← Κύπρος

ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ή άλλως ΑΔΑΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ.Αίτησης/Εφεσης 83/2016, 14/11/2016

ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ή άλλως ΑΔΑΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ.Αίτησης/Εφεσης 83/2016, 14/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αίτησης/Εφεσης 83/2016 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 και των τροποποιήσεων του Μεταξύ:

  1. ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ή άλλως ΑΔΑΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  2. ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ ΑΔΑΜΟΥ ΜΑΝΩΛΗ Αιτητές Και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ΄ ης η Αίτηση Αίτηση ημερ. 21.10.2016 Ημερ.: 14.11.2016 Για τους Αιτητές: κ.Κ.Μουτσουρής για Κωστάκης Μουτσουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ε.Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ ΕΣ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτηση - Εφεση οι Αιτητές εξαιτούνται διατάγματα με τα οποία να ακυρώνεται και ή να παραμερίζεται η απόφαση της Τράπεζας να προβεί στην εκποίηση δύο υποθηκών αντί των καθορισθεισών επιφυλαχθεισών τιμών, γιατί δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 44 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ.11) του 2015 και γιατί έχουν εκδοθεί διατάγματα εκποίησης των υποθηκών με δικαστικές αποφάσεις. Η Αίτηση - Εφεση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση του Αιτητή 1 ημερ. 21.10.
  3. Από αυτή προκύπτει ότι: Την 13.10.1997 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 1006/1997 Ε.Δ. Λάρνακας υπέρ της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και εναντίον μιας εταιρείας και των δύο Αιτητών στην παρούσα. Η απόφαση αφορούσε ποσό £191.041,90 πλέον τόκους και έξοδα. Διατάχτηκε περαιτέρω η εκποίηση δύο υποθηκών μεταξύ των οποίων η Υ146/1992 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Υποθηκευμένη με αυτή περιουσία ήταν η ακίνητη ιδιοκτησία με αρ.εγγραφής 0/2653, Σχ.2-279-372, Τμήμα 9, Τεμάχιο 218, Λιοπέτρι, Αμμόχωστος, της Αιτήτριας
  4. Την 3.4.1998 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 1089/1997 Ε.Δ. Λάρνακας υπέρ της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και εναντίον των δύο Αιτητών στην παρούσα και ενός ακόμη φυσικού προσώπου. Η απόφαση αφορούσε ποσό £18.552,22 πλέον τόκους και έξοδα. Διατάχτηκε περαιτέρω η εκποίηση πέντε υποθηκών, μεταξύ των οποίων η Υ479/1982 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Υποθηκευμένες με αυτή περιουσίες ήταν η ακίνητη ιδιοκτησία με αρ.εγγραφής 0/5268, Σχ.2-285-372, Τμήμα 5, Τεμάχιο 489, Αγία Νάπα, Αμμόχωστος (1/2 μερίδιο) και η ακίνητη ιδιοκτησία με αρ.εγγραφής 0/5270, Σχ.2-285-372, Τμήμα 5, Τεμάχιο 491, Αγία Νάπα, Αμμόχωστος, του Αιτητή
  5. Την 30.8.2016 επιδόθηκαν στον Αιτητή 1 δύο Ειδοποιήσεις ημερ. 18.8.
  6. Η πρώτη τιτλοφορείται «Τύπος ΙΑ [Αρθρο 44 Γ

(2)] οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 μέχρι 2014» και η δεύτερη «Τύπος ΙΒ [Αρθρο 44 Δ
(2)] οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 μέχρι 2014». Αμφότερες είχαν δοθεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Με την πρώτη ειδοποιείτο ότι το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλιζόταν με την υποθήκη Υ479/1982, είχε καταστεί πληρωτέο από τις 3.4.1998 και ότι η Τράπεζα προτίθετο να προχωρήσει σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων στις 21.11.2016 με τη διαδικασία πλειστηριασμού όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Σημειωνόταν ότι το ποσό που είχε καταστεί απαιτητό δυνάμει της υποθήκης ήταν €58.092,44 πλέον έξοδα €2.196,08 πλέον τόκους επί €854,30 προς 8% ετησίως από 1.3.
  1. Με τη δεύτερη Ειδοποίηση καλείτο ο Αιτητής 1 όπως μέσα σε δέκα μέρες διορίσει εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων και ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα. Την 30.8.2016 επιδόθηκαν και στην Αιτήτρια 2 ανάλογες Ειδοποιήσεις ημερ. 18.8.
  2. Με την πρώτη ειδοποιείτο ότι το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλιζόταν με την υποθήκη Υ146/1992, είχε καταστεί πληρωτέο από τις 13.10.1997 και ότι η Τράπεζα προτίθετο να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στις 21.11.2016 με τη διαδικασία πλειστηριασμού όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Σημειωνόταν ότι το ποσό που είχε καταστεί απαιτητό δυνάμει της υποθήκης ήταν €232.315,78 με τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €138.016,20 από 1.1.2016 πλέον έξοδα €3.376,46 πλέον τόκους επί €1.281,45 προς 8% ετησίως από 1.1.
  3. Η δεύτερη Ειδοποίηση ήταν του ιδίου περιεχομένου όπως αυτή που αποστάληκε στον Αιτητή
  4. Οι Αιτητές με επιστολές ημερ. 27.9.2016 των δικηγόρων τους προς την Τράπεζα απέρριψαν το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων θεωρώντας τη διαδικασία που η Τράπεζα ακολουθούσε παράνομη και άκυρη. Επικαλέστηκαν απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας μεταξύ της Καθ΄ ης η Αίτηση και άλλων διαδίκων όπου αποφασίστηκε ότι η διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου είναι ανεφάρμοστη όπου έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση που διατάσσει την εκποίηση. Η Τράπεζα απάντησε με επιστολές της ημερ. 19.10.2016 ότι οι διαδικασίες εκποίησης θα συνεχίζονταν κανονικά ως είχε προγραμματιστεί. Εν τω μεταξύ, την 7.10.2016 επιδόθηκαν στους Αιτητές ειδοποιήσεις ημερ. 6.10.2016 τιτλοφορούμενες «Δελτίο Α, Ειδοποίηση Πλειστηριασμού (Κανονισμός 4)» με τις οποίες τους ανακοινωνόταν ότι τα τεμάχια τους θα πωλούνταν σε δημοπρασία την 21.1.2016 σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, αρ. 9 του 1965 με επιφυλαχθείσες τιμές πώλησης για το τεμάχιο 218 €64.000, για το τεμάχιο 489 €116.000 και για το τεμάχιο 491 €308.
  5. Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι αντίστοιχες εκτιμήσεις του Κτηματολογίου για τα τεμάχια (αξίες 1.1.2013) είναι €103.800, €146.100 και €386.100 αντίστοιχα. Διατείνονται περαιτέρω ότι η αξία των τεμαχίων τους έχει διπλασιαστεί γιατί βρίσκονται δίπλα από την ανάπτυξη της Μαρίνας Αγίας Νάπας και αναφέρουν ότι μπορεί η Τράπεζα να έχει σκηνοθετήσει την πώληση ώστε θυγατρική της εταιρεία να αγοράσει το τεμάχιο 218 για €64.000 ενώ η αξία του ξεπερνά τις €103.
  6. Αυθημερόν με την καταχώρηση της Αίτησης - Εφεσης την 21.10.2016 καταχωρίστηκε και άνευ κλήσεως αίτηση με την οποία οι Αιτητές εξαιτούνται προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας εκποίησης των υποθηκών που θα γίνει την 21.11.
  7. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση του Αιτητή 1 ημερ. 21.10.2016 με ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο με την Ενορκη του Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση - Εφεση. Η Αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα. Εφόσον η πώληση είχε οριστεί στις 21.11.2016 δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος που συνιστά δικαιοδοτικό όρο για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς. Δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης. Αυτή επιδόθηκε στην Τράπεζα που καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 16 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 31.10.2016 του Μάριου Σωφρονίου, υπαλλήλου της στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και υπευθύνου για την επαρχία Λάρνακας και Αμμοχώστου. Την 1.11.2016 καταχωρίστηκε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση από τον Σωφρονίου για να παρουσιάσει τεκμήρια που εκ παραδρομής δεν επισυνάφθηκαν στην αρχική του Ενορκη Δήλωση. Ο ομνύοντας παραθέτει νομική επιχειρηματολογία κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της Τράπεζας. Μια ένορκη δήλωση, σημειώνεται, πρέπει να περιορίζεται σε παράθεση γεγονότων και είναι αχρείαστο να εμπεριέχει νομική επιχειρηματολογία. Επί των γεγονότων, αναφέρει ο ομνύοντας ότι η επιφυλασσόμενη τιμή των ενυπόθηκων ακινήτων καθορίστηκε στη βάση δύο ανεξάρτητων εκτιμήσεων και παρατηρεί ότι οι Αιτητές δεν διόρισαν δικό τους εκτιμητή και ούτε ζήτησαν όπως η αξία γενικής εκτίμησης, την οποία δεν αμφισβητά, είναι η εκτιμημένη αγοραία αξία των τεμαχίων τους. Σημειώνει ακόμα ότι οι Αιτητές δεν έχουν μέχρι σήμερα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του ενυπόθηκου χρέους τους. Καταλήγει ότι αν οι επίδικες ακίνητες ιδιοκτησίες πωληθούν και η Αίτηση - Εφεση επιτύχει οι Αιτητές θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα και πως η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να τους αποζημιώσει. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση αναφέρεται στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Με τους πρώτους έξι λόγους ένστασης προσβάλλεται η εγκυρότητα της Αίτησης - Εφεσης. Ότι δεν αποκαλύπτεται θέμα προς εκδίκαση και ότι η Αίτηση - Εφεση είναι νομικά παράτυπη και εξυπαρχής άκυρη. Πιο συγκεκριμένα, ότι οι εξαιτούμενες θεραπείες δεν αφορούν εφέσιμη ειδοποίηση ή πράξη όπως προνοείται στο άρθρο 44 ΙΓ των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ.11) του 2015. Κατά συνέπεια ότι δεν ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων. Το άρθρο 44 ΙΓ προνοεί ότι: «Αναφορικά µε την άσκηση των δικαιωµάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο, του οποίου τα έννοµα συµφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του παρόντος Μέρους, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ηµέρες από την ηµεροµηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό ∆ικαστήριο: Νοείται ότι, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) Νόµου εφαρµόζονται, κατ' αναλογίαν και όπου στα πιο πάνω άρθρα αναφέρεται η λέξη «∆ιευθυντής», για σκοπούς εφαρµογής των ανωτέρω διατάξεων, αυτή αντικαθίσταται µε τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής»». Επισημαίνουν οι δικηγόροι της Τράπεζας ότι οι όποιες αποφάσεις της Τράπεζας δεν είναι εφέσιμες. Αποφάσεις που είναι εφέσιμες είναι αυτές του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Στην περίπτωση ενυπόθηκου δανειστή εφέσιμες είναι ειδοποιήσεις ή πράξεις του στα πλαίσια του Μέρους VIA του Νόμου. Το Δικαστήριο υιοθετεί τις θέσεις αυτές. Οι εξαιτούμενες θεραπείες που συγκεκριμενοποιούνται στην Αίτηση - Εφεση (Α) και (Β) αναφέρονται σε διατάγματα με τα οποία να ακυρώνεται και ή να παραμερίζεται η απόφαση της Τράπεζας να προβεί στην εκποίηση των δύο υποθηκών. Δεν γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη της Τράπεζας. Ωστόσο, μετά τις επιμέρους παραγράφους, στο σώμα της Αίτησης - Εφεσης και πριν από την αναφορά στη νομική της βάση αναφέρεται ότι «Η απόφαση των Καθ΄ ων η Αίτηση να ορίσουν ως ημερομηνία πώλησης των Υποθηκών Υ700146/1992 και Υ700479/1982 στις 21.11.2016 και ώρα 9π.μ. και 10.30π.μ. γνωστοποιήθηκε στους Αιτητές στις 7.10.2016.» και στη συνέχεια εξηγείται για ποιους λόγους, δηλαδή ποιοι είναι οι λόγοι της Αίτησης - Εφεσης. Το ζήτημα κατά πόσο η Αίτηση - Εφεση, όπως παρουσιάζεται, θεωρείται ότι προσβάλλει την ειδοποίηση ή πράξη γνωστοποίησης προς τους Αιτητές ημερ. 7.10.2016 είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της Αίτησης - Εφεσης. Για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης είναι αρκετό ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή να κριθεί ότι η Αίτηση - Εφεση, ως έχει ή με σχετική τροποποίηση, στρέφεται στην ουσία κατά της ειδοποίησης ή πράξης γνωστοποίησης που επιδόθηκε προς τους Αιτητές την 7.10.2016. Πρόκειται για τις ειδοποιήσεις ημερ. 6.10.2016 που επισυνάπτονται ως τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση - Εφεση. Επισημαίνεται ακόμα στην αγόρευση των δικηγόρων της Τράπεζας ότι οι Αιτητές δεν άσκησαν το δικαίωμα που παρέχεται από το άρθρο 44 Γ των Νόμων για καταχώρηση έφεσης για παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ ή ΙΒ, που παρέλαβαν στις 30.8.2016. Το άρθρο 44 Γ
(3)των Νόμων προνοεί ότι: «Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης για τους ακόλουθους λόγους: ». Καταγράφονται στη συνέχεια οι λόγοι. Το εδάφιο
(2)αφορά στην ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ». Προκύπτει ότι η πρόνοια του άρθρου 44 Γ
(3)περιορίζεται και ρυθμίζει την περίπτωση έφεσης σε σχέση με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ». Το άρθρο 44 ΙΓ είναι γενικότερης εμβέλειας και εφαρμογής και αφορά οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη στα πλαίσια του Μέρους VIA των Νόμων. Επομένως, ενυπόθηκος οφειλέτης έχει το δικαίωμα να προσβάλει οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής έδωσε ή διέπραξε και δεν χάνει το δικαίωμα του να εφεσιβάλει μεταγενέστερη ειδοποίηση για το λόγο ότι δεν καταχώρησε έφεση κατά της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ». Είναι κατανοητό ότι εφόσον η Αίτηση - Εφεση επιτύχει, η διαδικασία θα ακυρωθεί ή παραμεριστεί από το στάδιο της προσβαλλόμενης ειδοποίησης. Εάν κριθεί ότι δεν είναι εφικτή η διαδικασία κάτω από το Μέρος VIA του Νόμου όταν υφίσταται δικαστική απόφαση που διατάσσει την εκποίηση, η διαδικασία δεν θα μπορεί ενδεχομένως να συνεχίσει και οι προγενέστερες ειδοποιήσεις, παρά το ότι δεν θα έχουν ακυρωθεί ή παραμεριστεί, δεν θα έχουν καμιά σημασία. Ούτε το ουσιαστικό ζήτημα που εγείρεται με την Αίτηση - Εφεση, κατά πόσο δηλαδή είναι εφικτή η διαδικασία κάτω από το Μέρος VIA του Νόμου όταν υφίσταται δικαστική απόφαση που διατάσσει την εκποίηση, πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Αυτό θα επιλυθεί κατά την εκδίκαση της Αίτησης - Εφεσης. Για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης είναι αρκετό ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας δηλαδή ότι είναι ορατό το ενδεχόμενο να διαφανεί κατά την εκδίκαση της Αίτησης - Εφεσης ότι το Μέρος VIA δεν τυγχάνει υπό τις περιστάσεις εφαρμογής και επομένως η ειδοποίηση ή πράξη γνωστοποίησης προς τους Αιτητές της 7.10.2016 θα πρέπει να ακυρωθεί ή παραμεριστεί. Οι δικηγόροι της Τράπεζας εισηγούνται ότι εφόσον η Αίτηση - Εφεση περιορίζεται στην ειδοποίηση που επιδόθηκε στις 7.10.2016, οι Αιτητές έχουν δικαίωμα έφεσης μόνο στο ζήτημα που αφορά την επιφυλασσόμενη τιμή. Το ζήτημα θα επιλυθεί κατά την Αίτηση - Εφεση. Είναι αρκετό για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης να σημειωθεί ότι εφόσον αυτή η ειδοποίηση συνιστά μέρος της διαδικασίας, εάν ακυρωθεί ή παραμεριστεί η όλη διαδικασία μπορεί να καταστεί ατελέσφορη. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, υπάρχει δηλαδή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Να διαφανεί δηλαδή κατά την Αίτηση - Εφεση ότι οι ειδοποιήσεις που επιδόθηκαν στις 7.10.2016 είναι άκυρες και πρέπει να παραμεριστούν για το λόγο ότι συνιστούν μέρος διαδικασίας, του Μέρους VIA των Νόμων, που δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν υφίσταται δικαστική απόφαση που διατάσσει την εκποίηση, όπως είναι κοινό έδαφος ότι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Δεν έχει σημασία για σκοπούς κρίσης της Αίτησης - Εφεσης και κατ΄ ακολουθία της υπό κρίση Αίτησης, το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν εξόφλησαν το εξ αποφάσεως χρέος τους και η Τράπεζα μπορεί να προχωρήσει με τις άλλες διαδικασίες που προβλέπονται στους Νόμους για την εκποίηση των τεμαχίων τους. Σημασία έχει ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Αίτηση - Εφεση και το αποτέλεσμα που θα προκύψει, εάν επιτύχουν, θα είναι να μην εκποιηθούν τα τεμάχια τους μέσα από τη διαδικασία που τροχιοδρόμησε η Τράπεζα. Περαιτέρω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 να είναι δηλαδή δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των εξαιτουμένων διαταγμάτων. Όπως αναφέρεται στην Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 317, 324: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια.» Ότι η Τράπεζα έχει την οικονομική δυνατότητα για να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης - Εφεσης και αφού τα τεμάχια τους θα έχουν εκποιηθεί, δεν είναι παράγοντας που μπορεί να προσμετρήσει. Δεν μπορεί να επιτραπεί να τελεσφορήσει μια διαδικασία που υπάρχει ορατή πιθανότητα να διαφανεί ότι δεν είναι σύμφωνα με το νόμο στη βάση του ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει την οικονομική ευχέρεια να αποζημιώσει τον αιτητή (βλ. Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, 1253-4). Καθ΄ όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, 795, υιοθετείται απόσπασμα από την αγγλική απόφαση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.» Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του εξαιτούμενου διατάγματος. Εφόσον αυτό εκδοθεί, εάν στη συνέχεια η Αίτηση - Εφεση αποτύχει, η Τράπεζα θα μπορεί να επανέλθει και να επιδιώξει εκ νέου την εκποίηση των τεμαχίων των Αιτητών σε άλλη ημερομηνία. Εάν το εξαιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί και εκποιηθούν τα τεμάχια των Αιτητών, η Αίτηση - Εφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και εάν τελικά οι Αιτητές επιτύχουν σε αυτή, η επιτυχία τους θα είναι χωρίς ουσιαστικό γι΄ αυτούς αντίκρυσμα αφού θα έχουν ήδη απωλέσει την κυριότητα των τεμαχίων τους. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παρ.Α της Αίτησης. Οι Αιτητές να καταχωρήσουν εγγύηση ύψους €20.000 για τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί στην Καθ΄ ης η Αίτηση από την έκδοση του διατάγματος άνευ ευλόγου αιτίας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αίτησης - Εφεσης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)......... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.