ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ G. M. P. MIRROR HOMES LTD, Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 07/2014 A, 10/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 07/2014 A ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ G. M. P. MIRROR HOMES LTD -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 ------------------- Ημερομηνία: 10/05/2016 Αίτηση ημερομηνίας 18/12/2015, για λήψη άδειας από το Δικαστήριο για έναρξη διαδικασίας πολιτικής αγωγής εναντίον της εταιρείας G. M. P. Mirror Homes Ltd, εναντίον της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης την 06/05/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Αιτήτρια, USB Bank Plc : κα Γ. Ζαχαρίου για την Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Επίσημο Παραλήπτη: κα Γ. Γεωργίου --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Η Αιτήτρια, USB Bank Plc, με την υπό κρίση Αίτηση, αιτείται από το Δικαστήριο: «άδεια . για καταχώριση αγωγής και/ή αγωγών εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας G. M. P. Mirror Homes Ltd αναφορικά με την συμφωνία τρεχούμενου με αρ. 134-6-0004989-70012 και την συμφωνία δανείου με αριθμό PMDG1009000006 από την USB Bank Plc».
- Για σκοπούς εύκολης αναφοράς, στην συνέχεια της απόφασης μου, η USB Bank Plc θα καλείται ως «η Αιτήτρια» και η εταιρεία G. M. P. Mirror Homes Ltd, ως «η Εταιρεία».
- Εισαγωγικά, πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι, η υπό κρίση Αίτηση, έχει υποβληθεί δια κλήσεως του Επίσημου Παραλήπτη, που, ως αναφέρεται στην Αίτηση, είναι ο εκκαθαριστής της Εταιρείας [[i]]. Επανέρχομαι στο ζήτημα που αφορά τον εκκαθαριστή και την τοποθέτηση του σε ότι αφορά αυτή την αίτηση, δια της εκπροσώπου του, στην συνέχεια. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Η Αίτηση, βασίζεται: «επί του περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, 'Άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 216, 217, 218, 219, 220, 221, 222, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, Άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 16, 17 και 174, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.12, κ. κ. 2 και 3, Δ.40, κ. κ. 1, 9 και 10, Δ.48, κ. κ. 1 έως 4, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ως τροποποιήθηκε, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5 και 9, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου».
- Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Αντώνη Αντωνίου, που είναι, ως δηλώνει, υπάλληλος της Αιτήτριας σε αυτή την διαδικασία.
- Τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω ενόρκως δηλούντα είναι τα εξής: «
- Η εταιρεία G.M.P. MIRROR HOMES LΤD µε αριθµό εγγραφής 131378, στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης 7/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αµµοχώστου τέθηκε υπό εκκαθάριση περί την 06/05/
- Περί την 18/01/2009 οι Mohinder Kalsi και Manjider Kalsi κατάρτισαν συµφωνία τρεχουµένου µε την UNIVERSAL ΒΑΝΚ PUBLlC Ι ΤΟ, µε αριθµό 134-6-0004989-
- ...
- Περαιτέρω περί την 18/01/2009, οι εν λόγω Mohinder Kalsi και Manjider Kalsi κατάρτισαν συµφωνία δανείου µε την UNIVERSAL ΒΑΝΚ PUBLlC LTD, µε αριθµό LΟ0911900003 νέος αριθµός POMG
- ...
- Περί την 24/02/2009, η εταιρεία G.M.P. MIRROR HOMES Ι ΤΟ κατάρτισε συµφωνία εγγυήσεως δια της οποίας ανέλαβεν αλληλεγγύως και κεχωρισµένως µε τους ρηθέντες Mohinder Kalsi και Manjider Kalsi ευθύνη για ποσό µέχρι €138,000.- πλέον τόκους, προµήθειες επιβαρύνσεις και οιαδήποτε άλλα τραπεζικά, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα δια την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων των ως άνω Mohinder Kalsi και Manjider Kalsi. ...
- Κατά παράβαση των ως άνω συµφωνιών οι εν λόγω Mohinder Kalsi και Manjider και η ρηθείσα εταιρεία ως εγγυήτρια καθυστέρησαν την καταβολή των συµφωνηθείσων δόσεων, µε αποτέλεσµα να οφείλονται τα ακόλουθα ποσά: Α) Για τον τρεχούµενο µε αρ. 134-6-0004989-70012 ποσό εκ €1.244,59 πλέον τόκοι προς 9,95% από 01/09/2015 µέχρι εξοφλήσεως. Β) Για το δάνειο µε αρ. POMG1 009000006 ποσό εκ €147.936,57 πλέον τόκοι προς 8,20% από 04/09/2015 µέχρι εξοφλήσεως.
- Ως εκ των ανωτέρω προκύπτει διαφορά µεταξύ των αιτητών και της εν λόγω εταιρείας, τη διαχείριση της οποίας έχει αναλάβει ο Επίσηµος Παραλήπτης συνεπεία του διατάγµατος εκκαθάρισης.
- Ως εκ των ανωτέρω ευσεβάστως εισηγούµαστε ότι το θέµα µπορεί µε ευχέρεια να επιλυθεί µόνον στα πλαίσια αγωγής µε διαδίκους τους αιτητές και την εταιρεία µέσω του Επίσηµου Παραλήπτη, ο οποίος ανέλαβε τη διαχείριση της ως επίσης και εναντίον άλλων προσώπων, οι οποίοι ήταν εγγυητές και έχουν ευθύνη, κατά τους ισχυρισµούς των αιτητών, ώστε να αποφασιστούν τα δικαιώµατα όλων των εµπλεκοµένων.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ
- Πριν ξεκινήσω με την εξέταση της νομικής βάσης της υπό κρίση Αίτησης, σημειώνεται το γεγονός της καταχώρισης της την 18/12/2015, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο της πρόσφατης τροποποιήσεως του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 κατά τα έτη 2015 και 2016, ειδικότερα από τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2015, Νόμος 63(Ι)/2015, ο οποίος ετέθη σε ισχύ με την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 07/05/2015 [[1]].
