← Κύπρος

LA LENIA JEWELLERY LTD ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 283/2016, 10/6/2016

LA LENIA JEWELLERY LTD ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 283/2016, 10/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 283/2016 Μεταξύ: LA LENIA JEWELLERY LTD Ενάγουσας / Αιτήτριας - και - ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 10/06/2016 Αίτηση Για Ενδιάμεσο/α Διάταγμα/τα ημερομηνίας 05/04/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια / Ενάγουσα: Χ. Γκούντρας για την Αργυρού & Δημοσθένους Δ. Ε. Π. Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση / Εναγομένη: κ. Θ. Α. Δημητρίου για την Ιωαννίδης Δημητρίου Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Με την υπό κρίση Αίτηση, η Ενάγουσα (στο εξής καλούμενη «η Αιτήτρια»), αξιώνει εναντίον της Εναγομένης (στο εξής καλούμενη «η Καθ' ης η Αίτηση»), την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάπει τους εναγόμενους όπως ενεργοποιήσουν εκ νέου τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος υπ' αρ. 25563519625 ο οποίος είχε ανοιχτεί επ' ονόματι των εναγόντων και αφορά το υποστατικό με διακριτικό αρ. 955 132 0000, ευρισκόμενο εις την οδό Πρωταρά αρ. 41, Ακ. Πελαγίας Χατζηκυριάκου, Κατάστημα 1, Τ. Τ. 5296, Παραλίμνι. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάπει τους εναγόμενους όπως επανασυνδέσουν στους ενάγοντες το ηλεκτρικό ρεύμα στον μετρητή με αρ. 570985 ο οποίος βρίσκεται εγκατεστημένος επί του υποστατικού με διακριτικό αρ. 955 132 0000, ευρισκόμενο εις την οδό Πρωταρά αρ. 41, Ακ. Πελαγίας Χατζηκυριάκου, Κατάστημα 1, Τ. Τ. 5296, Παραλίμνι. Διαζευκτικά: Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττει τους εναγόμενους όπως παράσχουν εκ νέου ενέργεια στον μετρητή με αρ. 570985 ο οποίος βρίσκεται εγκατεστημένος επί του υποστατικού με διακριτικό αρ. 955 132 0000, ευρισκόμενο εις την οδό Πρωταρά αρ. 41, Ακ. Πελαγίας Χατζηκυριάκου, Κατάστημα 1, Τ. Τ. 5296, Παραλίμνι». [Β]. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  2. Η Αίτηση βασίζεται: «επί του Νόμου 14/1960 άρθρα 32, 42, 42(α) και 43 επί του Κεφ. 149, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ. Θ. 1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, στον περί Ηλεκτρισμού Νόμο ΚεΦ. 170, στους περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας του 1991, στις Αρχές του Κοινοδικαίου, επί των Αρχών της Επιείκειας, στα Άρθρα 23, 25 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου ως επίσης και επί των γενικών αρχών του Νόμου και της Νομολογίας».
  3. Η Αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Γιώργου Κωνσταντίνου, ημερομηνίας 05/04/2016, που είναι, ως δηλώνει, διευθυντής της Αιτήτριας εταιρείας. Τα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω ενόρκως δηλούντος, είναι τα εξής: «
  4. Η συγγενική εταιρεία των εναγόντων, επ' ονόματι Lalenia Shops Limited με αρ. εννραφήτ ΗΕ 118713, κατά ή περί τις 10/04/2001 σύναψε με την κα. Πελαγίτσα Ζ. Χατζηκυριάκου συμφωνία ενοικίασης αφορώσι τέσσερα καταστήματα τα οποία βρίσκονται επί του τεμαχίου αρ. 896, Φ/Σχ. 42/08, στην οδό Πρωταρά αρ. 41, Τ.Τ. 5296, στο Παραλίμνι, ιδιοκτησίας της. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο Συμφωνία Ενοικίασης ημερ. 10/04/2001 σημειούμενη ως «Τεκμήριο 2».
  5. Η συμφωνία ενοικίασης ημερ. 10/04/2001 μεταξύ της συγγενικής εταιρείας των εναγόντων Lalenia Shops Limited και της ιδιοκτήτριας των ακινήτων καθόριζε την περίοδο ενοικίασης για δέκα έτη αρχομένης από την 01/01/2001 και λήγουσα την 31/12/
  6. Αποτέλεσε ρητό όρο της εν λόγω συμφωνίας όπως ο ενοικιαστής, ήτοι η εταιρεία Lalenia Shops Limited, έχει δικαίωμα να ασκεί στα καταστήματα απεριόριστα πάσα νόμιμη επιχείρηση ή απασχόληση.
  7. Επί της εν λόγω συμφωνίας ουδεμία πρόνοια υπήρχε με την οποία να απαγορεύεται η υπενοικίαση των υποστατικών σε τρίτα πρόσωπα και προς τούτω η ενοικιάστρια των υποστατικών Lalenia Shops Lίmited υπέγραψε συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης των καταστημάτων με την εταιρεία La lenia Jewellery Lίmited, ενάγοντες στην παρούσα, έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο Συμφωνία Παραχώρησης Άδειας Χρήσης σημειούμενη ως «Τεκμήριο 3».
  8. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες έλαβαν κατοχή των εν λόγω υποστατικών προς το σκοπό έναρξης των εμπορικών τους δραστηριοτήτων και υπέβαλλαν σχετική αίτηση στους εναγομένους προς το σκοπό παροχής ηλεκτρικής ενέργειας.
  9. Οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν το αίτημα των εναγόντων αφού είχαν ικανοποιηθεί βάσει της προσκομισθείσας συμφωνίας ενοικιάσεως ημερ. 10/04/2001 μεταξύ της συγγενικής εταιρείας των εναγόντων και της ιδιοκτήτριας των υποστατικών, ότι οι ενάγοντες κατέχουν τα εν λόγω υποστατικά νομίμως ως αυτό απαιτείται βάσει της νομοθεσίας και των κανονισμών που διέπουν την Αρχή και προς τούτω εγκατέστησαν επί των υποστατικών μετρητές ξεκινώντας να παράσχουν ηλεκτρική ενέργεια στους ενάγοντες.
  10. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι στα πλαίσια αίτησης των εναγόντων δια παροχή ηλεκτρικής ενέργειας προέβηκαν σε άνοιγμα λογαριασμού επ' ονόματι τους και παράλληλα εγκατέστησαν επί του Καταστήματος υπ αρ. 1, ως αυτό διακρίνεται αριθμητικά από τους μετέπειτα εκδοθέντες λογαριασμούς της Αρχής, τον μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος με αρ.
  11. Συμφώνως των ανωτέρω, οι εναγόμενοι από το έτος 2001 και έκτοτε άρχισαν να παράσχουν προς τους ενάγοντες αδιάλειπτα ηλεκτρικό ρεύμα στον μετρητή της Αρχής υπ' αρ. 570985 και οι λογαριασμοί που εκδίδοντο ανά διμηνία επ' ονόματι των εναγόντων να εξυπηρετούνται κανονικά παρά το γεγονός ότι η ενεργώς ενάσκηση των εμπορικών δραστηριοτήτων των εναγόντων περιορίζεται μέχρι και σήμερα μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ήτοι από τον μήνα Απρίλιο μέχρι και τον μήνα Οκτώβριο κάθε έτους, ενώ κατά τους χειμερινούς μήνες δεν ασκούν οποιαδήποτε εργασία και είναι κλειστοί ως επιχείρηση.
  12. Κατά συνέπεια της ενάσκησης των εμπορικών δραστηριοτήτων των εναγόντων τους τελευταίους καλοκαιρινούς μήνες τους έτους 2015, ήτοι την περίοδο 10/2015 - 11/2015 έγινε χρήση ηλεκτρικής ενέργειας επί του καταστήματος υπ' αρ. 1 η οποία τιμολογήθηκε από τους εναγομένους μετά το πέρας της σεζόν και χρεώθηκε στον λογαριασμό των εναγόντων με αρ. 25563519625 και η οποία ανήρχετο σε ποσό ύψους €826,44σ. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος για την περίοδο από 25/01/2016 μέχρι και 23/02/2016 σημειούμενο ως «Τεκμήριο 4».
  13. Οι ενάγοντες δεν προέβηκαν εγκαίρως στην πληρωμή του ως ανωτέρω οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος αφορώσι το κατάστημα υπ' αρ. 1, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να αποστείλουν στις 22/12/2015 επιστολή «υπενθύμισης για παράλειψη εξόφλησης λογαριασμού» η οποία παραλείφθηκε στις 12/01/2016 και με την οποία καλούσαν τους ενάγοντες όπως εντός επτά

(7)ημερών από τις 22/12/2015 μεταβούν στο πλησιέστερο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών της ΑΗΚ ώστε να τακτοποιήσουν τον λογαριασμό τους. Επί της εν λόγω επιστολής γινόταν περαιτέρω αναφορά πως σε περίπτωση μη τακτοποίησης της οφειλής θα προέβαιναν σε διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ενώ δε τους ενημέρωναν πως εάν κάτι τέτοιο συμβεί, τα έξοδα διακοπής/επανασύνδεσης θα ανέλθουν στο ποσό των €50,OOσ πλέον Φ.Π.Α. πλέον το οφειλόμενο προς την Αρχή ποσό. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο επιστολή των εναγομένων ημερ. 22/12/2015 σημειούμενη ως «Τεκμήριο 5».
  1. Η διορία την οποία οι εναγόμενοι είχαν καθορίσει με την επιστολή υπενθύμισης ημερ. 22/12/2015 παρήλθε πριν την παραλαβή της από τους ενάγοντες με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να προβούν στην διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας επί του υποστατικού. Ως αποτέλεσμα και χωρίς άλλη ενημέρωση, οι εναγόμενοι εξέδωσαν επ' ονόματι των εναγόντων τελικό λογαριασμό πληρωμής αφορώσι περίοδο κατανάλωσης από 25/01/2016 μέχρι και 23/02/2016, εις τον οποίο ως εμφαίνεται αποκόπηκε το ποσό των €200,OOσ που είχαν καταθέσει αρχικά οι ενάγοντες κατά την σύναψη της συμφωνίας μεταξύ των μερών ως προκαταβολή για το άνοιγμα του λογαριασμού στο συγκεκριμένο κατάστημα και ως εκ τούτου να παραμείνει οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €631,94σ.
  2. Οι ενάγοντες εξασφάλισαν τον ως ανωτέρω λογαριασμό ηλεκτρικής κατανάλωσης, μετά που μετέβησαν στις 26/02/2016 σε Κατάστημα Εξυπηρέτησης Πελατών της ΑΗΚ όπου προέβηκαν στην άμεση τακτοποίηση του οφειλόμενου υπολοίπου και προς τούτω αιτήθηκαν την επανασύνδεση της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος στο κατάστημα υπ' αρ.
  3. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο απόδειξη πληρωμής ημερ. 26/02/2016 σημειούμενη ως «Τεκμήριο 6».
  4. Κατά την υποβολή προφορικού αιτήματος επανασύνδεσης από μέρους των εναγόντων προς τους εναγομένους, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την επανασύνδεση της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος επί του συγκεκριμένου υποστατικού απαιτώντας όπως οι εναγόμενοι προσκομίσουν σε ισχύ ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο να δεικνύει ότι νομίμως κατέχουν το ακίνητο.
  5. Οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την εν λόγω απόφαση της Αρχής τονίζοντας στους εναγόμενους και/ή στους υπεύθυνους λειτουργούς αυτών ότι και σε προγενέστερο χρόνο είχε συμβεί όμοιο περιστατικό και συγκεκριμένα κατά ή περί τις 28/08/2012 και 26/02/2013 όπου οι εναγόμενοι αμέσως μετά την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου και των σχετικών τελών από τους ενάγοντες, προέβηκαν στην άμεση επανασύνδεση της παροχής ρεύματος επί του υποστατικού χωρίς να τους ζητηθεί να αποδείξουν εκ νέου τη νόμιμη κατοχή του ακινήτου και ως εκ τούτου την εν λόγω απόφαση των εναγομένων οι ενάγοντες την θεώρησαν παντελώς αυθαίρετη και αναιτιολόγητη.
  6. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης των εναγομένων να μην προβούν στην επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος επί του καταστήματος, οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να απευθυνθούν στην συγγενική προς αυτούς εταιρεία Lalenia Shops Lίmited, καλώντας την να επιλύσει άμεσα το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί καθότι η μη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος επί του υποστατικού θα καθίστατο ανυπέρβλητο εμπόδιο για τους ενάγοντες ώστε εκείνοι να ασκήσουν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες επί του ακινήτου κατά την επερχόμενη καλοκαιρινή σεζόν η οποία ήταν προ των πυλών με αποτέλεσμα καταστροφικό για τους ίδιους.
  7. Ενόψει του επείγοντος του ζητήματος, η συγγενική εταιρεία των εναγόντων για να μην απολέσει περαιτέρω χρόνο υπέβαλε αίτημα προς τους εναγομένους για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας προς την ίδια την Lalenia Shops Lίmited, θεωρώντας εύλογα ότι η νόμιμη κατοχή του επίδικου υποστατικού από μέρους της ήταν οφθαλμοφανής και ευκόλως αντιληπτή και αποδείξιμη βάσει της συμφωνίας ημερ. 10/04/2001 και των σχετικών νομοθεσιών που διέπουν ακίνητα τα οποία υπάγονται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, όπως δηλαδή το συγκεκριμένο υποστατικό το οποίο ανεγέρθη το
  8. Μάλιστα προς το σκοπό επιβεβαίωσης των ανωτέρω η συγγενική εταιρεία των εναγόντων κατά την υποβολή του αιτήματος της προς παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομα της, έκανε αναφορά σε διαδικασία η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Αμμοχώστου αφορώσι διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ της εταιρείας Lalenia Shops Lίmited και της ιδιοκτήτριας εις την οποία γίνεται εμφανής παραδοχή από μέρους της Αιτήτριας (στην εκεί διαδικασία) ότι τα υποστατικά κατέχονται υπό καθεστώς θέσμιου ενοικιαστή, συμπεριλαμβανομένου και του καταστήματος υπ' αρ. 1, για το οποίο οι εναγόμενοι αρνούνται την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο αίτηση υπ' αρ. Ε16/2013 Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Αμμοχώστου ως επίσης και απάντηση επί της εν λόγω αιτήσεως σημειούμενη ως «Δέσμη Τεκμηρίων 7».
  9. Σε συνέχεια της ανωτέρω προσπάθειας της συγγενικής εταιρείας των εναγόντων για να λάβει η ίδια ηλεκτρικό ρεύμα ως ενδιάμεση λύση στο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι ενάγοντες ένεκα της άρνησης των εναγομένων να τους επανασυνδέσουν το ηλεκτρικό ρεύμα, απεστάλη από μέρους των δικηγόρων της Lalenia Shops Ltd εις τις 29/02/2016 επιστολή προς τους εναγομένους με την οποία τους καλούσαν εκ νέου όπως παράσχουν ενέργεια στο υποστατικό της εταιρείας Lalenia Shops Ltd, η οποία το κατέχει ως θέσμιος ενοικιαστής, ενώ δε επισύναπταν προς απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών τους τόσο τη συμφωνία ενοικιάσεως ημερ. 10/04/2001 ως επίσης και την αίτηση ενοικιοστασίου Ε.Δ. Αμμοχώστου υπ' αρ. Ε16/
  10. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο αντίγραφο της επιστολής ημερ. 29/02/2016 σημειούμενη ως «Τεκμήριο 8».
  11. Οι εναγόμενοι παρά το γεγονός της επιβεβαίωσης της κατάστασης κατοχής του εν λόγω υποστατικού από μέρους της συγγενικής προς τους ενάγοντες εταιρείας, με απαντητική επιστολή τους ημερ. 03/03/2016 επικαλέστηκαν εκ νέου την ανάγκη να παρασχεθεί έγκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, διευκρινίζοντας ότι η διακοπή επήλθε λόγω απλήρωτου λογαριασμού και όχι κάποιας άλλης αιτίας, αδιαφορώντας για την χειροπιαστή απόδειξη βάσει συναφών εγγράφων ότι η συγγενική εταιρεία των εναγόντων είναι θέσμιος ενοικιαστής του ακινήτου και προτρέποντας μάλιστα την εν λόγω συγγενική εταιρεία των εναγόντων όπως εξασφαλίσει διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να την διατάσσει ρητά όπως προβεί στην παροχή ρεύματος επί του εν λόγω υποστατικού σε περίπτωση απουσίας κατοχής τέτοιου εγγράφου. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο επιστολή των εναγομένων ημερ. 03/03/2016 σημειούμενη ως «Τεκμήριο 9».
  12. Εις απάντηση της ανωτέρω επιστολής των εναγομένων, οι δικηγόροι των εναγόντων απέστειλαν επιστολή ημερ. 11/03/2016 με την οποία παράθεταν εκ νέου όλες τις απαιτούμενες εξηγήσεις που να δεικνύουν το νόμιμο της κατοχής των επίδικων ακινήτων από μέρους της συγγενικής προς τους ενάγοντες εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου και του καταστήματος υπ' αρ. 1 για το οποίο οι εναγόμενοι αρνούνται να επανασυνδέσουν το ηλεκτρικό ρεύμα προς όφελος των εναγόντων και τους καλούσαν όπως παράσχουν εκ νέου ρεύμα στο υποστατικό. Επιπρόσθετα, στην εν λόγω επιστολή οι δικηγόροι των εναγόντων έκαναν λόγο για μη νομότυπο και/ή μη έγκυρο τερματισμό της συμφωνίας από μέρους των εναγομένων αναφέροντας επί τούτου ότι η επιστολή ημερ. 22/12/2015 ουδέποτε αποτέλεσε και εν πάση περιπτώσει μέχρι σήμερον αποτελεί τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των μερών και ως εκ τούτου ενόψει ύπαρξης έγκυρης και ενεργής ακόμα συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, με την πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού από μέρους των εναγόντων, οι εναγόμενοι οφείλουν να επανασυνδέσουν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας επί του υποστατικού. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο επιστολή των εναγόντων ημερ. 11/03/2016 σημειούμενη ως «Τεκμήριο 10».
  13. Οι ενάγοντες μάλιστα, σε μία συνεχή προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς που είχε προκύψει με τους ενάγοντες αιτήθηκαν κατ' ιδίαν συνάντηση με αρμόδιο πρόσωπο των εναγομένων και προς τούτω παραπέμφθηκαν στην νομική σύμβουλο τους κα. Ντορίνα Παπαδοπούλου με την οποία εν τέλει συναντήθηκαν στις 28/03/2016 και στην οποία συνάντηση της επεξήγησαν οι ενάγοντες όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την κατοχή του ακινήτου και πως το κατέχουν νομίμως ως υπενοικιαστές στα πλαίσια συμφωνίας που έχουν συνάψει με την συγγενική προς αυτούς εταιρεία Lalenia Shops Limited, η οποία με τη σειρά της είχε υπογράψει συμφωνία ενοικίασης ημερ. 10/04/2001 με την ιδιοκτήτρια των ακινήτων και η οποία συμφωνία αν και έληξε στις 31/12/2010, η εταιρεία Lalenia Shops Limited συνέχισε να διατηρεί την κατοχή των υποστατικών καθιστώντας την ως εκ τούτου αυτομάτως θέσμιο ενοικιαστή.
  14. Παρά την όποια προσπάθεια των εναγόντων κατά την εν λόγω ως ανωτέρω συνάντηση να επεξηγήσουν για ακόμα μία φορά στους εναγομένους ότι η απόφαση της Αρχής καθίσταται άδικη και λανθασμένη με συνέπεια την καταστροφή της επιχείρησης τους και ότι θα πρέπει να επανασυνδέσουν το ηλεκτρικό ρεύμα στο υποστατικό, εντούτοις οι εναγόμενοι εξέφρασαν την ίδια ακριβώς θέση που είχαν αρχικώς διαβιβάσει προς τους ενάγοντες με την επιστολή τους ημερ. 03/03/
  15. Κατά συνέπεια των ανωτέρω και παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έλαβαν για ακόμα μία φορά όλες τις απαιτούμενες από μέρους των εναγόντων επεξήγησες ώστε να αιτιολογηθεί η νόμιμη κατοχή του ακινήτου και προς τούτω να επανασυνδεθεί το ηλεκτρικό ρεύμα επί του καταστήματος υπ' αρ. 1, κατά παράβαση του άρθρου 45
(2)του Κεφ. 170 το οποίο πάρα ταύτα ορίζει ρητά ότι μετά την διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, εάν ο καταναλωτής προβεί στην πληρωμή του συνόλου του οφειλομένου ποσού, η Αρχή οφείλει να επανασυνδέσει την παροχή, εκείνοι παρέμειναν στην ίδια θέση τους αρνούμενοι την επανασύνδεση.
  1. Ενόψει όλων των πιο πάνω γεγονότων, αποτελεί κατ' αρχάς θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε τερμάτισαν νομότυπα και/ή έγκυρα τη συμφωνία που είχαν συνάψει με τους ενάγοντες και πως η συμφωνία μεταξύ των μερών συνεχίζει να υφίσταται και να παραμένει ενεργή μέχρι και σήμερον.
  2. Οι ενάγοντες σε συνέχεια των ανωτέρω αναφέρουν ότι η επιστολή των εναγομένων ημερ. 22/12/2015 σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των μερών αλλά αποτελεί ως ρητώς αναφέρεται εις το σώμα αυτής «Υπενθύμιση για παράλειψη εξόφλησης λογαριασμού» δίδοντας μάλιστα το δικαίωμα επανασύνδεσης σε περίπτωση διακοπής αφού καταβληθεί συγκεκριμένο τέλος πλέον το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιοσημείωτο δε αποτελεί η επισήμανση επί της εν λόγω επιστολής πως σε περίπτωση που ήδη έχει τακτοποιηθεί το όποιο οφειλόμενο υπόλοιπο, το περιεχόμενο της θα πρέπει να αγνοηθεί.
  3. Σημειώνεται ότι εκτός της πιο πάνω επιστολής υπενθύμισης ημερ. 22/12/2015, οι εναγόμενοι ουδέποτε απέστειλαν οιαδήποτε περαιτέρω επιστολή τερματισμού ως συμβατικά όφειλαν προς το σκοπό τερματισμού της συμφωνίας μεταξύ των μερών, αλλά εντούτοις προέβηκαν και στην έκδοση επιπρόσθετου τελικού λογαριασμού με διαφοροποιημένο ποσό οφειλής από αυτό της επιστολής ημερ. 22/12/2015 εις τον οποίο επέβαλλαν και περαιτέρω πάγια τέλη, ως εκ τούτου θεωρώντας τους ενάγοντες καταναλωτές τους και τον εν λόγω λογαριασμό ως ενεργό για την χρονική περίοδο μεταξύ 25/01/2016 μέχρι και 23/02/2016, δίδοντας μάλιστα δικαίωμα πληρωμής του κατά τον συνήθη τρόπο μέχρι την 15/03/2016, ασχέτως εάν η ηλεκτρική ενέργεια επί του υποστατικού είχε προσωρινά διακοπεί. Σε καμία περίπτωση οι εναγόμενοι δεν έδωσαν οποιαδήποτε μορφή προειδοποίησες με θέτοντας προθεσμία για τον τερματισμό της συμφωνίας ούτε οι ενάγοντες δύνατο να γνωρίζουν από την ημέρα της προσωρινής διακοπής ποια διαδικασία θα ενεργοποιείτο εφόσον οι εναγόμενοι στην επιστολή τους ημερ. 22/12/2015 ρητά αναφέρουν ότι δίδεται δικαίωμα επανασύνδεσης, πράγμα το οποίο είχαν κάνει και στο παρελθόν. Η πληρωμή ως εκ τούτου του εν λόγω οφειλομένου ποσού εις τις 26/02/2016 δεν κατέστησε τον λογαριασμό των εναγομένων τερματισθέντα και συναφώς παρέμεινε ενεργώς.
  4. Δια ταύτα οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως η διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας προς κάποιον καταναλωτή της Αρχής όπως στην προκείμενη περίπτωση των ιδίων, σε καμία περίσταση δεν αποτελεί ταυτόχρονα και τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των μερών όταν μάλιστα οι ίδιοι οι εναγόμενοι δια μέσου της επιστολής τους ημερ. 22/12/2015 δίδουν το δικαίωμα επανασύνδεσης της παροχής με την καταβολή ενός επιπρόσθετου τέλους πλέον των καθυστερημένων οφειλών, ενώ δε από την άλλη τονίζουν πως σε περίπτωση που ήδη το υπόλοιπο έχει τακτοποιηθεί, το περιεχόμενο της επιστολής θα πρέπει να αγνοηθεί από τον παραλήπτη καταναλωτή, ήτοι τους ενάγοντες.
  5. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες θεωρούν ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών ουδέποτε τερματίσθηκε και παραμένει μέχρι σήμερον σε ισχύ.
  6. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται κατά δεύτερον ότι η άρνηση των εναγομένων για επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας επί του καταστήματος υπ' αρ. 1, επικαλούμενοι τόσο τις πρόνοιες του άρθρου 45
(2)του Κεφ. 170 όσο και την πολιτική της Αρχής, ότι δηλαδή για ικανοποίηση τέτοιας φύσεως αιτήματος απαιτείται η προσκόμιση έγκυρου ενοικιαστηρίου εγγράφου, είναι παντελώς αναιτιολόγητη υπό τας περιστάσεις.
  1. Η πιο πάνω θέση των εναγόντων εδράζεται στο γεγονότος ότι οι εναγόμενοι αντιμετωπίζουν τους ενάγοντες δυσανάλογα, άνισα και επιλεκτικά κατά το δοκούν καθότι ενώ κατά το παρελθόν και συγκεκριμένα στις 28/08/2012 και στις 26/02/2013, όταν διεκόπη ξανά η παροχή ηλεκτρική ενέργειας επί του εν λόγω υποστατικού και αφού οι ενάγοντες προέβηκαν στην εξόφληση κάθε οφειλομένου προς την Αρχή υπολοίπου, εκείνοι με την σειρά τους προέβηκαν αυθημερόν στην άμεση επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ως εκ τούτου αναγνωρίζοντας τους τότε ως νόμιμους κατόχους του εν λόγω υποστατικού, στην προκείμενη περίπτωση και χωρίς να έχει επέλθει ουδεμία αλλαγή στο «status quo» της κατοχής του υποστατικού, γεγονός το οποίο απέδειξαν ως ανάφερα ανωτέρω με την προσκόμιση των απαιτούμενων στοιχείων, οι εναγόμενοι εμμένουν στην άρνηση τους νια επανασύνδεση απαιτώντας αυτή τη φορά αναιτιολόγητα την προσκόμιση έγκυρου ενοικιαστηρίου εγγράφου ή διάταγμα δικαστηρίου. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο Κατάσταση Λογαριασμού των εναγομένων επ' ονόματι των εναγόντων με συνημμένη απόδειξη πληρωμής ημερ. 05/03/2013 σημειούμενη ως «Τεκμήριο 11».
  2. Τονίζω και επισημαίνω ότι την προαναφερόμενη ημερ. 26/02/2013, όταν είχε διακοπεί ξανά η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος επί του καταστήματος υπ' αρ. 1, η προσκομισθείσα προς την Αρχή συμφωνία ενοικίασης ημερ. 10/04/2001 μεταξύ της συγγενικής με τους ενάγοντες εταιρείας και της ιδιοκτήτριας του υποστατικού, βάσει της οποίας οι ενάγοντες είχαν καταστεί πελάτες των εναγομένων, ήταν ήδη ληγμένη από τις 31/12/2010 και πάρα ταύτα οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν στους ενάγοντες την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά τήρησαν με ευλάβεια τις πρόνοιες του Άρθρου 45
(2)του Κεφ. 170 και των Γενικών Όρων και Κανονισμών της Αρχής.
  1. Περαιτέρω, αποτελεί σαφή θέση των εναγόντων ότι αυτή η δυσανάλογη, άνιση, αντιδεοντολογική και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων είναι έκδηλη καθότι από την μία μεν κατά το παρελθόν αναγνώριζαν τους ενάγοντες ως καταναλωτές και νόμιμους κατόχους του καταστήματος 1 βάσει συμφωνίας ημερ. 10/04/2001 μεταξύ της συγγενικής προς αυτούς εταιρείας με την ιδιοκτήτρια των υποστατικών, από την άλλη δε αρνούνται τη σήμερον ημέρα την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος επί ιδίου καταστήματος, θεωρώντας την ίδια ακριβώς συμφωνία ημερ. 10/04/2001 ως άκυρη, γεγονός το οποίο διαφεύγει εκτός των πλαισίων πάσας λογικής.
  2. Καθίσταται ως εκ τούτου πλήρως αντιληπτό πως η εν λόγω συμπεριφορά των εναγομένων, δηλαδή αναιτιολόγητα να επιμένουν στην μη επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος επί του συγκεκριμένου υποστατικού που κατέχουν οι ενάγοντες νομίμως, θα προκαλέσει στους ενάγοντες τεράστια και ανυπολόγιστη ζημία καθότι οι ενάγοντες από την απαρχή των εμπορικών τους δραστηριοτήτων στην περιοχή του Πρωταρά, ξεκινούσαν τις εργασίες τους από τον μήνα Απρίλιο που ουσιαστικά αποτελεί έναρξη της καλοκαιρινής σεζόν κατ' εκείνους και ως εκ τούτου τα προαπαιτούμενα που θέτουν οι εναγόμενοι οδηγούν σε καταστροφική καθυστέρησης εναντίον των εναγόντων.
  3. Η άρνηση των εναγομένων να επανασυνδέσουν το ηλεκτρικό ρεύμα στους ενάγοντες ουσιαστικά αφαιρεί το δικαίωμα των εναγόντων να ασκήσουν ελεύθερα και απεριόριστα άνευ προσκόμματος την εργασία τους επί του εν λόγω υποστατικού και την οποία τονίζω ότι θα έπρεπε να έχουν ήδη ξεκινήσει να ασκούν εδώ και πέντε
(5)μέρες, εντούτοις όμως εμποδίζονται από την μη ύπαρξη ηλεκτρικού ρεύματος επί του ακινήτου στο κέντρο του τουριστικού Πρωταρά.
  1. Δια όλα τα ανωτέρω, επισημαίνεται με τον πλέον έντονο τρόπο ότι η συνέχιση της κατάστασης αυτής μέρα με τη μέρα επιβαρύνει στον έσχατο βαθμό την οικονομική κατάσταση των εναγόντων καθότι οι ενάγοντες αδυνατούν να ασκήσουν την εργασία τους, να προσπορισθούν από τις πωλήσεις των προϊόντων τους και να αποπληρώσουν τους προμηθευτές τους, με ορατό συνεπαγόμενο αποτέλεσμα η διατήρηση του εν λόγω «stαtus quo» να οδηγεί εν κατακλείδι τους ενάγοντες σε οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης και ως εκ τούτου οιαδήποτε θεραπεία παρά του Σεβαστού Δικαστηρίου εκ των υστέρων να καθίσταται άνευ αντικειμένου και ουσίας.
  2. Συνεπώς όλα τα προαναφερθέντα καθιστούν επιβεβλημένη την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ώστε να διαφυλαχθούν τα νόμιμα δικαιώματα των εναγόντων, οι οποίοι εν τη απουσία του βασικού αγαθού της ενέργειας αδυνατούν να ασκήσουν τις δραστηριότητες τους, θα αναγκαστούν να παραμείνουν κατά την καλοκαιρινή σεζόν, που υπό κανονικάς συνθήκας θα έπρεπε να εργάζονται ήδη, κλειστοί και ως εκ τούτου η ζημία την οποία θα υποστούν θα είναι ανυπολόγιστη και δυσβάστακτη, πάντα με ορατό τον κίνδυνο να δημιουργηθούν σοβαρές επιπτώσεις στην περαιτέρω λειτουργία τους, ακόμα και να οδηγηθούν στο οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης.
  3. Περιπλέον, κατά το χρονικό στάδιο αυτό σημειώνεται ότι οιαδήποτε απόπειρα εξεύρεσης κάποιας άλλης στέγης προς το σκοπό άσκησης των εμπορικών τους δραστηριοτήτων, για τους ενάγοντες θα ήτο ομοίως καταστροφική καθότι αυτή απαιτεί ουσιώδη χρόνο, προγραμματισμό και έξοδα τα οποία οι ενάγοντες ακόμα και αν ήθελε υποστούν, θα ήτο αδύνατο να υλοποιηθούν έμπρακτα πριν από το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου.
  4. Από την άλλη τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ουδεμία ζημία θα επιφέρει στους εναγομένους οι οποίοι απλά θα συνεχίσουν να παράσχουν ηλεκτρική ενέργεια στους ενάγοντες και βάσει της κατανάλωσης του μετρητή να εκδίδουν σχετικούς λογαριασμούς επ' ονόματι των εναγόντων, διατηρώντας πάντα οι εναγόμενοι το δικαίωμα να διακόψουν την παροχή εάν τυχόν οι ενάγοντες δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους προς την Αρχή.».
  5. Το πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης, συμπληρώνεται από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εν λόγω ενόρκως δηλούντος, κ. Γιώργου Κωνσταντίνου, ημερομηνίας 07/04/2016, η οποία καταχωρήθηκε συμπληρωματικά, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Τα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω ενόρκως δηλούντος, είναι τα εξής: «
  6. Ως εκ τούτου επιπροσθέτως αναφέρω ότι οι ενάγοντες βάσει της συμφωνίας άδειας παραχώρησης χρήσης ημερ. 10/04/2001, την οποία είχαν συνάψει με την συγγενική προς αυτούς εταιρεία Lalenia Shops Limited, είχαν ομοίως υποβάλλει και δεύτερο αίτημα προς τους εναγομένους για το άνοιγμα λογαριασμού και την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας επ' ονόματι τους αφορώσι το κατάστημα υπ' αρ. 2, το οποίο βρίσκεται επί του ιδίου ακινήτου, ιδιοκτησίας της κας Πελαγίας Χατζηκύριακου.
  7. Κατά την υποβολή μάλιστα του ανωτέρω αιτήματος των εναγόντων, οι εναγόμενοι βασιζόμενοι στην ίδια ακριβώς συμφωνία ενοικιάσεως ημερ. 10/04/2001 που τους είχαν προμηθεύσει οι ενάγοντες για την ηλεκτροδότηση του καταστήματος υπ' αρ. 1 και η οποία σημειώνω εκ νέου ότι είχε συναφθεί μεταξύ της συγγενικής προς τους ενάγοντες εταιρείας Lalenia Shops Lίmited με την ιδιοκτήτρια των υποστατικών, ικανοποιήθηκαν πλήρως ότι οι ενάγοντες κατέχουν και το εν λόγω υποστατικό νομίμως, ήτοι το κατάστημα υπ' αρ. 2, και ως εκ τούτου προχώρησαν και στην προκείμενη περίπτωση στο άνοιγμα δεύτερου λογαριασμού επ' ονόματι των εναγόντων, εγκατέστησαν μετρητή με αρ. 427341 επί του καταστήματος υπ' αρ. 2 και ξεκίνησαν να προμηθεύουν τους ενάγοντες με ηλεκτρικό ρεύμα, τιμολογώντας τους για την όποια κατανάλωση και εκδίδοντας επ' ονόματι τους σχετικούς λογαριασμούς. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο αντίνραφο λογαριασμού της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου για την περίοδο από 25/01/2016 μέχρι και 23/03/2016 ως «Τεκμήριο Α».
  8. Συναφώς προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης των εναγόντων ως αυτή εκτέθηκε εις την αρχική ένορκο μου δήλωση ημερ. 04/04/2016, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι αντιμετωπίζουν τους ενάγοντες δυσανάλογα, άνισα και επιλεκτικά, αναφέρω ότι οι εναγόμενοι αν και από την μία πλευρά συνεχίζουν να παρέχουν στους ενάγοντες ηλεκτρική ενέργεια εις το κατάστημα υπ' αρ. 2 αναγνωρίζοντας τους ως νόμιμους κατόχους αυτού βάσει της συμφωνίας ενοικιάσεως ημερ. 10/04/2001, από την άλλη αρνούνται να επανασυνδέσουν το ηλεκτρικό ρεύμα και να παράσχουν ενέργεια επί του υποστατικού υπ' αρ. 1 επικαλούμενοι την ανυπαρξία έγκυρου ενοικιαστηρίου συμβολαίου με την ιδιοκτήτρια του ακινήτου.
  9. Συνεπώς, η δυσανάλογη, άνιση, αντιδεοντολογική και αντισυμβατική στάση των εναγομένων είναι έκδηλη καθότι από τη μία μεν αναγνωρίζουν τους ενάγοντες ως καταναλωτές και νόμιμους κατόχους του καταστήματος υπ' αρ. 2 βάσει συμφωνίας ενοικιάσεως ημερ. 10/04/2001 μεταξύ της συγγενικής προς αυτούς εταιρείας και της ιδιοκτήτριας, από την άλλη δε αρνούνται την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος επί του καταστήματος υπ' αρ. 1 θεωρώντας την ίδια ακριβώς συμφωνία ημερ. 10/04/2001 ως άκυρη, γεγονός το οποίο καθίσταται εκ διαμέτρου αντίθετο, πλήττοντας ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των εναγόντων.». [Γ]. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  10. Η Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
  11. Αυτοί, έχουν ως εξής: «(α) Η αίτηση είναι κατά νόµο και/ή ουσία αβάσιµη. (β) Η αίτηση δεν πληροί της προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων µε βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου, Ν.14/
  12. (γ) Οι Αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιώδη και βαρύνουσας σηµασίας γεγονότα, πληροφορίες, παράνοµες και αντισυµβατικές πράξεις στις οποίες προέβησαν καθώς και δικαστικές διαδικασίες από το σεβαστό Δικαστήριο και παρουσιάζουν µια κατάσταση πραγµάτων που ουδεµία σχέση έχει µε την πραγµατική επιχειρώντας να παραπλανήσουν το σεβαστό Δικαστήριο µε σκοπό να επιτύχουν την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων. (δ) Οι Αιτητές δεν έχουν συµβατική σχέση µε την Καθ'ής η Αίτηση σε ότι αφορά το επίδικο υποστατικό και συνεπώς η άρνηση της Καθ'ής η Αίτηση να συνάψει εκ νέου σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας µε τους Αιτητές αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η εξέταση της οποίας εκφεύγει της δικαιοδοσίας του σεβαστού Δικαστηρίου. (ε) Οι Αιτητές, αντίθετα µε το όσα υποστηρίζουν περί δήθεν διατήρησης του status quo ante µε την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων, επιχειρούν να µεταβάλουν το status quo ante αφού το επίδικο υποστατικό δεν ηλεκτροδοτείται από τις 25.1.2016, δηλαδή για περίοδο τριών µηνών. Συνεπώς, η έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων και η συνεπαγόµενη ηλεκτροδότηση του υποστατικού θα συνιστούσε ολική ανατροπή του status quo ante και όχι διατήρηση του. (στ) Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (baIance of justice) γέρνει υπέρ της µη έκδοσης των αιτούµενων διαταγµάτων. (ζ) Η έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων θα δηµιουργήσει µια πρωτάκουστη και παράλογη νοµική αλλά και πραγµατική κατάσταση πραγµάτων η οποία θα προκαλέσει µια εξαιρετικά επικίνδυνη αταξία και απρόβλεπτο χάος στις συµβατικές σχέσεις της Καθ'ής η Αίτηση µε το ευρύ κοινό.».
  13. Η Ένσταση, βασίζεται: «στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονοµίας Νόµου, Κεφ. 6, άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου, Ν.14/1960(όπως έχει τροποποιηθεί µέχρι σήµερα), στους Περί Πολιτικής Δικονοµίας Διαδικαστικούς Κανονισµούς, Δ.48, 0.1-5, 7, 8, 9 και 10, στον περί Ηλεκτρισµού Νόµο, Κεφ.170, στον περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισµού Νόµο, Κεφ.171, στον περί Ρύθµισης της Αγοράς Ηλεκτρισµού Νόµο, Ν.122
(1)/2003, στους Περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισµού Κανονισµούς του 1954, στους Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας, στον περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµο, Κεφ. 148, στον Περί Συµβάσεων Νόµο, Κεφ. 149, στην νοµολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας καθώς και στις συµφυείς εξουσίες και πρακτική του σεβαστού Δικαστηρίου».
  1. Η Ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Αναστάσιου Κόκκινου, ημερομηνίας 22/04/2016, που είναι, ως δηλώνει, στην υπηρεσία της Καθ' ης η Αίτηση.
  2. Τα ουσιαστικότερα σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω ενόρκως δηλούντα είναι τα εξής: «
  3. Στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντίνου οι Αιτητές αναφέρουν ρητά ότι είναι εταιρεία που δραστηριοποιείται εντός των καταστηµάτων στην οδό Πρωταρά
  4. Δηλαδή εντός των τριών καταστηµάτων στην οδό Πρωταρά 41, Ακίνητα Πελαγίας Χ"Κυρίακου, 5296 στο Παραλίµνι της επαρχίας Αµµοχώστου. Τα καταστήµατα είναι συνολικά τρία (καταστήµατα ένα, δύο και τρία) και η επίδικη αίτηση αφορά το κατάστηµα ένα (εφεξής «το υποστατικό»).
  5. Στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντίνου οι Αιτητές αναφέρουν ρητά ότι κατανάλωναν ηλεκτρική ενέργεια στο υποστατικό µέχρι και την διακοπή του ηλεκτρισµού.
  6. Στις παραγράφους 37 έως 39 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντίνου οι Αιτητές αναφέρουν ρητά ότι η άρνηση της Καθ'ής η Αίτηση να τους παρέχει ηλεκτρική ενέργεια αφαιρεί από τους Αιτητές το δικαίωµα να ασκήσουν ελεύθερα την εργασία τους εντός του επίδικου υποστατικού και ότι ως συνέπεια της µη παροχής ηλεκτρικής ενέργειας θα οδηγηθούν σε δήθεν οριστικό κλείσιµο της επιχείρησης τους.
  7. Ως διακρίνεται από την ένορκη δήλωση του Γιώργου Κωνσταντίνου γίνονται εντός αυτής συνεχώς ισχυρισµοί ότι οι Αιτητές είναι κάτοχοι των υποστατικών, ότι εκτελούν εργασία και δραστηριοποιούνται εντός αυτών και ότι η µη παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος θα επιφέρει στους Αιτητές ανεπανόρθωτη ζηµία. Αυτό είναι άλλωστε το όλο πνεύµα της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντίνου και η βάση πάνω στην οποία οι Αιτητές αιτούνται τα επίδικα διατάγµατα.
  8. Είµαι αναγκασµένος να αρνηθώ όλους τους ως άνω αναφερόµενους ισχυρισµούς της ένορκης δήλωση του Γιώργου Κωνσταντίνου αφού ουδόλως ανταποκρίνονται στην αλήθεια και στην πραγµατική κατάσταση πραγµάτων.
  9. Σύµφωνα µε πληροφορίες, έγγραφα και δικόγραφα που κατέχει η Καθ'ής η Αίτηση, τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές σε σχέση µε δήθεν κατοχή του υποστατικού και την πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζηµίας σε αυτούς και την αδυναµία απονοµής της δικαιοσύνης σε µεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα ουδόλως ανταποκρίνονται µε την αλήθεια και αποτελούν ψέµα.
  10. Σε συνοµιλίες που είχε η Καθ'ής η Αίτηση µε τους δικηγόρους της ιδιοκτήτριας των ακινήτων κ. Πελαγίας Χ"Κυρίακου, το δικηγορικό γραφείο Φιόνα Νικολάου και Ζέτα Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε από την Λεµεσό, περιήλθαν στην κατοχή της Καθ'ής η Αίτηση τεκµηριωµένες αποδείξεις και δικόγραφα που µαρτυρούν ως προς το ότι οι Αιτητές δεν είναι κάτοχοι των επίδικων ακινήτων συµπεριλαµβανοµένου και του υποστατικού.
  11. Καταρχήν, πρέπει να αναφερθεί στο σεβαστό Δικαστήριο ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η κατοχή του υποστατικού, όπως και των καταστηµάτων δύο και τρία, αποτελεί αντικείμενο πολυάριθµων πολιτικών αλλά και ποινικών υποθέσεων οι οποίες είναι κατά το παρόν στάδιο ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  12. Στην αγωγή 850/2014 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αµµοχώστου, η ιδιοκτήτρια των ακινήτων, κ. Πελαγία Χ"Κυριάκου, ενάγει τους Αιτητές στην επίδικη αίτηση και τους διευθυντές των Αιτητών για παράνοµη επέµβαση, µεταξύ άλλων βάσεων αγωγής, στα εν λόγω υποστατικά. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 1 επί της παρούσας αντίγραφο του κλητηρίου εντάλµατος και της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή
  13. Όπως µπορεί να διαβάσει και το ίδιο το σεβαστό Δικαστήριο, οι Αιτητές, στα πλαίσια της δικογραφηµένης έκθεσης υπεράσπισης τους στην αγωγή 850/2014 αρνούνται την οποιαδήποτε κατοχή των υποστατικών, συμπεριλαμβανομένου και του υποστατικού κατάστηµα ένα, το οποίο είναι και το επίδικο για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Όλη η γραµµή υπεράσπισης των Αιτητών στην εν λόγω αγωγή είναι βασισµένη στο ότι δεν κατέχουν τα επίδικα υποστατικά. Ενδεικτικό της παραδοχής των Αιτητών ως προς το ότι δεν κατέχουν τα επίδικα υποστατικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσµατα από τις παραγράφους 22, 23, 25, 26 και 34 της έκθεσης υπεράσπισης των Αιτητών στην αγωγή 850/2014 που αναγράφουν ως ακολούθως: "
  14. Οι εναγόµενοι αρνούνται και τους ισχυρισμούς της ενάγουσας οι οποίοι εκτίθενται στη 2η παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης της. Οι εναγόµενοι αρνούνται ότι η 1η εναγόµενη εταιρεία εµφανίζεται µε οποιοδήποτε τρόπο είτε προς την ενάγουσα είτε άλλως πως. Η 1η εναγόµενη ουδεµία σχέση έχει µε την ενάγουσα ή τα ανωτέρω αναφερόµενα καταστήµατα και δεν διεξάγει οποιαδήποτε εµπορική δραστηριότητα ή επιχείρηση οποιουδήποτε τύπου ή χονδρικού ή λιανικού εµπορίου εντός αυτών, ως επίσης αδικαιολόγητα ηγέρθηκε εναντίον της η υπό τον ως άνω αριθµό και τίτλο αγωγή, αφού ουδεµία σχέση έχει µε τα επίδικα καταστήµατα ή την ενάγουσα και δεν κατέχει και ούτε χρησιµοποιεί ή εκµεταλλεύεται µε οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία.
  15. Περαιτέρω, ούτε οι εναγόμενοι 2 και 3 έχουν οποιαδήποτε σχέση με την ενάγουσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα καταστήματα ή υποστατικά, και αδικαιολόγητα ηγέρθηκε εναντίον τους η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Οι εναγόμενοι αρνούνται τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι δήθεν οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι μέτοχοι ή αξιωματούχοι ή διευθυντές της 1ης εναγομένης, ως επίσης αρνούνται ότι δήθεν οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι πρόσωπα υπεύθυνα ή εμπλεκόμενα στη κατ' ισχυρισμό διεξαγωγή της επιχείρησης της 1ης εναγομένης, είτε εντός των αναφερόμενων καταστημάτων είτε οπουδήποτε αλλού και δεν εκπροσωπούν ούτε δεσμεύουν, νομικά ή πραγματικά ή συμβατικά ή άλλως πως την 1η εναγομένη εταιρεία. Επίσης, ούτε η 1η εναγομένη αλλά ούτε και οι εναγόμενοι 2 και 3 φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της ενάγουσας υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ουδέν ποσό και καμία ευθύνη δεν υπέχουν έναντι της αιτήτριας. Αντιθέτως, οι εναγόµενοι 1, 2 και 3 ουδεµία σχέση έχουν µε την αιτήτρια και τα αναφερόµενα καταστήµατα.
  16. Θέσµιος ενοικιαστής και νόµιµος κάτοχος των αναφερόµενων καταστηµάτων και της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η εταιρεία La Lenia Shops Ltd, η οποία νόµιµα κατέχει και εκµεταλλεύεται τα εν λόγω υποστατικά, καταβάλλει τα ενοίκια προς την ενάγουσα και κανένα ενοίκιο ή ποσό δεν της οφείλει. Η αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Αµµοχώστου στα πλαίσια της αίτησης Ε16/2013 και αναγνωρίζει ότι η εταιρεία La Lenia Shops Ltd είναι θέσµlος ενοικιαστής και κάτοχος των επίδικων υποστατικών, τα οποία κατέχει, ενοικιάζει και χρησιμοποιεί µέχρι σήµερα. Ως εκ τούτου η ενάγουσα εµποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι είναι κάτοχος των επίδικων καταστηµάτων ή/και ότι δήθεν έχει ή διατηρεί δικαίωµα κατοχής ή νοµής ή κάρπωσης ή εκµετάλλευσης των επίδικων καταστηµάτων, αφού κανένα τέτοιο δικαίωµα δεν έχει.
  17. Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας οι οποίοι εκτίθενται στην 4η παράγραφο της Εκθεσης Απαίτησης της. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ενεργούν σε συμπαιγνία μεταξύ τους ή ότι η 1η εναγόμενη ενεργεί σε συμπαιγνία ή υπό την κάλυψη των εναγόμενων 2 και 3 ή οποιουδήποτε από αυτούς, αφού ουδεµία συµπαιγνία δεν υφίσταται και οι εναγόµενοι 1, 2 και 3 καµία σχέση δεν έχουν µε τα επίδικα υποστατικά και την ενάγουσα. Επίσης, οι εναγόµενοι αρνούνται ότι οι εναγόµενοι 1, 2 και 3 ή οποιοσδηποτε από αυτούς εµφανίζονται δήθεν ως πρόσωπα τα οποία νοµιµοποιούνται ή εξουσιοδοτούνται από τρίτα πρόσωπα ή την εταιρεία La Lenia Shops Ltd ή οποιοδήποτε άλλο νοµικό ή φυσικό πρόσωπο να κατέχουν ή χρησιµοποιούν τα επίδικα καταστήµατα µε οποιοδήποτε τρόπο, είτε χωρίς δικαίωµα ή εξουσία είτε παράνοµα ή άλλως πως, αφού οι εναγόµενοι µε αυτό τον τρόπο, οι ισχυρισµοί της ενάγουσας είναι αναληθείς και αβάσιµοι, και οι εναγόµενοι ουδεµία σχέση έχουν µε τη χρήση ή κατοχή ή εκµετάλλευση των επιδίκων καταστηµάτων ή τα ίδια τα επίδικα καταστήµατα ή την ενάγουσα.
  18. Θέσµιος ενοικιαστής και νόµιµος κάτοχος των επίδικων καταστηµάτων είναι η La Lenia Shops Ltd, η οποία αναγνωρίζεται ως τέτοια από την ίδια την ενάγουσα στην αίτηση ενοικιοστασίου Ε16/2013 Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Αµµοχώστου, και ως εκ τούτου η ενάγουσα εµποδίζεται (estopped) ή/και εµποδίζεται ως εκ της συµπεριφοράς της (estoppel by conduct) από του να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθµό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγοµένων ή/και εµποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι δήθεν οι εναγόµενοι επεµβαίνουν παράνοµα ή ότι κατέχουν µε οποιοδήποτε τρόπο ή χρησιµοποιούν ή εκµεταλλεύονται τα επίδικα καταστήµατα και οι εν λόγω ισχυρισµοί της ενάγουσας είναι αναληθείς, αβάσιµοι και ανυπόστατοι.". Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2 επί της παρούσας, αντίγραφα της έκθεσης υπεράσπισης των Αιτητών στην Αγωγή 850/
  19. Τα όσα παραδέχονται, δικογραφούν και προωθούν οι Αιτητές στα πλαίσια της έκθεσης υπεράσπισης τους στην αγωγή 850/2014 έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό δήθεν θέσµιας ενοικίασης/άδειας χρήσης και κατοχής του υποστατικού που ισχυρίζονται ότι έχουν στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα δικόγραφα στην αγωγή 850/2014 έχουν κλείσει και ότι η αγωγή οδηγείτε προς εκδίκαση. Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 3 επί της παρούσας αντίγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση της ιδιοκτήτριας των ακινήτων στην αγωγή 850/
  20. Η Καθ'ής η Αίτηση, θέλοντας να επιβεβαιώσει τη µη κατοχή του υποστατικού από τους Αιτητές, µου έδωσε οδηγίες όπως µεταβώ στα ακίνητα για να προβώ σε έρευνα στις 19.4.2016 κατά η ώρα 15.00 µµ. Από την έρευνα µου στα υποστατικά αντιλήφθηκα ότι όντως οι Αιτητές δεν κατέχουν το υποστατικό αφού στο εν λόγω υποστατικό υπάρχει επιγραφή που αναγράφει «LC Collection». Για να είµαι σε θέση να αποδείξω τον ισχυρισµό αυτό στο σεβαστό Δικαστήριο έβγαλα φωτογραφίες όλων των καταστηµάτων µε το κινητό τηλέφωνο µου. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 4 επί της παρούσας δέσµη φωτογραφιών των υποστατικών αλλά και τοπογραφικό σχεδιάγραµµα που επεξηγεί τις φωτογραφίες.
  21. Η πρώτη φωτογραφία είναι το υποστατικό, η δεύτερη το κατάστηµα 2, και η τρίτη το κατάστηµα
  22. Όπως είναι εµφανές, το υποστατικό φέρει επιγραφή «LC Collection». Αυτό το γεγονός επιβεβαίωσε σε εµάς το αληθές του ισχυρισµού των Αιτητών στα πλαίσια της υπεράσπισης τους στην αγωγή 850/2014 αλλά και συνάµα το µη αληθές του ισχυρισµού που προβάλλουν στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, ότι δηλαδή είναι δήθεν κάτοχοι το υποστατικού.
  23. Επιπρόσθετα στα πιο πάνω, η Καθ'ής η Αίτηση κατέχει και περαιτέρω τεκµηρίωση που της δόθηκε από τους δικηγόρους της ιδιοκτήτριας για το ότι οι Αιτητές δεν είναι οι κάτοχοι του υποστατικού. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 5 επί της παρούσας αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 3281/2014 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αµµοχώστου.
  24. Από το ποινικό κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση 3281/2014, την οποία κινεί ο Δήµος Παραλιµνίου, είναι εύκολα αντιληπτό ότι κατηγορούµενοι είναι η εταιρεία LΑ LΕΝΙΑ SHOPS LIMITED αλλά και η εταιρεία L.C LEATHER ΑΝD FUR LTD η οποία φαίνεται να κατέχει το υποστατικό κατά το παρόν στάδιο. Οι Αιτητές δεν αναφέρονται καθόλου στο εν λόγω ποινικό κατηγορητήριο αλλά η εταιρεία L.C LEATHER ΑΝD FUR LTD προφανώς ενάγεται επειδή είναι ο κάτοχος του υποστατικού, πράγμα που μαρτυρείται και από το φωτογραφικό υλικό που παραθέτω ανωτέρω αλλά και από τις παραδοχές των Αιτητών εντός της έκθεσης υπεράσπισης τους στην αγωγή 850/
  25. Επιπρόσθετα, βάσει έρευνας στην οποία προβήκαμε, διαπιστώσαμε ότι η εταιρεία L.C LEATHER ΑΝD FUR LTD όντως είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκµήριο 6 επί της παρούσας έντυπο ηλεκτρονικής έρευνας στο µητρώο του τµήµατος Εφόρου Εταιρειών και Επίσηµου Παραλήπτη σε σχέση µε την εταιρεία L.C LEATHER ΑΝD FUR LTD από το οποίο διαφαίνεται ότι οι διευθυντές της είναι μεταξύ των κατηγορουμένων στην ποινική υπόθεση 3281/
  26. Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκµήριο 7 επί της παρούσας έντυπο ηλεκτρονικής έρευνας στο µητρώο του τµήµατος Εφόρου Εταιρειών και Επίσηµου Παραλήπτη σε σχέση µε την εταιρεία LΑ LΕΝΙΑ SHOPS LIMITED. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 8 επί της παρούσας έντυπο ηλεκτρονικής έρευνας στο µητρώο του τµήµατος Εφόρου Εταιρειών και Επίσηµου Παραλήπτη σε σχέση µε τους Αιτητές.
  27. Είναι άξιο απορίας πως, από την µία, οι Αιτητές, στα πλαίσια της αγωγής 850/2014 και µε υπεράσπιση που καταχώρησαν στις 25.9.2015, παραδέχονται ότι δεν έχουν την οποιαδήποτε συµβατική σχέση µε την ιδιοκτήτρια των υποστατικών και ότι δεν έχουν την κατοχή των εν λόγω ακινήτων, συµπεριλαµβανοµένων και του υποστατικού, και, από την άλλη, προωθούν την παρούσα αγωγή αλλά και την επίδικη αίτηση στην βάση του ότι ως δήθεν κάτοχοι του υποστατικού θα πάθουν ανεπανόρθωτη ζηµία εάν δεν εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα.
  28. Πρόσθετα, και όπως αναφέρω ανωτέρω, παρά το ότι στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντίνου οι Αιτητές αναφέρουν ρητά ότι είναι εταιρεία που δραστηριοποιείται εντός των καταστηµάτων στην οδό Πρωταρά 41 υπάρχει και περαιτέρω τεκµηρίωση ότι οι Αιτητές όχι µόνο δεν κατέχουν ή δραστηριοποιούνται εντός του υποστατικού αλλά ούτε και εντός των καταστηµάτων δύο και τρία.
  29. Εκτός από την ποινική υπόθεση 3281/2014, ο Δήµος Παραλιµνίου έχει κινήσει τις ποινικές 3278/2014, 3279/2014 και 3280/2014 εναντίον της εταιρείας LΑ LΕΝΙΑ SHOPS LIMITED και άλλων εταιρειών που από ότι φαίνεται η εταιρεία LΑ LΕΝΙΑ SHOPS LIMITED υπενοικίασε τα καταστήµατα δύο και τρία αλλά και το παράνοµο κατάστηµα που ανέγειρε στα αριστερά του υποστατικού. Φυσικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς τον καταστηµάτων δύο, τρία αλλά και της παράνοµης οικοδοµής στα αριστερά του υποστατικού δεν είναι επίδικα θέµατα σε ότι αφορά την παρούσα αγωγή, αλλά η ύπαρξη των ποινικών υποθέσεων 3278/2014, 3279/2014 και 3280/2014 δίδει επίρρωση στον ισχυρισµό ότι οι Αιτητές δεν έχουν κατοχή των ακινήτων συµπεριλαµβανοµένου και του υποστατικού. Αντιθέτως, η πραγµατική κατάσταση πραγµάτων είναι ότι η εταιρεία LΑ LΕΝΙΑ SHOPS LIMITED έχει υπενοικιάσει τα ακίνητα σε άλλες εταιρείες που δεν έχουν καµία σχέση µε την Αιτήτρια. Σε σχέση µε το υποστατικό, αυτό προφανώς έχει υπενοικιαστεί στην εταιρεία L.C LEATHER AND FUR LTD και όλα τα στοιχεία στα οποία παραθέτω ανωτέρω, κατά την ταπεινή µου άποψη, αποδεικνύουν το εν λόγω ισχυρισµό. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 9 επί της παρούσας δέσµη δικογράφων που αποτελείται από αντίγραφα των κατηγορητηρίων στις ποινικές υποθέσεις 3278/2014, 3279/2014 και 3280/
  30. Βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει το να έχουν κατοχή οι Αιτητές είναι προαπαιτούμενο για να πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων για δύο βαρύνουσας σημασίας λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι χωρίς κατοχή του επίδικου υποστατικού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  31. Πρωτίστως, δεν πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, δηλαδή το να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Οι ίδιοι οι Αιτητές, μέσω των παραδοχών τους στην έκθεση υπεράσπισης στην αγωγή 850/2014 ότι δεν κατέχουν το υποστατικό και ότι δεν εκτελούν καµία εργασία ή δραστηριότητα εκεί, εµµέσως πλην σαφώς παραδέχονται ότι δεν προκύπτει καµία ζηµία για αυτούς. Φυσικά δεν είναι µόνο οι δικές τους παραδοχές που αποδεικνύουν ότι δεν είναι κάτοχοι του υποστατικού, αλλά και η πληθώρα των επιπρόσθετων στοιχείων που αναφέρω ανωτέρω. Συνεπώς όλη η βάση πάνω στην οποία θα µπορούσαν να αιτηθούν αποζηµιώσεις οι Αιτητές στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καταρρίπτεται.
  32. Κατά δεύτερο, οι Αιτητές δεν πληρούν ούτε και την δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου Ν. 14/1960, αφού, χωρίς την κατοχή του επίδικου υποστατικού, δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους και δεν έχουν αγώγιµο δικαίωµα εναντίον της Καθ'ής η Αίτηση αφού δεν έχουν υποστεί και δεν θα υποστούν την οποιαδήποτε ζηµία από την άρνηση σύναψης σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας.
  33. Κατά τρίτο, οι Αιτητές δεν πληρούν ούτε και την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου Ν. 14/1960, δηλαδή αδυναµία απονοµής δικαιοσύνης σε µεταγενέστερο στάδιο και πρόκληση ανεπανόρθωτης ζηµίας, αφού, χωρίς την κατοχή του επίδικου υποστατικού, δεν µπορούν να ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ζηµία, πόσο µάλλον ανεπανόρθωτη ζηµία, από την µη εκτέλεση των οποιοδήποτε εργασιών τις οποίες προφανώς δεν εκτελούν στο επίδικο υποστατικό.
  34. Βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, ο δεύτερος λόγος που σχετίζεται µε το θέµα της κατοχής είναι το ότι, για να παρασχεθεί νόµιµα ηλεκτρική ενέργεια στον οποιοδήποτε προτιθέµενο καταναλωτή, αυτός πρέπει να είναι κάτοχος του υποστατικού. Για να επεξηγήσω το σχετικό ισχυρισµό, αναφέρω ότι όλες οι συµβάσεις παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτει η Καθ'ής η Αίτηση µε τους καταναλωτές της, είναι τυποποιηµένες και βασίζονται στους Γενικούς Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας του
  35. Αυτό το γεγονός αποδεικνύεται από την ρητή αναφορά των Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας στο ίδιο το έγγραφο της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που υπογράφουν όλοι οι προτιθέµενοι καταναλωτές.
  36. Οι όροι 1 και 18(ι) των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας αναγράφουν ρητά ως ακολούθως».
  37. Πας καταναλωτής όστις επιθυµεί όπως η Αρχή παράσχη ηλεκτρικόν ρεύµα εις υποστατικά του δέον πρωτίστως να εξασφαλίσει την διαβεβαίωσιν εκ µέρους της Αρχής ότι αυτή είναι εις θέσιν να παράσχη το απαιτούµενον ηλεκτρικόν ρεύµα προτού αναθέση εις αρµόδιον αδειούχον πρόσωπον, την εκτέλεσιν της εις τα υποστατικά του ηλεκτρικής εγκαταστάσεως.
  38. (i) Ο καταναλωτής οφείλει να δώση εις την Αρχήν τουλάχιστον 24 ωρών γραπτήν προειδοποίησιν περί της προθέσεως του να εκκενώση τα υποστατικά του και εν περιπτώσει παραλείψεως ο καταναλωτής θα θεωρείται υπόλογος εις την Αρχήν δι' όλους τους λογαριασµούς τους οφειλόµενους μέχρι της επομένης συνήθους χρονικής περιόδου κατά την οποίαν γίνεται η εξακρίβωσης της καταναλωθείσης ενέργειας επί των υποστατικών ή μέχρι της ημέρας της παροχής ρεύματος εις το νέον ένοικον των υποστατικών, οποιονδήποτε εκ των δύο ήθελε συµβή πρώτον.
  39. Συνεπώς είναι εµφανές από τους πιο πάνω όρους ότι δεν µπορεί κάποιος να παρουσιάζεται ως κάτοχος του υποστατικού, ως πράττουν στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές, ενώ δεν είναι, µε σκοπό να καταφέρει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε κάποιο τρίτο, σε αυτή την περίπτωση την εταιρεία L.C LEATHER AND FUR LTD.
  40. Ο όρος 18(i) αναφέρει ρητά ότι όταν ένας καταναλωτής εγκαταλείψει το υποστατικό στο οποίο του παρέχεται ηλεκτρική ενέργεια, τότε πρέπει να δώσει 24ωρη γραπτή ειδοποίηση προς την Καθ'ής η Αίτηση έτσι ώστε η Καθ'ής η Αίτηση να τερµατίσει την σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας µαζί του για να δικαιούται ο καινούργιος κάτοχος του υποστατικού να αιτηθεί σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και να καταστεί καταναλωτής της Καθ'ής η Αίτηση.
  41. Το τι έχουν πράξει οι Αιτητές στην παρούσα περίπτωση είναι απλό και έχει ως ακολούθως. Παρόλο που δεν είναι κάτοχοι του υποστατικού αφού το υπενοικίασαν στην εταιρεία L.C LEATHER AND FUR LTD, εντούτοις, ουδέποτε ενηµέρωσαν την Καθ'ής η Αίτηση για την εγκατάλειψη του υποστατικού ως όφειλαν, µε αποτέλεσµα να χρησιµοποιούν την σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που είχαν (και που πλέον έχει τερµατιστεί) για να παρέχουν ρεύµα σε τρίτους που δεν είναι καταναλωτές της Καθ'ής η Αίτηση, κατά ρητή παράβαση των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας του
  42. Στις παραγράφους 27 και 28 της ένορκης δήλωσης Γιώργου Κωνσταντίνου οι Αιτητές προωθούν τον ισχυρισµό ότι η σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση µε το υποστατικό ουδέποτε τερµατίστηκε και ότι, εάν τερµατίστηκε, τερµατίστηκε παράνοµα. Είναι η θέσης της Καθ'ής η Αίτηση ότι η εν λόγω σύµβαση τερµατίστηκε καθ' όλα νόµιµα λόγω µη πληρωµής, ότι οι Αlτητές στο παρόν στάδιο δεν έχουν την οποιαδήποτε συµβατική σχέση µε την Καθ'ής η Αίτηση σε σχέση µε το επίδικο υποστατικό και ότι η Καθ'ής η Αίτηση αρνείται την σύναψη σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας µε τους Αιτητές.
  43. Κατωτέρω θα γίνει εκτενής αναφορά στη σηµασία του νόµιµου τερµατισµού και στην σηµασία της άρνησης σύναψης σύµβασης ηλεκτρικής ενέργειας εκ µέρους της Καθ'ής η Αίτηση, όµως, σε αυτό το σηµείο θέλω να αναφερθώ στην βαρύνουσα σηµασία που έχει η µη κατοχή του υποστατικού από τους Αιτητές στις πιθανότητες έκδοσης των αιτούµενων διαταγµάτων. Ακόµα και εάν το σεβαστό Δικαστήριο, παρά τα σθεναρά στοιχεία που τίθενται ενώπιον του, θεωρήσει ότι δεν έχει τερµατιστεί η σύµβαση παροχής ενέργειας, ευσεβάστως υποβάλλω ότι, η έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων θα συνιστά συνέχιση της παράβασης του όρου 18(i) των Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας, αφού οι Αιτητές θα συνεχίσουν να χρησιµοποιούν την σύµβαση που ισχυρίζονται δήθεν ότι δεν τερµατίστηκε για να παρέχουν ρεύµα σε τρίτο πρόσωπο και συγκεκριµένα την εταιρεία L.C LEATHER AND FUR LTD. Με το να αιτούνται την έκδοση των επίδικων διαταγµάτων οι Αιτητές στην ουσία καλούν το σεβαστό Δικαστήριο να προσδώσει τον µανδύα νοµιµότητας και να επιτρέψει την συνέχιση της παράβασης του όρου 18(i) των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας µε το να καταναλώνει ηλεκτρισµό ένα πρόσωπο το οποίο δεν είναι καταναλωτής της Καθ'ής η Αίτηση. Συνεπώς ακόµα και αυτή η θέση των Αιτητών δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το σεβαστό Δικαστήριο αφού στην ουσία θα αποτελεί ρητή παράβαση των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας του
  44. Προχωρώντας στο νομικό ζήτημα της μη ύπαρξης συμβιβαστικής σχέσης μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με το υποστατικό, βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει, η άρνηση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ελλείψει συµβατικής σχέσης µεταξύ της Καθ'ής η Αίτηση και προτιθέµενων καταναλωτών της αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη την οποία το εκδικάζον σεβαστό Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει καθότι εµπίπτει στον αναθεωρητικό έλεγχο του Διοικητικού Δικαστηρίου.
  45. Για να αποδείξω στο σεβαστό Δικαστήριο ότι η σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας έχει όντως τερµατιστεί και ότι η άρνηση της Καθ'ής η Αίτηση να συνάψει καινούργια σύµβαση είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, θα ανατρέξω τόσο στην διαδικασία της Καθ'ής η Αίτηση σε σχέση µε τερµατισµούς συµβάσεων αλλά και στο ιστορικό της συµβατικής σχέσης των Αιτητών µε την Καθ'ής η Αίτηση, το οποίο αποδεικνύει ότι οι Αιτητές γνωρίζουν ότι η σύµβαση τους έχει τερµατιστεί και ότι όλες οι αναφορές περί δήθεν συνέχισης της σύµβασης γίνονται απλά για να αποπροσανατολίσουν το σεβαστό Δικαστήριο και να εκφύγουν του αναθεωρητικού ελέγχου του Διοικητικού Δικαστηρίου.
  46. Η διαδικασία τερµατισµού σύµβασης λόγω µη πληρωµής την οποία ακολουθεί η Καθ'ής η Αίτηση και η οποία είναι τυποποιηµένη εντός του συστήµατος CC & Billing και περιέχει περιπτώσεις αυτοµατισµού έχει ως εξής:
  47. Εκδίδεται λογαριασµός (όχι τελικός) από το σύστηµα (CC&Billing) ο οποίος αναγράφει την τελευταία ηµεροµηνία πληρωµής 15-21 ηµέρες περίπου.
  48. Εάν δεν πληρωθεί το οφειλόµενο ποσό, λήγει ο λογαριασµός και µετά από 6 ηµερολογιακές ηµέρες εκδίδεται γραπτή ειδοποίηση από το σύστηµα, η οποία ταχυδροµείται από την ΑΗΚ και αναφέρει στον πελάτη ότι εάν δεν πληρώσει το οφειλόµενο ποσό, µέσα σε 7 εργάσιµες ηµέρες, θα διακοπεί η παροχή.
  49. Εφόσον δεν γίνει η πληρωµή του οφειλόµενου ποσού, εκδίδεται από το σύστηµα εντολή διακοπής. Η εντολή διακοπής αναφέρεται στη γεωγραφική ζώνη στην οποία ανήκει το υποστατικό (υπάρχουν 38 ζώνες ανά Περιφέρεια).
  50. Αρµόδιος υπάλληλος επισκέπτεται το υποστατικό και, εάν υπάρχει η δυνατότητα, εισπράττει το οφειλόµενο ποσό. Εάν εισπράξει, δεν γίνεται διακοπή και δεν τερµατίζεται η Συµφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας.
  51. Εάν δεν εισπράξει το οφειλόµενο ποσό, ο υπάλληλος προβαίνει στη διακοπή της παροχής.
  52. Εάν µετά τη διακοπή της παροχής ο πελάτης µεταβεί στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών της ΑΗΚ και πληρώσει το οφειλόµενο ποσό, περιλαµβανοµένων εξόδων διακοπής και επανασύνδεσης, εντός 3 βδοµάδων, και πάλι συνεχίζει να ισχύει η ίδια Συµφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας.
  53. Σε αντίθετη περίπτωση, εκδίδεται τελικός λογαριασμός που σηματοδοτεί και τον τερματισμό της Συµφωνίας Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας και κλείνει η μερίδα (Person) στο σύστημα χρέωσης της ΑΗΚ.
  54. Άρα, εάν ο πελάτης επιθυµεί επανασύνδεση, θα πρέπει να προσκοµίσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα, να καταβάλει την προκαταβολή και να υπογράψει νέα Συµφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας.
  55. Βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, ευσεβάστως ισχυρίζοµαι ότι η σύµβαση ηµεροµηνίας 5.3.2013 είχε τερµατιστεί καθόλα νοµίµως στην βάσει του όρου 19 των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας του 1991 και του άρθρου 45
(2)του περί Ηλεκτρισµού Νόµου, Κεφ. 170, για τον λόγο της µη πληρωµής. Διευκρινιστικά αναφέρω ότι στην περίπτωση του υποστατικού, η διακοπή της παροχής έγινε στις 25.1.2016 και ο λογαριασµός έκλεισε στις 23.2.2016, δηλαδή µετά την παρέλευση του πιο πάνω χρονικού περιθωρίου που επιτρέπει το σύστηµα της Καθ'ής η Αίτηση.
  1. Η προηγούµενη συµβατική σχέση µεταξύ Αιτητών και Καθ'ής η Αίτηση έχει ως εξής:
  2. Οι Αlτητές έγιναν για πρώτη φορά καταναλωτές της Καθ'ής η Αίτηση µε την σύναψη της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 11.7.2002 και οι Αιτητές έλαβαν τον αριθµό λογαριασµού 316 623 500
  3. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 10 επί της παρούσας αντίγραφο της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 11.7.
  4. Μετέπειτα δηµιουργήθηκε το σύστηµα CC & Billing της Καθ'ής η Αίτηση και άλλαξε ο αριθµός λογαριασµού των Αιτητών σε 665 742 000
  5. Η σύµβαση αυτή τερµατίστηκε λόγω µη πληρωµής στις 28.2.2012 µε την έκδοση του τελικού λογαριασµού ηµεροµηνίας 28.2.
  6. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 11 επί της παρούσας αντίγραφο της κατάστασης λογαριασµού της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που αναγράφει πάνω την ηµεροµηνία τερµατισµού καθώς και αντίγραφο του τελικού λογαριασµού ηµεροµηνίας 28.2.2012 που σηµατοδότησε και τον τερµατισµό της εν λόγω σύµβασης.
  7. Αποδεχόµενοι τον τερµατισµό της σύµβασης, οι Αιτητές αιτήθηκαν εκ νέου την σύναψη νέας σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Η Καθ'ής η Αίτηση, αποδεχόµενη την τότε αίτηση των Αιτητών, σύναψε µαζί τους την σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 10.4.2012 και οι Αιτητές έλαβαν τον αριθµό λογαριασµού 826 587 282
  8. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 12 επί της παρούσας αντίγραφο της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 10.4.
  9. Η σύμβαση αυτή τερματίστηκε λόγω μη πληρωμής στις 14.01.2013 με την έκδοση του τελικού λογαριασμού ημερομηνίας 14.01.
  10. Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 13 επί της παρούσας αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που αναγράφει πάνω την ημερομηνία τερματισμού καθώς και αντίγραφο του τελικού λογαριασμού ημερομηνίας 14.1.2013 που σηματοδότησε και τον τερματισμό την εν λόγω σύμβασης.
  11. Αποδεχόµενοι τον τερµατισµό της σύµβασης οι Αιτητές αιτήθηκαν εκ νέου την σύναψη νέας σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Η Καθ'ής η Αίτηση, αποδεχόµενη την τότε αίτηση των Αιτητών, σύναψε µαζί τους την σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.2013 και οι Αιτητές έλαβαν τον αριθµό λογαριασµού 255 635 196
  12. Αυτή είναι και η επίδικη σύµβαση για την οποία οι Αιτητές κάνουν λόγο ότι δήθεν δεν τερµατίστηκε. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 14 επί της παρούσας αντίγραφο της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.
  13. Όπως έγινε και µε τις δύο προηγούµενες συµβάσεις σε σχέση µε το υποστατικό, η σύµβαση ηµεροµηνίας 5.3.2013 τερµατίστηκε λόγω µη πληρωµής στις 23.2.
  14. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 15 επί της παρούσας αντίγραφο της κατάστασης λογαριασµού της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.2013 που αναγράφει πάνω την ηµεροµηνία τερµατισµού καθώς και αντίγραφο του τελικού λογαριασµού ηµεροµηνίας 23.2.2016 που σηµατοδότησε και τον τερµατισµό της εν λόγω σύµβασης. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 16 επί της παρούσας αντίγραφο της κατάστασης των µέχρι τώρα συµβάσεων που αφορούν το υποστατικό του συστήµατος CC & Billing της Καθ'ής η Αίτηση. Επί της κατάστασης αυτής αναγράφονται µε σαφήνεια οι ηµεροµηνίας σύναψης και τερµατισµού των τριών ως άνω αναφερόµενων συµβάσεων.
  15. Από το πιο πάνω συµβατικό ιστορικό και από το τεκµήρια τα οποία παραθέτω σε σχέση µε τις εν λόγω συµβάσεις, βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, εξάγεται το λογικό συµπέρασµα ότι οι Αιτητές σε όλη τους την προηγούµενη συµβατική σχέση µε την Καθ'ής η Αίτηση αποδέχονταν ότι µε την έκδοση του τελικού λογαριασµού τερµατιζόταν η σχετική σύµβαση, εξού και ο λόγος που όποτε εκδίδεται τελικός λογαριασµός ακολουθεί νέα σύµβαση στην σχέση των Αιτητών µε την Καθ'ής η Αίτηση µέχρι τώρα.
  16. Ενεργώντας επί του τερµατισµού µε αυτό τον τρόπο (conduct) αιτούνταν την σύναψη νέας σύµβασης σε όλες τις προηγούµενες περιπτώσεις εκτός από την επίδικη. Παρά το ότι οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η σύµβαση ηµεροµηνίας δεν τερµατίστηκε ή δεν τερµατίστηκε νοµότυπα δεν δίνουν τις οποιεσδήποτε εξηγήσεις ως προς το γιατί θεωρούν ότι δεν τερµατίστηκε νοµότυπα. Με άλλα λόγια, δεν εξηγούν καθόλου γιατί η επίδικη περίπτωση είναι διαφορετική από τις προηγούµενες και γιατί η επίδικη σύµβαση θα πρέπει να θεωρείται ότι συνεχίζει.
  17. Επιπρόσθετα οι Αιτητές ισχυρίζονται στην παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντίνου ότι ουδέποτε έλαβαν την οποιαδήποτε επιστολή που να τερµατίζει την σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.
  18. Προφανώς δεν έλαβαν την οποιαδήποτε επιστολή τερµατισµού επειδή ο τερµατισµός γίνεται µε την έκδοση του τελικού λογαριασµού και όχι µε επιστολή, όπως δηλαδή έγινε και στις προηγούμενες περιπτώσεις τις οποίες αποδέχθηκαν ως νόμιμους τερματισμούς οι Αιτητές.
  19. Οι Αιτητές, στην παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Κωνσταντίνου εγείρουν και το θέµα του ότι, αφού εξόφλησαν το οφειλόµενο ποσό στις 26.2.2016, προφανώς µετά που έλαβαν το τελικό λογαριασµό ηµεροµηνίας 23.2.2016, σηµαίνει ότι η σύµβαση δεν τερµατίστηκε. Βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, αρνούµαι τον εν λόγω ισχυρισµό. Η πληρωµή του ποσού στις 26.2.2016 δεν συνεπάγεται µε αναβίωση της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.2013 αλλά ούτε και µε συνέχιση της. Το ότι οι Αιτητές κατέβαλαν το ποσό που όφειλαν απλά σηµαίνει ότι η Καθ'ής η Αίτηση δεν θα εκκινήσει νοµικά µέτρα εναντίον τους για να το εισπράξει. Η κατάσταση µη ύπαρξης συµβατικής σχέσης, όµως, παραµένει αναλλοίωτη.
  20. Επιπρόσθετα, ακόµα και να µην υπήρχε το υπόβαθρο της προηγούµενης συµπεριφοράς (conduct) των µερών σε σχέση µε τον τερµατισµό της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.2013, ο ίδιος ο τελικός λογαριασµός ηµεροµηνίας 23.2.2016 αναγράφει περίοπτα στο κάτω µέρος «Τελικός Λογαριασµός» και επιπλέον επιστρέφει την προκαταβολή ύψους €200 που κατέβαλαν οι Αιτητές µε την σύναψη της σύµβασης. Συνεπώς, εάν ένας λογαριασµός είναι τελικός, σηµαίνει ότι δεν θα ακολουθήσουν άλλοι και εξάγεται το συµπέρασµα ότι η σύµβαση έχει τερµατιστεί. Επιπλέον, η επιστροφή της προκαταβολής (εγγύησης) ύψους €200 επίσης συντείνει στο να υποδείξει ότι η σύµβαση έχει τερµατιστεί. Δεν θα ήταν άλλωστε λογικό να επιστραφεί η προκαταβολή, που σκοπό έχει να κρατείται ως εγγύηση κατά την διάρκεια της σύµβασης, ενώ η σύµβαση να συνεχίζει. Τελικώς, βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, οι Αιτητές εµποδίζονται διά συµπεριφοράς (estopped by conduct) από το να ισχυρίζονται ότι η σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.2013 δεν έχει τερµατιστεί.
  21. Προχωρώντας, πρέπει επίσης να γίνει αναφορά και στην συµπληρωµατική ένορκη δήλωση του Γιώργου Κωνσταντίνου, στην οποία οι Αιτητές ισχυρίζονταν ότι, επειδή η Καθ'ής η Αίτηση σύναψε σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση µε το κατάστηµα 2 εν έτος 2014, θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα. Σε σχέση µε το κατάστηµα 2 το συµβατικό ιστορικό έχει ως εξής:
  22. Οι Αιτητές έγιναν για πρώτη φορά καταναλωτές της Καθ'ής η Αίτηση µε την σύναψη της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 18.2.1998 και οι Αιτητές πήραν τον αριθµό λογαριασµού 316 623 350
  23. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 17 επί της παρούσας αντίγραφο της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 18.2.
  24. Μετέπειτα δηµιουργήθηκε το σύστηµα CC & Billing της Καθ'ής η Αίτηση και άλλαξε ο αριθµός λογαριασµού των Αιτητών σε 634
  25. Η σύµβαση αυτή τερµατίστηκε λόγω µη πληρωµής στις 28.1.2014 µε την έκδοση του τελικού λογαριασμού ημερομηνίας 28.1.
  26. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 18 επί της παρούσας αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που αναγράφει πάνω την ημερομηνία τερματισμού καθώς και αντίγραφο του τελικού λογαριασμού ημερομηνίας 28.1.2014 που σηματοδότησε και τον τερματισμό της εν λόγω σύμβασης.
  27. Αποδεχόµενοι τον τερµατισµό της σύµβασης, οι Αιτητές αιτήθηκαν εκ νέου την σύναψη νέας σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Η Καθ'ής η Αίτηση, αποδεχόµενη την τότε αίτηση των Αιτητών, σύναψε µαζί τους την σύµβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 14.3.2014 και οι Αιτητές έλαβαν τον αριθµό λογαριασµού 962 878 958
  28. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 19 επί της παρούσας αντίγραφο της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 14.3.2014, καθώς και κατάσταση λογαριασµού της εν λόγω σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 20 επί της παρούσας αντίγραφο της κατάστασης των µέχρι τώρα συµβάσεων που αφορούν το κατάστηµα 2 του συστήµατος CC & Billing της Καθ' ής η Αίτηση.
  29. Βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει ευσεβάστως εισηγούµαι ότι η συµβατική κατάσταση σε ότι αφορά το κατάστηµα 2 δεν αποτελεί επίδικο γεγονός, και ούτε θα πρέπει να αποτελέσει αντικείµενο εξέτασης από το σεβαστό Δικαστήριο. Η αναφορά των Αιτητών κάθε άλλο παρά ενισχύει την θέση τους καθότι ακόµη και στην περίπτωση που ληφθεί υπόψη από το σεβαστό Δικαστήριο, έντιµα αναφέρω ότι η Καθ'ής η Αίτηση έδρασε και έκδωσε την εκτελεστή διοικητική πράξη έγκρισης της αίτησης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο κατάστηµα 2 µε βάση τα γεγονότα και τα δεδοµένα που είχε ενώπιον της κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέτασης της αίτησης των Αιτητών.
  30. Τα γεγονότα διαφοροποιήθηκαν άρδην, όταν η ιδιοκτήτρια των ακινήτων πρόβαλε τις αντιρρήσεις της στην Καθ'ής η Αίτηση σε σχέση µε την παροχή στο επίδικο υποστατικό. Συνεπώς, κατά την απόρριψη της νέας αίτησης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση µε το υποστατικό, δηλαδή µετά τον τερµατισµό της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 5.3.2013, η Καθ'ής η Αίτηση ενάσκησε την διακριτική ευχέρεια που της παρέχεται ως διοικητικό όργανο, η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν εντός των ορίων της και εύλογη, και κατέληξε στην απόρριψη της. Περαιτέρω, παρόλο που ο τρόπος που ενάσκησε την διοικητική της εξουσία η Καθ'ής η Αίτηση αποτελεί θέµα διοικητικού δικαίου, θεωρώ πρέπον να αναφερθεί ότι µε τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου σε σχέση µε την µη κατοχή του υποστατικού από τους Αιτητές φαίνεται ότι η Καθ'ής η Αίτηση ορθά έπραξε και αρνήθηκε την σύναψη νέας σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Επισυνάπτεται και σηµειώνεται ως Τεκµήριο 21 επί της παρούσας η επιστολή των δικηγόρων της ιδιοκτήτριας των ακινήτων ηµεροµηνίας 31.12.2014, που αποδεικνύει ότι τα γεγονότα σε ότι αφορά τα επίδικα ακίνητα ήρθαν εις γνώση της Καθ'ής η Αίτηση µετά από την σύναψη της σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ηµεροµηνίας 14.3.
  31. Από τα όσα έχουν έρθει πλέον στην επιφάνεια σε σχέση µε την µη κατοχή των ακινήτων από τους Αιτητές, είναι φανερό ότι οι Αιτητές ξεγέλασαν την Καθ'ής η Αίτηση κατά την σύναψη της σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ημερομηνίας 14.3.2014, παρουσιάζοντας τον ευατό τους ως κατόχους ενώ δεν ήταν. Επιπλέον, αφού δεν είναι κάτοχοι του καταστήματος 2, συνεπώς παραβαίνουν τον όρο 18 των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας αφού διατηρούν σύμβαση χωρίς να είναι κάτοχοι του υποστατικού. Συνεπώς, είναι η θέση της Καθ'ής η Αίτηση ότι οι Αιτητές κωλύονται από το να επικαλούνται την παραβατική τους συμπεριφορά τους ως κάτι που θα έπρεπε να ενεργήσει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  32. Επίσης αναφέρω ότι βάσει των δικογράφων και των στοιχείων που ήρθαν στην επιφάνεια η Καθ'ής η Αίτηση θα επανεξετάσει την συµβατική της σχέση µε τους Αιτητές σε σχέση µε το κατάστηµα 2 αφού, όπως οι ίδιοι παραδέχονται στα πλαίσια της αγωγής 850/2014 και από ότι δείχνουν όλα τα στοιχεία που παραθέτω ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών υποθέσεων που εγείρει ο Δήµος Παραλιµνίου (η ποινική υπόθεση 3281/2014 είναι αυτή που αφορά το κατάστηµα 2) δεν είναι κάτοχοι του εν λόγω υποστατικού. Η Καθ'ής η Αίτηση έχει ήδη ζητήσει νοµική γνωµάτευση επί του θέµατος από τους νοµικούς της συµβούλους.
  33. Βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, το ότι η άρνηση σύναψης σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας είναι εκτελεστή διοικητική πράξη ενδυναµώνει τον ισχυρισµό ότι οι Αιτητές δεν πληρούν την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου, Ν.14/1960, αφού το σεβαστό Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει το κατά πόσο ορθά ή λανθασµένα η Καθ'ής η Αίτηση αρνείται την σύναψη σύµβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Η εξέταση του εν λόγω ζητήµατος υπάγεται στην δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. Συνεπώς οι Αιτητές όχι µόνο δεν έχουν σοβαρό ζήτηµα προς εκδίκαση ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου αφού το ζήτηµα προς εκδίκαση είναι αρµοδιότητας του Διοικητικού Δικαστηρίου και επιπλέον δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθότι ενάγουν το αποτέλεσµα µιας εκτελεστής διοικητικής πράξης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αντί να επιχειρούν να την ακυρώσουν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και, εάν και εφόσον ακυρωθεί, να αιτηθούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο αποζηµιώσεις.
  34. Επιπρόσθετα, βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, η επίδικη αίτηση, αντίθετα µε τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές, έκδηλα επιχειρεί να ανατρέψει το status quo ante και όχι να το διατηρήσει αφού η παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος έχει διακοπεί από τις 25.1.2016, δηλαδή εδώ και τρείς µήνες. Συνεπώς δεν µπορεί να γίνεται λόγος για δήθεν διατήρηση του status quo ante όταν τα αιτούµενα διατάγµατα επιχειρούν την ολική ανατροπή του µε την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε ένα υποστατικό που δεν ηλεκτροδοτείται εδώ και τρείς µήνες.
  35. Βάσει νοµικής συµβουλής που έχω λάβει, αναφέρω ότι η έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων δεν είναι ούτε προς το συµφέρον της δικαιοσύνης αλλά και ούτε προκαλεί το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) να γύρει υπέρ τον Αιτητών αφού η έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων θα συνεπάγεται µε εξαναγκασµό της Καθ'ής η Αίτηση σε καταστρατήγηση των νοµοθεσιών που διέπουν την λειτουργία της και θα προσδώσει νοµιµότητα σε έκδηλη παράβαση των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας αφού θα εξαναγκάσει την Καθ'ής η Αίτηση να παρέχει ενέργεια σε ένα πρόσωπο που δεν είναι κάτοχος του υποστατικού αλλά απλά παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάτοχο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ενώ σε άλλες δικαστικές διαδικασίες αρνείται κατοχή, απλά και µόνο για να καταφέρει µε δόλιο τρόπο να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Τελικώς, η Καθ'ής η Αίτηση θεωρεί την επίδικη αίτηση ως θέµα ύψιστης δηµόσιας πολιτικής (public policy) αφού η τυχόν έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων θα συνεπάγεται µε εξαναγκασµό της Καθ'ής η Αίτηση σε παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε πρόσωπο που α) δεν έχει συµβατική σχέση µε την Καθ'ής η Αίτηση και β) δεν είναι κάτοχος του υποστατικού στο οποίο παρέχεται η ηλεκτρική ενέργεια. Αυτή η κατάσταση θα είναι μια πρωτόγνωρη και παράλογη κατάσταση πραγμάτων η οποία εάν επιτραπεί θα δημιουργήσει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο νομικό αλλά και συμβατικό προηγούμενο που αδιαμφισβήτητα θα επιφέρει μία απρόβλεπτη, χαώδη και άτακτη κατάσταση στις συμβατικές σχέσεις της Καθ'ής η Αίτηση με το ευρύ κοινό.». [Δ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  36. Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, όταν κρίνει δίκαιο, να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα, όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν [[i]] οι ακόλουθες προϋποθέσεις [[ii]]: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  37. Στο τελικό στάδιο, το Δικαστήριο, πρέπει, πρόσθετα, να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [[iii]].
  38. Γνώμονας, σε κάθε περίπτωση, είναι για το Δικαστήριο, η αποτίμησης του ποια κατάληξης του (μεταξύ της έκδοσης ή μη του αιτούμενου ενδιάμεσου διατάγματος), ενέχει τον λιγότερο κίνδυνο αδικίας στους εμπλεκόμενους διάδικους (Βλ. Campus Oil Ltd a. .o v Minister for Industry and Energy & Ors [1983] IESC 2). [Ε]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
  39. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων, υιοθέτησαν το περιεχόμενο γραπτών αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Τους δόθηκε δε και η ευκαιρία, κάποιες (ως επέλεξαν) από τις θέσεις τους, να τις αναπτύξουν και προφορικά. Με σεβασμό σε αυτές, για χάρη οικονομίας του λόγου και μόνο, θα αποφευχθεί εδώ η καταγραφή των προσεγγίσεών τους. Στα εξεταζόμενα στη συνέχεια θέματα και στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο υπό τις περιστάσεις, θα παρατίθενται οι ανάλογες προσεγγίσεις τους.
  40. Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο, πέραν των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης αντίστοιχα, δεν καταχωρήθηκε από πλευράς των διαδίκων οποιαδήποτε ένορκη δήλωση συμπλήρωσης γεγονότων (με εξαίρεση την ένορκο δήλωση του κ. Γιώργου Κωνσταντίνου ημερομηνίας 07/04/2016, η οποία καταχωρήθηκε συμπληρωματικά της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 05/04/2016, κατόπιν άδειας που είχε εξασφαλιστεί από το Δικαστήριο, πριν η αίτηση καταστεί δια κλήσεως με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 07/04/2016 [[iv]]), ούτε και αιτήθηκε οποιοσδήποτε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους, ως έχουν προαναφερθεί.
  41. Με αυτά ως δεδομένα, προχωρώ στην εξέταση του υποβληθέντος αιτήματος. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
  42. Ως έχει νομολογηθεί, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η οποία πρέπει να πληρείται για να μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο ενδιάμεσο διάταγμα, ικανοποιείται, εάν ο αιτητής αποδείξει, ότι, κάτι τέτοιο προκύπτει βάσιμα από το δικόγραφο του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Αιτητής, είναι η ενάγουσα και ως εκ τούτου, εξέτασης χρήζει το δικόγραφο της απαίτησης της.
  43. Η Αιτήτρια, για αυτή την Αγωγή της, εξέδωσε, σε ότι αφορά την Καθ' ης η Αίτηση, Εναγομένη, κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο, με τις απαιτήσεις της. Με αυτό, αξιώνει από την Καθ' ης η Αίτηση, τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει τους εναγομένους όπως ενεργοποιήσουν εκ νέου τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος υπ' αρ. 25563519625 ο οποίος είχε ανοιχτεί επ' ονόματι των εναγόντων και αφορά το υποστατικό με διακριτικό αρ. 955 132 0000, εβρισκόμενο εκ την οδό Πρωταρά αρ. 41, Ακ. Πελαγίας Χατζηκυριάκου, Κατάστημα 1, Τ.Τ. 5296, Παραλίμνι. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττει τους εναγόμενους όπως επανασυνδέσουν στους ενάγοντες το ηλεκτρικό ρεύμα στον μετρητή με αρ. 570985 ο οποίος βρίσκεται εγκατεστημένος επί του υποστατικού με διακριτικό αρ. 955 132 0000, ευρισκόμενο εις την οδό Πρωταρά αρ. 41, Ακ. Πελαγίας Χατζηκυριάκου, Κατάστημα 1, Τ.Τ. 5296, Παραλίμνι. Γ. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττει τους εναγομένους όπως παράσχουν εκ νέου ενέργεια στον μετρητή με αρ. 570985 ο οποίος βρίσκεται εγκατεστημένος επί του υποστατικού με διακριτικό αρ. 955 1320000, ευρισκόμενο εις την οδό Πρωταρά αρ. 41, Ακ. Πελαγίας Χατζηκυριάκου, Κατάστημα 1, Τ.Τ. 5296, Παραλίμνι. Δ. Γενικές αποζημιώσεις για την απώλεια εισοδήματος που υφίστανται οι ενάγοντες καθ' όλη την περίοδο που οι εναγόμενοι αρνούνται την εκ νέου ενεργοποίηση του αριθμού λογαριασμού υπ' αρ. 25563519625 και την επανασύνδεση και/ή παροχή ηλεκτρικής ενέργειας του υποστατικού με διακριτικό αρ. 955 132 0000, εβρισκόμενο εις την οδό Πρωταρά αρ. 41, Ακ. Πελαγίας Χατζηκυριάκου, Κατάστημα 1, Τ.Τ. 5296, Παραλίμνι. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το σεβαστό δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα και/ή ορθή υπό τας περιστάσεις. ΣΤ. Νόμιμο Τόκο. Ζ. Τέλη και έξοδα της παρούσας αγωγής πλέον Φ.Π.Α.».
  44. Έχοντας εξετάσει τα όσα το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της Αγωγής της Αιτήτριας καταγράφει, διαπιστώνω, κατ' αρχήν, ότι, αυτό, περιορίζεται απλά σε αναφορά στις θεραπείες που επιδιώκονται, χωρίς προσδιορισμό σε αιτία ή βάση αγωγής [[v]]. Το γεγονός όμως της απαίτησης της Αιτήτριας στις εν λόγω θεραπείες, αντικειμενικά κρινόμενο, με αναφορά στη διατυπωθείσα από την Αιτήτρια θέση της στο δικόγραφο της ως προς το δικαίωμα της στις συγκεκριμένες θεραπείες, ικανοποιεί την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση [[vi]]. Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας
  45. Με την διαπίστωση αυτή ως δεδομένη, προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης που πρέπει να πληρείται ώστε να δικαιολογείται η έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση, ως έχει προαναφερθεί, είναι ο αιτητής να έχει συζητήσιμη υπόθεση επί της βάσης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής να έχει, στον απαιτούμενο βαθμό, αποδείξει, πιθανότητα να επιτύχει, τελικώς, στις αιτούμενες θεραπείες [[vii]].
  46. Ως έχει, επίσης, νομολογηθεί, προς διαπίστωση του κατά πόσο πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει, αν, από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη της αιτήσεως από πλευράς αιτητή, έχει αποδειχθεί ότι αυτός έχει, έναντι του καθ' ου η αίτηση, κάποια πιθανότητα επιτυχίας στην βάση της απαίτησης που το δικόγραφο του αποκαλύπτει, ή στις θεραπείες που με αυτό αξιώνει, η οποία είναι πέραν από απλώς πιθανή, που μπορεί όμως να υπολείπεται του ισοζυγίου των πιθανοτήτων [[viii]].
  47. Σε αιτήσεις του είδους, η διαπίστωση των γεγονότων επί των οποίων η υπόθεση ενός αιτητή στηρίζεται, γίνεται μεν, λαμβανομένου υπόψη του μαρτυρικού υλικού που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων, όπως προβλέπεται με τη Δ.39 των Θ. Π. Δ., δεδομένης όμως της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας, με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα, γίνεται, μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 [[ix]].
  48. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αιτήτρια, σε γενικές γραμμές, ισχυρίζεται, ότι, έλαβε κατοχή και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να κατέχει νόμιμα το Κατάστημα, δυνάμει υπενοικίασης του από την θέσμια ενοικιαστή του, La Lenia Shops Ltd. Από το εν λόγω Κατάστημα, η Αιτήτρια, ισχυρίζεται ότι διεξάγει τις εμπορικές τις δραστηριότητες. Με την ανάληψη της κατοχής του Καταστήματος, ισχυρίζεται περαιτέρω η Αιτήτρια, υπέβαλε προς την Καθ' ης η Αίτηση αίτημα για να της παράσχει προς αυτό ηλεκτρική ενέργεια. Αίτημα το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση το ενέκρινε, αφού ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν όλα τα προαπαιτούμενα βάσει της νομοθεσίας και των κανονισμών που την διέπουν. Συνακόλουθα, τούτου, η Καθ' ης η Αίτηση εγκατέστησε μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος στο Κατάστημα, άνοιξε σχετικό λογαριασμό στο όνομα της Αιτήτριας, και από το έτος 2001 και εντεύθεν, παρείχε στο Κατάστημα, για την Αιτήτρια, ηλεκτρικό ρεύμα. Η εμπορική δραστηριότητα της από το Κατάστημα, είναι, ισχυρίζεται η Αιτήτρια, περιοδική και συγκεκριμένα, διεξάγεται μόνο κατά την περίοδο του καλοκαιριού (ήτοι από Απρίλιο έως Οκτώβριο έκαστου έτους). Λόγω κάποιας κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος κατά την περίοδο Οκτωβρίου - Νοεμβρίου του έτους 2015, η Αιτήτρια, όφειλε στην Καθ' ης η Αίτηση το σχετικό κόστος, την πληρωμή του οποίου καθυστέρησε. Ένεκα της μη έγκαιρης εξόφλησης του εν λόγω ποσού, η Καθ' ης η Αίτηση, την 22/12/2015, απέστειλε στην Αιτήτρια υπενθύμιση εξόφλησης του σχετικού λογαριασμού, την οποία η Αιτήτρια παρέλαβε την 12/01/
  49. Ειδοποιείτο η Αιτήτρια με αυτήν, ότι είχε προθεσμία επτά ημερών να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της, σε αντίθετη δε περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση θα της διέκοπτε την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο Κατάστημα, επισημαίνοντας της παράλληλα και το κόστος που θα είχε τυχόν επανασύνδεσης της, σε μια τέτοια περίπτωση. Η προθεσμία αυτή των επτά ημερών, ισχυρίζεται η Αιτήτρια, παρήλθε, προτού αυτή παραλάβει την προαναφερόμενη υπενθύμιση της Καθ' ης η Αίτηση, εξόφλησης του σχετικού λογαριασμού, ημερομηνίας 22/12/2015, με αποτέλεσμα να μην εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της εντός της εν λόγω ταχθείσας από την Καθ' ης η Αίτηση προθεσμίας, και η Καθ' ης η Αίτηση να της διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο Κατάστημα. Εν συνεχεία, ακολούθησε, από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, η έκδοσης τελικού λογαριασμού πληρωμής για την τελευταία, ως είχε, περίοδο κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος στο Κατάστημα, συμψηφίζοντας, προς μερική εξόφληση του υπόλοιπου του λογαριασμού της Αιτήτριας, το ποσό που η Αιτήτρια της είχε καταβάλει ως προκαταβολή κατά την σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης. Το εναπομείναν υπόλοιπο, η Αιτήτρια, το εξόφλησε προς την Καθ' ης η Αίτηση, την 26/02/2016, οπόταν και αιτήθηκε από αυτήν την επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας με το Κατάστημα. Έκτοτε, η Καθ' ης η Αίτηση της αρνείται την επανασύνδεση, επικαλούμενη ότι δεν έχει ικανοποιηθεί για το νόμιμο της κατοχής του Καταστήματος από την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι, ο τερματισμός της σύμβασης που η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίστηκε, ώστε εν συνεχεία να απαιτήσει να ικανοποιηθεί για το νόμιμο της κατοχής του Καταστήματος από πλευράς της, είναι παράνομος, και συνεπώς, η Καθ' ης η Αίτηση οφείλει, από την στιγμή που η Αιτήτρια της έχει εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της, να της επανασυνδέσει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο Κατάστημα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 45
(2)του Κεφ.
  1. Η Καθ' ης η Αίτηση, αρνείται τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ισχυριζόμενη σε γενικές γραμμές τα εξής. Η Καθ' ης η Αίτηση, κατόπιν επικοινωνίας που είχε με τους δικηγόρους της ιδιοκτήτριας του Καταστήματος, έχει πληροφορηθεί και έχει προς τούτο στην κατοχή της, τεκμηριωμένες αποδείξεις, ότι, η Αιτήτρια, δεν είναι η κάτοχος του υποστατικού. Προς τεκμηρίωση αυτού της του ισχυρισμού, η Καθ' ης η Αίτηση αναφέρθηκε στην Αγωγή του Ε. Δ. Αμμοχώστου υπ' αρ. 1840/15 που εκκρεμεί μεταξύ της ιδιοκτήτριας του Καταστήματος και της Αιτήτριας (μεταξύ και άλλων προσώπων) για παράνομη επέμβαση σε αυτό, στην οποία η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι, δεν κατέχει το Κατάστημα, και ότι αυτό κατέχεται από την εταιρία La Lenia Shops Ltd (ως θέσμιος ενοικιαστής). Το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης της Αιτήτριας στην εν λόγω αγωγή, η Καθ' ης η Αίτηση το παρουσίασε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Η Καθ' ης η Αίτηση, δια του αντιπροσώπου της κ. Αναστάσιου Κόκκινου, που είναι το πρόσωπο που ορκίστηκε στην δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της, την 19/04/2016, ερεύνησε το ζήτημα της κατοχής του Καταστήματος και επί τόπου, και διαπίστωσε, ότι, αυτό, εξωτερικά, φέρει την επιγραφή LC Collection. Γεγονός, που, διασταυρούμενο με τις υπόλοιπες πληροφορίες που κατέχει, την οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι, όντως, κάτοχος του Καταστήματος δεν είναι η Αιτήτρια. Από ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν στο Δικαστήριο (από το έτος 2014) με παραπονούμενο κατήγορο τον Δήμο Παραλιμνίου, φαίνεται να τεκμηριώνεται ότι κάτοχος του Καταστήματος είναι κάποιο άλλο νομικό πρόσωπο, πιθανότερο η LC Leather and Fur Ltd. Η Καθ' ης η Αίτηση, για να παράσχει ηλεκτρική ενέργεια σε κάποιο υποστατικό, το πρόσωπο που υποβάλλει το σχετικό αίτημα, πρέπει να κατέχει το υποστατικό. Παραπέμπει, προς τεκμηρίωση της θέσης της, στους Γενικούς Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας του 1991 (και συγκεκριμένα στις πρόνοιες των όρων 1 και 18(i)). Εν προκειμένω, ισχυρίζεται περαιτέρω η Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια, στο παρόν στάδιο, δεν έχει καμία συμβατική σχέση μαζί της και ότι, για τον λόγο που έχει προαναφερθεί, - ότι δηλαδή η Αιτήτρια δεν κατέχει το Κατάστημα -, δεν μπορεί να προσέλθει με την Αιτήτρια σε σύμβαση για να παράσχει στο Κατάστημα ηλεκτρική ενέργεια. Η δε άρνηση της αυτή, εισηγείται, αποτελεί διοικητική πράξη, η νομιμότητα της οποίας μπορεί να προσβληθεί, μόνον ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου Δικαστηρίου, που δεν είναι αυτό το Δικαστήριο. Προς περαιτέρω ενίσχυση των ισχυρισμών της, η Καθ' ης η Αίτηση προέβη σε εκτενή ανάλυση του τρόπου (πρακτικής) με τον οποίο γενικά καταρτίζονται οι συμβάσεις της με τους καταναλωτές, πως αυτοί τιμολογούνται μέσω του ηλεκτρονικού προγράμματος / συστήματος «CC&Billing» και πως και υπό ποιες περιστάσεις, αν δεν εξοφληθεί ο λογαριασμός, διακόπτεται η παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας με την έκδοση τελικού λογαριασμού, τερματίζεται η σχετική σύμβαση και κλείνει ο λογαριασμός (μερίδα καταναλωτή) στο εν λόγω σύστημα της. Σε μια τέτοια περίπτωση, αναφέρει, ο καταναλωτής, για να του παρασχεθεί εκ νέου ηλεκτρική ενέργεια σε υποστατικό του, μπορεί μόνο να προσέλθει σε νέα συμφωνία με την Καθ' ης η Αίτηση κατόπιν σχετικού αιτήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, η σύμβαση της με την Αιτήτρια, ημερομηνίας 05/03/2013, τερματίστηκε καθόλα νόμιμα, βάσει του όρου 19 των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας του 1991 και του Άρθρου 45
(2)του Κεφ. 170, επειδή, η Αιτήτρια, είχε παραλείψει να εξοφλήσει, ως όφειλε, το υπόλοιπο του λογαριασμού της. Μάλιστα, σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό της και για να καταδείξει το κανονικό του τερματισμού της σύμβασης της με την Αιτήτρια δια της εκδόσεως του τελικού λογαριασμού, η Καθ' ης η Αίτηση προέβηκε σε μία χρονική αναδρομή των συμβατικών σχέσεων που είχε με την Αιτήτρια κατά καιρούς, υποστηρίζοντας, ότι, η συμβατική τους σχέση είχε τρείς φορές στο παρελθόν τερματιστεί και επαναπροσδιοριστεί, κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται. Συνεπώς, προσθέτει, το γεγονός ότι, η Αιτήτρια, εξόφλησε τον τελικό λογαριασμό που η Καθ' ης η Αίτηση της εξέδωσε, δεν σημαίνει αναβίωση της συμβατικής τους σχέσης.
  1. Οι προαναφερόμενοι, εκατέρωθεν των διαδίκων, ισχυρισμοί, εγείρουν σειρά νομικών ζητημάτων, που, έστω και υπό την περιορισμένη σκοπιά που η φύση αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας επιτρέπει, επιβάλλουν την εξέταση τους (Βλ. AIB PLC a. o. v Diamond a. o. [2011] IEHC 505). Συνεπώς, πριν προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο, από τα προαναφερόμενα γεγονότα, ικανοποιείται η προαναφερόμενη δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Αιτήτριας σε αυτή της την Αγωγή, θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ στο νομικό πλαίσιο που καθορίζει την λειτουργία της Καθ' ης η Αίτηση. Αρχή Ηλεκτρισµού Κύπρου
  2. Ο σκοπός της Καθ' ης η Αίτηση ως οργανισμός δημοσίου δικαίου, οι εξουσίες της, η φύση των αποφάσεων της, ο εμπορικός της χαρακτήρας και οι σχέσεις μεταξύ της και των καταναλωτών, έτυχαν εκτενής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο (ολομέλεια), στην απόφαση του στην υπόθεση Δημήτρης Γεωργίου ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ.
  1. Παραθέτω την ακόλουθη περικοπή από την απόφαση της πλειοψηφίας του Εφετείου, καθότι, η ανάλυσης των ζητημάτων που έγινε στην εν λόγω υπόθεση από το Ανώτατο Δικαστήριο, θα υποβοηθήσει να γίνει καλύτερα αντιληπτό το σκεπτικό μου που ακολουθεί: «Η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου αποτελεί οργανισμό δημόσιου δικαίου που εγκαθιδρύθηκε και ενεργεί με βάση τις πρόνοιες του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ.
  2. Σκοπός της Αρχής είναι η παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε ολόκληρη την Κύπρο. Η Αρχή κέκτηται εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κεφ. 171, να εκδίδει με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου Κανονισμούς με τους οποίους καθορίζονται οι όροι παροχής ή διακοπής ηλεκτρικής ενέργειας και η διατίμηση για την κατανάλωσή της [[1]]. Ο εμπορικός χαρακτήρας της Αρχής Ηλεκτρισμού επισημάνθηκε στην υπόθεση Ε.Α.C. v. Petrolina Company Ltd
(1971)1 C.L.R. 19, όπου αποφασίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171, δεν είναι αρκετές για να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η Αρχή Ηλεκτρισμού δεν είναι εμπορική επιχείρηση (βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου,
(1993)3 A.A.Δ. 295 και Ηarrison (Watfoud) Ltd v. Griffiths 40 T.C. 281, 304). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να προσδιορίσουμε τη φύση της πράξης της διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στα υποστατικά του εφεσείοντος. Οι σχέσεις μεταξύ της Αρχής και των καταναλωτών ρυθμίζονται με συμβάσεις που οι όροι τους περιγράφονται στους Κανονισμούς και στους Γενικούς Όρους Παροχής και που λίγο πολύ είναι αμετάβλητοι. Ο νόμος επιβάλλει στην Αρχή την υποχρέωση να παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα στο κοινό. Η υποχρέωση αυτή της Αρχής διέπεται και ρυθμίζεται από ωρισμένες αρχές (βλ. άρθρο 15 του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171). Η παροχή εξαρτάται από διάφορους όρους που ο καταναλωτής υποχρεούται να τηρεί, όπως για παράδειγμα να προστατεύει τους μετρητές και βέβαια να εξοφλεί έγκαιρα τους λογαριασμούς του. Υποχρεούται επίσης να μην διατηρεί ελαττωματικές εγκαταστάσεις και να μην προβαίνει σε κακή χρήση του ηλεκτρισμού. Διοικητική πράξη είναι κάθε νομική, μονομερής πράξη αρμόδιου διοικητικού οργάνου, που ενεργεί σαν τέτοιο και η οποία μπορεί να παράξει έννομα αποτελέσματα (βλ. Μ. Στασινόπουλου, Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων, σελ. 49). Στην παρούσα περίπτωση η Αρχή κατά τη διακοπή της παροχής δεν ενήργησε σαν διοικητικό όργανο, αλλά στην προσπάθειά της να διασφαλίσει τα συμβατικά της δικαιώματα. Η διακοπή που επήλθε μετά την άρνηση του εφεσείοντος να εξοφλήσει την οφειλή του, δεν απέβλεπε στην πραγμάτωση των σκοπών της Αρχής που τέθηκαν από το νόμο που την καθίδρυσε, αλλά στη διαχείρηση της περιουσίας της και στη διαφύλαξη των συμβατικών της δικαιωμάτων. Από την άλλη, η συγκεκριμένη απόφαση δεν σκοπούσε πρωταρχικά στην προώθηση δημόσιου σκοπού, ούτε επηρεάζει οποιοδήποτε μέρος του κοινού. Αντίθετα, απευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο καταναλωτή ο οποίος παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Βέβαια υπό κάποια έννοια, κάθε απόφαση της διοίκησης ενδιαφέρει το κοινό, αλλά ο βαθμός ενδιαφέροντος ποικίλει ανάλογα με την έκταση στην οποία η σχετική απόφαση δυνατόν να το επηρεάσει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μεμονωμένη πράξη της Αρχής εκτός από τον εφεσείοντα δεν επηρεάζει οποιονδήποτε άλλο. Αναντίλεκτα το κοινό ή κάποια μερίδα του, λόγω του εθνικά ευαίσθητου χαρακτήρα των κινήτρων του εφεσείοντος, επιδεικνύει ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη απόφαση της Αρχής, η απόφαση όμως αυτή καθ' εαυτή δεν επηρεάζει το κοινό, παρά μόνο παρεμπιπτόντως. Το θέμα ουσιαστικά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μόνο για την Αρχή αφ' ενός, ως μέσο εξαναγκασμού προς είσπραξη των οφειλομένων και για τον εφεσείοντα αφ' ετέρου, ως συμβαλλόμενο και επηρεαζόμενο καταναλωτή. Η εξουσία της Αρχής να διακόπτει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος δεν στηρίζεται στο imperium της, oύτε αποτελεί δημόσια εξουσία. Αποτελεί εξουσία που της παρέχεται και πηγάζει από τη σύμβαση που υπέγραψε με το συγκεκριμένο καταναλωτή. Ο Κανονισμός 19 που ενσωματώνεται στη σχετική συμφωνία δημιουργεί μονομερές συμβατικό δικαίωμα, το οποίο η Αρχή μπορεί να ασκήσει χωρίς επηρεασμό των οποιωνδήποτε άλλων θεραπειών που διαθέτει προς είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Το ότι η σχέση διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο γίνεται φανερό και από το γεγονός ότι η Αρχή είναι υποχρεωμένη προς είσπραξη των οφειλομένων να προσφύγει στα κοινά Δικαστήρια, αφού αντίθετα με τις διοικητικές πράξεις, για εφαρμογή των δικαιωμάτων της απαιτείται εκείνο που στο Ηπειρωτικό Ιδιωτικό Δίκαιο καλείται τίτλος εκτελεστός, ήτοι η ύπαρξη δικαστικής απόφασης. Με άλλα λόγια η Αρχή, παρά την ισχυρή πράγματι πίεση που εξασκεί με τη διακοπή της παροχής, δεν μπορεί σε τελική ανάλυση να εισπράξει τα οφειλόμενα σ' αυτήν ποσά, παρά μόνο αν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση. Η διακοπή παροχής από μόνη της δεν καταλήγει σε εξασφάλιση των συμβατικών της δικαιωμάτων. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι ο πρωταρχικός σκοπός της πράξης της Αρχής δεν ήταν η προώθηση δημόσιου σκοπού, αλλά ο διακανονισμός και η προστασία των δικαιωμάτων της σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Αν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσιζε ότι η απόφαση της Αρχής υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο, αναπόφευκτα θα καταλήγαμε στην εξέταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών όπως αναφύονται από τη συμβατική τους σχέση, εξέταση που εξ ίσου αναπόφευκτα θα κατέληγε σε απόφαση του Δικαστηρίου επί των εκ του ιδιωτικού δικαίου εκπηγαζόντων δικαιωμάτων τους, έργο σαφώς εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. Τhe Freeshops Ltd v. The Republic
(1987)3 C.L.R. 2081, 2085).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, η Καθ' ης η Αίτηση, εισηγείται ότι, η Αιτήτρια, δεν έχει καταδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία σε αυτή την Αγωγή, καθότι, το παρόν Δικαστήριο, είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την εγειρόμενη από αυτήν διαφορά. Πρόκειται, εισηγείται, για διαφορά, την επίλυση της οποίας, καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να επιλύσει, είναι το Διοικητικό Δικαστήριο. Ως προκύπτει από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημήτρης Γεωργίου ανωτέρω, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, ως προς το κατά πόσο κάποια πράξη της Καθ' ης η Αίτηση θα κριθεί ότι εμπίπτει εντός της σφαίρας του δημόσιου ή του ιδιωτικού δικαίου, είναι, το κατά πόσο, ο πρωταρχικός σκοπός της πράξης της Καθ' ης η Αίτηση, είναι η προώθησης κάποιου δημόσιου σκοπού, ή ο διακανονισμός και η προστασία των δικαιωμάτων της σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Στην εν λόγω υπόθεση, η διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω μη εξόφλησης του λογαριασμού κατανάλωσης, δυνάμει των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας (που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο), που προσδιόριζαν την συμβατική σχέση της Καθ' ης η Αίτηση με τον εφεσείοντα, εκρίθη ότι ήταν πράξη που ενέπιπτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου, καθότι αφορούσε δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που αναφύονταν από τη (συγκεκριμένη) συμβατική τους σχέση, που δεν επηρέαζε τα συμφέροντα ή/και δικαιώματα οποιοιδήποτε άλλου προσώπου / καταναλωτή, παρά μόνο αυτά του εφεσείοντα.
  2. Η περίπτωση όμως που εδώ εξετάζεται, είναι η πράξη της Καθ' ης η Αίτηση να αρνηθεί να χορηγήσει ηλεκτρική ενέργεια στην Αιτήτρια, που, ως προκύπτει από την νομολογία, εμπίπτει (ως προκύπτει στην βάση του ιδίου σκεπτικού), στην σφαίρα του δημόσιου δικαίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Το ζήτημα αυτό, ακριβώς, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Pelopidas Sevastides v The Electricity Authority of Cyprus
(1963)2 Α.Α.Δ. 497, όπου ελέχθησαν τα εξής σχετικά: «In determining whether or not a decision, act or omission of a public corporation, such as the Respondent, is "a decision, an act or omission of any organ, authority or person, exercising any executive or administrative authority ", in the sense of paragraph 1 of Article 146 of the Constitution, due regard must be had not only to its nature and character but also, primarily, to the powers vested in, and duties imposed on, such public corporation and its functions generally, as well as to the particular nature of the decision, act or omission concerned. The general functions of the respondent are specifically set out in section 12 of the Electricity Development Law, CAP 171, which is the legislation under which the respondent is established, and the said section 12 imposes the following duties on the respondent, namely, to- . Furthermore, section 15 of the Electricity Law, Cap. 170, which, by virtue of the provisions of sub-section
(3)of section 12 of Cap. 171, is made applicable to the respondent, provides that a person shall, on application, be entitled to a supply of electricity on the same terms on which any other person in the same area is entitled in similar circumstances to a corresponding supply of electricity and thus introduces an obligation on the respondent to give equal treatment to all applicants for the supply of electricity. The nature of the duties and functions of the respondent, particularly when considered in conjunction with the power of the respondent to make regulations and its duty to give equal treatment to all persons, are, in the opinion of the Court, such as to bring the duty of securing the supply of electricity, with which the Court is concerned in this Case, within the realm of public law, even if the respondent is, to a certain extent, a commercial undertaking. ................................. Any decision, act or omission of the respondent, therefore, which, inter alia, amounts to a failure on its part to perform its aforesaid duty, being within the realm of public law, would be "a decision, an act or omission of any organ, authority or person, exercising any executive or administrative authority", in the sense of paragraph 1 of Article 146. It follows, therefore, that the omission or refusal on the part of the respondent, as alleged in this Case, to supply electricity to the applicant concerns the performance of a public law duty of the respondent and can, therefore, be made the subject of a recourse under Article 146 of the Constitution.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 28. Το σκεπτικό των δύο προαναφερόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναλύθηκε και πιο πρόσφατα από το ίδιο δικαστικό σώμα, στην υπόθεση Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων ν Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 456, και υιοθετήθηκε χωρίς αποκλίσεις, παρά κάποιων επισημάνσεων. Παραθέτω αυτούσια την σχετική περικοπή: «Στην προκειμένη περίπτωση, η Γεωργίου ν. ΑΗΚ δεν μπορεί να είναι καθοριστική. Εκεί επρόκειτο σαφώς περί συμβατικού δικαιώματος για διακοπή της υπηρεσίας το οποίο δεν συναρτάτο προς τη νομιμότητα κανονιστικών διατάξεων, νομιμότητα που να ήταν το ίδιο το αντικείμενο της προσφυγής. Ομοίως βεβαίως και κατ' επίφαση η Pitsillos v. Republic, όπου ουδόλως φαίνεται ο λόγος της άρνησης πληρωμής του λογαριασμού ώστε να μπορούσε να συσχετισθεί προς οποιεσδήποτε κανονιστικές διατάξεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις η φύση της διαφοράς βαρύνει λοιπόν προς την πλευρά της επιχειρηματικής πτυχής του χαρακτήρα του Οργανισμού. Η παρεμβολή όμως άλλων στοιχείων στη διαφορά τα οποία ανάγονται στη δημόσια πτυχή του χαρακτήρα του Οργανισμού ως έκφραση του δημόσιου ενδιαφέροντος διαφοροποιεί τα πράγματα. Τέτοιο στοιχείο ήταν στη Sevastides v. EAC η υποχρέωση της ΑΗΚ να παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα προς όλους ως εκ των καθηκόντων, των εξουσιών και των δραστηριοτήτων της. Πιο κοντά στην περίπτωση μας, φρονούμε ότι αυτό που έκλινε την πλάστιγγα υπέρ του χαρακτηρισμού της προσβαλλόμενης απόφασης ως δημοσίου δικαίου στη Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας ν. Esso Cyprus Inc. (όπως και στην Κanika Hotels Ltd ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας) ήταν το ότι στο επίκεντρο της προσφυγής ήταν η νομιμότητα του υπολογισμού των τελών με αναφορά στους κανονισμούς που καθόριζαν τα τέλη, εφ' όσον η ίδια η ύπαρξη κανονισμών συνιστά έκφραση του δημόσιου ενδιαφέροντος. Στην Γεωργίου ν. ΑHΚ μάλιστα υπάρχουν δύο σημαντικές σχετικές αναφορές. Στη σελίδα 439: «Η ισχύουσα κατά καιρούς διατίμηση, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, αφού καθορίζεται μονομερώς από την Αρχή και είναι δεσμευτική για τους καταναλωτές. Όμως στην παρούσα περίπτωση, εκτός του ότι δεν αμφισβητείται η νομιμότητα της πράξης της Αρχής που επέβαλε την ισχύουσα διατίμηση, .» Και στη σελίδα 441: "Καταλήγοντας πιστεύουμε ότι θα πρέπει για να κατατάξουμε μία συγκεκριμένη πράξη στο πεδίο του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου να εξετάσουμε την ουσία της πράξης, εγχείρημα που προϋποθέτει αναγνώριση και εντοπισμό των ουσιαστικών αιτιών που προκάλεσαν την πράξη του οργάνου. Στην παρούσα υπόθεση πιστεύουμε ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν έχει ληφθεί σε αναφορά με οποιανδήποτε διοικητική πολιτική ή άσκηση διακριτικής ευχέρειας, αλλά σύμφωνα με υφιστάμενες αρχές του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς το Ανώτατο Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της." Στην ίδια την Γεωργίου ν. ΑΗΚ λοιπόν ήταν αντιληπτό ότι, αν στην προσφυγή υπεισέρχετο θέμα νομιμότητας της ίδιας της χρέωσης, τα πράγματα ενδεχομένως να ήσαν διαφορετικά. Στην περίπτωση μας με την προσφυγή αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της χρέωσης και μάλιστα όχι μόνο με αναφορά στα πραγματικά στοιχεία αλλά ιδιαίτερα στην όλη συνταγματικότητα του κανονισμού δυνάμει του οποίου έγινε. Ο κανονισμός εκείνος, εκφράζοντας το δημόσιο ενδιαφέρον στην ανάλογη δραστηριότητα του εφεσίβλητου, χαρακτηρίζει και τη σχετική απόφαση ως εντασσόμενη στη δημόσια και όχι στην επιχειρηματική δραστηριότητα του. Είναι λοιπόν εκτελεστή διοικητική πράξη η προσβληθείσα απόφαση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συμβατική Σχέση Και Τερματισμός 29. Είναι, συνεπώς, σημαντικό να εξεταστεί, πριν οτιδήποτε άλλου, κατά πόσο η Αιτήτρια, έχει, στον απαιτούμενο βαθμό, αποδείξει τον ισχυρισμό της, ότι, η μεταξύ της και της Καθ' ης η Αίτηση συμβατική σχέση, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. 30. Σύμφωνα με το Άρθρο 45
(2)του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 170 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 170»): «Αν οποιοσδήποτε Δήμος, εταιρεία ή πρόσωπο αμελεί να πληρώνει οποιοδήποτε από τα τέλη ή άλλα ποσά που περιγράφονται στο άρθρο 48
(1), οι ανάδοχοι δύνανται να αποκόψουν τέτοια παροχή, και για το σκοπό αυτό δύνανται να αφαιρέσουν ή διακόψουν οποιαδήποτε ηλεκτρική γραμμή ή άλλο έργο διαμέσου του οποίου δυνατό να παρέχεται ηλεκτρισμός, και δύνανται, μέχρις ότου τέτοιο τέλος ή άλλο ποσό, αποπληρωθεί μαζί με οποιεσδήποτε δαπάνες που έγιναν από τους αναδόχους κατά την αφαίρεση ή διακοπή, την αποκοπή και επανασύνδεση τέτοιας παροχής ηλεκτρισμού, αλλά όχι αργότερα, να διακόψουν την παροχή ηλεκτρισμού σε τέτοιο Δήμο, εταιρεία ή πρόσωπο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 31. Σημειώνονται εδώ και οι πρόνοιες του Άρθρου 48
(1)του Κεφ. 170, κατά το οποίο: «Αν οποιοσδήποτε Δημός, εταιρεία ή πρόσωπο, που του προμηθεύεται ηλεκτρισμός από τους αναδόχους ή που του προμηθεύεται οποιοσδήποτε μετρητής ηλεκτρισμού, σύστημα κατανάλωσης ηλεκτρισμού, καλώδιο ή συσκευή οποιασδήποτε φύσεως άμεσα από τους αναδόχους ή από τρίτο πρόσωπο σε διευθέτηση με τους αναδόχους, αμελεί να πληρώσει στους αναδόχους το ενοίκιο, τέλος, τόκο, δαπάνη, έξοδα ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, το οποίο οφείλεται με οποιοδήποτε τρόπο ή για οποιοδήποτε λόγο ή τέλη ή άλλα χρήματα που οφείλονται στους αναδόχους σε σχέση με αυτά ή οποιαδήποτε χρήματα που οφείλονται στους αναδόχους σε σχέση με πιστώσεις ή οικονομικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν από τους αναδόχους για την απόκτηση ή ενοικίαση οποιουδήποτε τέτοιου μετρητή, συστήματος καλωδίου ή συσκευής όπως προαναφέρθηκε ή οποιεσδήποτε δαπάνες που προέκυψαν νόμιμα κατά την αποκοπή του ηλεκτρισμού από τα υποστατικά τέτοιου προσώπου, ή τα τέλη που οφείλονται για τη σύνδεση των γραμμών παροχής με τους κύριους αγωγούς διανομής, ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που οφείλεται σε σχέση με την παροχή ενέργειας συμπεριλαμβανομένης, αλλά μη εξαιρουμένης και ισχυριζόμενης επέμβασης σε μετρητή ή άλλο εξοπλισμό ή δυνάμει βλάβης σε μετρητή και/ή λανθασμένης προηγούμενης χρέωσης, οι ανάδοχοι δύνανται να ανακτήσουν το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό ως αστικό χρέος μετά τόκων, δαπανών, τελών και εξόδων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 32. Στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί κοινό τόπο το γεγονός ότι, λόγω παράλειψης της Αιτήτριας να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της που απέρρεε από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που η Καθ' ης η Αίτηση της παρείχε στο Κατάστημα, η Καθ' ης η Αίτηση νόμιμα της διέκοψε την παροχή της ηλεκτρικής ενέργειας στο εν λόγω υποστατικό δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 45
(2)του Κεφ. 170. Το ζήτημα που εγείρεται, είναι, κατά πόσο η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση τερματίστηκε, ως ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, ή/και, εάν, εν πάση περιπτώσει, υπήρχε η υποχρέωσης από πλευράς της Καθ' ης η Αίτησης, κατόπιν εξόφλησης του εν λόγω ποσού, όπως είναι παραδεκτό ότι έγινε, να της παράσχει εκ νέου ηλεκτρική ενέργεια, δυνάμει των προνοιών του ιδίου Άρθρου 45
(2)του Κεφ. 170, στην βάση της ίδιας Σύμβασης.
  1. Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά, ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά.
  2. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις, και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827).
  3. Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της (ως ζήτημα επιλογής, έναντι αυτού της επιβεβαίωσης της σύμβασης και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης), είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη, σε κάθε σύμβαση, να καθορίσουν ρητά. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της - ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της - (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής εν προκειμένω πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της).
  4. Σε ότι αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου, ως έχει προαναφερθεί, παρέχεται το δικαίωμα τερματισμού μιας σύμβασης και το αναίτιο μέρος επιλέγει τον τερματισμό της, η απόφασης του αυτή, κανονικά, είναι αποτελεσματική, εάν γνωστοποιηθεί στον αντισυμβαλλόμενο. Ο δε τερματισμός, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρος («clear and unequivocal»). Εν προκειμένω, στην υπόθεση Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] AC 800, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου (ως ήταν τότε η επωνυμία της), ανέφερε ότι, η πράξη της γνωστοποίησης του τερματισμού της σύμβασης, μπορεί να προσλάβει κάθε δυνατό τύπο. Ανατρέποντας σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα το Αγγλικό Εφετείο [[2]], η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου, αποφάσισε ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, δεν είναι απαραίτητο να είναι καθοδηγούμενος από ρητή τοποθέτηση του αναίτιου μέρους που επιλέγει τον τερματισμό της ως προς αυτό («does not have to be couched in the language of acceptance [of the repudiation]»). Είναι αρκετό, ελέχθη, η γνωστοποίησης από πλευράς του αναίτιου μέρους, ή ακόμη και η διαγωγή του αναίτιου μέρους, να μεταφέρει ξεκάθαρα στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, αυτός - το θιγόμενο, δηλαδή, μέρος -, θεωρεί ότι η σύμβαση έχει τερματιστεί. Μάλιστα, ως ετέθη το ζήτημα από τον Λόρδο Steyn στην εν λόγω υπόθεση, το θέμα που η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων είχε κληθεί να αποφασίσει, ήταν, κατά πόσο, «non-performance of an obligation is ever as a matter of law capable of constituting acceptance [of the repudiation as opposed to affirmation]», στο οποίο και απεφάνθη, καταφατικά, καταλήγοντας, ότι, το κατά πόσο, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει τερματισμός λόγω παράβασης σύμβασης («repudiatory breach»), «all depends on the particular contractual relationship and the particular circumstances of the case». Εκρίθη, επί αυτής της βάσης, στην εν λόγω υπόθεση, ότι, η αδράνεια του αναίτιου μέρους, σε ότι αφορούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που η σύμβασης έθετε σε αυτό, αποτελούσε διαγωγή, δια της οποίας, είχε γνωστοποιηθεί στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, η σύμβασης τους είχε τερματιστεί. Τα Γεγονότα
  5. Οι Γενικοί Όροι Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας που περιέχονται στον Πρώτο Πίνακα των περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Κανονισμών του 1954 μέχρι 2008 (στο εξής καλούμενοι «οι Γενικοί Όροι» και «οι Κανονισμοί» αντίστοιχα), αποτελούν μέρος της σύμβασης με βάση την οποία η Καθ' ης η Αίτηση παρείχε ηλεκτρική ενέργεια στην Αιτήτρια [[3]]. Δέστε, σχετικά, το Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του κ. Αναστάσιου Κόκκινου, που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 22/04/2016, ήτοι την Συμφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας ημερομηνίας 05/03/2013 (στο εξής καλούμενη «η Σύμβαση»), στην οποία, στο προοίμιο, αναφέρεται, ότι, «Η Συμφωνία Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας Διέπεται από τις πρόνοιες και διατάξεις των Περί Ηλεκτρισμού Βασικών Νόμων (Ο Περί Ηλεκτρισμού Νόμος, Κεφ. 170, και ο Περί Αναπτύξεων Ηλεκτρισμού Νόμος, Κεφ. 171), του Περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμος του 2003, ως επίσης και οποιονδήποτε άλλων σχετικών τροποιητικών Νόμων και Κανονισμών που εκδίδονται από καιρό σε καιρό σύμφωνα με τους προαναφερόμενους Νόμους, του ισχύοντες Κανόνες Μεταφοράς και Διανομής και τους Γενικούς Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας» (η έμφαση είναι δική μου). Καθώς επίσης και την δήλωση που υπέγραψε η Αιτήτρια, προσερχόμενη στην Συμφωνία, ότι, «Συμφωνώ με συμμορφωθώ με την υφιστάμενη Νομοθεσία και κανονισμούς που διέπουν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας για την ηλεκτροδότιση των υποστατικών μου στη πιο πάνω διεύθυνση.».
  6. Ως έχει νομολογηθεί, η εγκυρότητα και αποτελεσματικότητα του τερματισμού μίας συμφωνίας, δεν μπορεί, παρά να διέρχεται από το τι η ίδια η συμφωνία, - σχετικά ως προς το ζήτημα του τερματισμού -, προνοεί (Βλ. Mindoras Estates Ltd v Αποστόλου Ποταμού κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1729). Στην προκείμενη περίπτωση, εξέτασης της Σύμβασης και των Γενικών Όρων, δεν αποκαλύπτει πρόνοια δια της οποίας, το ζήτημα του τερματισμού της Σύμβασης των διαδίκων, να έχει ρυθμιστεί ειδικά και δη σε ότι αφορά τον τρόπο που αυτός θα εγένετο ώστε να είναι έγκυρος και αποτελεσματικός (Βλ. Αντεννα Productions Ltd v Paris Aristides Cine - TV Productions Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1769), παρά τις γενικές, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, πρόνοιες στο Άρθρο 17Α
(3)του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171 [[x]]. Σχετικές, σε κάποιο βαθμό, βρίσκω και τις πρόνοιες του Άρθρου 42Α του Κεφ. 171 [[xi]] και του Άρθρου 93
(1)(ν) του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου του 2003, Νόμος 122(I)/2003 [[xii]], στα οποία παραπέμπω για μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα. 39. Παράλληλα, διαπιστώνεται, ότι, στην Σύμβαση και δη στους Γενικούς Όρους, δε καθορίζεται ρητά, ποιες παραβιάσεις των προνοιών της θα έδιδαν το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να την τερματίσει. Αυτές όμως οι διαπιστώσεις, στην προκείμενη περίπτωση, δεν είναι ασύνδετες με το γεγονός, ότι, ο περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμος, Κεφ. 171, επιβάλλει στην Καθ' ης η Αίτηση την υποχρέωση / καθήκον, να παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα στο κοινό (Βλ. Άρθρο 12
(1)(α) του Κεφ. 171 [[xiii]] και την υπόθεση Δημήτρης Γεωργίου ανωτέρω). Σύμφωνα δε και με το Άρθρο 12
(4)του Κεφ. 171, η Καθ' ης η Αίτηση, για τους σκοπούς που αφορούν την επιτέλεση του προαναφερόμενου καθήκοντος της, «υπόκειται στις ίδιες υπoχρεώσεις και εκτελεί τα ίδια καθήκovτα τα oπoία επιβάλλovται από τov περί Ηλεκτρισμoύ Νόμo και τον περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο του 2003 και απoλαμβάvει όλα τα δικαιώματα και ασκεί όλες τις εξoυσίες πoυ χoρηγoύvται από αυτόv σε κάτοχο άδειας». Εν προκειμένω, αξιοσημείωτες, είναι οι πρόνοιες του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου του 2003, Νόμος 122(I)/2003, ο οποίος, μεταξύ άλλων, «θεσπίζει υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας και δικαιώµατα των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας.» [Βλ. Άρθρα 3
(1), 91
(1)[(α) και (β)], 93
(1)του Νόμου 122(I)/2003]. Από τις προαναφερόμενες νομοθετικές πρόνοιες, εξάγεται, όχι απλά η προαναφερόμενη υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση καθολικής υπηρεσίας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας προς τον καταναλωτή, αλλά και το δικαίωμα του καταναλωτή, σε σχετική, με την Καθ' ης η Αίτηση, σύμβαση, για την εξασφάλιση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, «σε λογικές, εύκολα και άμεσα συγκρίσιμες και διαφανείς τιμές που δεν εισάγουν διακρίσεις», «υπό όρους, προϋποθέσεις και τιμολόγια που καθορίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία που επιβάλλει η ΡΑΕΚ» «η οποία αντικατοπτρίζει τα έξοδα, που συμπεριλαμβάνουν εύλογο κέρδος», και η οποία σύμβαση «τηρεί τις κείμενες διατάξεις εμπορίας και εξισορρόπησης» (Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση The Electricity Authority of Cyprus v Nicolaos Kaizer (V20) 1 A. A. Δ.98, τα οποία, κατ' αναλογίαν εφαρμόζονται και στις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης). 40. Συνεπώς, η Καθ' ης η Αίτηση, σε κάθε περίπτωση που συνάπτει σύμβαση με καταναλωτή, το πράττει επενεργούντος των προαναφερόμενων νομοθετημάτων (στα οποία άλλωστε η ίδια η Σύμβασης παραπέμπει), από τα οποία, προκύπτει δικαίωμα του καταναλωτή σε παροχή ηλεκτρικής ενέργειας για αόριστη χρονική περίοδο (Βλ. Nelli G. Rologi a. o. v The Water Board of Nicosia
(1986)3 A. A. D. 1905). Η Σύμβαση, στην οποία τα μέρη είχαν προσέλθει, ήταν ρυθμιστική της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας προς την Αιτήτρια, καθότι, - και τούτο είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων -, η Αιτήτρια, ως καταναλωτής, είχε αποταθεί προς την Καθ' ης η Αίτηση με σχετική απαίτηση, και η τελευταία, είχε κρίνει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι, η Αιτήτρια, συμμορφωνόταν με τις σχετικές πρόνοιες των προαναφερόμενων νομοθετημάτων που την καθιστούσαν δικαιούχο σε παροχή πρόσωπο. Δηλαδή, με τις πρόνοιες του Άρθρου 46 του Κεφ. 170, βάσει του οποίου, η Καθ' ης η Αίτηση, «δεν υποχρεώνεται να παρέχει ενέργεια σε οποιαδήποτε υποστατικά εκτός αν είναι εύλογα ικανοποιημένη ότι οι ηλεκτρικές γραμμές, εξαρτήματα, και συσκευές σε αυτά είναι λειτουργήσιμα και σε καλή κατάσταση και δεν ενδέχεται να προκαλέσουν κίνδυνο ή να επηρεάσουν επιβλαβώς τη χρήση ενέργειας από την Καθ' ης η Αίτηση ή από άλλα πρόσωπα» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Αυτή είναι, πρέπει να σημειωθεί, και η μοναδική πρόνοια και περίπτωση στον Νόμο (Κεφ. 170) που εντοπίζω, βάσει της οποίας η Καθ' ης η Αίτηση δύναται να αρνηθεί την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε καταναλωτή και σύναψης σχετικής προς τούτο σύμβασης, δεδομένης πάντοτε της συμμόρφωσης του τελευταίου με τις διατάξεις των Άρθρων 45, 47 και 58 του Κεφ.
  1. Ας σημειωθεί εδώ παρενθετικά και το εξής. Παρά το γεγονός ότι, το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημήτρης Γεωργίου ανωτέρω, έχει δημιουργήσει δεσμευτικό προηγούμενο ως προς το ότι, ο περιορισμός του δικαιώματος διαπραγμάτευσης από τον καταναλωτή των Γενικών Όρων παροχής, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η μεταξύ του και της Καθ' ης η Αίτηση σχέση είναι συμβατική [[xiv]], σημειώνεται εδώ και η αντίθετη άποψη, ως αυτή έχει εκφραστεί (μεταγενέστερα, πρέπει να σημειωθεί της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου) στην υπόθεση Norweb plc v Dixon [1995] 1 WLR 636 (CA) από το Αγγλικό Εφετείο. Το ζήτημα ετέθη ως εξής: «The issue in this case is: which side of the line does the relationship between a tariff customer and a public electricity supplier fall? In my judgment, the legal compulsion as to both the creation of the relationship and the fixing of its terms is inconsistent with the existence of a contract. As regards the creation of the relationship, the supplier is obliged by section 16
(1)of the Act of 1989 to supply if requested to do so. The exceptions from the duty to supply provided in section 17 are very limited in scope. Mrs. Cover submits that section 17
(2)(c) gives the supplier what she calls a "discretion" not to supply. That is not so. A supplier is excused from supplying if (the burden being on him) it is not reasonable in all the circumstances for him to be required to do so. What is reasonable is a question of fact to be established objectively. Discretion does not come into play. Thus, save in certain narrowly defined circumstances, if a consumer requests the supply of electricity, the supplier is obliged to supply. As for the terms of the supply, Mrs. Cover submits that there is scope for what she calls "bargaining". I cannot agree. The tariff is fixed by the supplier: section 18. The supplier can require the consumer to defray any expenses reasonably incurred in supplying any electric line or plant (section 19), and to give reasonable security: section 20
(1). The supplier can also impose additional terms of supply: section
  1. The consumer has no bargaining power in relation to these matters. It seems to me that the principal terms are imposed on the consumer by the supplier not as a result of any bargaining, but by the supplier exercising the power conferred on it by the Act of
  2. . . . It must follow that there was no contract between the appellants and the respondent, nor was the debt claimed under a contract. That is because, in the absence of any fi ndings to support a special agreement, the relationship between the appellants and the respondent (both actual and claimed) could only be that of public electricity supplier/tariff customer. For the reasons already given, in my view such a relationship is not founded in contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Δέστε εν προκειμένω και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Anson's Law of Contract, 29η έκδοση, στη σελίδα 6, υπό την θεματική ενότητα «Compulsory transactions».
  3. Οι πρόνοιες των προαναφερόμενων νομοθετημάτων, στις οποίες προβαίνω σε ειδική αναφορά αμέσως μετά, καθιστούν συζητήσιμο ότι, η πρόθεσης του νομοθέτη ήταν, η Καθ' ης η Αίτηση, - που έχει το μονοπώλιο, ή, το σχεδόν μονοπώλιο, στην παροχή αυτής της ομολογουμένως αναγκαίας υπηρεσίας κοινής ωφελείας -, να συνάπτει συμβάσεις με καταναλωτές για την παροχή προς αυτούς ηλεκτρικής ενέργειας, υπό όρους που δεν θα έδιδαν το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να τις τερματίζει, αλλά που θα της έδιδαν την ευχέρεια επιβολής της εφαρμογής τους δια της ευχέρειας διακοπής της παροχής της ηλεκτρικής ενέργειας (υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα). Κατά τρόπο, θα έλεγα, ως αντισταθμιστικό μεταξύ του, (α) μονοπωλίου ή του σχεδόν μονοπωλίου της Καθ' ης η Αίτηση στην παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, (β) της προαναφερόμενης υποχρέωσης της Καθ' ης η Αίτηση να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε όποιο καταναλωτή το απαιτήσει και (γ) της ανάγκης κάλυψης των εξόδων της Καθ' ης η Αίτησης και ενός λογικού κέρδους βάσει και των αποφάσεων της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχισης και αποδοτικότητα της λειτουργίας της (Βλ. στο σύγγραμμα Chitty on Contracts
(2013), 31η έκδοση, τόμος 1, στην παράγραφο 13-029). 43. Εν προκειμένω, παραπομπή γίνεται στα Άρθρα 25, 45, 46, 47, 48 και 61 του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ.170). Ενδεικτικότερες τούτου, είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 45 του Κεφ. 170, το οποίο προνοεί: «
(1)Αν καταναλωτής χρησιμοποιεί οποιοδήποτε μετρητή, τυπολαμπτήρα, ηλεκτρική γραμμή, ηλεκτρικό εξοπλισμό ή συσκευή που καταναλώνει ενέργεια ή χρησιμοποιεί την ενέργεια που παρέχεται σε αυτόν από τους αναδόχους με τέτοιο τρόπο ώστε να παρεμβαίνει δόλια, αδικαιολόγητα ή αντικανονικά στην ικανοποιητική παροχή ενέργειας σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ή με σκοπό την αλλοίωση της ένδειξης του μετρητή ή παρεμβαίνει εντός του μηχανισμού του μετρητή ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μέσα για παρέμβαση στο μηχανισμό του μετρητή ή αν προβαίνει σε οποιαδήποτε αλλαγή στην εγκατάσταση του χωρίς την προηγούμενη έγκριση των αναδόχων, ή αν παραλείπει να παράσχει εύλογες διευκολύνσεις για δοκιμή ή επιθεώρηση, ή ανακαλυφθεί διαρροή στα υποστατικά του, ή αν οι ηλεκτρικές γραμμές, εξαρτήματα και συσκευές δεν βρεθούν σε καλή λειτουργία και κατάσταση ή πιθανόν να επηρεάζουν επιβλαβώς τη χρήση ενέργειας από τους αναδόχους ή από άλλα πρόσωπα, ή αν επεμβαίνει στις κύριες ασφάλειες, μετρητές ή άλλες συσκευές ή σφραγίδες των αναδόχων, ή αν πωλεί ή διαθέτει εμπορικά ηλεκτρική ενέργεια χωρίς τη συγκατάθεση των αναδόχων, οι ανάδοχοι δύνανται αν θεωρούν κατάλληλο να διακόψουν την παροχή ενέργειας στα υποστατικά αυτά για τόσο χρονικό διάστημα όσο ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος παραλείπει σε σχέση με οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα.
(2)Αν οποιοσδήποτε Δήμος, εταιρεία ή πρόσωπο αμελεί να πληρώνει οποιοδήποτε από τα τέλη ή άλλα ποσά που περιγράφονται στο άρθρο 48
(1), οι ανάδοχοι δύνανται να αποκόψουν τέτοια παροχή, και για

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.