ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LANE HOMES LTD, Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 66/2013, 27/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 66/2013 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LANE HOMES LTD -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 ------------------- Ημερομηνία: 27/10/2016 Αίτηση ημερομηνίας 04/04/2016, για λήψη άδειας από το Δικαστήριο για συνέχιση διαδικασίας πολιτικής αγωγής που εκκρεμεί εναντίον της εταιρείας Lane Homes Ltd, εναντίον της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης την 21/03/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τους Αιτητές, David Martin και Shan Martin: κα Ραφαέλλα Καραμανή για την Δημητρίου & Δημητρίου Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση, Εκκαθαριστή της Lane Homes Ltd, κ. Μάριο Καλλία: κ. Λεωνίδας Χατζηπέτρου προσωπικά και εκ μέρους της κας Ελένης Β. Στυλιανού --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 1. Οι Αιτητές, David Martin και Shan Martin, με την υπό κρίση Αίτηση, αιτούνται από το Δικαστήριο: «Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια να συνεχιστεί η διαδικασία της κάτωθι πολιτικής αγωγής εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας LANE HOMES LTD: 1. Αγωγή με αριθμό 220/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου μεταξύ 1. David Martin και 2. Shan Martin εναντίον Μάριου Καλλία υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης και διαχειριστής της εταιρείας LANE HOMES LTD (H. E. 121018), εκ Γ. Ξενόπουλος 10, 1061 Λευκωσία.». 2. Για σκοπούς εύκολης αναφοράς, στην συνέχεια της απόφασης μου, οι David Martin και Shan Martin θα καλούνται ως «οι Αιτητές» και η εταιρεία Lane Homes Ltd ως «η Εταιρεία». 3. Εισαγωγικά, πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι, η υπό κρίση Αίτηση, έχει υποβληθεί δια κλήσεως του κ. Μάριο Καλλία, που, ως εμφαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης και αναφέρεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι ο εκκαθαριστής της Εταιρείας [[i]]. Επανέρχομαι στο ζήτημα που αφορά τον εκκαθαριστή και την τοποθέτηση του σε ότι αφορά αυτή την Αίτηση, δια του εκπροσώπου του, στην συνέχεια. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ 4. Η Αίτηση, βασίζεται: «. στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ. 10, 11, Δ.48 Θ 1 - 9, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, 'Άρθρα 2, 215, 220, 222, 228, 233, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, και επί των συμφυών εξουσιών και διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.». 5. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Δέσποινας Πουπάζη, που είναι, ως δηλώνει, υπάλληλος στην Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί τους Αιτητές σε αυτή την διαδικασία. Στα όσα από απόψεως γεγονότων αυτή ισχυρίζεται, επανέρχομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο προς το σκοπό εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ 6. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σε αυτούς, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, κατά την εξέταση της ουσίας του υποβληθέντος αιτήματος. 7. Η Ένσταση, βασίζεται: «(
- i)Στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 2, 215, 220, 221, 222, 228, 231, 233, 298Β, 200, (
- ii)Στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, Θ. 4, Δ.9, (iii) Στη Σύμφυτη Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου». 8. Η Ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση. Στους προβαλλόμενους με αυτήν ισχυρισμούς, σε ότι αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση του στο υποβαλλόμενο με την υπό κρίση Αίτηση, αίτημα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ 9. Πριν ξεκινήσω με την εξέταση της νομικής βάσης της υπό κρίση Αίτησης, σημειώνεται το γεγονός της καταχώρισης της την 04/04/2016, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο της πρόσφατης τροποποιήσεως του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 κατά τα έτη 2015 και 2016, ειδικότερα από τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2015, Νόμος 63(Ι)/2015, ο οποίος ετέθη σε ισχύ με την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 07/05/2015 [[1]]. 10. Το Άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο οποίο βασίζεται ουσιαστικά η υπό κρίση Αίτηση, έχει ως εξής: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Η νομική πτυχή και εφαρμογή των προνοιών του Άρθρο 220 του Κεφ. 113 έχω εντοπίσει να αναλύονται πλήρως στην απόφαση του έντιμου Ε. Δ., Λ. Παντελή, στην Αίτηση 245/2001 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Αναφορικά με την εταιρεία Maxdata Holdings Ltd, ημερομηνίας 30/11/2011. Παραθέτω αυτούσια σχετική περικοπή από τα αναφερόμενα του συναδέλφου στην εν λόγω απόφαση του, την ανάλυση του οποίου, σε ότι αφορά την νομική πτυχή του υπό συζήτηση θέματος, υιοθετώ πλήρως: «Όπως έχει ειπωθεί το λεκτικό του άρθρου 220 προσομοιάζει με εκείνο του άρθρου 231 του αγγλικού Companies Act του 1948. Κατ' επέκταση συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 231 του αγγλικού νόμου μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο (βλ. Stefanos & Andreas Cold Stories Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1806, 1812). Ό,τι εξυπηρετεί το άρθρο 231 προσδιορίζεται στο σύγγραμμα Company Law, 4th ed, του Robert R. Pennington. Στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ Τhe purpose of the statutory provision is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of expensive litigation, but the provision also applies where there is no such summary procedure available, and so even interpleader proceedings against a company in compulsory liquidation cannot be brought without leave. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21st edition, στη σελίδα 768 αναφέρεται∙ The object of the winding-up provisions of the Companies Act 1862, said Lindley L.J. in Re Oak Pitts Colliery Co., "is to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu". Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι σκοπός του αγγλικού άρθρου 231, αλλά και του επίδικου, άρθρο 220, είναι η προστασία της περιουσίας εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση ούτως ώστε οι πιστωτές της να ικανοποιηθούν εξίσου και ακριβοδίκαια στα πλαίσια μιας συνοπτικής και χαμηλού κόστους διαδικασία, όπως είναι η διαδικασία της επαλήθευσης. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το λεκτικό του άρθρου 220 αναφέρεται σε αγωγή ή διαδικασία που στρέφεται εναντίον της εταιρείας. Στην υπόθεση Stefanos & Andreas (πιο πάνω) έφεση που υπέβαλε η εταιρεία, η οποία είχε στο μεταξύ τεθεί υπό εκκαθάριση, κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε διαδικασία εναντίον της εταιρείας. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση επί τοις αφορώσι την εταιρεία GENEMP Trading Ltd
(2009)1B A.A.Δ. 1658 σε αυτή όμως την περίπτωση το δικαστήριο διέταξε την εφεσείουσα εταιρεία, η οποία τελούσε υπό εκκαθάριση, να καταθέσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως εξασφάλιση για έξοδα που ενδεχομένως να δημιουργούντο σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Εδώ αξίζει να ειπωθεί ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη
(1999)1Α Α.Α.Δ.326, 331, αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι χορήγηση άδειας για συνέχιση ή έναρξη αγωγής ή διαδικασίας εναντίον εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου βρίσκεται κατατεθειμένος ο φάκελος της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η περίπτωση που μνημονεύεται στο άρθρο 215 του Κεφ.
- ................................. . Στο σύγγραμμα Company Law (πιο πάνω) στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ "The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein". Περαιτέρω, στον Buckley (πιο πάνω) στη σελίδα 499 αναφέρεται ότι∙ "But, in general, leave to institute or proceed with an action will only be given where some question arises which cannot properly be determined in the winding up, and for whose determination an action is requisite". Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι για να επιτύχει αίτημα ως το επίδικο ο αιτητής χρειάζεται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη (prima facie) υπόθεση εναντίον της εταιρείας, ότι η φύση της αξίωσής του είναι τέτοια που δεν μπορεί να εξεταστεί με επαλήθευση, και ότι η θεραπεία που αξιώνει δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης [[ii]].». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σε κάθε περίπτωση, ως προκύπτει και από τα προαναφερόμενα, πρωταρχικός σκοπός των προνοιών Άρθρου 220 του Κεφ. 113 και του Δικαστηρίου που καλείται να το εφαρμόσει, είναι αυτός που η ίδια η διαδικασία της εκκαθάρισης αποσκοπεί. Δηλαδή, της περισυλλογής και διανομής, ισομερώς και χωρίς προτεραιότητα εξόφλησης («pari passu») μεταξύ των ανεξασφάλιστων πιστωτών της υπό εκκαθάριση εταιρείας, των περιουσιακών της στοιχείων. Και τούτο, αφού έχει προηγηθεί η πληρωμή όλων των προνομιούχων πιστωτών της (βλ. Άρθρο 300 του Κεφ. 113). Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που ένα διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας επηρεάζει όλους τους πιστωτές της εταιρείας, και όλους τους συνεισφορείς της, κατά τρόπο συλλογικό. Έχει μάλιστα εκφρασθεί επί τούτου και η άποψη ότι επενεργεί «ως αν να είχε υποβληθεί κοινό αίτημα πιστωτών και συνεισφορέων της εταιρείας» [[iii]] για την έκδοση του.
- Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παράσχει άδεια για έναρξη ή συνέχιση αγωγής ή άλλης διαδικασίας εναντίον εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση, εξασκείται σύμφωνα με το σωστό και δίκαιο της κάθε περίπτωσης και προς όφελος προσώπου που θεμελιώνει προς τούτο καλό και επιτακτικό λόγο. Η αντιμετώπιση του ζητήματος από τα Δικαστήρια, μέχρι στιγμής, είναι κοινή. Η υπό αναφορά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, εξασκείται προς εξισορρόπηση του συλλογικού συμφέροντος της ομάδας των πιστωτών της εταιρείας, έναντι της σχετικής ταλαιπωρίας και αδικίας που μπορεί να υποστεί ένας και μόνο πιστωτής. Ως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 853, στην σελίδα
- «The court will exercise its discretion whether or not to give permission to proceed with or commence a claim or proceeding against a company which is being wound up by the court according to what is right and fair in the circumstances. Proceedings will be allowed to continue where they are to enforce a mortgage or security upon the company's property unless the liquidator offers to give all that the mortgagee can obtain by his proceedings or an order in the winding up has already given him that relief. Proceedings will also be allowed to continue where the company is a necessary party to a claim against It and other persons; or where a claim is the most convenient method of trying a question; or where a shareholder has begun proceedings for rescission and rectification of the register before the winding up; or where the claim is for specific performance or for recovery of possession ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Παρόμοιες είναι και οι αναφορές στο Σύγγραμμα του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση, στις σελίδες 701 και 702, στην παράγραφος 22-007: «Although it is one of the principal consequences of the making of winding-up order that all proceedings and actions by individual creditors in enforcement of their claims against the company are suspended, the court has an important, discretionary power under s.130
(2)of the Act to grant dispensation from this moratorium in favour of those who establish special reasons for being allowed to continue, or commence, an action or proceeding against the company or its property. The court's powers in respect of the lifting of the automatic stay are complemented by those conferred by s.183 in respect of executions or attachments which were incomplete at the time of the commencement of the winding-up. A discretionary power is vested in the court by s.183
(2)(c) to enable it to do what is right and fair with respect to any creditors who had failed to complete an execution or attachment which was in progress at the date of commencement of winding-up. Although the basic thrust of s.183 is to the effect that a creditor is not entitled to retain the benefit of such an incomplete execution or attachment against the liquidator, subs.
(2)(c) creates the possibility for exceptions to be made, in the sense that the liquidator's rights may be set aside to such extent and on such terms as the court thinks fit. In exercising their discretionary powers-which can be invoked in relation to voluntary winding-up, as well as in a winding-up by the court - the courts have evolved an approach which aspires to balance the collective interest of the general body of creditors against the relative hardship and injustice which may be experienced by the individual creditor. The court is always conscious of the fact that it is acting under circumstances where it is inevitable that any mitigation of one person's loss will be at the expense of the general body of creditors, and hence will amount to a judicially-sanctioned exception to the pari passu principle. Considerable judicial emphasis has been placed upon the desire to do what is "right and fair in all the circumstances", with a particular regard for the invidious predicament of a creditor who can fairly claim to have been endeavouring to respect the requirements of established legal procedure and who in consequence refrained from completing an execution process that would otherwise have been put through in time. Courts have also been prepared to alleviate the plight of a creditor who would have completed a process of execution or attachment but for the perpetration of some act of deception or evasion by the debtor company. However, the court has to be persuaded that there are compelling reasons for disturbing the operation of the pari passu regime, and the mere fact that a creditor has been dissuaded from pressing home an available process of enforcement by means of what may be termed the "standard repertoire" of excuses for non-payment, or simply because the company pleaded for a further period of indulgence, may result in the court failing to find sufficiently weighty grounds for setting aside the governing principle of uniform treatment of all unsecured creditors. In the leading case dealing with the issues of principle with which the court is here concerned a creditor, having obtained a default judgment against the company, had obtained a charging order nisi over land on which the latter's business operations were conducted. Two days before the date set for the court to consider whether to make the order absolute the company passed a resolution for voluntary winding-up. The House of Lords concluded that no special weight should be given to the existence of the order nisi, since it did not amount to an irrevocable decision by the court which had made it. Accordingly, this did not provide a basis for enabling the creditor to gain an advantage as against the general body of creditors by exempting it from the consequences of the statutory scheme which took effect upon the passing of the resolution for winding-up. The charging order nisi was discharged. [[2]]».
- Στην προκείμενη περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι, αυτό το Δικαστήριο, αναλαμβάνει δικαιοδοσία, ως το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας, έχοντας ενώπιον του τον σχετικό φάκελο (δέστε σχετικά την απόφαση Ανδρέας Τσαγγάρη ανωτέρω) [[iv]].
- Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, έχοντας εξετάσει τους προβαλλόμενους από πλευράς Αιτητών ισχυρισμούς, σε ότι αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα τους και δη τις λεπτομέρειες της απαίτησης τους εναντίον της Εταιρείας (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση της κας Δέσποινας Πουπάζη, ημερομηνίας 04/04/2016), ικανοποιούμε ότι, από αυτούς, παρουσιάζεται να υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, βασιζόμενη σε ισχυρισμό για παράβαση σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας (κατοικίας), την ειδική εκτέλεση της οποίας οι Αιτητές αξιώνουν, σκοπώντας την εξασφάλιση της μεταβίβασης της κυριότητας της στο όνομα τους.
- Συνεπώς, το τι παραμένει προς εξέταση, είναι κατά πόσο η φύση της αξίωσης των Αιτητών, είναι τέτοια, που δεν μπορεί να επαληθευθεί στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης της Εταιρείας, ώστε, να καθίσταται αναγκαία η συνέχιση της Αγωγής εναντίον της. Ως εκ τούτου, προχωρώ να εξετάσω, ποιές απαιτήσεις, είναι, σύμφωνα με το Κεφ. 113, επαληθεύσιμες στα πλαίσια εκκαθάρισης εταιρείας.
- Σχετικό με το ζήτημα, ποιες απαιτήσεις, είναι, σύμφωνα με το Κεφ. 113, επαληθεύσιμες στα πλαίσια εκκαθάρισης, είναι το Μέρος V του Κεφ. 113 και δη τα Άρθρα από 298 έως 300, που αφορούν την «Επαλήθευση και Κατάταξη Απαιτήσεων».
- Σύμφωνα με το Άρθρο 298 του Κεφ. 113: «Σε κάθε εκκαθάριση (με την επιφύλαξη, στην περίπτωση αφερέγγυων εταιρειών, της εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού του Νόμου περί Πτωχεύσεως) όλα τα χρέη [[v]] που είναι πληρωτέα υπό αίρεση, και όλες οι απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, εξακριβωμένες ή εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, είναι αποδεχτές ως επαλήθευση εναντίον της εταιρείας, αφού γίνει στο μέτρο που είναι δυνατό δίκαιη εκτίμηση της αξίας των χρεών αυτών ή των απαιτήσεων που είναι υπό αίρεση ή είναι εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, ή που για οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν έχουν συγκεκριμένη αξία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η διαδικασία της επαλήθευσης - περιλαμβανομένης της εκτίμησης τους χρέους και αμφισβήτησης σχετικής απόφασης -, ορίζεται από το Άρθρο 251 του Κεφ. 113, ως έχει διαμορφωθεί με τον τροποποιητικό Νόμο 63(Ι)/2015 [[vi]].
- Περαιτέρω, σημειώνονται οι πρόνοιες του Άρθρου 298Β του Κεφ. 113, που ρυθμίζουν την περίπτωση εκκαθάρισης αφερέγγυας εταιρείας: «Σε περίπτωση εκκαθάρισης αφερέγγυας εταιρείας υπερισχύουν και εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύοντες κανονισμοί βάσει του περί Πτώχευσης Νόμου [[vii]] σχετικά με τις περιουσίες προσώπων που κηρύχθηκαν σε πτώχευση ως προς τα δικαιώματα των ασφαλισμένων και μη ασφαλισμένων πιστωτών, καθώς και για τα χρέη που δύναται να επαληθευθούν και για την εκτίμηση ετήσιων προσόδων και μελλοντικών και υπό αίρεση υποχρεώσεων, και όλα τα πρόσωπα που θα είχαν δικαίωμα να προβούν σε επαλήθευση και να λάβουν μέρισμα από το ενεργητικό της εταιρείας δύνανται να συμμετάσχουν στην εκκαθάριση και να υποβάλουν τέτοιες απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας, ως σχετικά προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου: .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση στην σελ. 759 [[viii]], αναφέρονται τα ακόλουθα σε ότι αφορά ποιοι πιστωτές δικαιούνται να επαληθεύσουν τις απαιτήσεις τους στα πλαίσια εκκαθάρισης εταιρείας, που συνταυτίζονται απόλυτα με τις προεκτεθείσες πρόνοιες της υφιστάμενης νομοθεσίας μας: «The debts for which creditors are entitled to prove are specified in section 316 of the Act. They include all debts payable on a contingency and all claims present and future, certain or contingent, ascertained or sounding only in damages, and, where necessary, a just estimate is to be made of their value. But, where the company is insolvent, this is subject to the rules of bankruptcy as to debts provable (s. 317). Under section 30 of the Bankruptcy Act 1914, demands in the nature of unliquidated damages are not provable unless they arise by reason of a contract, promise or breach of trust. Subject to this limitation, every kind of liability, however difficult of valuation, is provable, unless declared by the court incapable of being fairly estimated, the object of the Act being " to put all unsecured creditors upon an equality, and to pay them pari passu.". Accordingly, not only creditors to whom the company is indebted in sums presently due can prove, but also creditors whose debts are not yet due, and not only creditors but persons who have any claim or who may have any claim against the company, e.g., a person who has a claim for damages for breach of contract, or for the determination of a contract, e.g., a policy of insurance, by the company's going into liquidation, or a passenger on a tramcar claiming damages for injuries under the company's contract of carriage. Any liability, in fact, of the company existing at the commencement of the winding up may be proved, and not merely debts due at the commencement of the winding up. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Δέστε επίσης και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Roy Goode, Principles Of Corporate Insolvency Law, 4η Έκδοση, Κεφάλαιο 8, ειδικότερα τα αναφερόμενα στις σελίδες 235 έως 240 (παράγραφοι 8-01 έως 08-06) και 264 έως 271 (παράγραφοι 8-40 έως 08-48).
- Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι, η απαίτηση των Αιτητών εναντίον της Εταιρείας για ειδική εκτέλεση της, ως ισχυρίζονται, μεταξύ τους σύμβασης, ώστε να επιτευχθεί η επ' ονόματι τους μεταβίβαση της κυριότητας της κατοικίας, το τίμημα για την αγορά της οποίας, υποστηρίζουν, έχουν πλήρως εξοφλήσει, δεν είναι τέτοια, που, σύμφωνα με τα Άρθρα 298 και 298Β [[3]] του Κεφ. 113, δύναται να επαληθευτεί στα πλαίσια της εκκαθάρισης της Εταιρείας. Ο λόγος είναι απλός και ακόμη και να μην υπήρχε νομολογία επί του ζητήματος, βρίσκει έρισα στην κοινή λογική. Στην υπόθεση Re Coregrange Ltd [1984] BCLC 453, o έντιμος Δικαστής HCJ (ως ήταν τότε) Vinelott, κρίνοντας, κατ' έφεση, παρόμοιο με το εγειρόμενο στην υπό κρίση Αίτηση ζήτημα, έθεσε το ζήτημα επί της ακόλουθης βάσης, για την κατάληξη του, ότι, ορθά είχε πρωτοδίκως αποφασιστεί έγκριση αιτήματος για έναρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση θεραπείας για ειδική εκτέλεση σύμβασης, αντικείμενο της οποίας ήταν ακίνητη ιδιοκτησία: «However, if authority for the proposition that a plaintiff will normally be given leave to commence an action for specific performance is wanting, it is because the proposition is too obvious to need support. If a proposing plaintiff has an unimpugnable claim for specific performance of an agreement to sell property belonging to a company which is being wound up, then it would, it seems to me, be wholly wrong for the court to deprive him of that proprietary right and remit him to a claim for damages. If the plaintiff has an unimpugnable right to specific performance, he is to be treated in equity as the owner of the property to which that right extends, and it would be unjust for the court to deprive him of the property and put it back into the pool for the benefit of unsecured creditors generally. If the plaintiff's claim to specific performance is challenged then prima facie the question whether he is entitled to an order should be determined in an action for specific performance and not in an application for leave to commence proceedings.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Το ίδιο σκεπτικό, μπορεί να εφαρμοστεί και στα δεδομένα του ζητήματος αυτού, ως έχουν στην Κύπρο, με την μοναδική διαφοροποίηση, ότι, στην Κύπρο, η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης παρέχεται από τον νόμο [[ix]] και δεν στηρίζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, ως ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο [[x]].
- Ας σημειωθεί εδώ και το εξής, που αφορά ειδικά τα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης, που συνδέεται στενά με τα προαναφερόμενα στην υπόθεση Re Coregrange ανωτέρω. Στην αγωγή που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές εναντίον του «Μάριου Καλλία υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτη και διαχειριστή της εταιρείας ...», ο τώρα εκκαθαριστής της και τότε παραλήπτης διαχειριστής της, κ. Μάριος Καλλίας, είχε δώσει οδηγίες αμφισβήτησης της απαίτησης των Αιτητών. Προς τούτο, μάλιστα, καταχωρήθηκε και έκθεσης υπεράσπισης δια της οποίας, μεταξύ άλλων, προβάλλεται αμφισβήτηση ως προς την εγκυρότητα της απαίτησης των Αιτητών εναντίον του, ζήτημα δεδικασμένου και θέμα ως προς την δυνατότητα, σε κάθε περίπτωση, έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας προς μεταβίβαση της κυριότητας της κατοικίας στο όνομα των Αιτητών. Δεδομένης της φύσης της αξίωσης των Αιτητών και της προσβληθείσας αμφισβήτησης της [[xi]], το σωστό και δίκαιο, είναι, να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς όφελος των Αιτητών, που, για του λόγους που έχω προαναφέρει, έχουν θεμελιώσει προς τούτο καλό και επιτακτικό λόγο.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση εισηγείται, ότι, ακριβώς επειδή η απαίτηση των Αιτητών είναι για ειδική εκτέλεση της σύμβασης, και επειδή για να καταστεί εφικτή η έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας για να μεταβιβαστεί η κυριότητα της στο όνομα των Αιτητών, θα απαιτηθεί να πληρωθούν σημαντικά χρηματικά ποσά από την περιουσία της Εταιρείας, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να διαταραχθεί η αρχή της περισυλλογής και διανομής, ισομερώς και χωρίς προτεραιότητα εξόφλησης («pari passu») μεταξύ των ανεξασφάλιστων πιστωτών της υπό εκκαθάριση εταιρείας, των περιουσιακών της στοιχείων. Δεν θα πρέπει να δοθεί στους Αιτητές άδεια για συνέχιση της Αγωγής στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται εναντίον της Εταιρείας η εν λόγω απαίτηση, καθότι, οι Αιτητές, μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965, Νόμος 9/1965, με δικό τους κόστος και χωρίς να διαταράζεται η προαναφερόμενη αρχή, να εξασφαλίσουν την μεταβίβαση της κατοικίας επ' ονόματι τους.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011, Νόμος 81(I)/2011, «. η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: .» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Εμπράγματο βάρος, που, ως αναφέρεται από το Άρθρο 2 του Νόμου 81(I)/2011, για σκοπούς του Νόμου 81(I)/2011, λαμβάνει την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο από τον προαναφερόμενο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, Νόμος 9/
- Εκεί, ερμηνεύεται από το Άρθρο 12
(5)(α) του Νόμος 9/1965, να σημαίνει «. άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.». Σύμφωνα δε με το Άρθρο 12
(1)του Νόμου 9/1965: «Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω (β) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι, οσάκις η ύπαρξις του τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως είναι γνωστή εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ετέρου τοιούτου Κτηματολογικού Γραφείου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, παραρτήματος (γ) ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκη τοιούτου ακινήτου δηλωθείσα παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι άνευ γνώσεως του αρμοδίου λειτουργού περί της υπάρξεως τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως εγγράφεται παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω.». 29. Το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, επί των διατάξεων του οποίου ο Καθ' ου η Αίτηση βασίζει την προαναφερόμενη εισήγηση του, - το οποίο, σύμφωνα με το Άρθρο 44ΚΖ του Νόμου 9/1965, εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Μέρους V του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 για την εκκαθάριση εταιρειών -, σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΗ του Νόμου 9/1965, εφαρμόζεται «. σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή.». Σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΘ
(1)του Νόμου 9/1965, η μεταβίβαση του ακινήτου μπορεί να γίνει αυτεπάγγελτα από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ή κατόπιν αιτήματος οποιοιδήποτε από τα πρόσωπα που ορίζονται από τον νόμο, μεταξύ άλλων, του αγοραστή ή του πωλητή της. 30. Πρόκειται για διαδικασία, που, ως εύκολα γίνεται αντιληπτό, έχει συγκεκριμένο αντικείμενο και αποσκοπεί στην μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας σε αγοραστές - έχει επικρατήσει ο όρος «εγκλωβισμένοι αγοραστές» - στις περιπτώσεις όπου, ενώ έχουν υλοποιήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης τους με τον πωλητή, αυτός αδυνατεί ή αμελεί ή παραλείπει να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι τους, καθότι, το ακίνητο, ή μέρος αυτού, υπόκειται σε υποθήκη ή/και εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση. Είναι διαδικασία που μπορεί να ξεκινήσει αυτεπάγγελτα από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ή κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από πρόσωπα που ορίζει ρητά η νομοθεσία. Μάλιστα, για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τα Άρθρα 44ΚΓ και 44ΚΓΑ του Νόμου 9/1965, προϋποτίθεται, από πλευράς αγοραστή,
(1)ανάληψη της υποχρέωσης (δια εμπράγματου βάρους επί της περιουσίας του), ή η καταβολή, των τελών μεταβίβασης για την μεταβίβαση του τίτλου, και
(2)η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αγοραστή για την καταβολή των φόρων του ακινήτου [[xii]], αντικειμένου της σύμβασης.
- Πρόκειται, συνεπώς, περί άσκησης εξουσίας του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ή, άσκησης δικαιώματος από συγκεκριμένα πρόσωπα που ο νόμος καθορίζει, που υπόκειται σε δικαίωμα ενστάσεως από πρόσωπα που ανήκουν σε αυτή την τάξη, και βασίζεται σε απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η οποία, βάσει της νομοθεσίας, υπόκειται σε αναθεώρηση. Συνεπώς, εκτός του ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η απαίτηση των Αιτητών για θεραπεία, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι τέτοια που μπορεί να τύχει αντιμετώπισης από τον εκκαθαριστή μέσα από το πλαίσιο της εκκαθάρισης, κατόπιν υποβολής σχετικής απαίτησης επαλήθευσης της από πλευράς Αιτητών, και συνεπώς, ο εκκαθαριστής, δεν μπορεί να υποβάλλει ένσταση στην συνέχιση της σχετικής με αυτήν δικαστικής διαδικασίας, ο εκκαθαριστής δεν μπορεί, προς υποστήριξη της ενστάσεως του, να παραπέμπει σε ένα μηχανισμό εκτός του μηχανισμού της εκκαθάρισης (και των σχετικών ελέγχων του Δικαστηρίου), προς εξέταση της απαίτησης των Αιτητών (πιθανόν, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση και με επιπρόσθετο κόστος για τους Αιτητές, που, ως δεν έχει αμφισβητηθεί, έχουν εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα για την αγορά του υπό αναφορά στην αίτηση ακινήτου), όταν, μάλιστα, οι ίδιοι οι Αιτητές, για τους δικούς τους λόγους (που για σκοπούς εξέτασης του εδώ αιτήματος τους, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία), δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν αυτή την οδό (ασκώντας αυτό τους το νομικό δικαίωμα). ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η Αίτηση της Αιτήτριας επιτυγχάνει, στο βαθμό και κατά τον τρόπο που πρόνοια γίνεται από το Δικαστήριο καταληκτικά: Δίδεται άδεια στους Αιτητές, David Martin και Shan Martin, να συνεχίσουν την Πολιτική Αγωγή υπ' αρ. 220/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που έχουν καταχωρήσει εναντίον της υπό εκκαθάριση Εταιρείας Lane Homes Ltd, ή εναντίον του εκκαθαριστή της υπό αυτή του την ιδιότητα, υπό τον όρο, ότι, οι Αιτητές, δεν θα μπορούν να προχωρήσουν με οποιοδήποτε μέτρο προς εκτέλεση της ενδεχόμενης απόφασης που τυχόν να εξασφαλίσει εναντίον της Εταιρείας στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια του παρόντος Δικαστηρίου.
- Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης και της διαδικασίας εκδίκασης της, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4509, 07/05/
- [2] Παραπομπή γίνεται, στην υπόθεση Roberts Petroleum Ltd v Bernard Kenny Ltd [1983] 2 A.C. 192 (HL). [3] Παρά το γεγονός ότι, δεν υπάρχει ενώπιον μου σαφής μαρτυρία ότι η Εταιρεία είναι αφερέγγυα, το ζήτημα δεν μεταβάλλεται, είτε αυτή είναι ή δεν είναι αφερέγγυα, καθότι η φύση της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον της Εταιρείας - απαίτηση για χρέος που προκύπτει από σύμβαση εγγύησης για εξασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης στην βάση σχετικής σύμβασης - , είναι τέτοια, που και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται από τα Άρθρα 298 και 298Β του Κεφ. 113, δύνανται να επαληθευτούν στα πλαίσια της εκκαθάρισης. [i] Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση στην σελ. 771, με παραπομπή στην υπόθεση Western and Brazilian Telegraph Co. v Bibby
(1880)42 L.T. 82 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «The power of the court to allow actions and other proceedings to be brought, taken, or proceeded with, notwithstanding a winding-up order (s. 231), is often exercised. Thus secured creditors are, as a matter of course given liberty to proceed with any action for enforcing their securities. So, too, liberty to proceed is often given where outsiders are involved in some dispute with the company, and it is desirable that the dispute should be decided in an action by the ordinary tribunals: for instance, in the case of an action against the company for damages under Lord Campbell's Act; or for specific performance or for trespass; or to proceed with an execution, where execution was delayed by a trick or to bring a new action for the purpose of obtaining the fruits of an earlier action. The leave must not be given on an ex parte application». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Προσθέτω εδώ μία παραπομπή. Στις αγγλικές υποθέσεις Re Trimsaran Coal, Iron and Steel Co
(1876)24 WR 900; Re Lundy Granite Co, ex p Heavan
(1871)6 Ch App 462, 467-468; Re Regent United Service Stores
(1878)8 ChD 616, CA. και Currie v Consolidated Kent Collieries Corpn Ltd [1906]1 KB 134, 138, CA. [iii] Δέστε σχετικά το Σύγγραμμα του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση, στην σελίδα 700, παράγραφο 22-
- [iv] Δέστε επίσης και τα αναφερόμενα στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 854, στις σελίδες 154 και
- [v] Δέστε σχετικά και την αγγλική υπόθεση Re Onward Building Society [1891] 2 QB 463, 483, CA. [vi] Το Άρθρο 251 του Κεφ. 113, προνοεί: «
(1)Το Δικαστήριο δύναται να ορίσει προθεσμία ή προθεσμίες μέσα στις οποίες οι πιστωτές θα επαληθεύσουν τις οφειλές ή απαιτήσεις τους ή θα αποκλείονται από το όφελος οποιασδήποτε διανομής που γίνεται πριν από την επαλήθευση των χρεών αυτών.
(2)(α) Όπου εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής της εταιρείας και επιθυμεί να ανακτήσει το χρέος του στο σύνολο ή μερικώς, πρέπει να υποβάλει επαλήθευση γραπτώς στον εκκαθαριστή, εντός τριάντα πέντε
(35)ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος εκκαθάρισης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. (β) Μετά από δεόντως αιτιολογημένο αίτημα πιστωτή, η προθεσμία των τριάντα πέντε
(35)ημερών δύναται να παραταθεί, από τον επίσημο παραλήπτη ή εκκαθαριστή.
(3)(α) Η επαλήθευση δέον να γίνεται με τον τύπο που καθορίζεται στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς και θα υπογράφεται από αυτόν ή από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο προς τούτο και κάθε πιστωτής επιβαρύνεται τα έξοδα επαλήθευσης της απαίτησής του, περιλαμβανομένων των εξόδων της εξασφάλισης οποιωνδήποτε εγγράφων απαιτούνται ή μαρτυρίας που απαιτείται από τον εκκαθαριστή. (β) Η επαλήθευση περιλαμβάνει ή αναφέρεται σε κατάσταση λογαριασμού που αποδεικνύει τις λεπτομέρειες του χρέους και ειδικεύει τις αποδείξεις πληρωμών, αν υπάρχουν, με τις οποίες το χρέος δύναται να υποστηριχτεί και, όπου εφαρμόζεται, τα ονόματα όλων των εγγυητών που έχουν ευθύνη σε σχέση με χρέος της εταιρείας και την έκταση της ευθύνης που προκύπτει από την εγγύηση, σύμφωνα με τη σύμβαση εγγύησης, κατά την ημερομηνία της επαλήθευσης. Ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής δύναται οποτεδήποτε να ζητήσει την προσαγωγή δικαιολογητικών δαπάνης.
(4)Επαλήθευση εκθέτει κατά πόσο ο πιστωτής είναι ή δεν είναι εξασφαλισμένος πιστωτής.
(5)Κάθε πιστωτής που κατέθεσε επαλήθευση δικαιούται να βλέπει και εξετάζει τις επαληθεύσεις άλλων πιστωτών πριν από την συνέλευση πιστωτών, και σε κάθε εύλογο χρόνο.
(6)Ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής εξετάζει άμεσα κάθε επαλήθευση και τους λόγους του χρέους και το αργότερο εντός δέκα
(10)ημερών αποδέχεται ή απορρίπτει αυτή γραπτώς για σκοπούς μερίσματος, ολικώς ή μερικώς, ή απαιτεί περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξή της. Αν απορρίπτει επαλήθευση, αναφέρει γραπτώς προς τον πιστωτή τους λόγους για την απόρριψη.
(7)Αν ο πιστωτής και, όπου εφαρμόζεται, ο εγγυητής δεν ικανοποιείται με την απόφαση του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή αναφορικά με την επαλήθευσή του, δύναται με αίτησή του, να προσφύγει στο Δικαστήριο και η αίτηση δέον να γίνεται εντός είκοσι μίας
(21)ημερών από την ημέρα που έλαβε γνώση της απόφασης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή.
(8)Το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει, σε σχέση με τα δικαιώματα του πιστωτή ή, όπου εφαρμόζεται, του εγγυητή, ο οποίος αποτείνεται σε αυτό, σύμφωνα με το εδάφιο
(7)την επικύρωση, ή την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση της απόφασης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου και του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(9)Επαλήθευση πιστωτή, δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο με τη σύμφωνη γνώμη του εκκαθαριστή να αποσυρθεί ή να διαφοροποιηθεί σε σχέση με το ποσό που απαιτείται.
(10)Το Δικαστήριο δύναται να απαλείψει ή να μειώσει το ποσό που απαιτείται- (α) κατόπιν αίτησης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή, όπου ο εκκαθαριστής πιστεύει ότι η επαλήθευση έχει γίνει λανθασμένα αποδεκτή ή θα πρέπει να μειωθεί, ή (β) κατόπιν αίτησης πιστωτή, αν ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής αρνηθεί να ενεργήσει επί του θέματος.
(11)Ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής θα υπολογίσει την αξία οποιουδήποτε χρέους, το οποίο χρέος, λόγω του ότι είναι υπό οποιαδήποτε αίρεση ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, δεν έχει συγκεκριμένη αξία και δύναται να αναπροσαρμόσει οποιοδήποτε υπολογισμό που έγινε προηγουμένως λόγω αλλαγής συνθηκών ή πληροφοριών που έχουν καταστεί διαθέσιμες στον εκκαθαριστή και να πληροφορήσει τον πιστωτή σχετικά: Νοείται ότι, όπου η αξία του χρέους καθορίζεται κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο αυτό, το ποσό που επαληθεύεται για τους σκοπούς της εκκαθάρισης θα είναι αυτό του υπολογισμού.
(12)Εκτός αν ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής το επιτρέψει, επαλήθευση αναφορικά με χρήματα που οφείλονται δυνάμει συναλλαγματικής, γραμματίου εις διαταγή, επιταγής ή άλλου αξιογράφου ή ασφάλειας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εκτός εάν παρουσιαστούν το έγγραφο ή η ασφάλεια ή αντίγραφο αυτών δεόντως πιστοποιημένα από τον πιστωτή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του ως πιστά αντίγραφα.
(13)Εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει διαθέσει την εξασφάλισή του, δύναται να επαληθεύσει για το υπόλοιπο ποσό χρέους, αφότου αφαιρεθεί το ποσό το οποίο έλαβε με τη διάθεση της εξασφάλισης και, αν ο εξασφαλισμένος πιστωτής παραδώσει την εξασφάλιση του, δύναται να επαληθεύσει για ολόκληρο το χρέος ως να ήταν μη εξασφαλισμένος.
(14)Για το σκοπό επαλήθευσης χρέους το οποίο δημιουργήθηκε ή είναι πληρωτέο σε συνάλλαγμα άλλο από το ευρώ, το ποσό του χρέους θα μετατρέπεται σε ευρώ, σύμφωνα με τον επίσημο δείκτη συναλλάγματος, κατά το χρόνο που η εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση.
(15)(α) Όπου το χρέος που επαληθεύεται στα πλαίσια εκκαθάρισης επιφέρει τόκο, ο τόκος επαληθεύεται ως μέρος του χρέους, εκτός εάν είναι πληρωτέος σε σχέση με οιαδήποτε περίοδο μετά την έναρξη εκκαθάρισης εταιρείας. (β) Οι απαιτήσεις πιστωτή δύνανται να περιλαμβάνουν τόκο επί του χρέους αναφορικά με περιόδους πριν η εταιρεία περιέλθει σε εκκαθάριση, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως δεν είχε επιφυλαχθεί ή συμφωνηθεί τόκος, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)Αν το χρέος είναι πληρωτέο δυνάμει γραπτής συμφωνίας και πληρωτέο σε συγκεκριμένο χρόνο, τόκος δύναται να απαιτηθεί για την περίοδο από την ημέρα συνομολόγησης της συμφωνίας μέχρι την ημέρα που η εταιρεία περιήλθε σε εκκαθάριση· (
- ii)εάν το χρέος είναι πληρωτέο καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, τόκος δύναται να απαιτηθεί εάν πριν από την ημερομηνία απαίτησης, απαίτηση πληρωμής του χρέους είχε γίνει γραπτώς, από ή εκ μέρους του πιστωτή και δόθηκε ειδοποίηση ότι τόκος θα ήταν πληρωτέος από την ημερομηνία της απαίτησης μέχρι την ημέρα πληρωμής (iii) τόκος δυνάμει της υποπαραγράφου (
- ii)δύναται να απαιτηθεί μόνο για την περίοδο από την ημερομηνία απαίτησης μέχρι την ημερομηνία που η εταιρεία περιήλθε σε εκκαθάριση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vii] Το Άρθρο 34 του περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ. 5, παραπομπή στον οποίο γίνεται από το προαναφερόμενο Άρθρο 298 του Κεφ. 113, προνοεί τα ακόλουθα σε ότι αφορά ποια είναι, για σκοπούς του Νόμου, επαληθεύσιμα χρέη: «
(1)Απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση. ...................................
(3)Εκτός, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλα τα χρέη και όλες οι υποχρεώσεις, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, στις οποίες υπόκειται ο πτωχεύσας κατά την ημερομηνία του διατάγματος πτώχευσης, ή στις οποίες θα υπόκειται πριν από την αποκατάσταση του λόγω ευθύνης που προέκυψε πριν από την ημερομηνία του διατάγματος πτώχευσης, θα θεωρούνται ως χρέη που δύνανται να επαληθευτούν.
(4)Ο διαχειριστής καταρτίζει εκτίμηση της αξίας κάθε χρέους ή ευθύνης που δύναται να επαληθευτεί όπως αναφέρεται πιο πάνω, η οποία λόγω του ότι τελεί υπό αίρεση ή για άλλο λόγο δεν έχει βέβαιη αξία.
(5)Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι δυσαρεστημένο με την καταρτιζόμενη από το διαχειριστή, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εκτίμηση, δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο.
(6)Αν, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η αξία του χρέους ή της ευθύνης δεν δύναται να εκτιμηθεί δίκαια, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει προς το σκοπό αυτό διάταγμα και στη συνέχεια το χρέος ή ευθύνη θα θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, ως χρέος μη δυνάμενο να επαληθευτεί σε πτώχευση.
(7)Αν, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η αξία του χρέους ή της ευθύνης δύναται να εκτιμηθεί δίκαια, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως ο υπολογισμός της αξίας γίνει ενώπιον του ίδιου του Δικαστηρίου και δύναται να δώσει για το σκοπό αυτό όλες τις απαραίτητες οδηγίες, το δε ποσό της αξίας, όταν υπολογιστεί, θα θεωρείται χρέος το οποίο δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση.
(8)"Ευθύνη" για τους σκοπούς του Νόμου αυτού περιλαμβάνει- (α) οποιαδήποτε αποζημίωση για έργο ή εργασία που εκτελέστηκε· (β) οποιαδήποτε υποχρέωση ή πιθανή υποχρέωση για πληρωμή χρημάτων ή χρηματικής αξίας, που προκύπτει από αθέτηση ρητού ή σιωπηρού συμβολαίου, σύμβασης, συμφωνίας, ή ανάληψης υποχρέωσης ανεξάρτητα αν η αθέτηση συνέβηκε ή όχι, ή είναι ή όχι ενδεχόμενο να προκύψει ή δύναται να προκύψει, πριν από την αποκατάσταση του πτωχέυσαντα· (γ) γενικά, οποιαδήποτε ρητή ή σιωπηρή δέσμευση, συμφωνία ή ανάληψη υποχρέωσης, για πληρωμή, ή η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την πληρωμή χρημάτων ή χρηματικής αξίας ανεξάρτητα αν η πληρωμή, όσον αφορά το ποσό, είναι εκκαθαρισμένη ή ανεκκαθάριστη όσον αφορά το χρόνο, παρούσα ή μελλοντική, βέβαιη ή εξαρτημένη από μία αίρεση ή από δύο ή περισσότερες αιρέσεις, και όσον αφορά στον τρόπο της εκτίμησης, ικανή να εξακριβωθεί με βάση ορισμένους κανόνες ή ως θέμα γνώμης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Παραπομπή γίνεται και στο Άρθρο 37 του Κεφ. 5, το οποίο, για σκοπούς που αφορούν, μεταξύ άλλων και το ζήτημα του τρόπου επαλήθευσης χρεών, παραπέμπει στους Κανονισμούς που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του Κεφ. 5. Ειδική μνεία, γίνεται στους Κανονισμούς 1 έως 9 και 20 έως 25, που αφορούν τα ζητήματα επαλήθευσης σε συνηθισμένες περιπτώσεις και της αποδοχής ή απόρριψης επαληθεύσεων. [viii] Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση, δέστε και τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 763 (payment of unsecured creditors pari passu, preferential payments ) και 765 (secured creditors). [ix] Βλ. τον Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 232 και τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, Νόμος 81(I)/2011, οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής ανάλογα της περίπτωσης. [x] Βλ. Stylianou v Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Στέλλα Γιαβρή κ. α. ν Σταυρου Πασιου
(2004)1 Α.Α.Δ. 125 και Φωτεινή Μούχτου κ. α.ν Κατελούς Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794. Βλ. επίσης Shaw v Forster
(1872)LR 5, HL, Berkley v Poulett [1977] EGLR 88, CA και Αντρίκκος Νίκου Χριστου κ. α. ν Γιώργου Γεωργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 940. Βλ. περαιτέρω Χριστοφίδη ν Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Απαισιώτη κ. α. ν Ραγιά κ. α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882, Παναγιώτης Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Φωτεινή Μούχτου κ. α.ν Κατελούς Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794. [xi] Στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, 14η έκδοση, 1981, στην σελίδα 580, αναφέρεται εν προκειμένω και το εξής: «In a vendor's suit for specific performance, interrogatories were filed before winding up, but there being delay in putting in the answer, no answer was put in before the commencement of a voluntary winding up, which was continued under supervision. Leave was given to enforce an answer; and on an answer having been put in denying the contract and alleging fraud, leave was given to proceed.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Thames Plate Glass Co v Land and Sea Telegraph Co
(1871)6 Ch App
- [xii] Αν πρόκειται για συμβατική υποχρέωση του αγοραστή και όχι του πωλητή. Αφορά δε τις ακόλουθες φορολογίες ή τέλη: (α) Φόρο Ακίνητης Ιδιοκτησίας, δυνάμει του Περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου του 1980, Νόμος 24/1980, (β) Τέλος Ακίνητης Ιδιοκτησίας, δυνάμει του Περί ∆ήμων Νόμου του 1985, Νόμος 111/1985, ή του Περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, Νόμος 86(Ι)/1999 και (γ) Αποχετευτικά Τέλη, δυνάμει του Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971, Νόμος 1/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο