όλους τους αναλογούντες τόκους, τα έξοδα των επιδιορθώσεων και αντικαταστάσεων των αναγκαίων για την επαναφορά των οχημάτων σε καλή και εργάσιμη κατάσταση, δυνάµει εκτίμησης ειδικού ο οποίος εμπορεύεται σε παρόμοιας φύσεως εμπορεύματα καθώς επίσης και μείωση της τιμής των οχημάτων (depreciation) και/ή ανάλογη αποζημίωση. ix. Η Ενάγουσα µε επιστολή της ημερομηνίας 15/02/2011 τερμάτισε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και κάλεσε τον Εναγόμενο 1 όπως παραδώσει άμεσα σε αυτή τα οχήµατα και όλους τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν αμέσως ολόκληρο το ποσό των €62.314,03 το οποίο είχε καταστεί άμεσα απαιτητό και/ή πληρωτέο, πλέον τόκους, πλην όμως οι Εναγομένοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής τερματισμού, ημερομηνίας 15/02/2011, Τεκμήριο ΣΔ2, πρέπει να σημειωθεί, παρουσιάστηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ΜΕ
  15. x. Εν προκειμένω, ο ΜΕ2, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο τα εξής: «Επειδή ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα αποπληρωμής της επίδικης συμφωνίας, στις 26/01/2010 ετοίμασα, υπέγραψα και απέστειλα εκ μέρους της Ενάγουσας προειδοποιητική επιστολή στον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3 για την πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων που ανέρχονταν τότε σε €7.733,57 και τους ζήτησα εκ μέρους της Ενάγουσας όπως καταβάλουν το πιο πάνω ποσό εντός 21 ημερών. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 26/01/2010 παρουσιάζεται ως Τεκμήριο ΜΝ
  16. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην πιο πάνω επιστολή, στις 15/02/2011 ετοίμασα, υπέγραψα και απέστειλα εκ μέρους της Ενάγουσας επιστολή τερματισμού της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς στον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3 και ζήτησα εκ μέρους της Ενάγουσας (α) την άμεση πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων που ανέρχονταν σε €18.834,77 πλέον τόκους και έξοδα (β) την πληρωμή όλων των υπόλοιπων ενοικίων που ανέρχονταν σε €43.479,26 και (γ) την παράδοση των επίδικων αυτοκινήτων. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 15/02/2011 όπως πληροφορούμαι ευρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας ως Τεκμήριο ΣΔ
  17. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω, τις εν λόγω επιστολές τις απέστειλα στους Εναγόμενους με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή (για την Ενάγουσα) διεύθυνση τους. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 ταχυδρόμησα την επιστολή στην διεύθυνση Δημητρίου Μητροπούλου 9, Στρόβολος, Λευκωσία η οποία αναγράφεται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο 3 και δεν επιστράφηκαν. Μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού και αφού οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, απέστειλα όλα τα σχετικά στοιχεία του συμβολαίου ενοικιαγοράς με αριθμό 6798160 ημερομηνίας 26/11/2008 στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και παρακολούθησης δικαστικών υποθέσεων Λάρνακας / Αμμοχώστου για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους και εξ' όσων γνωρίζω στις 14/10/2011 κινήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον όλων των Εναγομένων.». xi. Περαιτέρω, για σκοπούς καλύτερης εξασφάλισης της αποπληρωμής του συνολικού ποσού και/ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού και/ή των υποχρεώσεών του προς την Ενάγουσα µε βάση τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς, ο Εναγόμενος 1 επιβάρυνε και/ή εκχώρησε και/ή μεταβίβασε και/ή δέσμευσε προς όφελος της Ενάγουσας τους τίτλους ιδιοκτησίας των οχημάτων μάρκας και/ή τύπου (α) HYUNDAI ACCENT µε αριθμούς εγγραφής ΕΖΜ824, (β) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθμούς εγγραφής ΕΝΒ913 (γ) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθμούς εγγραφής ΕΑΗ849, και (δ) ΤΟΥΟΤΑ CAMI ESTATE µε αριθμούς εγγραφής ΚΡΗ764, υπογράφοντας για το σκοπό αυτό σχετικό έγγραφο Δέσμευσης οχημάτων και/ή άλλων αντικειμένων ημερομηνίας 02/11/
  18. xii. Δια ζώσης, μαρτυρία κατά την δίκη για το ζήτημα αυτό της συμφωνίας δέσμευσης και πως αυτή συμπλέκεται με την συμφωνία ενοικιαγοράς, δόθηκε και πάλι από τον ΜΕ2, ο οποίος ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι: «Μετά την ολοκλήρωση της Συμφωνίας και συγκεκριµένα στις 23/12/2008 οι Εναγόµενοι αιτήθηκαν γραπτώς από την Τράπεζα την απαλλαγή του οχήµατος µε αριθµούς εγγραφής ΕΡΚ108 µε αντάλλαγµα την ενεχυρίαση του οχήµατος µε αριθµούς εγγραφής XF400 ιδιοκτησίας του Εναγοµένου
  19. Παρουσιάζω αίτηση απαλλαγής αντικειµένου ενοικιαγοράς ηµεροµηνίας 23/12/2008 ως Τεκμήριο ΜΝ
  20. Kατά την ίδια ηµεροµηνία ήτοι την 23/12/2008 ο Εναγόµενος 1 υπέγραψε έγγραφο επιβάρυνσης µηχανηµάτων και άλλων αντικειµένων και επιβάρυνε προς όφελος της Τράπεζας το αυτοκίνητο µε αρ. εγγραφής XF
  21. Παρουσιάζω το εν λόγω έγγραφο ως Τεκµήριο ΜΝ
  22. Παρουσιάζω επίσης αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του εν λόγω οχήµατος ως Τεκµήριο ΜΝ
  23. Οι Εναγόµενοι αιτήθηκαν επίσης γραπτώς από την Τράπεζα στις 29/09/2009 την απαλλαγή του αυτοκινήτου µε αρ. εγγραφής ΗΡΧ212 µε αντάλλαγµα την προς όφελος της Τράπεζας ενεχυρίαση των οχηµάτων µε αρ. εγγραφής ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764 ιδιοκτησίας του Εναγοµένου
  24. Παρουσιάζω αίτηση απαλλαγής αυτοκινήτου ηµεροµηνίας 29/09/2009 ως Τεκμήριο ΜΝ
  25. Ο Εναγόµενος υπέγραψε στις 2/11/2009 έγγραφο επιβάρυνσης µηχανηµάτων και άλλων αντικειµένων και επιβάρυνε προς όφελος της Τράπεζας τα αυτοκίνητα µε αρ. εγγραφής ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764.». xiii. Οι Εναγόμενοι, δυνάµει της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 26/11/2008, μέχρι την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 15/02/2011, πλήρωσαν τις δόσεις λήξεως από 15/01/2009 - 15/07/2009 (μέρος) καθυστερούν δε και οφείλουν τις δόσεις λήξεως από 15/07/2009 (μέρος) - 15/02/2011, συμποσούμενων σε €18.834,77, πλέον τόκους αλλά παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να πληρώσουν στην Ενάγουσα οιανδήποτε από τις δόσεις οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά τη λήξη τους, παρόλο ότι η Ενάγουσα επανειλημμένως κάλεσε τους Εναγομένους όπως εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις τους. xiv. Η Ενάγουσα, δυνάμει του όρου 2(γ) της συμφωνίας ενοικιαγοράς, δικαιούται επιτόκιο επί των καθυστερημένων δόσεων 7% πέραν του βασικού επιτοκίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd όπως θα ισχύει την χρονική στιγµή της υπερηµερίας. Από την ημερομηνία καθυστερήσεων της συμφωνίας ενοικιαγοράς και/ή από 15/07/2009 - 16/05/2011 ήταν 5% ετησίως, από 17/05/2011 - 12/09/2011 ήταν 5.5% ετησίως και από 13/09/2011 μέχρι νεωτέρας είναι 5.75% ετησίως. xv. Σύμφωνα µε τους όρους του συμβολαίου ενοικιαγοράς, η Ενάγουσα, δικαιούται ετήσιο συνολικό επιτόκιο επί των καθυστερημένων ποσών από την ημερομηνία υπερημερίας ήτοι από την 15/07/2009 - 16/05/2011 12% ετησίως, από 17/05/2011 - 12/09/2011 12.5% ετησίως και από 13/09/2011 μέχρι νεωτέρας 12.75% ετησίως, νοουµένου ότι το επιτόκιο δεν θα αναθεωρηθεί εκ νέου. xvi. Με βάση τα εν λόγω επιτόκια οι υπολογισθέντες από την Ενάγουσα τόκοι επί των καθυστερήσεων και/ή το υπόλοιπο αυτών μέχρι την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 15/02/2011 ανέρχονται σε €2.202,
  26. xvii. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δικαιούται νόμιμο τόκο προς 5.5% ετησίως επί του ποσού των µη ληγμένων ενοικίων ήτοι επί ποσού €43.479,26 από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. xviii. Ως προανέφερα και εισαγωγικά, η Ενάγουσα, την 08/12/2011, εξασφάλισε, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, τελική απόφαση. Αποφασίστηκε από το Δικαστήριο, όπως, οι Εναγόμενοι 1 και 2, καταβάλουν στην Ενάγουσα «ομού και ή κεχωρισμένως το ποσό των €64.516,79 με τόκο 12% ετησίως επί του ποσού €18.834,77 από 16/2/11 μέχρι 16/5/11 και 12,5% από 17/5/11 μέχρι 12/9/11 και 12,75% από 13/9/11 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού €43.479,26 μέχρι εξοφλήσεως». Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου, ως τελικά διαμορφώθηκε με την απόφαση του επί της τροποποιήσεως της, ημερομηνίας 25/01/2013), ως ελέχθη και προηγουμένως, περιελάμβανε και την εξής διαταγή. Διέταζε τον Εναγόμενο 1, «όπως ο εναγόμενος 1 παραδώσει εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος τα οχήματα με αριθμό εγγραφής ΕΑΡ268 και ΚΑΑ079 στα Κεντρικά Γραφεία των εναγόντων στο Παραλίμνι δια να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού προς εξόφληση του εξΌποφάσεως χρέους και των εξόδων. Το δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο 1» και «όπως παραδώσει εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος τα οχήματα με αριθμό εγγραφής ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764 στα Κεντρικά Γραφεία των εναγόντων στο Παραλίμνι δια να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού προς εξόφληση του εξΌποφάσεως χρέους και των εξόδων. Το δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο 1.». xix. Λόγω παράλειψης του Εναγομένου 1 να εξοφλήσει την εξ αποφάσεως οφειλή του ή και να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διαταγής του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα, την 29/03/2012, μεταξύ άλλων μέτρων που έλαβε για την εκτέλεση της απόφασης της, αιτήθηκε από το Δικαστήριο και εξασφάλισε, εναντίον του, ένταλμα παράδοσης των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής ΕΑΡ268, ΚΑΑ079 ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764, αναφορά στα οποία γίνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου. Τελικώς, της παρεδόθησαν μόνον τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΕΝΒ913 και ΚΑΑ079, τα οποία, σε δημόσιο πλειστηριασμό πωλήθηκαν για €240 και €200 αντίστοιχα, ποσά τα οποία και, μία μέρα μετά τον πλειστηριασμό τους, κατατέθηκαν έναντι της εξ αποφάσεως οφειλής, ήτοι στις 06/06/2012 και 05/06/2013, αντίστοιχα. Σε σχέση με τα υπόλοιπα οχήματα, το ένταλμα του Δικαστηρίου δεν εκτελέστηκε, για τον λόγο ότι, αυτά, δεν ανευρέθηκαν στην κατοχή του Εναγομένου
  27. Σχετική, εν προκειμένω μαρτυρία, δόθηκε από την ΜΕ1, η οποία και παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήρια ΣΔ3, ΣΔ4, ΣΔ6 και ΣΔ7, αντίγραφο της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου και διατάγματος τροποποίησης της, το ένταλμα παράδοσης των οχημάτων, καθώς επίσης και ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη σε σχέση με την μερική εκτέλεση του. xx. Η ΜΕ1, κατέθεσε περαιτέρω στο Δικαστήριο, ότι, πέραν του συνολικού ποσού των €440 που ανακτήθηκε δια του προαναφερόμενου μέτρου εκτέλεσης, μέχρι και την δίκη, η προαναφερόμενη ισχυριζόμενη από πλευράς της Ενάγουσας εισπρακτέα οφειλή του Εναγομένου 3, δεν έχει εξοφληθεί. Οφείλεται, δηλαδή, ισχυρίστηκε, προς την Ενάγουσα, από τον Εναγόμενο 3, το ποσό των €61.874,03, πλέον νόμιμος τόκος. Η ΜΕ1, προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της, παρουσίασε στο Δικαστήριο, καταστάσεις του λογαριασμού που τηρείτο και τηρείται σε σχέση με το εν λόγω συμβόλαιο, τα Τεκμήρια ΣΔ8 και ΣΔ
  28. Η Ενάγουσα, δια της ΜΕ1, περιόρισε την απαίτηση της που αφορούσε την επιδίκαση τόκου, σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του τερματισμού της επίδικης σύμβασης. (ii) Η υπόθεση του Εναγομένου 3
  29. Ο Εναγόμενος 3, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, αρνήθηκε την, από πλευράς Ενάγουσας, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική του ακόλουθη εκδοχή: i. Παραδέχεται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο ίδιος είναι κάτοικος Λευκωσίας. Αρνείται όμως τους ισχυρισμούς της ως προς το ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν κάτοικοι Παραλιμνίου. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, ήταν πελάτες της και/ή ότι διατηρούσαν σε αυτήν λογαριασμούς. ii. Αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ήταν η ιδιοκτήτης των Οχημάτων, καθώς επίσης και ότι αυτά βρίσκονταν στην κατοχή και/ή υπό τον έλεγχο του Εναγομένου 1 και/ή των Εναγομένων 2 και/ή
  30. Σε κάθε περίπτωση, δηλώνει ότι αγνοεί τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των Οχημάτων. iii. Η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική ή και παράνομη ή και άκυρη ή και ανεφάρµοστη, διότι η κατάρτιση της προωθήθηκε από την Ενάγουσα µε σκοπό την συγκάλυψη παραχώρησης δανείου στον Εναγόμενο
  31. iv. Η Ενάγουσα, του παρέστησε ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πολύ τυπικός και αξιόχρεος πελάτης της, όταν, πραγματικά, ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να του παραχωρούνται μεγάλα δάνεια. Η Ενάγουσα, σε συνεννόηση μαζί με τον Εναγόμενο 1, επινόησαν όπως καταρτίζουν εικονικές ενοικιαγορές µε σκοπό την συγκάλυψη των δανείων που του παραχωρούσε. v. Ενάγουσα και Εναγόμενος 1, ουδέποτε είχαν την αληθινή πρόθεση, ή, και βούληση να καταρτίσουν, και ουδέποτε κατάρτισαν πραγματική, ή, και αληθινή, συμφωνία ενοικιαγοράς. vi. Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1, εν αγνοία του Εναγομένου 3, προώθησαν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς με οχήματα τα οποία, ή κάποια από αυτά, ουδέποτε ήσαν ιδιοκτησία του Εναγομένου 1, ή, και ουδέποτε κατέστησαν ιδιοκτησία της Ενάγουσας. vii. Ο Εναγόμενος 3, ουδέποτε μεταβίβασε, ή, και ενέγραψε τα επίδικα Οχήματα, ή κάποια από αυτά, στην Ενάγουσα. viii. Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1, µε σκοπό να προωθήσουν και να καταρτίσουν την επίδικη εικονική συµφωνία ενοικιαγοράς, εν γνώσει τους, ή και σκόπιµα και εν αγνοία του Εναγοµένου 3, υπερτίµησαν σε µεγάλο βαθµό την αξία των επιδίκων οχηµάτων, ή και διότι η αξία των επιδίκων οχηµάτων όπως παρουσιάζεται ότι υπολογίστηκε ή και συµφωνήθηκε µεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγοµένου 1 δεν είχε οποιανδήποτε σχέση µε την πραγµατική ή και την αγοραία αξία των εν λόγω οχηµάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο. ix. Το ποσό της χρηµατοδότησης, καθορίστηκε από την Ενάγουσα σε συνεννόηση µε τον Εναγόµενο 1, όχι µε βάση την πραγματική και αληθινή αξία των Οχηµάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά µε βάση το ποσό µε το οποίο η Ενάγουσα συμφώνησε να δανειοδοτήσει τον Εναγόµενο
  32. x. Η Ενάγουσα ή και μαζί µε τον Εναγόµενο 1 επινόησαν ή και προώθησαν την κατάρτιση ή και κατάρτισαν την επίδικη συµφωνία ενοικιαγοράς µε σκοπό ή και πρόθεση να χρεώνουν τον Εναγόμενο 3 ή και τους Εναγόµενους µε υπερβολικούς ή και παράνοµους τόκους ή και µε κεφαλαιοποιηµένους τόκους µέσω των δήθεν δικαιωµάτων ενοικιαγοράς που δεν ήσαν παρά µόνο παράνοµοι και κεφαλαιοποιηµένοι τόκοι ή και τόκοι αντίθετοι µε τον περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο. xi. Ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε το επίδικο συµβόλαιο ως εγγυητής ενώ τούτο ήτο κατά µεγάλο µέρος του µη συµπληρωµένο ή και ατελώς συµπληρωµένο και υπέγραψε το εν λόγω συµβόλαιο κατόπιν των ψευδών ή και απατηλών παραστάσεων ή και δηλώσεων της Ενάγουσας ότι το ποσό της χρηµατοδότησης του Εναγοµένου 1 και κατ' επέκταση η εγγύησης που παρείχε ο Εναγόµενος 3 θα ήταν του ύψους των €20.000 και όχι το ποσό των €50.000 µε το οποίο αργότερα η Ενάγουσα συμπλήρωσε το επίδικο συμβόλαιο. xii. Αρνείται ότι είχε πρόθεση να υπογράψει συµφωνία αποζηµίωσης ή και κάλυψης και εν πάση περιπτώσει λέγει ότι ο ίδιος υπογράφοντας το επίδικο έγγραφο δεν γνώριζε ούτε και είχε την εντύπωση ότι υπέγραφε οποιανδήποτε συµφωνία πέραν της συµφωνίας εγγύησης του Εναγοµένου
  33. Περαιτέρω ο Εναγόµενος 3 λέγει ότι εξ αρχής η Ενάγουσα και ο Εναγόµενος 1 παρέστησαν στον Εναγόµενο 3 ότι αυτό που υπέγραφε ήταν συµφωνία εγγύησης ή και ότι υπέγραφε ως εγγυητής του Εναγοµένου
  34. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι η επίδικη συµφωνία που υπέγραψε, αληθώς και στην πραγματικότητα δεν αποτελεί νόµιµη ή και έγκυρη συµφωνία για αποζηµίωση ή και κάλυψη µε βάση τους ίδιους τους όρους ή και το περιεχόµενο της. xiii. Αρνείται ότι υπέγραψε το επίδικο έγγραφο στις 26/11/2008 και λέγει ότι το επίδικο έγγραφο υπογράφηκε στα γραφεία του εµπόρου αυτοκινήτων Λυµνιώτη και όχι στην παρουσία του Ανδρέα Σάββα, υπαλλήλου των εναγόντων, αλλά στην παρουσία της Χρίστινας Λοϊζιά σε ηµεροµηνία προηγούµενη της 26/11/
  35. xiv. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος 3 λέγει ότι ο ίδιος απαλλάγηκε ή και δέον όπως απαλλαγεί από οποιανδήποτε εξ εγγυήσεως ή άλλως πως ευθύνη του έναντι της Ενάγουσας διότι η Ενάγουσα ή και µαζί µε τον Εναγόµενο 1 απέκρυψε από τον Εναγόµενο 3 την εικονικότητα ή και παρανοµία ή και ακυρότητα της επίδικης συµφωνίας ενοικιαγοράς ή και όλα τα ουσιώδη γεγονότα ή και περιστάσεις. xv. Περαιτέρω, ο Εναγόµενος 3 ισχυρίζεται ότι ο ίδιος απαλλάγηκε ή και δέον όπως απαλλαγεί από οποιανδήποτε εξ εγγυήσεως ή και άλλως πως ευθύνη του ένεκα του ότι η Ενάγουσα εν αγνοία του απάλλαξαν ή και αφαίρεσαν ή και εξαίρεσαν από την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς δύο εκ των φερόμενων ως επίδικων Οχημάτων, ήτοι των Οχημάτων ΕΡΚ108 και ΗΡΧ212 των οποίων ο Εναγόμενος 3 την τύχη αγνοεί. xvi. Περαιτέρω, ο Εναγόµενος 3 λέγει ότι εν αγνοία του και χωρίς της νόµιµη ή και άλλως πως συγκατάθεση του, η Ενάγουσα σε συνεννόηση µε τον Εναγόµενο 1 τροποποίησαν την µεταξύ τους συµφωνία και ισχυρίζεται όπως ο ίδιος απαλλάγηκε ή και δέον όπως απαλλαγεί από οποιανδήποτε εξ εγγυήσεως ή και άλλως πως ευθύνη του. xvii. Περαιτέρω, ο Εναγόµενος 3 λέγει ότι για αυτούς του λόγους η συμφωνία εγγύησης ή και άλλως πως ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, είναι παράνοµη ή και άκυρη ή και ανεφάρµοστη. xviii. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης ο Εναγόµενος 3 αναφέρει ότι η κατ' ισχυρισµόν εγγύηση και/ή υποχρέωση και/ή συμφωνία προς αποζημίωση και/ή κάλυψη υπογράφηκε συνεπεία ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης των εναγόντων και/ή των υπαλλήλων αυτών. Ήτοι: (α) Η Ενάγουσα και/ή δια υπαλλήλου της ψευδώς παρέστησε στον Εναγόμενο 3 ότι απώλεσε και/ή καταστράφηκε προγενέστερη συµφωνία εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόµενος 3 κατά την ίδια περίοδο, µε αποτέλεσµα να υπογραφεί µεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγοµένου 3 και δεύτερη συµφωνία εγγύησης, χωρίς να υπάρχει τέτοια πρόθεση από τον Εναγόµενο 3; (β) Η Ενάγουσα και/ή δια υπαλλήλου της ψευδώς παρέστησε στον Εναγόµενο 3 ότι η εγγύηση θα ήταν µέχρι του ποσού των €20.000 και/ή για ανάλογη χρηµατοδότηση του Εναγόµενου 1 και απέστειλε και/ή παρέδωσε στον Εναγόµενο 3 να υπογράψει συµφωνία στην οποία ουδεµία αναφορά εγίνετο για το ποσό κάλυψης και/ή εγγύησης και/ή το ύψος του ποσού χρηµατοδότησης; (γ) Η Ενάγουσα και/ή δια υπαλλήλου της ψευδώς παρέστησε στον Εναγόµενο 3 ότι η χρηµατοδότηση του Εναγόµενου 1 αφορούσε την αγορά ακίνητης περιουσίας. xix. Αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι µε επιστολή της ημερομηνίας 15/02/2011 τερμάτισε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και κάλεσε τον Εναγόμενο 1 όπως παραδώσει άμεσα σε αυτήν τα Οχήµατα, καθώς και όλους τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν αμέσως ολόκληρο το ποσό των €62.314,03 το οποίο είχε καταστεί άμεσα απαιτητό και/ή πληρωτέο, πλέον τόκους, και ότι οι Εναγομένοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και εν πάση περιπτώσει συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να κατακρατούν και/ή να οικειοποιούνται παράνομα και αντισυμβατικά τα Οχήματα. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε την εν λόγω επιστολή και/ή ειδοποίηση. (iii) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας
  36. Από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ώστε, να καθίσταται επιτακτική ανάγκη η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων το Δικαστήριο, εν συνεχεία, θα εξετάσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, περιορίζομαι στην αξιολόγηση, εκείνης της μαρτυρίας και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974).
  1. Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015).
  2. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα αυτής. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την αξιολόγηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής, έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του. Αναφέρομαι σε κάποιους από αυτούς αμέσως μετά.
  3. Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία αλλά και την δικογραφία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις), η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους), οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους. Όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή η εμπειρία του επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του. Και γενικά, η προδιάθεσης του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου (αρνητικότητα, θετικότητα κ. τ. λ.). (Βλ. μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016). 14. Σε κάθε περίπτωση τονίζω, ότι, η αξιολόγηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό (βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). (
  1. iv)Η μαρτυρία του Εναγομένου 3 15. Με την έκθεση υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος 3, προβάλλει ουσιαστικά, ισχυρισμό περί παρανομίας και ακυρότητας της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς. 16. Εστίασε, δικογραφικά, τον εν λόγω ισχυρισμό του, επί των εξής ζητημάτων: (α) Αρνήθηκε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι αυτή υπήρξε ποτέ ιδιοκτήτης των οχημάτων µε αριθμούς εγγραφής ΕΑΡ268, ΚΑΑ079, ΕΡΚ108 και ΗΡΧ212 ή και ότι αυτά υπήρξαν ποτέ στην κατοχή οποιουδήποτε από τους Εναγομένους. Δήλωνε, σε κάθε περίπτωση, άγνοια σε ότι αφορά τους πραγματικούς τους ιδιοκτήτες. (β) Η Ενάγουσα, «παρέστησε» στον Εναγόμενο 3, ότι, ο Εναγόμενος 1 ήταν πολύ τυπικός και αξιόχρεος πελάτης της, όταν, πραγματικά, ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να του παραχωρούνται μεγάλα δάνεια. Η Ενάγουσα, «σε συνεννόηση» μαζί με τον Εναγόμενο 1, επινόησαν όπως καταρτίζουν εικονικές ενοικιαγορές µε σκοπό την συγκάλυψη των δανείων που του παραχωρούσε. (γ) Αρνείται ότι υπέγραψε την επίδικη σύμβαση εγγύησης ή κάλυψης, της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς, στις 26/11/2008. Ισχυρίζεται, εν προκειμένω, ότι, το επίδικο έγγραφο υπογράφηκε στα γραφεία του έμπορου αυτοκινήτων, Λυµνιώτη και όχι στην παρουσία του Ανδρέα Σάββα, υπαλλήλου των εναγόντων, αλλά στην παρουσία της Χρίστινας Λοϊζιά, σε ημερομηνία προηγούμενη της 26/11/2008. (δ) Ο Εναγόμενος υπέγραψε την επίδικη σύμβαση εγγύησης ή κάλυψης της σύμβασης ενοικιαγοράς, συνεπεία ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης των εναγόντων και/ή των υπαλλήλων αυτών. Ήτοι: (α) Η Ενάγουσα και/ή δια υπαλλήλου της ψευδώς παρέστησε στον Εναγόμενο 3 ότι απώλεσε και/ή καταστράφηκε προγενέστερη συµφωνία εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόµενος 3 κατά την ίδια περίοδο, µε αποτέλεσµα να υπογραφεί µεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγοµένου 3 και δεύτερη συµφωνία εγγύησης, χωρίς να υπάρχει τέτοια πρόθεση από τον Εναγόµενο 3; (β) Η Ενάγουσα και/ή δια υπαλλήλου της ψευδώς παρέστησε στον Εναγόµενο 3 ότι η εγγύηση θα ήταν µέχρι του ποσού των €20.000 και/ή για ανάλογη χρηµατοδότηση του Εναγόµενου 1 και απέστειλε και/ή παρέδωσε στον Εναγόµενο 3 να υπογράψει συµφωνία στην οποία ουδεµία αναφορά εγίνετο για το ποσό κάλυψης και/ή εγγύησης και/ή το ύψος του ποσού χρηµατοδότησης; (γ) Η Ενάγουσα και/ή δια υπαλλήλου της ψευδώς παρέστησε στον Εναγόµενο 3 ότι η χρηµατοδότηση του Εναγόµενου 1 αφορούσε την αγορά ακίνητης περιουσίας. 17. Εντούτοις, δια ζώσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε, ασυμβίβαστα με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, τα εξής: (α) Η Ενάγουσα, δεν κατέστη ιδιοκτήτης των οχημάτων µε αριθμούς εγγραφής ΕΑΡ268, ΚΑΑ079, ΕΡΚ108 και ΗΡΧ212 κατά την 26η/11/2008 που ισχυρίζεται ότι συνομολογήθηκε η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς, αλλά ήταν ιδιοκτήτης τους ήδη, από την προηγούμενη ημέρα, σύμφωνα με πιστοποιητικό που εξασφαλίστηκε από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών της Δημοκρατίας, Τεκμήριο ΜΜ3. Με εξαίρεση, όπως αναγνωρίζει, το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΧ212 του οποίου κατέστη ιδιοκτήτης, όντως, ως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, την 26η/11/2008. Άξιο να σημειωθεί, πριν την διαπίστωση μου που ακολουθεί, είναι και το ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο ΜΜ3, ως ιδιοκτήτες των εν λόγω οχημάτων, είναι η Ενάγουσα από κοινού με τον Εναγόμενο 1 (καταγράφεται στο σχετικό μέρος του εν λόγω εγγράφου και η αναφορά «ενοικ.»). Και όχι αποκλειστικά η Ενάγουσα, ως ο Εναγόμενος 3, αντίθετα των όσων το Τεκμήριο ΜΜ3 παρουσιάζει, εισηγήθηκε. Αυτοί οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 3, εύκολα διαπιστώνεται, είναι αντίθετοι με τον ισχυρισμό του ότι η Ενάγουσα ποτέ δεν υπήρξε ιδιοκτήτης των εν λόγω οχημάτων. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν, σε ότι αφορά το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΡ268, κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε (σε μία προσπάθεια, προφανώς, να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, περί απόδοσης του υπεραξίας από πλευράς Ενάγουσας, ώστε, εικονικά, δια χρηματοδότησης, να δανειοδοτήσει τον Εναγόμενο 1), ότι, αυτό, ήταν, πριν το «χαρίσει» στον Εναγόμενο 1, δικής του ιδιοκτησίας, και ότι ο ίδιος το είχε αγοράσει μόνο €300. Και αυτά, όταν, ο σχετικός ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης του (και ως προς το συγκεκριμένο όχημα) ήταν, ότι, αγνοούσε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης των οχημάτων, αντικείμενα της χρηματοδότησης. Δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, ή να πείσει, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3, ότι, ο λόγος που δεν το ανέφερε αυτό εξ αρχής στην έκθεση υπεράσπισης του, είναι, γιατί, μόλις το 2014 είδε, κατόπιν αποκάλυψης και επιθεώρησης της επίδικης συμφωνίας, αυτή συμπληρωμένη, με τους αριθμούς εγγραφής των εν λόγω οχημάτων (συμπεριλαμβανομένου και του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΑΡ268), καθότι, όταν την υπέγραφε, στα σχετικά της σημεία αυτή ήταν κενή. Είναι παράλογο να μην μπορούσε να τοποθετηθεί σχετικά με την έκθεση υπεράσπισης του εξαρχής, αλλά να μπορούσε να το πράξει μετά, όταν δηλαδή είχε πλέον δει την επίδικη συμφωνία, για τον πολύ απλό λόγο, ότι, με την έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα δικογράφησε τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω οχήματος, από τους οποίους, κατά τον ίδιο τρόπο που ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε το γεγονός που κατά την δίκη ισχυρίστηκε, βλέποντας την επίδικη συμφωνία, θα μπορούσε να το πράξει με δεδομένους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην έκθεση απαίτησης της. Καταληκτικά, πρέπει να καταγράψω και την εξής παρατήρηση μου, που σχετίζεται και με τα όσα σχολίασα πιο πριν, σε σχέση με την μαρτυρία του Εναγομένου 3 για το ζήτημα του υπαρκτού των οχημάτων και ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος. Δεδομένης της θέσης του Εναγομένου 3, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι, τα προαναφερόμενα οχήματα υπήρξαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εγγεγραμμένα στο σχετικό μητρώο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (βάσει του Τεκμηρίου ΜΜ3 που ο ίδιος παρουσίασε στο δικαστήριο), ξενίζει πραγματικά η εμμονή που επέδειξε κατά την αντεξέταση του, να επιμένει, ότι, κανείς δεν μπορεί να ξέρει πραγματικά, αν τα αντικείμενα της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς, είναι ή όχι υπαρκτά. Σχετική εν προκειμένω είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στέφανη Αττεσλή κ. α. ν Τραπεζας Κυπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 231/2009 και 47/2010, ημερομηνίας 25/10/2013. Σε ότι αφορά την κυριότητα αυτή των οχημάτων αντικείμενα της ενοικιαγοράς, στα προαναφερόμενα παράδοξα της μαρτυρίας του Εναγομένου 3, προστίθεται και το εξής. Ότι, παρά το γεγονός, ότι, στην έκθεση υπεράσπισης του, σε συνέχεια προφανώς του ισχυρισμού του ότι δεν ήταν ποτέ υπαρκτά τα επίδικα οχήματα, ο Εναγόμενος 3 υποστήριξε, ότι, αγνοεί κατά πόσο η Ενάγουσα, μεταγενέστερα της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς, αποδέσμευσε τα οχήματα αντικείμενα της, με αριθμούς εγγραφής ΕΡΚ108 και ΗΡΧ212, κατά την δίκη, αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια ΜΝ3 και ΜΝ6 που είναι οι αιτήσεις για την αντίστοιχη απαλλαγή των εν λόγω οχημάτων από την σύμβαση ενοικιαγοράς και ότι γνώριζε για το γεγονός. (β) Παρά την θέση στην έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου 3 περί «παραστάσεων» της Ενάγουσας προς αυτόν, σε σχέση με το αξιόχρεο του Εναγομένου 3, όταν πραγματικά αυτή γνώριζε το αντίθετο (προφανώς για να συμπλέξει την Ενάγουσα σε στοιχείο προσδιοριστικό πιθανόν παρανομίας στην επίδικη συναλλαγή), δια ζώσης, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε τα έξης ασυνάρτητα με τον ισχυρισμό του αυτόν. Εν πρώτης, περιορίστηκε στο να ισχυριστεί, ότι, η όποια πληροφόρηση του περί της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς προήλθε από τον Εναγόμενο 1, του οποίου είχε, λόγω της σχέσης τους, εμπιστοσύνη και ο οποίος του παρουσιαζόταν ως αξιόπιστο και φερέγγυο άτομο. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, «. ο Εναγόμενος 1 τον προσέγγισε για να υπογράψει εγγυητής του διότι όπως του ανέφερε κατάφερε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από τους Ενάγοντες.». Μάλιστα, σε ότι αφορά την Ενάγουσα και την συμμετοχή της στην συναλλαγή, περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι, «. ένεκα και του ότι γνώριζα ότι ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τους Ενάγοντες εκείνη την περίοδο, πίστευα ότι η χρηματοδότηση αυτή θα ήτο γνήσια και θα τηρούντο όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες για να εγκριθεί από την Τράπεζα.» (η υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης είναι δική μου). Από την μαρτυρία του Εναγομένου 3 στο Δικαστήριο, είναι προφανές, ότι, κανένας ισχυρισμός δεν υπήρξε, ως διαπιστώνω, περί της οποιασδήποτε σχετικής παραστάσεως της Ενάγουσας προς αυτόν. Αντίθετα, μάλιστα, ο Εναγόμενος 3 προέβαλε την θέση, ότι, «. τα στοιχεία σε ότι αφορά την φερεγγυότητα ή και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Εναγόμενος 1 δεν του αποκαλύφθηκαν από πλευράς Τράπεζας πριν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας». Η μοναδική δε αναφορά του Εναγομένου 3 κατά την κυρίως εξέταση του, περί συνεννόησης της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 1 για να τον παραπλανήσουν και εξαπατήσουν, καταγράφεται ως εντελώς γενική και αόριστη και καταρρίφθηκε από τον ίδιο, όταν, αντεξεταζόμενος, ανέφερε, ότι, αυτό, είναι ο ίδιος που το εκτιμά ως μία πολύ πιθανή περίπτωση. Και άρα, όχι ένα γεγονός, ως δικαογραφικά ισχυρίστηκε. Εν προκειμένω, αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι, αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος 3, τοποθετούμενος σε ερώτηση που του υπεβλήθη σε σχέση με το ποιος τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να υπογράψει την επίδικη σύμβαση στο γραφείο του Λιμνιώτη, ανέφερε, ότι, με τους αντιπροσώπους της Ενάγουσας, γενικά, ο ίδιος, δεν είχε καμία απολύτως επικοινωνία σε ότι αφορούσε την επίδικη σύμβαση. Παρά μόνο, ως υποστήριξε, είχε σχετική πληροφόρηση από τον Εναγόμενο 1. Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό της φερεγγυότητας ή αφερεγγυότητας του Εναγομένου 1, παρά το γεγονός ότι, δικογραφικά, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι, τέτοιες παραστάσεις του είχαν γίνει από πλευράς Ενάγουσας - και έχω ήδη σχολιάσει το πώς αυτό τον ισχυρισμό τον έχει ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 διαψεύσει - κατά την δίκη, ο Εναγόμενος 3, για να υποστηρίξει την θέση - ως διαμορφώθηκε - ότι, η Ενάγουσα, παρέλειψε να του αποκαλύψει την πραγματική οικονομική κατάσταση του Εναγομένου 1, παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο καταστάσεις λογαριασμού, τα Τεκμήρια ΜΜ1 και ΜΜ2, από τα οποία, φαίνονται προσωπικές υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα, οι οποίες, έκδηλα, κατά την θέση του, «παρουσίαζαν καθυστερήσεις». Η θέση αυτή όμως, δεν υποστηρίζεται από τα εν λόγω έγγραφα. Αφενός, γιατί, το Τεκμήριο ΜΜ2, παρουσιάζει υποχρεώσεις της εταιρείας ΜΕΠΕ Λτδ προς την Ενάγουσα και όχι του Εναγομένου 1 και αφετέρου, γιατί, το Τεκμήριο ΜΜ1, που φαίνεται να αφορά προσωπικό χρέος του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα, δεν παρουσιάζει τίποτα που να υποστηρίζει τις τέτοιου μεγέθους καθυστερήσεις επί των οποίων παρουσίασε να βάσισε τον ισχυρισμό του ο Εναγόμενος 3. Ο ίδιος, μάλιστα, ο Εναγόμενος 3, χαρακτηριστικά, όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, τι «καθυστερήσεις» αποδεικνύει το εν λόγω έγγραφο ότι υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς την 26/11/2008, υπέδειξε μία, η οποία μάλιστα, ως ο ίδιος διαπίστωσε από το ίδιο το έγγραφο, καταβλήθηκε την επόμενη ημέρα, 27/11/2008. Αδυνατώ πραγματικά να ακολουθήσω αυτή του την τοποθέτηση. Πως είναι δυνατόν, ο Εναγόμενος 3, απλά και μόνο από την εν λόγω κατάσταση και μόνο και χωρίς γνώση σε ότι αφορά ποια συμφωνία αυτή αφορούσε και τους όρους της, να μπορούσε να ομιλεί και να τοποθετείται κατά τον τρόπο αυτό. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η μαρτυρία του ως προέκυψε κατά την αντεξέταση του, κατέδειξε, ότι, δεν επρόκειτο για περίπτωση τεράστιας καθυστέρησης αποπληρωμής υποχρέωσης, αφού όπως ο ίδιος ανέφερε, επρόκειτο μόνο για μία, που εξοφλήθη αμέσως μετά. (γ) Αν και η θέση που ο Εναγόμενος 3 προέβαλε με την έκθεση υπεράσπισης του, περί του ότι δεν υπέγραψε την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς στις 26/11/2008, αλλά σε ημερομηνία προγενέστερη της, υποστηρίχτηκε καθόλη την διάρκεια της δίκης (υπήρξαν, σημειώνεται, από πλευράς υπεράσπισης, σχετικές υποβολές προς τον ΜΕ2, ενώ και ο Εναγόμενος 3 το ισχυρίστηκε κατά την εξέταση του), αυτή του η θέση, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του, ότι, η επίδικη σύμβαση είναι παράνομη, επειδή, κατά την συνομολόγηση της, μετά την 25/11/2008, η Ενάγουσα, σύμφωνα με το αρχείο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ήταν ήδη ιδιοκτήτης (με τον Εναγόμενο 3) των οχημάτων, αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Συμφωνώ, εν προκειμένω, με την εισήγηση που προέβαλε η Ενάγουσα, σχετικά, ότι, δεν θα ήταν λογικό σε καμία περίπτωση, η Ενάγουσα, αν όντως ήταν η ιδιοκτήτης των οχημάτων (αντικείμενο της ενοικιαγοράς), να τα αγόραζε από τον εαυτό της για σκοπούς χρηματοδότησης του Εναγομένου 1. (δ) Ενώ, σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος 3, έδωσε συγκεκριμένες λεπτομέρειες σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό ότι προσήλθε στην επίδικη συμφωνία εγγύησης ή κάλυψης, λόγω των ψευδών παραστάσεων ή και απάτης της Ενάγουσας μέσω των αντιπροσώπων της, ως έχει ήδη προαναφερθεί, από την μαρτυρία του Εναγομένου 3 στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, ο ίδιος, δεν είχε καμία, σχετική με την επίδικη σύμβαση, επικοινωνία με αντιπροσώπους της Ενάγουσας, παρά μόνο με τον Εναγόμενο 1. Αποδέχθηκε μάλιστα αντεξεταζόμενος, ότι, ο Εναγόμενος 1 είναι αυτός που του είχε αναφέρει ότι υπήρξε κάποιο «λάθος» στην σύμβαση ενοικιαγοράς και για αυτό τον λόγο θα έπρεπε να υπογραφεί εκ νέου η σύμβαση. Σε καμία εκ των δύο περιπτώσεων, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εκλήθη να υπογράψει σύμβαση, ως είναι και η επίδικη, στο γραφείο του Λιμνιώτη, δεν είχε επικοινωνία με αντιπροσώπους της Ενάγουσας. Καταρρίπτοντας, έτσι, ο ίδιος την δικογραφημένη του θέση (της έκθεσης υπεράσπισης του), ότι, η Ενάγουσα, δια αντιπροσώπου της, του παρέστησε ψευδώς ότι η σύμβαση που είχε αρχικώς υπογράφει, είχε απολεσθεί ή καταστραφεί και ως εκ τούτου, ήταν αναγκαία η εκ νέου εκτέλεση της. Τα ίδια ισχύουν σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 3 περί ψευδών παραστάσεων της Ενάγουσας δια αντιπροσώπων της προς αυτόν, ότι, η εγγύηση που αυτός θα έδιδε για σκοπούς χρηματοδότησης του Εναγομένου 1 θα ήταν για €20.000 και όχι για €50.000. Και ότι ο σκοπός της χρηματοδότησης του Εναγομένου 1 ήταν η επένδυση των χρημάτων σε αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας. Μάλιστα, σε ότι αφορά αυτό τον τελευταίο ισχυρισμό του Εναγομένου 3, περί παραστάσεως της Ενάγουσας προς αυτόν, ότι, ο Εναγόμενος 1, την χρηματοδότηση θα την χρησιμοποιούσε για αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας, πέραν των προαναφερομένων, εντοπίζεται και το εξής στοιχείο αντίφασης, που δείχνει, (τουλάχιστον) ότι, η υπόθεση του Εναγομένου προς υπεράσπιση του, δεν έχει την απαραίτητη, ως θα αναμένετο από ένα πρόσωπο που λέει την αλήθεια, συνοχή. Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Ενάγουσας, η θέση που υποβλήθηκε στον ΜΕ2 κατά την αντεξέταση του από πλευράς Εναγομένου 3, ήταν, ότι, η χρηματοδότηση του Εναγομένου 1, έγινε για σκοπούς εξόφλησης άλλων οφειλών του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα. Θέση, που, προφανώς, υπεβλήθη στον ΜΕ2, προς υποστήριξη της θέσης του Εναγομένου 3, περί συμπαιγνίας Ενάγουσας και Εναγομένου 1 έναντι των συμφερόντων του, ένεκα της ισχυριζόμενης αφερεγγυότητας του Εναγομένου 3. Η θέση όμως αυτή, δεν υποστηρίχθηκε δια ζώσης από τον Εναγόμενο 3, ο οποίος παρά την θέση που υποβλήθηκε στον ΜΕ2, ως έχει προαναφερθεί, υποστήριξε ότι, η χρηματοδότηση του Εναγομένου 1 από την Ενάγουσα, αποσκοπούσε στην αγορά από τον Εναγόμενο 1, ακίνητης ιδιοκτησίας. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός αυτός του Εναγομένου 3, δεν είναι λογικός. Δηλαδή, η Ενάγουσα, να γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε οικονομικές δυσκολίες και αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υφιστάμενες προς αυτήν υποχρεώσεις του, αλλά να ήθελε, και μάλιστα κατά τρόπο παράνομο, να του δώσει και άλλη πίστωση για σκοπούς επένδυσης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Ή εν πάση περιπτώσει, αυτό να το επιθυμούσε η διοίκηση, ή, οι αντιπρόσωποι της Ενάγουσας στο Παραλίμνι, ενάντια στην σχετική πολιτική της διοίκησης της Ενάγουσας. Δεν έχει δοθεί, πέραν αυτής της παράλογης ως εκλαμβάνω γενικής θέσης του Εναγομένου 3, καμία απολύτως πραγματική εξήγηση. 18. Αυτά τα στοιχεία της μαρτυρίας του Εναγομένου 3, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, ο ίδιος, ως διάδικος σε αυτή την Αγωγή, έχει, με την μαρτυρία του, τα δικά του συμφέροντα να εξυπηρετήσει, με οδηγούν στο να απορρίψω την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. (
  2. v)Η μαρτυρία του ΜΥ 19. Ο ΜΥ μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Ειδικότερα, ως προς το ότι γνώριζε περί του αντικειμένου για το οποίο εκλήθη να δώσει μαρτυρία και κέκτηται της αναγκαίας, σχετικά, εμπειρογνωμοσύνης. Καθόλη δε την διάρκεια της εξέτασης του, δεν παρατήρησα οτιδήποτε που να έδινε την εντύπωση ότι η κρίση του επί των ζητημάτων για τα οποία κλήθηκε να μαρτυρήσει, επηρεάστηκε από οποιοδήποτε παράγοντα, που θα τον καθιστούσε μεροληπτικό είτε προς τον Εναγόμενο 3 που τον κάλεσε στο Δικαστήριο, είτε προς την Ενάγουσα. Κρίνω, ότι, η μαρτυρία του, ήταν αμερόληπτη και αντικειμενική. Δεν την απορρίπτω ως αναξιόπιστη, όμως, για τους λόγους που θα αναφέρω στην συνέχεια, δεν θα την αποδεχθώ για λόγους ανακρίβειας. Σε κάθε περίπτωση (ζήτημα στο οποίο επανέρχομαι στην συνέχεια), και αποδεκτή να γινόταν η μαρτυρία του, για τους ίδιους λόγους, δεν θα είχε την απαιτούμενη βαρύτητα, ώστε, να μπορούσα να καταλήξω, στο ισοζύγιο των γεγονότων (τα οποία αποδέχομαι ως πραγματικά για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου), ότι, η αξία των οχημάτων, σε σχέση με τα οποία ο μάρτυρας αυτός έδωσε μαρτυρία, υπερεκτιμήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε, χωρίς άλλο, ενάντια στην υπόλοιπη μαρτυρία, να με οδηγούσαν σε εύρημα για παρανομία στην επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς. 20. Μαρτυρία εμπειρογνώμονα, γενικά, περιλαμβάνει μαρτυρία γνώμης και πραγματογνωμοσύνης, ή γεγονότα τα οποία τείνουν να υποστηρίξουν μια τέτοια μαρτυρία γνώμης (βλ. The Torenia
(1983)Lloyd's Rep 210, 232). Τα καθήκοντα και η ευθύνη ενός εμπειρογνώμονα, που καλείται στο Δικαστήριο για μαρτυρία, ως καταγράφεται στο σύγγραμμα Documentary Evidence, των Style και Hollander, 6η έκδοση, στην σελίδα 88, έχει καθήκον και ευθύνη - (βαραίνει πρώτιστος τον διάδικο που το καλεί και επεκτείνεται και στον ίδιο, βλ. Vernon v Bosley [1997] 1 All ER 614) -, περιλαμβάνει τα εξής: «The duties and responsibilities of expert witnesses in civil cases include the following.
(1)Expert evidence presented to the Court should be, and should be seen to be, the independent product of the expert uninfluenced as to the form or content by the exigencies of litigation (Wkitekouse vJordan [1981] 1WLR246 at p 256, per Lord Wilberforce).
(2)An expert witness should provide independent assistance to the court by way of objective unbiased opinion in relation to matters within his expertise (see Polivitte Ltd v Commercial Union Assurance Co pic [1987] 1 Lloyd's Rep 379 atp 386 per Garland J and Re J [1991] FCR193 per Cazalet J). An expert witness in the High Court should never assume the role of an advocate.
(3)An expert witness should state the facts or assumption upon which his opinion is based. He should not omit to consider material facts which could detract from his concluded opinion (Re J above).
(4)An expert witness should make it clear when a particular question or issue falls outside his expertise.
(5)If an expert's opinion is not properly researched because he considered that insufficient data is available, then this must be stated with an indication that the opinion is no more than a provisional one (Re J above). In cases where an expert witness who has prepared a report could not assert that the report contained the truth, the whole truth and nothing but the truth without some qualification, that qualification should be stated in the report (Derby & Co Ltd and Others v Weldon and Others
(1990)The Times, 9 November per Staughton LJ).
(6)If, after exchange of reports, an expert witness changes his view on a material matter having read the other side's expert's report or for any other reason, such change of view should be communicated (through legal representatives) to the other side without delay and when appropriate to the court.
(7)Where expert evidence refers to photographs, plans, calculations, analyses, measurements, survey reports or other similar documents, these must be provided to the opposite party at the same time as the exchange of reports (see 15.5 of The Guide to Commercial Court Practice).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Λόγω της σημασίας που ενέχει η αποδοχή μαρτυρίας εμπειρογνώμονα για την κρίση του Δικαστηρίου, επί του ζητήματος που καλείται να μαρτυρήσει, εάν η μαρτυρία του γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, είναι απαραίτητο όπως, πριν την έναρξη της δίκης, το γεγονός της παρουσίασης της μαρτυρίας του και επί ποιού επίδικου ζητήματος, να αποκαλύπτεται στην αντίδικη πλευρά. Πολύ απλά, γιατί, ο αντίδικος, πιθανόν να επιθυμεί και ο ίδιος την αντίκρουση της με μαρτυρία ειδικού ή πραγματογνώμονα (ανάλογα της περίπτωσης).
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, αν και ο ΜΥ αναφέρει στο Τεκμήριο ΧΜ2 το ζήτημα για το οποίο η γνώμη του αναζητήθηκε και τις υποθέσεις γεγονότων επί των οποίων αυτή βασίστηκε (χαρακτηριστικά οχημάτων και κατάσταση τους), δεν εξειδίκευσε επί της εκθέσεως του, Τεκμήριο ΧΜ2, τις αρχές από τις οποίες κατευθύνθηκε ως προς το ζητούμενο, ούτε και πως αυτές εφαρμόστηκαν στα δεδομένα που είχε ενώπιον του. Αν και κάποιες εξηγήσεις σχετικά, δόθηκαν από τον ΜΥ κατά την εξέταση του στο Δικαστήριο, όπως π. χ., ότι βασίστηκε για να δώσει την γνώμη του, σε εκτιμήσεις, προηγούμενες του ιδίου και σε περιοδικά που διαφήμιζαν την πώληση παρόμοιου τύπου οχημάτων της επίδικης περιόδου, αυτά, όχι μόνο δεν αποκαλύφθηκαν πριν από την δίκη στην πλευρά της Ενάγουσας (βλ. Winchester Cigarette Machinery Ltd v Payne
(1993)The Times, 19 October) ή είχαν παρουσιαστεί ως τεκμήριο προς αναγνώριση προς εξέταση των μαρτύρων που παρουσίασαν την υπόθεση της Ενάγουσας ή τους αναφέρθησαν αυτά, ως και η ουσία της γνώμης του ΜΥ1 [i], και με λεπτομέρεια, ώστε να υποστηριχτεί η θέση αυτή προς αντίκρουση (βλ. Ανδρέας Πάπα ν Νόνας Α. Οικονομίδου κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 928, Ισαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Sullivan v West Yorkshire Passenger Transport Executive [1985] 2 All ER 134), ο ΜΥ δεν τα παρουσίασε καν στο Δικαστήριο κατά την δική του εξέταση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η κατάληξης του.
  1. Σε κάθε περίπτωση, δεν διαπιστώνεται η πλευρά του Ενάγοντος να έχει παρουσιάσει μαρτυρία σε ότι αφορά αυτά τα πρωτογενή γεγονότα επί των οποίων ο ΜΥ βάσισε την γνώμη του. Ως καταγράφεται στο σύγγραμμα Documentary Evidence, των Style και Hollander, 6η έκδοση, στην σελίδα 361, «Where the expert relies on material which he cannot prove by first hand knowledge, such as the valuer who gives comparables, or the expert who quotes statistics, it will be necessary to consider whether evidence needs to be led of those facts, or whether a hearsay nodce should be put in. Where an expert relies on the existence or non-existence of some fact which is basic to the question on which he is asked to express his view, that fact must be proved by admissible evidence: English Exporters (London) Ltd v Eldonwll Ltd [19J3] Ch 415 at 421, Land Securities v Westminster CC [1993] 4 All ER
  2. If an architect giving evidence as to why a building fell down bases his conclusions on the description given to him by a witness to the collapse, that witness must be called.». (vi) Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2
  3. Είναι προφανές, ότι, η ΜΕ1, δεν είχε άμεση εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Είναι όμως η υπεύθυνη για τον χειρισμό και την παρακολούθηση της πορεία αυτής της Αγωγής στο σχετικό τμήμα της Ενάγουσας. Πηγή της πληροφόρησης της, αποτελεί, το αρχείο που τηρεί η Ενάγουσα για την υπόθεση αυτή. Μαρτύρησε, για τα όσα αφορούν τις προσπάθειες εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 της αποφάσεως που έχει ήδη εξασφαλιστεί εναντίον τους σε αυτή την Αγωγή, καθώς επίσης και σε σχέση με το ύψος της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 3, δεδομένων των όσων η επίδικη σύμβαση προνοεί και των όποιων ποσών κατατέθηκαν μέχρι στιγμής έναντι της ισχυριζόμενης οφειλής. Η μαρτυρία της, συνάδει με τα έγγραφα που κατέθεσε στο δικαστήριο, αλλά και με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Δεν επλήγη κατά τον οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση της, ενώ πλείστοι ισχυρισμοί της δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς του Εναγομένου 3 καθόλου. Στην βάση των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου, αποδέχομαι ολόκληρη την μαρτυρία της και προβαίνω, βάσει αυτής, σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης, στα σχετικά ευρήματα.
  4. Ίδια είναι η κατάληξη μου σε ότι αφορά την μαρτυρία και του ΜΕ
  5. Ο ΜΕ2 ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Γνώριζε τόσο τον Εναγόμενο 1, όσο και τον Εναγόμενο 2, λόγω της σχέσης τους με την Ενάγουσα. Ήταν σε αυτόν που απευθύνθηκε ο Εναγόμενος 1 για την επίδικη συναλλαγή. Μαρτύρησε για τις περιστάσεις υπογραφής της επίδικης σύμβασης και υποστήριξε ότι, αυτή, αναφέρεται σε υπαρκτά αντικείμενα τα οποία ο Εναγόμενος 1 του δήλωσε ότι τα παρέλαβε και ότι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Η μαρτυρία του, υποστηρίζεται από τα έγγραφα που παρουσίασε στο Δικαστήριο, τόσο ο ίδιος, όσο και η ΜΕ1 και συνάδει απόλυτα με τους δικογραφημενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Δεν έχω εντοπίσει από την μαρτυρία του, είτε της κυρίως εξέτασης του, είτε της αντεξέτασης του, κάτι το ουσιαστικό, που να δικαιολογούσε, υπό τις περιστάσεις, εύρημα περί αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  6. Οι αρχές στην βάση των οποίων αντικρίζονται νομικά οι συμβάσεις ενοικιαγοράς (και δη το ζήτημα της παρανομιας / εικονικότητας τους, που ουσιαστικά η υπόθεση εδώ αφορά), έχω εντοπίσει να συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Σολωμού κ. α. ν Marfin Popoular Bank Public Co Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 36, ώστε, παράθεση, στην συνέχεια, της σχετικής περικοπής από το κείμενο της εν λόγω απόφασης, να αρκεί, για σκοπούς εισαγωγής στα της νομικής πτυχής της υπόθεσης αυτής, πριν την παράθεση του σκεπτικού μου για την τελική μου κατάληξη: «Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι νομικώς η ενοικιαγορά αποτελείται στην ουσία από δύο ξέχωρα μεταξύ τους συμβόλαια όπως άλλωστε σηματοδοτείται και από την ίδια τη λέξη (ενοίκιο συν αγορά) ή στο Αγγλικό πρωτότυπο «hire-purchase». Το ένα είναι τύπου παρακαταθήκης («bailment»), κατά τη διάρκεια της οποίας το αντικείμενο παραμένει στη νομή και κατοχή του ενοικιαγοραστή, εφόσον βεβαίως αυτός πληρώνει με συνέπεια τις δόσεις του, το δε δεύτερο είναι τύπου πώλησης του αντικειμένου στον ενοικιαγοραστή με την καταβολή ενός πρόσθετου και συνήθως, συμβολικού ποσού. ... Η ενοικιαγορά έχει τις καταβολές της στο Αγγλικό Δίκαιο ως προσπάθεια αποφυγής των προνοιών του Factors Act 1889, ούτως ώστε με την παράδοση του αντικειμένου να μην θεωρείται ότι μεταβιβάζεται και καλός και νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας ώστε ο κάτοχος του να είναι σε θέση να το πωλήσει σε τρίτο καλόπιστο πρόσωπο. Η νομική επισφράγιση της ορθότητας της συνδυασμένης αυτής συμφωνίας ήρθε με την υπόθεση Helby v. Matthews [1895] A.C. 471, έτσι ώστε η σύμβαση ενοικιαγοράς να θεωρείται ότι αποδίδει την πραγματική και νόμιμη πρόθεση των μερών εφόσον συνυπάρχουν τα δύο εκείνα στοιχεία που την διακρίνουν από την απευθείας σύμβαση πώλησης, ήτοι, (
  1. i)το δικαίωμα επιστροφής του αντικειμένου πριν, κατά ή και μετά την αποπληρωμή όλων των δόσεων και πριν βέβαια την άσκηση του δικαιώματος αγοράς και (
  2. ii)η απουσία υποχρέωσης στον ενοικιαγοραστή να αγοράσει το εμπόρευμα. Παράλληλα, νοείται ότι υπάρχει εκ των πραγμάτων ο ιδιοκτήτης ενός αντικειμένου το οποίο θα χρηματοδοτηθεί με ή χωρίς τη μεσολάβηση ενός εμπόρου που έχει στην ιδιοκτησία του το αντικείμενο. Στα πλαίσια μιας νόμιμης ενοικιαγοράς αναγνωρίζεται και η δυνατότητα επαναχρηματοδότησης («refinancing»), όπου διαφέρει στην ουσία ο τρόπος και ο χρόνος πληρωμής ολόκληρου του προηγουμένως οφειλόμενου ποσού με την προσθήκη ασφαλώς νέων δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, τελών και εξόδων. Στη βάση της οντότητας της ενοικιαγοράς πρέπει κάποιος να διαπιστώνει την ουσία της ώστε να αποκαλύπτεται, πίσω από την εμφάνιση των εγγράφων, η πραγματική της φύση έτσι που να μην αναδύεται μια συναλλαγή δανείου. Αν τα γεγονότα δεν αντικατοπτρίζονται ορθά στα έγγραφα που υπογράφηκαν, τότε αυτό είναι ένα στοιχείο, αν αποδειχθεί, που τείνει να δείξει ότι τα έγγραφα είναι εικονικά. Όπως αναφέρθηκε και στη Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407, που υιοθετήθηκε και στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2067, το κριτήριο έχει αναφορά στο τι μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο το καταγραφέν κείμενο της συμφωνίας, η οποία όμως μπορεί να εξηγηθεί ως προς τους όρους της με την προσαγωγή στην κατάλληλη περίπτωση εξωγενούς μαρτυρίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και των μονομερών δηλώσεων εκάτερου των συμβαλλομένων. Όπου η υπεράσπιση ισχυρίζεται πλασματική συμφωνία μη αποκαλυπτική της αληθινής της φύσης, η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας είναι επιτρεπτή. (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Βεβαίως, ισχυρισμοί περί εικονικότητας, όπως και εδώ, δεν πρέπει να καταγράφονται με ευκολία, υπό το φως της αποτύπωσης της συμφωνίας εγγράφως. Και υπό το φως περαιτέρω της καθιερωθείσας νομολογίας ότι παρά το συνήθες της απόκτησης του αντικειμένου από τον χρηματοδοτικό οργανισμό από ένα έμπορο με την καταβολή του τιμήματος σ' αυτόν και μετέπειτα την πώληση του υπό συνθήκες ενοικιαγοράς στον πελάτη του εμπόρου ώστε τελικώς να μεταβιβαστεί η κυριότητα στον πελάτη, δεν αποκλείεται η κυριότητα του αντικειμένου να ανήκε εξ αρχής στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή, ο οποίος επιδιώκοντας ρευστότητα το πωλεί σε χρηματοδοτικό οργανισμό εισπράττοντας το τίμημα και επιστρέφοντας το ποσό με δόσεις (Eastern Distributors v. Goldring [1957] 2 All E.R. 525). Στο πλαίσιο λοιπόν των διαφόρων μορφών και ποικιλιών που είναι πιθανόν να προσλάβει η ενοικιαγορά, η εικονικότητα αναδύεται ως πιθανότητα μόνο εφόσον εμπλέκει και τους δύο συμβαλλόμενους και όχι μόνο τον ένα. Έχει υποδειχθεί στην Snook v. London and West Riding Investments Ltd [1967] 2 Q.B. 786, στη σελ. 802, ότι: "But one thing, I think, is clear in legal principle, morality and the authorities (see Yorkshire Railway Wagon Co v. Maclure and Stoneleigh Finance Ltd v. Phillips), that for acts or documents to be a 'sham', with whatever legal consequences follow from this, all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a 'shammer' affect the rights of a party whom he deceived. There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged 'sham'. So this contention fails.» Τα ίδια αναφέρονται και στον Chitty on Contracts 24η έκδ. Τόμος ΙΙ, σελ. 462-3, παρ. 3215: "In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, e.g. the hirer intends to deceive the others into thinking that the transaction is genuine. There must be common intention that the acts or documents do not create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating."». 27. Ως προς το βάρος που έκαστη πλευρά φέρει στην υπόθεση αυτή, στην βάση των εκατέρωθεν δικογραφημένων θέσεων τους, ως έχουν προαναφερθεί, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτης Ιωάννου κ. α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 91 στην οποία αναφέρθηκαν, σχετικά, τα εξής: «Σε υποθέσεις όπου εγείρονται παρόμοιας φύσεως θέματα ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει τη νομιμότητα της γραπτής σύμβασης ενοικιαγοράς επί της οποίας στηρίζει τις απαιτήσεις του. Για το σκοπό αυτό οφείλει να αποδείξει τις περιστάσεις υπογραφής της σύμβασης, ότι η σύμβαση αναφέρεται σε υπαρκτά αντικείμενα τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παρέλαβε και ότι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Ωστόσο, ο οργανισμός δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρες για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα ήταν πράγματι υπαρκτά, όπως τους προμηθευτές κλπ των αντικειμένων για να αντικρούσουν ισχυρισμό του ενοικιαγοραστή περί εικονικότητας της σύμβασης. Όταν εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός από τον μισθωτή αυτός έχει και το βάρος να τον αποδείξει. Σε μια τέτοια συναλλαγή δεν απαιτείται η παρεμβολή εμπόρου καθότι η σύμβαση ενοικιαγοράς δεν είναι υποχρεωτικά τριμερής (έμπορος, χρηματοδότης και μισθωτής). Η σύμβαση ενοικιαγοράς είναι ισχυρή εφόσον η πώληση είναι γνήσια, έστω και αν σε τελική ανάλυση, ο στόχος ήταν ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 781, T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Kυπριακής Tράπεζας (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 108, Λαϊκή Kυπριακή Tράπεζα (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1432, Eastern Distributors Ltd v. Goldring [1957] 2 All E.R. 524 και Kingsley v. Sterling Industrial Securities Ltd [1966] 2 All E.R. 413.». [Δ]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
  1. Με δεδομένη την απόρριψη της εκδοχής που ο Εναγόμενος 3 παρουσίασε στο Δικαστήριο, ως αναξιόπιστης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα βάσει των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων και της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 την οποία έχω αποδεχθεί, που είναι προσδιοριστικά της ακόλουθης κατάληξης μου. Αυτά, συμπληρώνονται περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης μου, κατά την εξέταση των ζητημάτων που εγέρθηκαν από τους διαδίκους: i. Περί τον Νοέμβριο του έτους 2008, ο Εναγόμενος 1 ζήτησε από την Ενάγουσα χρηματοδότηση για ποσό €50.000, οπόταν και πληροφορήθηκε περί της δυνατότητας σύναψης σύμβασης ενοικιαγοράς με αντικείμενα της ιδιοκτησίας του. ii. Ο Εναγόμενος 1 ζήτησε και συμφώνησε να προβεί σε ενοικαγορά τεσσάρων αυτοκινήτων της ιδιοκτησίας του, µε τα ακόλουθα στοιχεία: (α) µάρκας PROTON 1.5 GL SALOON 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΑΡ268 (β) µάρκας NISSAN PRIMERA, SALOON 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΚΑΑ079 (γ) µάρκας SUBARU IMPREZA SALOON 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΡΚ108 και (δ) µάρκας PORSCHE BOXTER CONVERTIBLE 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΗΡΧ212 (Τεκμήριο ΜΝ2). iii. Η Ενάγουσα προς εξασφάλιση της χρηματοδότησης, ζήτησε από τον Εναγόμενο 1, πρόσθετες εγγυήσεις, οπόταν και αυτός πρότεινε τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και
  2. iv. Για σκοπούς συνομολόγησης της σύμβασης, ο Εναγόμενος 1, παρέστησε στην Ενάγουσα τα όσα ερωτήθηκε από αντιπρόσωπο της και αφορούσαν τα τέσσερα αυτοκίνητα, προτιθέμενο αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Με βάση την περιγραφή και τις δηλώσεις του Εναγομένου 1, σε ότι αφορά, ειδικότερα, τη χρονολογία κατασκευής, τον αριθμό εγγραφής, τη μάρκα και την ηλικία των οχημάτων, η Ενάγουσα, χωρίς προγενέστερη φυσική εξέταση τους, κοστολόγησε ότι τα οχήματα άξιζαν τουλάχιστον το ποσό της αιτούμενης χρηματοδότησης των €50.
  3. v. Στην βάση τιμολογίων που καταρτίστηκαν από αντιπρόσωπο της Ενάγουσας (και τα οποία ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε προς επιβεβαίωση του γεγονότος της ιδιοκτησίας των αντικειμένων που αναφέρονται σε αυτά): (α) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023898 ηµεροµηνίας 26/11/2008 για €20.000 σε σχέση µε το αυτοκίνητο µάρκας PROTON 1.5 GL SALOON 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΑΡ268, (β) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023896 ηµεροµηνίας 26/11/2008 για €5.000 σε σχέση µε το αυτοκίνητο µάρκας NISSAN PRIMERA, SALOON 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΚΑΑ079, (γ) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023897 ηµεροµηνίας 26/11/2008 για €5.000 µάρκας SUBARU IMPREZA SALOON, 1994 µε αριθµούς εγγραφής ΕΡΚ108 και (δ) τιµολόγιο αγοράς µε αριθµό ΡΙΝ00023895 ηµεροµηνίας 26/11/2008 σε σχέση µε το αυτοκίνητο µάρκας PORSCHE BOXTER CONVERTIBLE 1997 µε αριθµούς εγγραφής ΗΡΧ212 για €20.000, (Τεκμήριο ΜΝ1) η Ενάγουσα αγόρασε από τον Εναγόμενο τα τέσσερα αυτά οχήματα. vi. Παράλληλα, συμπληρώθηκαν από αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, και τα στοιχεία που καταγράφονται στο συµβόλαιο ενοικιαγοράς µε αριθµό 6798160 ηµεροµηνίας 26/11/2008 (Τεκμήριο ΣΔ2). Τα εν λόγω στοιχεία είναι η δήλωση του εµπόρου, τα στοιχεία του µισθωτή, η περιγραφή των εµπορευµάτων, ο πίνακας µε τα ποσά του συµβολαίου. Συμπληρώθηκαν, επίσης, και τα στοιχεία των Εναγομένων 2 και 3 εγγυητών, στο σχετικό μέρος του που αποτελεί την επίδικη σύμβαση εγγύησης. vii. Σύµφωνα µε το συµβόλαιο ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, η Ενάγουσα ενοικίασε στον Εναγόµενο 1, µε την αλληλέγγυα εγγύηση των Εναγοµένων 2 και 3 και υπό όρους, τα προαναφερόμενα οχήματα που καταγράφονται στα τιμολόγια, Τεκμήριο ΜΝ1, και περιγράφονται στο συµβόλαιο ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, υπό τον τίτλο Εµπορεύµατα, για το συνολικό ποσό των €50.
  4. Ο Εναγόμενος 1, χρεώθηκε επίσης και το ποσό των €80.27 που αντιπροσώπευε την αξία των χαρτοσήµων του συµβολαίου. Επί του ποσού των €50.080,27 υπολογίστηκαν (σε ποσοστό επιτοκίου 5.5% και επί της αξίας κάθε ξεχωριστού οχήματος) τα δικαιώµατα της ενοικιαγοράς, που ανέρχονταν στο ποσό των €16.526,
  5. Ως εκ τούτου, το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης που συμφωνήθηκε, ανήλθε σε €66.606,
  6. Το εν λόγω ποσό, συμφωνήθηκε ότι θα πληρώνετο µε 72 µηνιαίες δόσεις των €925.10 έκαστη, µε την πρώτη δόση πληρωτέα την 15/01/2009 και κάθε επόμενη πληρωτέα την 15η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. Μαζί µε την τελευταία δόση, ως δικαίωμα για την αγορά των οχημάτων, αντικείμενο της ενοικιαγοράς, συμφωνήθηκε ότι θα πληρωνόταν το ποσό των €25.60 . viii. Το συµβόλαιο ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, υπογράφτηκε από την Ενάγουσα και τους Εναγομένους 1 και 2, ενώπιον μαρτύρων, στο υποκατάστημα της στο Παραλίμνι, την 26/11/2008, και από τον Εναγόμενο 3, την ίδια ημέρα, επίσης ενώπιον μάρτυρα αλλά όχι την ίδια στιγμή, εκτός του υποκαταστήματος της Ενάγουσας. ix. Ο Εναγόμενος 1, υπέγραψε τη σχετική δήλωση εμπόρου στο πάνω μέρος του συμβολαίου ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, ως έμπορος, και τη σχετική δήλωση μισθωτή στο κάτω μέρος του, δια της οποίας επιβεβαίωνε ότι παρέλαβε τα οχήματα αντικείμενο της ενοικιαγοράς και ότι ήταν της αρεσκείας του. Συγκεκριμένα, ως έμπορος, ο Εναγόμενος 1, δήλωσε στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων και τα εξής, τα όποια ως καταγράφεται στη σύμβαση ενικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2 «αποτελούσαν ουσιώδεις όρους της πώλησης»: «1) Με το έγγραφο αυτό δηλώνω ότι οι λεπτομέρειες των αγαθών που αναφέρονται σε αυτή τη Συμφωνία στον πίνακα "ΤΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ" είναι αληθείς . 2) Οποιαδήποτε δήλωση που έγινε από μένα σε σας ή στο μισθωτή σε σχέση με τα αγαθά είτε στη διάρκεια οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων, αι οποίες οδήγησαν στη σύναψη της Συμφωνίας ή στην πώληση των αγαθών, είναι αληθής. 3) Δηλώνω ότι τα αγαθά αυτά είναι αποκλειστική μου ιδιοκτησία και/ή έχω το δικαίωμα να πουλήσω τα αγαθά αυτά ελεύθερα από οποιαδήποτε δικαίωμα επίσχεσης και ότι η περιγραφή τους είναι ορθή από κάθε άποψη και ότι αυτά είναι κατάλληλα για το σκοπό για τον οποίο χρειάζονται και απαλλαγμένα από οποιοδήποτε ελάττωμα. . ............................................ 5) ΕΓΩ προσφέρω για πώληση τα αγαθά αυτά σε σας στην τρέχουσα τιμή πώλησης και όπως αυτά περιγράφονται σε αυτή τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς και η παράδοση των εμπορευμάτων στο μισθωτή θα γίνει από μας εκ μέρους σας θα αποτελεί δε πώληση σε σας που υπόκειται στην αποδοχή σας της πράξης Ενοικιογοράς.». 6) ΕΓΩ δηλώνω ότι η Συμφωνία υπογράφηκε από το μισθωτή αφού προηγουμένως η Συμφωνία αυτή της Ενοικιογοράς είχε συμπληρωθεί πλήρως. .........................................». Και ως μισθωτής των αντικειμένων, ο Εναγόμενος 1 δήλωσε στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Προς MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ΕΓΩ ο μισθωτής αποδέχομαι τους όρους αυτής της Συμφωνίας Ενοικιαγορός όπως αναγράφονται στο μπροστινό και στο πίσω μέρος του εγγράφου αυτού και που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας αυτής και τους οποίους μελέτησα πριν την υπογραφή του εγγράφου αυτού. Δηλώνω υπεύθυνα ότι διάβασα και κατάλαβα πλήρως όλους τους όρους της Συμφωνίας αυτής. Εγγυούμαι την αλήθεια και ακρίβεια όλων όσων αναφέρονται στους παραπάνω πίνακες «ΔΗΛΩΣΗ ΕΜΠΟΡΟΥ" και «ΤΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ" και συμφωνώ, σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα βρεθεί να μην είναι αληθινό ή ακριβές, θα δικαιούστε να με θεωρήσετε ότι παραβαίνω τους όρους αυτής της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς. ΕΓΩ δηλώνω υπεύθυνα και διακηρύσσω ότι ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΕΝΟΙΚΙΑΓΟΡΑΣ: 1) . ΕΓΩ παράλαβα τα αγαθά που περιγράφονται σε αυτή τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς σε καλή κατάσταση και ύστερα από προσωπική μου προσεκτική εξέταση βρήκα τα αγαθά από όλες τις απόψεις κατάλληλα και απόλυτα ικανοποιητικά για μένα. Κατά την εξέταση των αγαθών έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος ότι αυτά είναι απαλλαγμένα από ελαττώματα και είναι κατάλληλα για το σκοπό για τον οποίο χρειάζονται. Συμφωνώ ότι δε γνωρίζατε και λογικά δεν μπορούσατε να γνωρίζετε οποιαδήποτε ελαττώματα των αγαθών κατά το χρόνο της συμπλήρωσης αυτής της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς και ουδεμία ευθύνη μπορεί να έχετε εσείς περί τούτου. 2) Βεβαιώνω ότι ΕΓΩ εξέτασα και ικανοποιήθηκα ότι η περιγραφή των αγαθών στη Συμφωνία Ενοικιαγοράς καθώς και τα ποσά είναι ορθά. 3) ΕΓΩ σας καλώ δεδομένου ότι δεν είδατε τα αγαθά, να βασιστείτε στην παραπάνω διαβεβαίωση που δόθηκε από εμένα και να αγοράσετε τα αγαθά και να με αφήσετε να τα κατέχω σύμφωνα με τους όρους αυτής της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς. .........................................». x. Βάσει του συμβολαίου ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, η Ενάγουσα χρηματοδότησε τον Εναγόμενο 1, υπό τους όρους που είχαν συμφωνηθεί, το ποσό των €50.
  7. xi. Για σκοπούς εξασφάλισης του συμβολαίου ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, ο Εναγόμενος 1 επιβάρυνε προς όφελος της Ενάγουσας τους τίτλους ιδιοκτησίας των οχημάτων (α) HYUNDAI ACCENT µε αριθμούς εγγραφής ΕΖΜ824, (β) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθμούς εγγραφής ΕΝΒ913 (γ) PEUGEOT 306 ΧΑD VΑΝ µε αριθμούς εγγραφής ΕΑΗ849, και (δ) ΤΟΥΟΤΑ CAMI ESTATE µε αριθμούς εγγραφής ΚΡΗ764, (Τεκμήριο ΜΝ8), υπογράφοντας για το σκοπό αυτό σχετικό έγγραφο επιβάρυνσης, την 02/11/
  8. xii. Την 23/12/2008, οι Εναγόµενοι αιτήθηκαν γραπτώς από την Τράπεζα την απαλλαγή του οχήµατος µε αριθµούς εγγραφής ΕΡΚ108, µε αντάλλαγµα την επιβάρυνση του οχήµατος µε αριθµούς εγγραφής XF400, ιδιοκτησίας του Εναγοµένου
  9. Επιβάρυνση, που, έγινε δια της υπογραφής σχετικού εγγράφου, την ίδια ημέρα. (Τεκμήρια ΜΝ3, ΜΝ4 και ΜΝ5). Δήλωναν, οι Εναγόμενοι, με το Τεκμήριο ΜΝ3, μεταξύ άλλων, ότι: «Με την παρούσα αίτηση µας οι πιο κάτω υπογεγραμμένοι, πρωτοφειλέτης και εγγυητές του πιο πάνω συµβολαίου ενοικιαγοράς στη Marfin Popular Bank Public Co Ltd, αιτούµαστε όπως: Απαλλάξετε το πιο πάνω αντικείμενο και μεταβιβάσετε την κυριότητα του έτσι ώστε να καταστεί ο πρωτοφειλέτης απόλυτος ιδιοκτήτης. Σε αντάλλαγµα της πιο πάνω αίτησης µας και ταυτόχρονα µε την αιτούµενη µεταβίβαση ενεχυριάζοµε προς όφελος σας το όχηµα XF400 µάρκας AUDI 90 Saloon. ............................................................................................................................ Παράλληλα µε την παρούσα αίτηση µας, ρητά διακηρύττουμε και αναγνωρίζουμε ότι µε την έγκριση της αίτησης µας αυτής, δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα της Εταιρείας σας που πηγάζουν από το εν λόγω συµβόλαιο ενοικιαγοράς. Εάν όµως επηρεασθούν καθ' οποιονδήποτε τρόπο τα ως άνω δικαιώµατα και/ή συµφέροντα σας, αναγνωρίζουµε µε την αίτηση µας αυτή ότι οφείλουµε να πληρώσουµε σε σας το παραµένον µετά την απαλλαγή υπόλοιπο πλέον τόκους και ενδεχόµενα έξοδα. .». xiii. Την 29/09/2009, η Ενάγουσα, αιτήθηκε την απαλλαγή του αυτοκινήτου µε αριθμούς εγγραφής ΗΡΧ212, µε αντάλλαγµα την προς όφελος της Τράπεζας επιβάρυνση των οχηµάτων µε αριθμούς εγγραφής ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764, ιδιοκτησίας του Εναγοµένου
  10. Επιβάρυνση, που, έγινε δια της υπογραφής σχετικού εγγράφου, την 02/11/
  11. (Τεκμήρια ΜΝ6, ΜΝ7 και ΜΝ8). Δήλωναν, οι Εναγόμενοι, με το Τεκμήριο ΜΝ6, μεταξύ άλλων, ότι: «Με την παρούσα αίτηση μας οι πιο κάτω υπογεγραμμένοι, πρωτοφειλέτης και εγγυητές του πιο πάνω συμβολαίου ενοικιαγοράς στη MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC COMPΑΝΥ LTD , αιτούμαστε όπως:
  12. Απαλλάξετε και δώσετε μεταβίβαση για το πιο πάνω αυτοκίνητο το οποίο αποτελεί αυτοκίνητο του πιο πάνω συμβολαίου ενοικιαγοράς έτσι ώστε να καταστεί ο πρωτοφειλέτης απόλυτος ιδιοκτήτης.
  13. Σε αντάλλαγμα της πιο πάνω αίτησης μας και ταυτόχρονα με την αιτούμενη μεταβίβαση ενεχυριάζομε προς όφελος σας τα οχήματα Hyundai Accent με αρ. εγγραφής ΕΖΜ824, Peugeot 306XAD Van με αρ. εγγραφής ΕΝΒ913, Peugeot 306XAD Van με αρ. εγγραφής ΕΑΗ849, Toyota Cami Estate με αρ. εγγραφής ΚΡΗ
  14. ............................................................................................................................
  15. Παράλληλα με την παρούσα αίτηση μας, ρητά διακηρύττουμε και αναγνωρίζουμε ότι με την έγκριση της αίτησης μας αυτής, δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα της Εταιρείας σας που πηγάζουν από το εν λόγω συμβόλαιο ενοικιαγοράς, εάν όμως επηρεασθούν καθ' οποιονδήποτε τρόπο τα ως άνω δικαιώματα και/ή συμφέροντα σας, αναγνωρίζουμε με την αίτηση μας αυτή ότι οφείλουμε να πληρώσουμε σε σας το παραμένον μετά την απαλλαγή υπόλοιπο πλέον τόκους και ενδεχόμενα έξοδα. ..». xiv. Μέχρι και την 15/02/2011, ο Εναγόμενος 1 είχε πληρώσει τις δόσεις λήξεως, από 15/01/2009 έως 15/05/2009 (μέρος), ήτοι €4.292,73 και καθυστερούσε και όφειλε τις δόσεις λήξεως από 15/05/2009 (μέρος) έως 15/02/2011, συμποσούμενων σε €18.834,77, πλέον τόκους, ως οι όροι της σύμβασης. (Τεκμήρια ΣΔ8 και ΣΔ9). xv. Σύμφωνα με τον όρο 2(β) της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, «
  16. Ο μισθωτής (.) συμφωνεί: . (β) Να πληρώνει με ακρίβεια στην ορισμένη για το σκοπό αυτό μέρα και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση τα μηνιαία μισθώματα/δόσεις που αναφέρονται στο παράρτημα «Τα Εμπορεύματα» και η ακριβής και τακτική πληρωμή κάθε μηνιαίου μισθώματος/δόσης είναι ουσιώδης όρος της Συμφωνίας αυτής. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). xvi. Σύμφωνα δε και με τον όρο 4(α) της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, «
  17. Αν ο μισθωτής: (α) Παραλείψει να πληρώσει την οφειλόμενη πληρωμή ή την πληρωμή με ακρίβεια οποιουδήποτε από τα μισθώματα/δόσεις ή οποιουδήποτε ποσού πληρωτέου στους ιδιοκτήτες σύμφωνα με τη Συμφωνία αυτή ή οποιουδήποτε τμήματος του μισθώματος ή του ποσού, ή . ΤΟΤΕ μόλις συμβεί οποιοδήποτε τέτοιο γεγονός, χωρίς βλάβη οποιασδήποτε αξίωσης των ιδιοκτητών για είσπραξη των ήδη οφειλόμενων ποσών ή για μισθώματα/δόσεις καθώς και για την πληρωμή τόκου, εξόδων ή και άλλα οφειλόμενα ποσά ή για αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας αυτής, το δικαίωμα του μισθωτή να κατέχει τα αγαθά τερματίζεται αμέσως χωρίς να του δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση από τους ιδιοκτήτες και οι ιδιοκτήτες έχουν το απόλυτο δικαίωμα να τερματίσουν τη Συμφωνία αυτή είτε δίνοντας σχετική ειδοποίηση στο μισθωτή είτε με την ανάκτηση κατοχής των αγαθών.». xvii. Λόγω των προαναφερόμενων καθυστερήσεων στην πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, η Ενάγουσα, νόμιμα τερμάτισε την σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, την 15/02/
  18. Η, χωρίς καθυστέρηση, πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας των μερών, παράβασης του οποίου ρητά συμφωνήθηκε ότι έδιδε το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης (βλ. Ελισάβετ Αντωνιάδου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2003)1Α Α.Α.Δ. 530 [[ii]]). xviii. Σύμφωνα με τον όρο 11 της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, «
  1. . συμφωνείται και διακηρύσσεται ότι οποιοδήποτε ειδοποίηση, επιστολή η άλλο έγγραφο από τους ιδιοκτήτες προς το μισθωτή ή τον εγγυητή θα θεωρείται ότι λήφθηκε οπό το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε αν στάλθηκε με το συνηθισμένο ταχυδρομείο και η ειδοποίηση αυτή, επιστολή ή άλλο έγγραφο θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε κατά το χρόνο που αυτή θα έπρεπε να είχε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων παραδοθεί σε αυτόν στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του. Νοείται ότι ο μισθωτής υποχρεούται να ενημερώνει τους ιδιοκτήτες για τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης του.». Ο Εναγόμενος 3 είχε δηλώσει προς την Ενάγουσα, ως φαίνεται από την σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, ως διεύθυνση για σκοπούς της μεταξύ τους συμφωνίας, την Οδό Δημητρίου Μηττροπούλλου 9, Στρόβολος, Λευκωσία. Στην εν λόγω διεύθυνση του, που ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του προς την Ενάγουσα, εστάλη από την Ενάγουσα η εν λόγω επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο ΣΔ1, με το συνηθισμένο ταχυδρομείο, την οποία ο Εναγόμενος 3 παρέλαβε [[iii]]. xix. Ειδοποίηση για τα του τερματισμού της έλαβαν, γραπτώς, όλοι οι Εναγόμενοι (Τεκμήριο ΣΔ1). xx. Σύμφωνα με τον όρο 2(γ) της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, «
  2. Ο μισθωτής (και αν υπάρχουν περισσότεροι από ένα μισθωτές από κοινού, αλληλέγγυα και χωριστά) συμφωνεί: (γ) Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιουδήποτε μισθώματος/δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφλησή του. Συμφωνείται ότι ο τόκος υπερημερίας θα είναι 7 (επτά) εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το βασικό επιτόκιο της Marfin Popular Bank PubIic Co Ltd, όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας με αναφαίρετο δικαίωμα των ιδιοκτητών να αφαιρούν από οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα τους τόκους υπερημερίας. Ο Ιδιοκτήτης διατηρεί το δικαίωμα να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά τη κρίση του και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το επιτόκιο και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον μισθωτή που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. ...». Ο τόκος (υπηρημερίας) επί των καθυστερημένων δόσεων (€18.834,77), βάσει του προαναφερόμενου όρου 2(γ) της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, κατά την ημερομηνία του τερματισμού της από την Ενάγουσα την 15/02/2011, ανερχόταν σε €2.202,
  3. xxi. Τα «μη ληγμένα» ενοίκια κατά την ημερομηνία τερματισμού, ανέρχονταν σε €43.479,
  4. (Τεκμήρια ΣΔ8 και ΣΔ9). xxii. Λόγω παράλειψης των Εναγομένων 1 και 2 να εξοφλήσουν την εξ αποφάσεως οφειλή τους (μέχρι και την δίκη σε ότι αφορούσε τον Εναγόμενο 3, με αναφορά μάλιστα την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής, δεν κατεβλήθη κανένα ποσό έναντι της απαίτησης της Ενάγουσας), ή και λόγω της παράλειψης του Εναγομένου 1 να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/12/2011, δια της οποίας διατάχθηκε «ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως ο εναγόμενος 1 παραδώσει εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος τα οχήματα με αριθμό εγγραφής ΕΑΡ268 και ΚΑΑ079 στα Κεντρικά Γραφεία των εναγόντων στο Παραλίμνι δια να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού προς εξόφληση του εξΌποφάσεως χρέους και των εξόδων. Το δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο
  5. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως ο εναγόμενος 1 παραδώσει εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος τα οχήματα με αριθμό εγγραφής ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764 στα Κεντρικά Γραφεία των εναγόντων στο Παραλίμνι δια να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού προς εξόφληση του εξΌποφάσεως χρέους και των εξόδων. Το δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο 1.», η Ενάγουσα, την 29/03/2012, μεταξύ άλλων μέτρων που έλαβε για την εκτέλεση της απόφασης της, αιτήθηκε από το Δικαστήριο και εξασφάλισε, εναντίον του Εναγομένου 1, ένταλμα παράδοσης των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής ΕΑΡ268, ΚΑΑ079 ΕΖΜ824, ΕΝΒ913, ΕΑΗ849 και ΚΡΗ764, αναφορά στα οποία γίνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου. Τελικώς, παρεδόθησαν στην Ενάγουσα μόνον τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΕΝΒ913 και ΚΑΑ079, τα οποία πωλήθηκαν σε δημόσιο πλειστηριασμό για €240 και €200 αντίστοιχα, ποσά τα οποία, μία μέρα μετά τον πλειστηριασμό τους, κατατέθηκαν έναντι της εξ αποφάσεως οφειλής, ήτοι στις 06/06/2012 και 05/06/2013, αντίστοιχα. Σε σχέση με τα υπόλοιπα οχήματα, το ένταλμα του Δικαστηρίου δεν εκτελέστηκε, για τον λόγο ότι, αυτά, δεν ανευρέθηκαν στην κατοχή του Εναγομένου 1 (Τεκμήρια ΣΔ3, ΣΔ4, ΣΔ6 και ΣΔ7). xxiii. Σύμφωνα με την σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, αναπόσπαστο μέρος της οποίας αποτελεί και η «εγγύηση και αποζημίωση» που υπέγραψε ο Εναγόμενος 3, μεταξύ άλλων, προνοεί: «ΜΕ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ την σύναψη από σας της πιο πάνω Συμφωνίας Ενοικιαγοράς με ημερομηνία 26/11/2008 (Συμφωνία Ενοικιαγοράς) μεταξύ σας και του πιο πάνω μισθωτή. ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ που υπογράφω/φουμε παρακάτω με το έγγραφο αυτό από κοινού και χωριστά εγγυούμαστε την πρέπουσα και επακριβή πληρωμή από το μισθωτή όλων των ποσών τα οποία δυνατό να καταστούν οφειλόμενα σε σας σύμφωνα με τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς. ............................... ΚΑΙ ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ συμφωνώ/ούμε ότι τα δικαιώματά σας σύμφωνα με την εγγύηση αυτή δε θα επηρεαστούν από την παροχή χρόνου από σας ή από άλλη ευκολία προς το μισθωτή, ή από την τροποποίηση οποιουδήποτε όρου της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς χωρίς να ειδοποιηθώ/ούμε. Και για να καταστεί η εγγύηση αυτή εντελώς αποτελεσματική και ισχυρή ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ διακηρύσσω/ουμε ότι θα είστε ελεύθεροι να ενεργείτε ως ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ να είμαι/είμαστε ο Πρωτοφειλέτης/οι Πρωτοφειλέτες και ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ με το έγγραφο αυτό παραιτούμαι/μαστε από οποιοδήποτε ή οποιαδήποτε δικαίωμα/τά μου/μας ως εγγυητής/ές τα οποία είναι ή σε οποιοδήποτε χρόνο γίνονται ασυμβίβαστα με οποιαδήποτε από τις παραπάνω πρόνοιες.». xxiv. Συνεπώς, ο Εναγόμενος 3, είναι υποχρεωμένος (βλ. Ελισάβετ Αντωνιάδου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2003)1Α Α.Α.Δ. 530 και Marfin Popular Bank Public Co Ltd v Δήμος Χατζηνεοκλής κ. α. Πολιτική Έφεση Αρ. 110/2007, 12/03/2013 [[iv]]) να πληρώσει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €62.314,03 που βάσιμα αξίωσε η Ενάγουσα εναντίον του Εναγομένου 1, βάσει των όρων της σύμβασης ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, απαίτηση την οποία ο Εναγόμενος 3 εγγυήθηκε και ανέλαβε σε κάθε περίπτωση να εξοφλήσει (μείον του ποσού των €440). [Ε]. ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ (i) Η ισχυριζόμενη υπεραξία που δόθηκε στα αντικείμενα της ενοικιαγοράς 29. Στην υπόθεση Γεώργιος Σολωμού κ. α. ν Marfin Popoular Bank Public Co Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 36, στην οποία έχω προαναφερθεί, ως προς το ζήτημα της εικονικότητας σύμβασης ενοικιαγοράς, όταν αυτή διασυνδέεται με την αξία του αντικειμένου της, το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη, ότι, η υπερτιμολόγησης ενός αντικειμένου, όταν κάτι τέτοιο συμπεραίνεται από τα παραδεκτά γεγονότα, από μόνη της, αν και εγείρει ευλόγως ερωτηματικά ως προς την πραγματική φύση της συναλλαγής, δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο εικονικότητας, από την άποψη συμμετοχής και της τράπεζας στην υπερτιμολόγηση του. Κρίθηκε, μάλιστα, από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι, το γεγονός ότι η τράπεζα δεν είχε ελέγξει το αντικείμενο, ενόψει των πρόσθετων εξασφαλίσεων που είχε για την χρηματοδότηση, αποδεχόμενη την αξία που της είχε δηλωθεί από τον πωλητή (και εν συνεχεία ενοικιαστή / εναγόμενο), δεν ήταν στοιχείο που υποστήριζε τον ισχυρισμό του εναγομένου περί εικονικότητας της σύμβασης ενοικιαγοράς, όταν ο ίδιος δεν έδωσε προς τούτο καμία εξήγηση. Στην δε υπόθεση, Παναγιώτης Ιωάννου κ. α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 91, αναφορά στην οποία έχω ήδη κάνει, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς το εν λόγω ζήτημα, ανέφερε, ότι, «Στην επίδικη σύμβαση η αξία των αντικειμένων ήταν η αντίστοιχη με αυτή του τιμολογίου και οι εφεσίβλητοι εξήγησαν επαρκώς γιατί δεν έσπευσαν να επιθεωρήσουν τα εν λόγω αντικείμενα. Αυτοί αισθάνονταν πλήρως εξασφαλισμένοι και είχαν εμπιστοσύνη στους πελάτες τους, εφεσείοντες. Είναι οι τελευταίοι που θα έπρεπε να ενδιαφερθούν και να ερευνήσουν για όλα τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά των αντικειμένων, πράγμα που έπραξαν καθώς τούτο προκύπτει από τα έγγραφα που αυτοί παρουσίασαν.». Σχετική εν προκειμένω είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Thomas Liobay Developments Ltd κ. α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1749, στην οποία παρόμοιο ζήτημα φαίνεται να αποφασίστηκε επί του ιδίου σκεπτικού (βλ επίσης Marfin Popular Bank Public Co Ltd v Δήμος Χατζηνεοκλής κ. α. Πολιτική Έφεση Αρ. 110/2007, 12/03/2013). 30. Στην προκείμενη περίπτωση, από πλευράς Ενάγουσας παρουσιάστηκε (δια του ΜΕ2) μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί, ότι, ο Εναγόμενος 1 είχε αποδεχθεί και δηλώσει (βλ. παράγραφο 28(ix) ανωτέρω), ότι αυτή ήταν η αγοραία αξία των οχημάτων και η Ενάγουσα βασίστηκε από τις διαβεβαιώσεις του, χωρίς να προχωρήσει σε φυσική εξέταση, προς σχετική διαπίστωση, των οχημάτων (βλ. Αντώνης Αντωνίου κ. α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 856). Δεν έχει, εν προκειμένω, παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μαρτυρία, ή, εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν αποδειχθεί γεγονότα, από πλευράς Εναγομένου 3 (βλ. Barclays Bank Plc ν. J.G.L. (Constructions Ltd.) κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726 και Γεώργιος Σολωμού κ. α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1831), που να μπορούν να ανατρέψουν τα όσα ο Εναγόμενος 1 δήλωσε στην Ενάγουσα σχετικά (βλ. Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Γ ΑΑΔ 1522). (ii) Η απαλλαγή του Εναγομένου 3 λόγω αποδέσμευσης των οχημάτων
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ξεκάθαρα από την προσαχθείσα μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, και ειδικότερα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων ΜΝ3 και ΜΝ6, ότι, η όποια αποδέσμευση οχημάτων έγινε με την συγκατάθεση του Εναγομένου 3 και την διαβεβαίωση του ως προς την διαφύλαξη των δικαιωμάτων της Ενάγουσας που απορρέουν από την σύμβαση ενοικιαγοράς, Τεκμήριο ΣΔ2, ώστε να μην τίθεται, επενεργούντος του νόμου, ζήτημα απαλλαγής του Εναγομένου 3 από τις συμβατικές του υποχρεώσεις (βλ. κατ' αναλογίαν τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση του στην υπόθεση Ανθή Φελλά ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ECLI:CY:AD:2015:A630, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 94/2010 και 158/2010, ημερομηνίας 28/09/2015). [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί: Α. Η Ανταπαίτηση του Εναγομένου 3 εναντίον της Ενάγουσας αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Β. Η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 3 επιτυγχάνει και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 3, αλληλέγγυα και ή ξεχωριστά με τους Εναγομένους 1 και 2 εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση, για το ποσό των €61.874,03 πλέον νόμιμο τόκο [[v]] επί του ποσού των €62.314,03 από την 15/02/2011 μέχρι εξοφλήσεως.
  3. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 3, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Διακστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ως καταγράφεται στο σύγγραμμα Documentary Evidence, των Style και Hollander, 6η έκδοση, στην σελίδα 88, «. where in any cause or matter an application is made in respect of oral expert evidence, then unless the court considers there are special reasons for not doing so, it shall direct that the 'substance of the evidence' be disclosed in the form of a written report or reports to such other parties and within such period as the court may specify. .. The 'substance of the evidence' means the evidence which it is intended that the expert should give; the court has no power to order a party to disclose expert evidence on an issue on which that party does not intend to adduce evidence at trial: Derby v Weldon (No 9)
(1990)The Times, 9 November (a different decision to that reported under the same name at [1991] 1 WLR 652).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά, ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις, και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827). Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της (ως ζήτημα επιλογής, έναντι αυτού της επιβεβαίωσης της σύμβασης και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης), είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη, σε κάθε σύμβαση, να καθορίσουν ρητά. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της - ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της - (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής εν προκειμένω πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της). [iii] Σε ότι αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου, ως έχει προαναφερθεί, παρέχεται το δικαίωμα τερματισμού μιας σύμβασης και το αναίτιο μέρος επιλέγει τον τερματισμό της, η απόφασης του αυτή, κανονικά, είναι αποτελεσματική, εάν γνωστοποιηθεί στον αντισυμβαλλόμενο. Ο δε τερματισμός, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρος («clear and unequivocal»). Εν προκειμένω, στην υπόθεση Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] AC 800, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου (ως ήταν τότε η επωνυμία της), ανέφερε ότι, η πράξη της γνωστοποίησης του τερματισμού της σύμβασης, μπορεί να προσλάβει κάθε δυνατό τύπο. Ανατρέποντας σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα το Αγγλικό Εφετείο [[iii]], η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου, αποφάσισε ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, δεν είναι απαραίτητο να είναι καθοδηγούμενος από ρητή τοποθέτηση του αναίτιου μέρους που επιλέγει τον τερματισμό της ως προς αυτό («does not have to be couched in the language of acceptance [of the repudiation]»). Είναι αρκετό, ελέχθη, η γνωστοποίησης από πλευράς του αναίτιου μέρους, ή ακόμη και η διαγωγή του αναίτιου μέρους, να μεταφέρει ξεκάθαρα στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, αυτός - το θιγόμενο, δηλαδή, μέρος -, θεωρεί ότι η σύμβαση έχει τερματιστεί. Μάλιστα, ως ετέθη το ζήτημα από τον Λόρδο Steyn στην εν λόγω υπόθεση, το θέμα που η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων είχε κληθεί να αποφασίσει, ήταν, κατά πόσο, «non-performance of an obligation is ever as a matter of law capable of constituting acceptance [of the repudiation as opposed to affirmation]», στο οποίο και απεφάνθη, καταφατικά, καταλήγοντας, ότι, το κατά πόσο, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει τερματισμός λόγω παράβασης σύμβασης («repudiatory breach»), «all depends on the particular contractual relationship and the particular circumstances of the case». Εκρίθη, επί αυτής της βάσης, στην εν λόγω υπόθεση, ότι, η αδράνεια του αναίτιου μέρους, σε ότι αφορούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που η σύμβασης έθετε σε αυτό, αποτελούσε διαγωγή, δια της οποίας, είχε γνωστοποιηθεί στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, η σύμβασης τους είχε τερματιστεί. [iv] Εν προκειμένω, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ελισάβετ Αντωνιάδου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2003)1Α Α.Α.Δ. 530, εξετάζοντας σχεδόν ταυτόσημο ζήτημα, ανέφερε τα εξής: «Σύμβαση καθιστούσε τη μη καταβολή των προβλεπομένων δόσεων ουσιώδη όρο της συμφωνίας (condition), παράβαση του οποίου παρείχε στην εφεσίβλητη δικαίωμα τερματισμού της και ανάκτησης του αντικειμένου της, του αυτοκινήτου. Η εγγύηση, εξάλλου, δεν περιοριζόταν στο αλληλέγγυο των εγγυητών στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πρωτοοφειλέτιδος, αλλά εκτεινόταν και στην αποζημίωση της εφεσίβλητης από κάθε ζημιογόνο πράξη της, γεγονός που προσέδιδε στην «εγγύηση» και το χαρακτήρα συμφωνίας εξασφάλισης (indemnity). Το κείμενο της επικεφαλίδας, κάτω από την οποία στοιχειοθετούνται οι υποχρεώσεις των εγγυητών, «ΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ», αντανακλά το περιεχόμενό της. η αναληφθείσα υποχρέωση συνιστούσε τόσο εγγύηση με τη στενή έννοια του όρου όσο και εξασφάλιση για κάθε προκύπτουσα ζημία από ζημιογόνους πράξεις της πρωτοοφειλέτιδος. .......................................................... Οι όροι της δοθείσας εγγύησης εκτείνονταν, όπως σωστά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, όχι μόνο στο αλληλέγγυο του εγγυητή για την εκπλήρωση των καθορισμένων συμβατικών υποχρεώσεων της πρωτοοφειλέτιδος αλλά και στην εξασφάλιση του εκμισθωτή - πωλητή έναντι πάσης ζημίας, την οποία ήθελε υποστεί από πράξεις ή παραλείψεις της σε σχέση με το αντικείμενο της ενοικιαγοράς, που ήταν η απόκτησή του μέσω ενοικιαγοράς. Επρόκειτο για Σύμβαση εγγύησης και εξασφάλισης, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο». [v] Ως περιορίστηκε από πλευράς Ενάγουσας (μαρτυρία ΜΕ1). Βλ. ως προς το δικαίωμα ανάκτησης νόμιμου τόκου τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ. α. ν Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246 και Ανθή Φελλά ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ECLI:CY:AD:2015:A630, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 94/2010 και 158/2010, ημερομηνίας 28/09/2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.