- Το Άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο οποίο βασίζεται ουσιαστικά η υπό κρίση Αίτηση, έχει ως εξής: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η νομική πτυχή και εφαρμογή των προνοιών του Άρθρο 220 του Κεφ. 113 έχω εντοπίσει να αναλύονται πλήρως στην απόφαση του έντιμου Ε. Δ., Λ. Παντελή, στην Αίτηση 245/2001 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Αναφορικά με την εταιρεία Maxdata Holdings Ltd, ημερομηνίας 30/11/
- Παραθέτω αυτούσια σχετική περικοπή από τα αναφερόμενα του συναδέλφου στην εν λόγω απόφαση του, την ανάλυση του οποίου, σε ότι αφορά την νομική πτυχή του υπό συζήτηση θέματος, υιοθετώ πλήρως: «Όπως έχει ειπωθεί το λεκτικό του άρθρου 220 προσομοιάζει με εκείνο του άρθρου 231 του αγγλικού Companies Act του
- Κατ' επέκταση συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 231 του αγγλικού νόμου μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο (βλ. Stefanos & Andreas Cold Stories Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1806, 1812). Ό,τι εξυπηρετεί το άρθρο 231 προσδιορίζεται στο σύγγραμμα Company Law, 4th ed, του Robert R. Pennington. Στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ Τhe purpose of the statutory provision is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of expensive litigation, but the provision also applies where there is no such summary procedure available, and so even interpleader proceedings against a company in compulsory liquidation cannot be brought without leave. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21st edition, στη σελίδα 768 αναφέρεται∙ The object of the winding-up provisions of the Companies Act 1862, said Lindley L.J. in Re Oak Pitts Colliery Co., "is to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu". Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι σκοπός του αγγλικού άρθρου 231, αλλά και του επίδικου, άρθρο 220, είναι η προστασία της περιουσίας εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση ούτως ώστε οι πιστωτές της να ικανοποιηθούν εξίσου και ακριβοδίκαια στα πλαίσια μιας συνοπτικής και χαμηλού κόστους διαδικασία, όπως είναι η διαδικασία της επαλήθευσης. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το λεκτικό του άρθρου 220 αναφέρεται σε αγωγή ή διαδικασία που στρέφεται εναντίον της εταιρείας. Στην υπόθεση Stefanos & Andreas (πιο πάνω) έφεση που υπέβαλε η εταιρεία, η οποία είχε στο μεταξύ τεθεί υπό εκκαθάριση, κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε διαδικασία εναντίον της εταιρείας. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση επί τοις αφορώσι την εταιρεία GENEMP Trading Ltd
(2009)1B A.A.Δ. 1658 σε αυτή όμως την περίπτωση το δικαστήριο διέταξε την εφεσείουσα εταιρεία, η οποία τελούσε υπό εκκαθάριση, να καταθέσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως εξασφάλιση για έξοδα που ενδεχομένως να δημιουργούντο σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Εδώ αξίζει να ειπωθεί ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη
(1999)1Α Α.Α.Δ.326, 331, αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι χορήγηση άδειας για συνέχιση ή έναρξη αγωγής ή διαδικασίας εναντίον εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου βρίσκεται κατατεθειμένος ο φάκελος της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η περίπτωση που μνημονεύεται στο άρθρο 215 του Κεφ.
- ................................. . Στο σύγγραμμα Company Law (πιο πάνω) στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ "The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein". Περαιτέρω, στον Buckley (πιο πάνω) στη σελίδα 499 αναφέρεται ότι∙ "But, in general, leave to institute or proceed with an action will only be given where some question arises which cannot properly be determined in the winding up, and for whose determination an action is requisite". Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι για να επιτύχει αίτημα ως το επίδικο ο αιτητής χρειάζεται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη (prima facie) υπόθεση εναντίον της εταιρείας, ότι η φύση της αξίωσής του είναι τέτοια που δεν μπορεί να εξεταστεί με επαλήθευση, και ότι η θεραπεία που αξιώνει δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης [[ii]].». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σε κάθε περίπτωση, ως προκύπτει και από τα προαναφερόμενα, πρωταρχικός σκοπός των προνοιών Άρθρου 220 του Κεφ. 113 και του Δικαστηρίου που καλείται να το εφαρμόσει, είναι αυτός που η ίδια η διαδικασία της εκκαθάρισης αποσκοπεί. Δηλαδή, της περισυλλογής και διανομής, ισομερώς και χωρίς προτεραιότητα εξόφλησης («pari passu») μεταξύ των ανεξασφάλιστων πιστωτών της υπό εκκαθάριση εταιρείας, των περιουσιακών της στοιχείων. Και τούτο, αφού έχει προηγηθεί η πληρωμή όλων των προνομιούχων πιστωτών της. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που ένα διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας επηρεάζει όλους τους πιστωτές της εταιρείας, και όλους τους συνεισφορείς της, κατά τρόπο συλλογικό. Έχει μάλιστα εκφρασθεί επί τούτου και η άποψη ότι επενεργεί «ως αν να είχε υποβληθεί κοινό αίτημα πιστωτών και συνεισφορέων της εταιρείας» [[iii]] για την έκδοση του.
- Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παράσχει άδεια για έναρξη ή συνέχιση αγωγής ή άλλης διαδικασίας εναντίον εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση, εξασκείται σύμφωνα με το σωστό και δίκαιο της κάθε περίπτωσης και προς όφελος προσώπου που θεμελιώνει προς τούτο καλό και επιτακτικό λόγο. Η αντιμετώπιση του ζητήματος από τα Δικαστήρια, μέχρι στιγμής, είναι κοινή. Η υπό αναφορά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, εξασκείται προς εξισορρόπηση του συλλογικού συμφέροντος της ομάδας των πιστωτών της εταιρείας, έναντι της σχετικής ταλαιπωρίας και αδικίας που μπορεί να υποστεί ένας και μόνο πιστωτής. Ως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 853, στην σελίδα
- «The court will exercise its discretion whether or not to give permission to proceed with or commence a claim or proceeding against a company which is being wound up by the court according to what is right and fair in the circumstances. Proceedings will be allowed to continue where they are to enforce a mortgage or security upon the company's property unless the liquidator offers to give all that the mortgagee can obtain by his proceedings or an order in the winding up has already given him that relief. Proceedings will also be allowed to continue where the company is a necessary party to a claim against It and other persons; or where a claim is the most convenient method of trying a question; or where a shareholder has begun proceedings for rescission and rectification of the register before the winding up; or where the claim is for specific performance or for recovery of possession ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Παρόμοιες είναι και οι αναφορές στο Σύγγραμμα του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση, στις σελίδες 701 και 702, στην παράγραφος 22-007: «Although it is one of the principal consequences of the making of winding-up order that all proceedings and actions by individual creditors in enforcement of their claims against the company are suspended, the court has an important, discretionary power under s.130
(2)of the Act to grant dispensation from this moratorium in favour of those who establish special reasons for being allowed to continue, or commence, an action or proceeding against the company or its property. The court's powers in respect of the lifting of the automatic stay are complemented by those conferred by s.183 in respect of executions or attachments which were incomplete at the time of the commencement of the winding-up. A discretionary power is vested in the court by s.183
(2)(c) to enable it to do what is right and fair with respect to any creditors who had failed to complete an execution or attachment which was in progress at the date of commencement of winding-up. Although the basic thrust of s.183 is to the effect that a creditor is not entitled to retain the benefit of such an incomplete execution or attachment against the liquidator, subs.
(2)(c) creates the possibility for exceptions to be made, in the sense that the liquidator's rights may be set aside to such extent and on such terms as the court thinks fit. In exercising their discretionary powers-which can be invoked in relation to voluntary winding-up, as well as in a winding-up by the court - the courts have evolved an approach which aspires to balance the collective interest of the general body of creditors against the relative hardship and injustice which may be experienced by the individual creditor. The court is always conscious of the fact that it is acting under circumstances where it is inevitable that any mitigation of one person's loss will be at the expense of the general body of creditors, and hence will amount to a judicially-sanctioned exception to the pari passu principle. Considerable judicial emphasis has been placed upon the desire to do what is "right and fair in all the circumstances", with a particular regard for the invidious predicament of a creditor who can fairly claim to have been endeavouring to respect the requirements of established legal procedure and who in consequence refrained from completing an execution process that would otherwise have been put through in time. Courts have also been prepared to alleviate the plight of a creditor who would have completed a process of execution or attachment but for the perpetration of some act of deception or evasion by the debtor company. However, the court has to be persuaded that there are compelling reasons for disturbing the operation of the pari passu regime, and the mere fact that a creditor has been dissuaded from pressing home an available process of enforcement by means of what may be termed the "standard repertoire" of excuses for non-payment, or simply because the company pleaded for a further period of indulgence, may result in the court failing to find sufficiently weighty grounds for setting aside the governing principle of uniform treatment of all unsecured creditors. In the leading case dealing with the issues of principle with which the court is here concerned a creditor, having obtained a default judgment against the company, had obtained a charging order nisi over land on which the latter's business operations were conducted. Two days before the date set for the court to consider whether to make the order absolute the company passed a resolution for voluntary winding-up. The House of Lords concluded that no special weight should be given to the existence of the order nisi, since it did not amount to an irrevocable decision by the court which had made it. Accordingly, this did not provide a basis for enabling the creditor to gain an advantage as against the general body of creditors by exempting it from the consequences of the statutory scheme which took effect upon the passing of the resolution for winding-up. The charging order nisi was discharged. [[2]]».
- Στην προκείμενη περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι, αυτό το Δικαστήριο, αναλαμβάνει δικαιοδοσία, ως το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας, έχοντας ενώπιον του τον σχετικό φάκελο (δέστε σχετικά την απόφαση Ανδρέας Τσαγγάρη ανωτέρω) [[iv]].
- Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, έχοντας εξετάσει τους προβαλλόμενους από πλευράς Αιτήτριας ισχυρισμούς, σε ότι αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα της και δη τις λεπτομέρειες της απαίτησης της εναντίον της Εταιρείας, ικανοποιούμε ότι, από αυτό, παρουσιάζεται να υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, βασιζόμενη σε ισχυρισμό για οφειλή της Εταιρείας, που προκύπτει από ισχυριζόμενη σύμβαση εγγύησης που αυτή παρέσχε, τρίτων προσώπων, που έλαβαν δυνάμει συμβάσεων, χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις από την Αιτήτρια, ποσά που δεν αποπλήρωσαν βάσει των συμφωνηθέντων τους.
- Συνεπώς, το τι παραμένει προς εξέταση, είναι κατά πόσο η φύση της αξίωσης της Αιτήτριας, είναι τέτοια, που δεν μπορεί να επαληθευθεί στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης της Εταιρείας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η έναρξη της Αγωγής εναντίον της. Ως εκ τούτου, προχωρώ να εξετάσω, ποιες απαιτήσεις, είναι, σύμφωνα με το Κεφ. 113, επαληθεύσιμες στα πλαίσια εκκαθάρισης εταιρείας.
- Σχετικό με το ζήτημα, ποιες απαιτήσεις, είναι, σύμφωνα με το Κεφ. 113, επαληθεύσιμες στα πλαίσια εκκαθάρισης, είναι το Μέρος V του Κεφ. 113 και δη τα Άρθρα από 298 έως 300, που αφορούν την «Επαλήθευση και Κατάταξη Απαιτήσεων».
- Σύμφωνα με το Άρθρο 298 του Κεφ. 113: «Σε κάθε εκκαθάριση (με την επιφύλαξη, στην περίπτωση αφερέγγυων εταιρειών, της εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού του Νόμου περί Πτωχεύσεως) όλα τα χρέη [[v]] που είναι πληρωτέα υπό αίρεση, και όλες οι απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, εξακριβωμένες ή εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, είναι αποδεχτές ως επαλήθευση εναντίον της εταιρείας, αφού γίνει στο μέτρο που είναι δυνατό δίκαιη εκτίμηση της αξίας των χρεών αυτών ή των απαιτήσεων που είναι υπό αίρεση ή είναι εκφρασμένες μόνο σε αποζημιώσεις, ή που για οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν έχουν συγκεκριμένη αξία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η διαδικασία της επαλήθευσης - περιλαμβανομένης της εκτίμησης τους χρέους και αμφισβήτησης σχετικής απόφασης -, ορίζεται από το Άρθρο 251 του Κεφ. 113, ως έχει διαμορφωθεί με τον τροποποιητικό Νόμο 63(Ι)/2015 [[vi]].
- Περαιτέρω, σημειώνονται οι πρόνοιες του Άρθρου 298Β του Κεφ. 113, που ρυθμίζουν την περίπτωση εκκαθάρισης αφερέγγυας εταιρείας: «Σε περίπτωση εκκαθάρισης αφερέγγυας εταιρείας υπερισχύουν και εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύοντες κανονισμοί βάσει του περί Πτώχευσης Νόμου [[vii]] σχετικά με τις περιουσίες προσώπων που κηρύχθηκαν σε πτώχευση ως προς τα δικαιώματα των ασφαλισμένων και μη ασφαλισμένων πιστωτών, καθώς και για τα χρέη που δύναται να επαληθευθούν και για την εκτίμηση ετήσιων προσόδων και μελλοντικών και υπό αίρεση υποχρεώσεων, και όλα τα πρόσωπα που θα είχαν δικαίωμα να προβούν σε επαλήθευση και να λάβουν μέρισμα από το ενεργητικό της εταιρείας δύνανται να συμμετάσχουν στην εκκαθάριση και να υποβάλουν τέτοιες απαιτήσεις εναντίον της εταιρείας, ως σχετικά προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου: .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση στην σελ. 759 [[viii]], αναφέρονται τα ακόλουθα σε ότι αφορά ποιοι πιστωτές δικαιούνται να επαληθεύσουν τις απαιτήσεις τους στα πλαίσια εκκαθάρισης εταιρείας, που συνταυτίζονται απόλυτα με τις προεκτεθείσες πρόνοιες της υφιστάμενης νομοθεσίας μας: «The debts for which creditors are entitled to prove are specified in section 316 of the Act. They include all debts payable on a contingency and all claims present and future, certain or contingent, ascertained or sounding only in damages, and, where necessary, a just estimate is to be made of their value. But, where the company is insolvent, this is subject to the rules of bankruptcy as to debts provable (s. 317). Under section 30 of the Bankruptcy Act 1914, demands in the nature of unliquidated damages are not provable unless they arise by reason of a contract, promise or breach of trust. Subject to this limitation, every kind of liability, however difficult of valuation, is provable, unless declared by the court incapable of being fairly estimated, the object of the Act being " to put all unsecured creditors upon an equality, and to pay them pari passu.". Accordingly, not only creditors to whom the company is indebted in sums presently due can prove, but also creditors whose debts are not yet due, and not only creditors but persons who have any claim or who may have any claim against the company, e.g., a person who has a claim for damages for breach of contract, or for the determination of a contract, e.g., a policy of insurance, by the company's going into liquidation, or a passenger on a tramcar claiming damages for injuries under the company's contract of carriage. Any liability, in fact, of the company existing at the commencement of the winding up may be proved, and not merely debts due at the commencement of the winding up. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Δέστε επίσης και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Roy Goode, Principles Of Corporate Insolvency Law, 4η Έκδοση, Κεφάλαιο 8, ειδικότερα τα αναφερόμενα στις σελίδες 235 έως 240 (παράγραφοι 8-01 έως 08-06) και 264 έως 271 (παράγραφοι 8-40 έως 08-48).
- Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι, το ισχυριζόμενο από πλευράς Αιτήτριας χρέος της Εταιρείας, είναι χρέος που σύμφωνα με τα Άρθρα 298 και 298Β [[3]] του Κεφ. 113 δύναται να επαληθευτεί στα πλαίσια της εκκαθάρισης της Εταιρείας. Άδεια όμως για καταχώριση της Αγωγής θα δοθεί, λαμβανομένου υπόψη, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, τα γεγονότα της ισχυριζόμενης υπόθεσης, επιβάλλουν, την επιδίωξη, από πλευράς Αιτήτριας, απόφανσης του Δικαστηρίου ως προς αυτά, έχοντας το σύνολο των εμπλεκόμενων προσώπων, διάδικους στην ίδια διαδικασία. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας για την κρίση του Δικαστηρίου στην υπό κρίση Αίτηση, γιατί, με αυτό τον τρόπο διαφυλάττεται η ορθή, συνολική και ίση μεταχείριση όλων αυτών των προσώπων και των δικαιωμάτων αυτών [[ix]].
- Καταληκτικά, σε ότι αφορά το ζήτημα, εναντίον ποιού θα στραφεί η προτιθέμενη προς καταχώριση Αγωγή. Δηλαδή, κατά πόσο αυτή θα στρέφεται εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της Εταιρείας, ως αιτείται η Αιτήτρια, ή, εάν, λόγω της διαχείρισης της περιουσίας της Εταιρείας από τον παραλήπτη / διαχειριστή κ. Μάριο Καλλία, αυτή θα πρέπει να καταχωρηθεί εναντίον του εν λόγω προσώπου υπό την εν λόγω ιδιότητα του, ως ήταν η εισήγηση της εκπροσώπου του Επίσημου Παραλήπτη, καταλήγω στο εξής.
- Κατ' αρχήν, είναι, πρέπει να σημειωθεί, ένα δεδομένο, ότι, την 06/05/2014, το Δικαστήριο διέταξε, μεταξύ άλλων, όπως: «Α. Η εταιρεία G.M.P MIROR HOMES LTD, τεθεί υπό εκκαθάριση δυνάμει των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, άρθρα 203, 209, 211(ε) και (στ) και 212(γ). Β. Ο Αιτητής [Μάριος Καλλίας Παραλήπτης / Διαχειριστής της εταιρείας] αναγνωρίζεται ως το μόνο αρμόδιο πρόσωπο να διαχειρίζεται την περιουσία της Εταιρείας που βαρύνεται από την κυμαινόμενη επιβάρυνση βάση της οποίας διορίστηκε».
- Η συνήγορος του Επίσημου Παραλήπτη, αν και δεν καταχωρήθηκε από πλευράς του ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, τοποθετήθηκε στο Δικαστήριο, σε γενικές γραμμές, ως εξής. Ο εν λόγω κ. Μάριος Καλλίας, διορίστηκε ως παραλήπτης / διαχειριστής της Εταιρείας, από την 14/09/2012 (προγενέστερα δηλαδή της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης της Εταιρείας) επί ολόκληρης της περιουσίας της Εταιρείας. Ως εκ τούτου του γεγονότος, ήταν η εισήγηση της κας Γεωργίου, οι οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες που στρέφονται εναντίον της Εταιρείας, θα πρέπει να τυγχάνουν διαχείρισης από τον Επίσημο Παραλήπτη, μόνο μετά την ολοκλήρωση του καθήκοντος που ο παραλήπτης / διαχειριστής ανέλαβε με τον διορισμό του.
- Από την δικογραφία [[x]], διαπιστώνονται τα εξής. Οι δύο πράξεις ομολόγων που οδήγησαν στον διορισμό του εν λόγω κ. Μάριου Καλλία ως παραλήπτη / διαχειριστή της Εταιρείας, όντως επιβάρυναν, - προς το σκοπό πληρωμής και εξόφλησης, του ωφελούμενου από αυτά προσώπου [[4]], όλες τις υποχρεώσεις που ανάλαβε να του πληρώσει και εξοφλήσει που εξασφαλίζονταν με αυτά -, ολόκληρη την επιχείρηση και την περιουσία της Εταιρείας κάθε μορφής [[5]]. Περαιτέρω, με τις εν λόγω πράξεις ομολόγων συμφωνήθηκε, ότι, με τον διορισμό του, ο παραλήπτης / διαχειριστής της Εταιρείας, θα καθίστατο αντιπρόσωπος της Εταιρείας [[6]].
- Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της αντιπροσώπευσης εταιρείας από παραλήπτη / διαχειριστή, υπό περιστάσεις ως οι προαναφερόμενες, αυτή η σχέση αντιπροσώπευσης αυτομάτως παύει να υφίσταται, όταν εναντίον της εταιρείας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της. Στο βαθμό που αφορά ένα παραλήπτη, παρά το γεγονός ότι το δικαίωμα του να κατέχει και ελέγχει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας (υποκείμενα της δοθείσας εξασφάλισης από την πράξη του ομολόγου, συνεπεία του οποίου διορίστηκε) δεν επηρεάζεται, η εταιρεία, με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της, παύει να έχει πλήρες και ελεύθερο δικαίωμα να συνεχίσει τις εργασίες της βάσει των σκοπών του καταστατικού της. Κατ' επέκταση τούτου, η εταιρεία, δεν έχει εξουσία να εξουσιοδοτήσει τον παραλήπτη να ενεργήσει κατά τρόπο, που ούτε η ίδια δεν έχει πλέον εξουσία να ενεργήσει, αλλά ο παραλήπτης συνεχίζει να εξασκεί της εξουσίες που κατέχει από τον διορισμό του, επ' ονόματι της εταιρείας. Με δεδομένο όμως, ότι, πλέον, λόγω του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας, η εταιρεία, δεν καθίσταται υπεύθυνη για τα όποια χρέη τυχόν να δημιουργηθούν από τον παραλήπτη εν σχέση με τις ενέργειες του κατά την εξάσκηση των εξουσιών του. Ως σχετικά αναφέρεται στο σύγγραμμα του Hubert Picarda, The Law Relating To Receivers, Managers And Administrators, 4η έκδοση, στην σελίδα 282, «the agency ends but not the receivership». Είναι άξιο να σημειωθεί, ότι, στο εν λόγω σύγγραμμα, στις σελίδες 281 έως 288, γένεται μία εκτενής ανάλυση από τον συγγραφέα του, για την επίδραση που έχει το γεγονός της εκκαθάρισης μίας εταιρείας στην αντιπροσώπευση της εταιρείας από τον παραλήπτη / διαχειριστή και στις σχετικές εξουσίες και καθήκοντα του.
- Τα προαναφερόμενα, συνάδουν απόλυτα με την γενική αρχή του δικαίου της εκκαθάρισης εταιρειών, ότι, με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης μίας εταιρείας, το διοικητικό της συμβούλιο και όποια άλλα πρόσωπα μπορούν, καταστατικά, να την διοικούν και διαχειρίζονται, καθίστανται fanctus officio και οι όποιες τέτοιες εξουσίες τους, αναλαμβάνονται από τον εκκαθαριστή της [[xi]]. Όπως και στην υπό κρίση περίπτωση, όπου, την ευθύνη και δικαίωμα παράστασης στην προτιθέμενη προς καταχώριση Αγωγή εναντίον της Εταιρείας, έχει ο εκκαθαριστής της.
- Ο εκκαθαριστής μίας εταιρείας, ακόμη και στην περίπτωση όπου, ολόκληρη η επιχείρηση και περιουσία μίας εταιρείας, έχει παραληφθεί και τελεί υπό την διαχείριση ενός παραλήπτη / διαχειριστή, δεν καθίσταται ανενεργός. Εξακολουθεί να έχει τις εξουσίες και καθήκοντα που του επιβάλλει ο νόμος και που έχουν να κάμουν με την εκκαθάριση και την εν τέλει διάλυση (αν τέτοια θα είναι η περίπτωση) της εταιρείας. Ο παραλήπτης / διαχειριστής, έχει, παράλληλα, τις δικές του εξουσίες, καθήκοντα και υποχρεώσεις, τις οποίες ο νομοθέτης (όπως και η νομολογία καταδεικνύει) έχει προνοήσει να είναι σε αρμονία. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι υπάρχει διορισμένος παραλήπτης / διαχειριστής επί ολόκληρης της επιχείρησης και περιουσίας μίας εταιρείας, δεν σταματά την ενεργοποίηση των προνοιών του νόμου που αφορούν την διαδικασία της εκκαθάρισης της εταιρείας, ήτοι, της σύγκλισης συνελεύσεως πιστωτών, της επαλήθευσης χρεών κ. τ. λ. Το γεγονός της παραλαβής και διαχείρισης της επιχείρησης και περιουσίας της εταιρείας, σίγουρα θα έχει αντίκτυπο στον τρόπο που θα γίνει η αποπληρωμή των χρεών της προς τους πιστωτές της. Και εδώ είναι που συμπλέκονται τα καθήκοντα, εξουσίες και υποχρεώσεις του παραλήπτη / διαχειριστή με αυτές του εκκαθαριστή, ο οποίος παραλήπτης / διαχειριστής καλείται να ενεργήσει προς κάλυψη των εξασφαλισμένων από το ομόλογο απαιτήσεων του προσώπου που τον διόρισε, λαμβανομένων όμως υπόψη των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων που σύμφωνα με τον νόμο έχουν προτεραιότητα έναντι του (προνομιούχους και εξασφαλισμένους πιστωτές - Βλ. σχετικά τα Άρθρα 89 και 300 του Κεφ. 113). Εν συνεχεία, όλα τα λοιπά ζητήματα, που αφορούν την εκκαθάριση της εταιρείας και τυχόν κάλυψη απαιτήσεων ανεξασφάλιστων πιστωτών της, αναλαμβάνονται από τον εκκαθαριστή, ο οποίος καθ' όλη την διάρκεια παρακολουθεί τις εξελίξεις. Αυτή ήταν η προσέγγιση και του έντιμου Προέδρου του Ε. Δ. Λάρνακας / Αμμοχώστου, Χ. Μαλαχτού, στην απόφαση του στην Αίτηση Αρ. 185/2013, Re Top Mix Concrete Ltd ημερομηνίας 18/05/
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η Αίτηση της Αιτήτριας επιτυγχάνει, στο βαθμό και κατά τον τρόπο που πρόνοια γίνεται από το Δικαστήριο καταληκτικά: Δίδεται άδεια στην Αιτήτρια, USB Bank Plc, να καταχωρήσει πολιτική αγωγή εναντίον της υπό εκκαθάριση Εταιρείας G. M. P. Mirror Homes Ltd, ή εναντίον του εκκαθαριστή της υπό αυτή του την ιδιότητα, βασιζόμενη στην, κατ' ισχυρισμό της Αιτήτριας, συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 24/02/2009 που σύνηψαν μεταξύ τους, υπό τον όρο, ότι, η Αιτήτρια, δεν θα μπορεί να προχωρήσει με οποιοδήποτε μέτρο προς εκτέλεση της ενδεχόμενης απόφασης που τυχόν να εξασφαλίσει εναντίον της Εταιρείας στα πλαίσια μίας τέτοιας αγωγής, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια του παρόντος Δικαστηρίου.
- Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4509, 07/05/
- [2] Παραπομπή γίνεται, στην υπόθεση Roberts Petroleum Ltd v Bernard Kenny Ltd [1983] 2 A.C. 192 (HL). [3] Παρά το γεγονός ότι, δεν υπάρχει ενώπιον μου σαφής μαρτυρία ότι η Εταιρεία είναι αφερέγγυα, το ζήτημα δεν μεταβάλλεται, είτε αυτή είναι ή δεν είναι αφερέγγυα, καθότι η φύση της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον της Εταιρείας - απαίτηση για χρέος που προκύπτει από σύμβαση εγγύησης για εξασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης στην βάση σχετικής σύμβασης - , είναι τέτοια, που και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται από τα Άρθρα 298 και 298Β του Κεφ. 113, δύνανται να επαληθευτούν στα πλαίσια της εκκαθάρισης. [4] Σημειώνεται εδώ, ότι, το εν λόγω πρόσωπο, είναι η ίδια η Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση. [5] Βλ. Άρθρα 7 των ομολόγων επιβάρυνσης ημερομηνίας 14/06/2007 και 20/12/2010 αντίστοιχα, Τεκμήρια 2 και 3 στην υποστηρικτική ένορκο δήλωση της αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. [6] Βλ. Άρθρα 12 των ομολόγων επιβάρυνσης ημερομηνίας 14/06/2007 και 20/12/2010 αντίστοιχα, Τεκμήρια 2 και 3 στην υποστηρικτική ένορκο δήλωση της αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. [i] Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση στην σελ. 771, με παραπομπή στην υπόθεση Western and Brazilian Telegraph Co. v Bibby
(1880)42 L.T. 82 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «The power of the court to allow actions and other proceedings to be brought, taken, or proceeded with, notwithstanding a winding-up order (s. 231), is often exercised. Thus secured creditors are, as a matter of course given liberty to proceed with any action for enforcing their securities. So, too, liberty to proceed is often given where outsiders are involved in some dispute with the company, and it is desirable that the dispute should be decided in an action by the ordinary tribunals: for instance, in the case of an action against the company for damages under Lord Campbell's Act; or for specific performance or for trespass; or to proceed with an execution, where execution was delayed by a trick or to bring a new action for the purpose of obtaining the fruits of an earlier action. The leave must not be given on an ex parte application». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Προσθέτω εδώ μία παραπομπή. Στις αγγλικές υποθέσεις Re Trimsaran Coal, Iron and Steel Co
(1876)24 WR 900; Re Lundy Granite Co, ex p Heavan
(1871)6 Ch App 462, 467-468; Re Regent United Service Stores
(1878)8 ChD 616, CA. και Currie v Consolidated Kent Collieries Corpn Ltd [1906]1 KB 134, 138, CA. [iii] Δέστε σχετικά το Σύγγραμμα του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση, στην σελίδα 700, παράγραφο 22-
- [iv] Δέστε επίσης και τα αναφερόμενα στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws Of England, 5η Έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 854, στις σελίδες 154 και
- [v] Δέστε σχετικά και την αγγλική υπόθεση Re Onward Building Society [1891] 2 QB 463, 483, CA. [vi] Το Άρθρο 251 του Κεφ. 113, προνοεί: «
(1)Το Δικαστήριο δύναται να ορίσει προθεσμία ή προθεσμίες μέσα στις οποίες οι πιστωτές θα επαληθεύσουν τις οφειλές ή απαιτήσεις τους ή θα αποκλείονται από το όφελος οποιασδήποτε διανομής που γίνεται πριν από την επαλήθευση των χρεών αυτών.
(2)(α) Όπου εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής της εταιρείας και επιθυμεί να ανακτήσει το χρέος του στο σύνολο ή μερικώς, πρέπει να υποβάλει επαλήθευση γραπτώς στον εκκαθαριστή, εντός τριάντα πέντε
(35)ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος εκκαθάρισης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. (β) Μετά από δεόντως αιτιολογημένο αίτημα πιστωτή, η προθεσμία των τριάντα πέντε
(35)ημερών δύναται να παραταθεί, από τον επίσημο παραλήπτη ή εκκαθαριστή.
(3)(α) Η επαλήθευση δέον να γίνεται με τον τύπο που καθορίζεται στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς και θα υπογράφεται από αυτόν ή από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο προς τούτο και κάθε πιστωτής επιβαρύνεται τα έξοδα επαλήθευσης της απαίτησής του, περιλαμβανομένων των εξόδων της εξασφάλισης οποιωνδήποτε εγγράφων απαιτούνται ή μαρτυρίας που απαιτείται από τον εκκαθαριστή. (β) Η επαλήθευση περιλαμβάνει ή αναφέρεται σε κατάσταση λογαριασμού που αποδεικνύει τις λεπτομέρειες του χρέους και ειδικεύει τις αποδείξεις πληρωμών, αν υπάρχουν, με τις οποίες το χρέος δύναται να υποστηριχτεί και, όπου εφαρμόζεται, τα ονόματα όλων των εγγυητών που έχουν ευθύνη σε σχέση με χρέος της εταιρείας και την έκταση της ευθύνης που προκύπτει από την εγγύηση, σύμφωνα με τη σύμβαση εγγύησης, κατά την ημερομηνία της επαλήθευσης. Ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής δύναται οποτεδήποτε να ζητήσει την προσαγωγή δικαιολογητικών δαπάνης.
(4)Επαλήθευση εκθέτει κατά πόσο ο πιστωτής είναι ή δεν είναι εξασφαλισμένος πιστωτής.
(5)Κάθε πιστωτής που κατέθεσε επαλήθευση δικαιούται να βλέπει και εξετάζει τις επαληθεύσεις άλλων πιστωτών πριν από την συνέλευση πιστωτών, και σε κάθε εύλογο χρόνο.
(6)Ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής εξετάζει άμεσα κάθε επαλήθευση και τους λόγους του χρέους και το αργότερο εντός δέκα
(10)ημερών αποδέχεται ή απορρίπτει αυτή γραπτώς για σκοπούς μερίσματος, ολικώς ή μερικώς, ή απαιτεί περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξή της. Αν απορρίπτει επαλήθευση, αναφέρει γραπτώς προς τον πιστωτή τους λόγους για την απόρριψη.
(7)Αν ο πιστωτής και, όπου εφαρμόζεται, ο εγγυητής δεν ικανοποιείται με την απόφαση του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή αναφορικά με την επαλήθευσή του, δύναται με αίτησή του, να προσφύγει στο Δικαστήριο και η αίτηση δέον να γίνεται εντός είκοσι μίας
(21)ημερών από την ημέρα που έλαβε γνώση της απόφασης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή.
(8)Το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει, σε σχέση με τα δικαιώματα του πιστωτή ή, όπου εφαρμόζεται, του εγγυητή, ο οποίος αποτείνεται σε αυτό, σύμφωνα με το εδάφιο
(7)την επικύρωση, ή την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση της απόφασης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου και του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(9)Επαλήθευση πιστωτή, δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο με τη σύμφωνη γνώμη του εκκαθαριστή να αποσυρθεί ή να διαφοροποιηθεί σε σχέση με το ποσό που απαιτείται.
(10)Το Δικαστήριο δύναται να απαλείψει ή να μειώσει το ποσό που απαιτείται- (α) κατόπιν αίτησης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή, όπου ο εκκαθαριστής πιστεύει ότι η επαλήθευση έχει γίνει λανθασμένα αποδεκτή ή θα πρέπει να μειωθεί, ή (β) κατόπιν αίτησης πιστωτή, αν ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής αρνηθεί να ενεργήσει επί του θέματος.
(11)Ο επίσημος παρdλήπτης ή εκκαθαριστής θα υπολογίσει την αξία οποιουδήποτε χρέους, το οποίο χρέος, λόγω του ότι είναι υπό οποιαδήποτε αίρεση ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, δεν έχει συγκεκριμένη αξία και δύναται να αναπροσαρμόσει οποιοδήποτε υπολογισμό που έγινε προηγουμένως λόγω αλλαγής συνθηκών ή πληροφοριών που έχουν καταστεί διαθέσιμες στον εκκαθαριστή και να πληροφορήσει τον πιστωτή σχετικά: Νοείται ότι, όπου η αξία του χρέους καθορίζεται κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο αυτό, το ποσό που επαληθεύεται για τους σκοπούς της εκκαθάρισης θα είναι αυτό του υπολογισμού.
(12)Εκτός αν ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής το επιτρέψει, επαλήθευση αναφορικά με χρήματα που οφείλονται δυνάμει συναλλαγματικής, γραμματίου εις διαταγή, επιταγής ή άλλου αξιογράφου ή ασφάλειας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εκτός εάν παρουσιαστούν το έγγραφο ή η ασφάλεια ή αντίγραφο αυτών δεόντως πιστοποιημένα από τον πιστωτή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του ως πιστά αντίγραφα.
(13)Εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει διαθέσει την εξασφάλισή του, δύναται να επαληθεύσει για το υπόλοιπο ποσό χρέους, αφότου αφαιρεθεί το ποσό το οποίο έλαβε με τη διάθεση της εξασφάλισης και, αν ο εξασφαλισμένος πιστωτής παραδώσει την εξασφάλιση του, δύναται να επαληθεύσει για ολόκληρο το χρέος ως να ήταν μη εξασφαλισμένος.
(14)Για το σκοπό επαλήθευσης χρέους το οποίο δημιουργήθηκε ή είναι πληρωτέο σε συνάλλαγμα άλλο από το ευρώ, το ποσό του χρέους θα μετατρέπεται σε ευρώ, σύμφωνα με τον επίσημο δείκτη συναλλάγματος, κατά το χρόνο που η εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση.
(15)(α) Όπου το χρέος που επαληθεύεται στα πλαίσια εκκαθάρισης επιφέρει τόκο, ο τόκος επαληθεύεται ως μέρος του χρέους, εκτός εάν είναι πληρωτέος σε σχέση με οιαδήποτε περίοδο μετά την έναρξη εκκαθάρισης εταιρείας. (β) Οι απαιτήσεις πιστωτή δύνανται να περιλαμβάνουν τόκο επί του χρέους αναφορικά με περιόδους πριν η εταιρεία περιέλθει σε εκκαθάριση, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως δεν είχε επιφυλαχθεί ή συμφωνηθεί τόκος, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)Αν το χρέος είναι πληρωτέο δυνάμει γραπτής συμφωνίας και πληρωτέο σε συγκεκριμένο χρόνο, τόκος δύναται να απαιτηθεί για την περίοδο από την ημέρα συνομολόγησης της συμφωνίας μέχρι την ημέρα που η εταιρεία περιήλθε σε εκκαθάριση· (
- ii)εάν το χρέος είναι πληρωτέο καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, τόκος δύναται να απαιτηθεί εάν πριν από την ημερομηνία απαίτησης, απαίτηση πληρωμής του χρέους είχε γίνει γραπτώς, από ή εκ μέρους του πιστωτή και δόθηκε ειδοποίηση ότι τόκος θα ήταν πληρωτέος από την ημερομηνία της απαίτησης μέχρι την ημέρα πληρωμής (iii) τόκος δυνάμει της υποπαραγράφου (
- ii)δύναται να απαιτηθεί μόνο για την περίοδο από την ημερομηνία απαίτησης μέχρι την ημερομηνία που η εταιρεία περιήλθε σε εκκαθάριση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vii] Το Άρθρο 34 του περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ. 5, παραπομπή στον οποίο γίνεται από το προαναφερόμενο Άρθρο 298 του Κεφ. 113, προνοεί τα ακόλουθα σε ότι αφορά ποια είναι, για σκοπούς του Νόμου, επαληθεύσιμα χρέη: «
(1)Απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση. ...................................
(3)Εκτός, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλα τα χρέη και όλες οι υποχρεώσεις, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, στις οποίες υπόκειται ο πτωχεύσας κατά την ημερομηνία του διατάγματος πτώχευσης, ή στις οποίες θα υπόκειται πριν από την αποκατάσταση του λόγω ευθύνης που προέκυψε πριν από την ημερομηνία του διατάγματος πτώχευσης, θα θεωρούνται ως χρέη που δύνανται να επαληθευτούν.
(4)Ο διαχειριστής καταρτίζει εκτίμηση της αξίας κάθε χρέους ή ευθύνης που δύναται να επαληθευτεί όπως αναφέρεται πιο πάνω, η οποία λόγω του ότι τελεί υπό αίρεση ή για άλλο λόγο δεν έχει βέβαιη αξία.
(5)Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι δυσαρεστημένο με την καταρτιζόμενη από το διαχειριστή, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εκτίμηση, δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο.
(6)Αν, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η αξία του χρέους ή της ευθύνης δεν δύναται να εκτιμηθεί δίκαια, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει προς το σκοπό αυτό διάταγμα και στη συνέχεια το χρέος ή ευθύνη θα θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, ως χρέος μη δυνάμενο να επαληθευτεί σε πτώχευση.
(7)Αν, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η αξία του χρέους ή της ευθύνης δύναται να εκτιμηθεί δίκαια, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως ο υπολογισμός της αξίας γίνει ενώπιον του ίδιου του Δικαστηρίου και δύναται να δώσει για το σκοπό αυτό όλες τις απαραίτητες οδηγίες, το δε ποσό της αξίας, όταν υπολογιστεί, θα θεωρείται χρέος το οποίο δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση.
(8)"Ευθύνη" για τους σκοπούς του Νόμου αυτού περιλαμβάνει- (α) οποιαδήποτε αποζημίωση για έργο ή εργασία που εκτελέστηκε· (β) οποιαδήποτε υποχρέωση ή πιθανή υποχρέωση για πληρωμή χρημάτων ή χρηματικής αξίας, που προκύπτει από αθέτηση ρητού ή σιωπηρού συμβολαίου, σύμβασης, συμφωνίας, ή ανάληψης υποχρέωσης ανεξάρτητα αν η αθέτηση συνέβηκε ή όχι, ή είναι ή όχι ενδεχόμενο να προκύψει ή δύναται να προκύψει, πριν από την αποκατάσταση του πτωχέυσαντα· (γ) γενικά, οποιαδήποτε ρητή ή σιωπηρή δέσμευση, συμφωνία ή ανάληψη υποχρέωσης, για πληρωμή, ή η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την πληρωμή χρημάτων ή χρηματικής αξίας ανεξάρτητα αν η πληρωμή, όσον αφορά το ποσό, είναι εκκαθαρισμένη ή ανεκκαθάριστη όσον αφορά το χρόνο, παρούσα ή μελλοντική, βέβαιη ή εξαρτημένη από μία αίρεση ή από δύο ή περισσότερες αιρέσεις, και όσον αφορά στον τρόπο της εκτίμησης, ικανή να εξακριβωθεί με βάση ορισμένους κανόνες ή ως θέμα γνώμης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Παραπομπή γίνεται και στο Άρθρο 37 του Κεφ. 5, το οποίο, για σκοπούς που αφορούν, μεταξύ άλλων και το ζήτημα του τρόπου επαλήθευσης χρεών, παραπέμπει στους Κανονισμούς που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του Κεφ. 5. Ειδική μνεία, γίνεται στους Κανονισμούς 1 έως 9 και 20 έως 25, που αφορούν τα ζητήματα επαλήθευσης σε συνηθισμένες περιπτώσεις και της αποδοχής ή απόρριψης επαληθεύσεων. [viii] Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση, δέστε και τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 763 (payment of unsecured creditors pari passu, preferential payments ) και 765 (secured creditors). [ix] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pantrans Navigation Ltd ν Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Always Travel Holidays Ltd κ. α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 900 και την αγγλική απόφαση Re Linkrealm Ltd [1998] BCC 478. [x] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pantrans Navigation Ltd ν Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Always Travel Holidays Ltd κ. α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 900. [xi] Ενδεικτικά, δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Αναφορικά με την εταιρεία Lindos Constructions (Se Ekkau;arish)
(1999)1 A.A.Δ. 1033 και Αναφορικά με την Helindo Shipping Company Ltd
(2003)1 A.A.Δ, 238. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο