ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. MOSKOFF LTD κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 82/2015, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 82/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας - και -
- MOSKOFF LTD
- ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Γ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 29/07/2016 Κλήση για οδηγίες ημερομηνίας 01/03/2016 και Αίτηση για Παράταση του Χρόνου Καταχώρισης Απάντησης στην Υπεράσπιση ημερομηνίας 25/05/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Γιώργος Α. Βασιλείου Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Τ. Α. Ανιφτου --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ολοκλήρωση της δικογραφίας.
- Σύμφωνα με την Δ.21, κ. 14 των Θ. Π. Δ.: «14.
(1)Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence.
(2)No subsequent pleading shall be delivered, unless ordered by the Court or a Judge. Where a subsequent pleading is ordered it shall be filed and delivered together with an office copy of the order within the time specified in the order giving leave to deliver the same.». 2. Η επίδρασης των προνοιών του προαναφερόμενου κανονισμού στην διαδικασία, είναι, ότι, η δικογραφία, θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί / κλείσει, είτε (α) εντός επτά ημερών από την καταχώριση του δικογράφου της υπεράσπισης ή της απάντησης (βλ. Annual Practise 1958, Τόμος 1, σελ. 465, εάν υπάρχει), ή (β) εάν δικόγραφο μεταγενέστερο της απάντησης διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί και παραδοθεί και δεν υπάρξει συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας, μετά την λήξη της περιόδου αυτής. 3. Βλ. επίσης στο Annual Practise 1958, Τόμος 1, στις σελίδες 613 και 614 και στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practise, 16η έκδοση, στην σελίδα 70. Στο τελευταίο αναφέρονται τα εξής σε ότι αφορά την περίπτωση όπου ο εναγόμενος υποβάλλει ανταπαίτηση, αποκαλυπτικά του πότε θεσμικά σε μια τέτοια περίπτωση ολοκληρώνεται η δικογραφία: «Where a pleading subsequent to a Reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or Reply (if any), the pleadings are deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered are deemed to have been denied and put in issue. This, however, does not apply to a Reply to a counterclaim; unless the plaintiff delivers this, the statements of fact contained in the counterclaim are, after fourteen days from its delivery, deemed to be admitted. The plaintiff can only remedy such a lapse by subsequently getting Ieave to deIiver a Reply, thus probably incurring a penalty by way of costs. (Order XXVΠ, r. 13.)». Η κλήση για οδηγίες και ο σκοπός της διαχρονικά. 4. Μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με την διαδικασία που ίσχυε (και εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής για συγκεκριμένες υποθέσεις), πριν την σχετικά πρόσφατη τροποποίηση της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ. (για πρώτη φορά) την 26/09/2014 (αναφορά στις τροποποιήσεις της γίνεται στην συνέχεια), και εντός περιόδου δέκα ημερών, γεννάτο η υποχρέωση του ενάγοντα να εκδώσει κλήση για οδηγίες («to take out a summons for directions»), τεθείσα / επιστρεπτέα («returnable») ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση εντός περιόδου που δεν εδύνατο να ήταν ολιγότερη των τεσσάρων ημερών. Αποτυχία του ενάγοντος να το πράξει, έδιδε την ευχέρεια στον εναγόμενο (ή σε οποιοσδήποτε από τους εναγομένους, εάν ήταν περισσότεροι του ενός), να το πράξει, ή διαζευκτικά, να αιτηθεί από το Δικαστήριο την απόρριψη της Αγωγής, επί τίνος ο Δικαστής μπορούσε, είτε να απορρίψει την Αγωγή, είτε να διαχειριστεί την σχετική αίτηση ως αν να ήταν κλήση για οδηγίες (βλ. κ. 7 της Δ.30 των Θ. Π. Δ.). 5. Οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εφαρμόζονταν σε όλες τις Αγωγές που άρχιζαν με κλητήριο ένταλμα («writ of summons»), εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων. 6. Η κλήση για οδηγίες, αποσκοπούσε στο να δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να εξετάσει την προετοιμασία των διαδίκων για την εκδίκαση της υπόθεσης, ούτως ώστε: (
- i)όλα τα ζητήματα τα οποία θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδιάμεσα πριν από την δίκη και εξακολουθούσαν να παραμένουν ανεπίλυτα, να εξετάζονταν κατά την διάρκεια μίας και μόνον συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και όπως (
- ii)κατά την διάρκεια της ίδιας αυτής συνεδρίασης του Δικαστηρίου, να εδίδοντο τέτοιες οδηγίες προς τον καθορισμό της πορείας της διαδικασίας μεταγενέστερα, για σκοπούς του όσο το δυνατό καλύτερου προγραμματισμού της δίκης, προς εξασφάλιση της δικαιότερης, ταχύτερης και οικονομικότερης διεκπεραίωσης της. 7. Χαρακτηριστικά, εν προκειμένω, είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, και Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540, αντίστοιχα, στα οποία καταγράφονται οι από το 1954 και 1964, αντίστοιχα, τροποποιήσεις της αντίστοιχης της Δ.30 των Θ. Π. Δ., O. 30 [[i]] και μεταγενέστερα O. 25 των αγγλικών Civil Procedure Rules, ένεκα των σχετικών εισηγήσεων της έκθεσης Evershed που είχε προηγηθεί. Σκοπός, που, ως διαφαίνεται και από τα όσα εν συνεχεία αναφέρονται στην απόφαση μου αναφορικά με το ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, παρά τις όποιες διαφορετικές τροποποιήσεις της σχετικής Δ.30 των Θ. Π. Δ., εξακολουθεί, κατά πολύ, να είναι ο ίδιος. 8. Εν προκειμένω, στο Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 661, αναφέρονται τα εξής: «General Note on the Order.—The Order is entirely new and has been made as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The Order as made has gone further than the recommendations by strengthening the summons and providing that the summons for directions shall be issued at an early stage of the proceedings. The purpose of this is that all interlocutory applications, so far as possible, shall be dealt with on that summons, and so the costs incurred by more than one application will be saved. It has the further advantage that considerable costs may be saved in many actions by the order for directions limiting the scope of the discovery, and in some cases directing that there shall be no discovery of documents at all. Upon the first hearing of the summons one of the matters to be considered is the question of what, if any, discovery and inspection of documents is necessary in the action. If no general or substantial discovery of documents is necessary all the matters arising on the summons can probably be decided and full directions for the trial given. If, however, substantial discovery of documents is ordered, an order will be drawn up relating to that and as many other matters as it is reasonable in the circumstances to include, and the summons will then be directed to stand adjourned until after completion of discovery and inspection of documents. In these latter cases the final stocktaking will be dealt with at the stage intended by the recommendations of the Eversbed Report.». 9. Στο δε Annual Practice του 1966, Τόμος 1, σελ. 540 καταγράφονται σχετικά τα εξής: «This order replaces the former O. 30 which was itself entirely new when made in 1954 ... as a result of the recommendations of the Evershed Report. The principal intention of those recommendations was that there should be a thorough stocktaking relating to the issues in an action and the manner in which the evidence should be presented at a trial with a view to shortening the length of the trial and saving costs generally. It was recommended that this stocktaking should take place except in certain forms of action, at a late stage of the proceedings after completion of discovery and inspection of documents. The former O. 30 did not follow this recommendation, for it had provided that the summons for directions was to be issued after the close o pleadings but before discovery had taken place. This new O. 25, however, indirectly embody the recomendation that the summons for directions shoyld be issued after discovery, for it provides for the issue of the summons one month after the close of pleadings or 14 days after any extended time for discovery. The result is that by the time of this first hearing of the summons, the parties should normally have completed their discovery, and this should enable the parties to fulfil their duties under r. 6, infa, to assist the Court to make a really thorough stocktaking of the action, and to enable the Court to exercise its robust power, particularly under rr. 3 and 4, infa. It should also enable the parties to reduce the number and scope of interlocutory applications, such as those for further and better particulars, for interrogatories, and further discovery. In this way, the new O. 25 has considerably strengthened the summons for directions and it should have the advantage of disposing of actions with grater expedition and a considerable saving of costs.». 10. Ο σκοπός και το πνεύμα της Δ.30 των Θ. Π. Δ. εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fredie Eleftheriades a.o. v Christos Mavrellis a. o.
(1985)1 Α.Α.Δ. 436, στην οποία είχε εγερθεί ζήτημα κατά πόσο διατάγματα που είχε εκδώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ρυθμιστικά της διαδικασίας στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, λανθασμένα εκδόθηκαν και ότι η σχετική δράση του Δικαστηρίου, εξέπιπτε του διαιτητικού του ρόλου. Στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, που δόθηκε από τον έντιμο Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Γ. Μ. Πική να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: «I find the suggestion that the Court descended into the, arena of litigation by indicating that defence to counterclaim may properly be amended to include allegations of forgery is wholly misconceived. It is based on an erroneous view of the role of the Court at the preliminary stage of issuing directions for the definition and elucidation of the issues in dispute. At that stage the Court is not adjudicating on the merits of the case, it is concerned to pave the way for the trial by ensuring that the issues are properly elicited so that the Court may ultimately resolve the dispute of the parties in the proper context. The powers vested in the Court under Ord. 30 are purposely wide to afford the Court freedom to achieve the above ends. The order is largely fashioned on the corresponding provisions of Ord. 30 of the old English Rules of the Supreme Court. As explained in the White Book the provisions of. Ord. 30 are designed to make possible at the stage of summons for directions the resolution of as many interlocutory matters as it is feasible, an objective within the contemplation of the Evershed Committee that recommended, its, introduction. ....................................................................................................................................................... The role of a Judge under The adversarial system of the common Law is that of an impartial arbiter; in the discharge of his adjudicative duties, he must distance himself from the arena of litigation. This role is in no way cornpromised by ensuring that the dispute is properly defined before the Court. In matters of procedure and practice, the Court has wide discretion in exercise of its powers to regulate proceedings before it. It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case. The trial should centre on the substantive dispute of the parties, if justice is to be done. Procedural irregularities should, so far as possible, be remedied before the trial so that adjudication on the merits is not deflected by procedural side issues. Ord. 30 specifically aims to institutionalize the exercise of this jurisdiction of the Court; r. 2(g) in particular confers power to make any order with respect to the proceedings that seems necessary or desirable with a view to saving time and expense. Consequently, we dismiss the submission that the trial Judge transgressed the limits of his discretion by indicating readiness to allow an amendment of the defence to counterclaim, by inclusion of, allegations of forgery. As earlier explained, it is desirable at the summons for directions stage to, deal with as many interlocutory matters as possible, preparing thereby the ground for the speedy progress of the action to trial. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Το ιδιόμορφο της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών, που άπτεται, ως έχει προαναφερθεί, του σκοπού που αυτή δικονομικά εξυπηρετεί, επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, στην οποία μάλιστα ξεκαθαρίστηκε, ότι, ένεκα ακριβώς του λόγου ότι η κλήση για οδηγίες συνιστά ειδικό δικονομικό μέτρο το περιεχόμενο του οποίου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. αυτή εξαιρείται από την Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ. [[ii]].
- Με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και13/05/2015 αντίστοιχα, η προαναφερόμενη Δ.30 των Θ. Π. Δ., κατ' ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Ανώτατο Δικαστήριο από το Άρθρο 163 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 1991, «ανασχεδιάστηκε» από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι τροποποιήσεις της, στοχεύουν, ως διαφαίνεται και από την γενικής εφαρμογής πρόνοια του κ. 9 της τροποποιηθείσας Δ.30 των Θ. Π. Δ., στο να καταστήσουν πιο δίκαιη, ταχύτερη και ανέξοδη την διαδικασία εκδίκασης μίας υπόθεσης. Κατά πρώτον, με το να περιορίσουν τον αριθμό των ενδιάμεσων αιτήσεων, ή, εν πάση περιπτώσει, με το να επιβάλουν την υποβολή τους σε ένα σχετικά ώριμο, και από αυτή την άποψη, κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, δια της παροχής μίας διαδικασίας ανασκόπησης πριν η αγωγή οδηγηθεί στην ακρόαση της, μέσα από την οποία το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, πέραν από την εξέταση των όποιων αιτημάτων των διαδίκων, ακριβώς προς επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού, αυτεπάγγελτα, να εκδώσει και όποια άλλα διατάγματα ρυθμιστικά της διαδικασίας κρίνει απαραίτητα. Και κατά δεύτερον, με το να παράσχουν στο Δικαστήριο τον ρόλο διαχείρισης της υπόθεσης ως προς τον τρόπο εκδίκασης της (ειδικότερα ως προς τον τόπο παρουσίασης της μαρτυρίας). Αυτός ήταν διαχρονικά και εξακολουθεί να είναι ο σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. και μέσα από το πνεύμα αυτού του σκοπού πρέπει να αντικρίζεται και η εφαρμογή του, τόσο από το Δικαστήριο που έχει το καθήκον εφαρμογής της, όσο και από τους διαδίκους που έχουν υποχρέωση υποβοήθησης του στην εξάσκηση των εξουσιών του κατά την εφαρμογή της.
- Μέσα από αυτό το πνεύμα προχωρώ στην εξέταση των διαφόρων ζητημάτων που έχουν στην προκείμενη περίπτωση προκύψει στην διαδικασία, ένεκα της εφαρμογής σε αυτήν, της τροποποιηθείσας ως έχει προαναφερθεί, Δ.30 των Θ. Π. Δ. Οι πρόνοιες της «νέας» Δ.30 των Θ. Π. Δ. και πως συμπλέκονται με το ζήτημα της ολοκλήρωσης της δικογραφίας.
- Σύμφωνα με τον κ. 1(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ.: «
- (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην περίπτωση, μάλιστα, κατά την οποία, ο ενάγοντας δεν ενεργήσει κατά τα διαλαμβανόμενα του εν λόγω κ. 1(α) της Δ.30 των Θ. Π. Δ., σύμφωνα με τον κ. 1(γ) της ίδιας διαταγής, παρελθούσης και της προθεσμίας που δίδεται στον εναγόμενο διάδικο να τον ειδοποιήσει για την εν λόγω παράλειψη του, ώστε ο πρώτος να ενεργήσει προς την έκδοση κλήσης για οδηγίες (ήτοι, περαιτέρω προθεσμίας 30 ημερών), η αγωγή θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και πρέπει να απορρίπτεται από το Δικαστήριο, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση. Οι έννοιες «ενάγοντας» και «αγωγή» για σκοπούς εφαρμογής του εν λόγω κ. 1(γ), ως διευκρινίζεται από τον ίδιο τον κανονισμό, καλύπτουν και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση.
- Τίθεται λοιπόν ζήτημα, κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένων των προαναφερομένων προθεσμιών και πότε δικονομικά κινήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες από πλευράς Ενάγουσας, η Αγωγή της θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και πρέπει να απορριφθεί. Ζήτημα το οποίο, ετέθη στους συνηγόρους των διαδίκων για να τοποθετηθούν, - ειδικότερα στο συνήγορο της Ενάγουσας, ο οποίος, αφού εξασφάλισε αναβολή κατά την σχετική συνεδρίαση του Δικαστηρίου για αυτή την υπόθεση ώστε να τοποθετηθεί σχετικά, κατά την ημερομηνία της ακρόασης του εν προκειμένω από το Δικαστήριο, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε ήδη καταχωρήσει γραπτό αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρισης του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγομένων. Αίτημα το οποίο τελικώς ακούστηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία όταν πλέον ο Πρωτοκολλητής την έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για εξέταση. Οι Εναγόμενοι, αρκεί απλά να σημειωθεί, ότι, δεν έφεραν την οποιαδήποτε ένσταση στα όσα η Ενάγουσα παρουσίασε ως θέσεις προς υποστήριξη του αιτήματος της -.
- Τα δικόγραφα σε αυτή την Αγωγή. θεωρούνται ότι έχουν συμπληρωθεί από την 03η/11/2015 (Βλ. Δ.21 κ. 14
(2)των Θ. Π. Δ.). Ήτοι, επτά ημέρες μετά από την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων, την 26η/10/
- Σημειώνεται, ότι, στον φάκελο του Δικαστηρίου εντοπίζεται, δικόγραφο Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, το οποίο όμως έχει καταχωρηθεί (την 04/02/2016) εκπρόθεσμα και χωρίς να έχει, από πλευράς Ενάγουσας, ληφθεί οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα (σε κατάλληλο στάδιο - επεξηγώ στην συνέχεια) για εξέταση τυχόν παράτασης της σχετικής προθεσμίας καταχώρισης του. Ως εκ τούτου, η υπόθεση, κατ' εφαρμογής των προνοιών της Δ.30 κ. 1(α) των Θ. Π. Δ. στην λήξη της περιόδου των 60 ημερών από της συμπλήρωσης των δικογράφων (δηλαδή, λαμβανομένης υπόψη και της περιόδου που τάσσει ο κ. 1(γ) της ίδιας Διαταγής, πρέπει να θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και υποκείμενη σε απόρριψη. Στην προκείμενη περίπτωση, η περίοδος αυτή των 60 ημερών από της συμπλήρωσης των δικογράφων έχει παρέλθει από την 25/12/2015 (είχε παρέλθει κατά την ημερομηνία συνεδρίασης του Δικαστηρίου την 23/05/2016 όταν ήταν επιστρεπτέα η σχετική κλήση που εξέδωσε η Ενάγουσας) και ως εκ τούτου, η Αγωγή πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται.
- Με την αίτηση της ημερομηνίας 25/05/2016, η Ενάγουσα, ως γίνεται αντιληπτό, προβαίνει σε διάβημα δια του οποίου, η δικογραφία, δια σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου το οποίο επιδιώκει, - παράτασης της σχετικής προθεσμίας για την καταχώριση του δικογράφου της Απάντησης της στην Υπεράσπιση των Εναγομένων -, να ολοκληρωθεί σε χρόνο που, ενεργώντας πλέον βάσει αυτού, η Αγωγή της δεν θα θεωρείται, δικονομικά, βάσει της Δ.30 κ. 1(α) των Θ. Π. Δ., ως εγκαταληφθείσα και υποκείμενη σε απόρριψη.
- Δεν θα υιοθετήσω την προσέγγιση της Ενάγουσας και του συνηγόρου της και θα απορρίψω το σχετικό αίτημα της, για τους ακόλουθους λόγους.
- Κατ' αρχήν, γιατί η δικογραφία έχει ολοκληρωθεί και ανεξαρτήτως του τι θεσμικά από απόψεως προθεσμιών παρατηρείται στην διαδικασία, η υπόθεση έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, με βάση τις πρόνοιες των Θ. Π. Δ. - που εδώ ρυθμίζουν ειδικά το ζήτημα, ώστε να μην τίθεται ζήτημα συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου να ρυθμίσει το ζήτημα (βλ. Eleftheriades a. a. v Mavrellis a. A.
(1985)1 C.L.R. 440, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Aρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 και Πέτρος Αυξεντίου ν Σάββας Σαββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963) - και ειδικότερα τις εξουσίες που έχει δυνάμει της Δ.30 των Θ. Π. Δ. επί ζητημάτων διαδικασίας και πρακτικής για τον όσο το δυνατό καλύτερο προγραμματισμό της δίκης (επί της ουσίας της διαφοράς) προς εξασφάλιση της δικαιότερης, ταχύτερης και οικονομικότερης διεκπεραίωσης της, θα εξετάσει το εγερθέν ζήτημα κατά πόσο η Αγωγή αυτή, ως έχει προωθηθεί, θεωρείται εγκαταληφθείσα, καθότι αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης η τήρησης των τεθέντων προθεσμιών. 21. Σύμφωνα με την νομολογία, οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι δικονομικοί κανόνες ή το Δικαστήριο δυνάμει αυτών, έχουν, ως απώτερο σκοπό, την όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκτενής ανάλυσης του προαναφερόμενου σκοπού των ταχθέντων προθεσμιών από τους Θ. Π. Δ. έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν Λάμπρου Αδάμου Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ 470. Παραθέτω, αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, με την ανάλυση του Δικαστηρίου: «Η προσέγγιση των Δικαστηρίων, αναφορικά με τις προθεσμίες που ορίζονται στους θεσμούς, είναι πολύ διαφορετική από τις δικαστικές αντιλήψεις του περασμένου αιώνα. Στην υπόθεση Revici v. Prentice Hall Incorporated [1969] 1 All E.R. 772 ο Δικαστής Denning, M.R., είπε στη σελ.774:- "Counsel for the plaintiff referred us to the old cases in the last century of Eaton v. Storer and Atwood v. Chichester, and urged that time does not matter as long as the costs are paid. Nowadays we regard time very differently from what they did in the nineteenth century. We insist on the rules as to time being observed. We have had occasion recently to dismiss many cases for want of prosecution when people have not kept to the rules as to time. So here, although the time is not so very long, it is quite long enough. There was ample time for considering whether there should be an appeal or not. (I should imagine it was considered.) Moreover (and this is important), not a single ground of excuse is put forward to explain the delay and why he did not appeal." Ο Δικαστής Edmunt Davies είπε τα ακόλουθα:- "When a party has exceeded to a substantial degree the time limit set by the Rules of the Supreme Court within which an interlocutory step has to be taken, can it be said that he is entitled to have his time extended simply on undertaking to pay any costs occasioned by his delay, so that a judge who nevertheless refuses to extend his time must necessarily be regarded as having exercised his discretion wrongly? The notice of appeal herein submits (in effect) that the question calls for an affirmative answer, certainly in cases where it is not shown that the other side have suffered irreparable damage as a result of the delay. I disagree. On the contrary, the rules are there to be observed; and if there is non-compliance (other than a minimal kind), that is something which has to be explained away. Prima facie, if no excuse is offered, no indulgence should be granted: see Ratmam v. Cumarasamy, per LORD GUEST." Στην υπόθεση Edwards v. Edwards [1967] 2 All E.R. 1032 o Sir Jocelyn Simon είπε στη σελ.1034:- "So far as procedural delays are concerned, Parliament has left a discretion in the courts to dispense with the time requirements in certain respects. That does not mean, however, that the rules are to be regarded as, so to speak, antique timepieces of an ornamental value but no chronometric significance, so that lip service only need be paid to them. On the contrary, in my view, the stipulations which Parliament has laid down or sanctioned as to time are to be observed unless justice clearly indicates that they should be relaxed." Ο Λόρδος Δικαστής Guest, εκδίδοντας την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου στην υπόθεση Ratnam v. Cumarasamy [1964] 3 All E.R. 933, είπε στη σελ.935:- "The rules of court must, prima facie, be obeyed, and, in order to justify a court in extending the time during which some step in procedure requires to be taken, there must be some material on which the court can exercise its discretion. If the law were otherwise, a party in breach would have an unqualified right to an extension of time which would defeat the purpose of the rules which is to provide a time table for the conduct of litigation. The only material before the Court of Appeal was the affidavit of the appellant." Με βάση τη Δ.57 θ. 2 που αντιστοιχεί με τη Δ.64 θ. 7 των παλαιών και Δ.3 θ. 5 των νέων Αγγλικών Δικαστικών Θεσμών, και το θ. 10 της Δ.35, το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει την προθεσμία που καθορίζεται στους Θεσμούς. ................................. Στο "The Supreme Court Practice"
(1982), αναφορικά με την καθυστέρηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα στη σελ. 960: "59/15/2 Principles upon which extension given.- An extension must be asked for promptly and any delay explained." Στη σελ. 17 σε σχόλιο στην παράγραφο 3/5/1 αναφέρεται:- "The Rules of the Supreme court as to time have to be observed, and if substantial delay occurs without any explanation being offered, the court is entitled, in the exercise of its discretion, to refuse the extension of time, e.g., to serve a notice of appeal from the Master to the Judge in Chambers, even though the delay could be compensated for by costs and no injustice would be done to the other party...". Οι προθεσμίες και οι χρόνοι που ορίζονται από τους θεσμούς πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο. Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να παρατείνει το χρόνο. Η εξουσία αυτή είναι ελεύθερη και αδέσμευτη και ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά, διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών. ................................. Η πρόνοια των Θεσμών κάμπτεται με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή, εάν οι πιο πάνω αρχές ικανοποιούνται και η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και τα δοσμένα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης συνηγορούν υπέρ αυτής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 22. Προκύπτει εκ των προαναφερομένων του Εφετείου, ότι, οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο και δεν πρέπει να εγκρίνεται όταν αυτό απολήγει σε εξουδετέρωση των προνοιών και του σκοπού των Θ. Π. Δ. ή όπου θα αποτελούσε επιδοκιμασία από το Δικαστήριο διαδικασιών και πρακτικών που βρίσκονται σε άκρα αντίθεση με τα σωστά πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας. Εντούτοις, όταν η παράβαση των καθορισμένων χρονικών προθεσμιών είναι δικαιολογημένη, ή εν πάση περιπτώσει, δεν οφείλεται σε αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία ή σε σκόπιμη και κακόβουλη εκμετάλλευσή της, κατ' επίκληση της Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ. ή άλλης δικονομικής διάταξης που διέπει κάποιο ζήτημα και παρέχει ειδικά σχετική ευχέρεια, μπορεί να επιτραπεί η παράτασης τους (Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kamal Hassanein v Helleni Island
(1990)1 Α.Α.Δ. 827, Μαίρη Αθανασιάδη ν Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, Χρίστος Κληρίδης ν Ηροδοτου Σταυριδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1348, Valhmor Borg Imp/Exp Ltd v Sea Land Service Inc. κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1227, Τάσος Μαρκίδης ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 898 και Ξενοφών Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). 23. Περαιτέρω, έχει επίσης αναγνωριστεί, ότι, εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών, μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες (και δη η Δ.57, κ. 2 των Θ. Π. Δ.), παρέχουν την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας, νοουμένου, ότι, μια τέτοια παράταση (ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ανωτέρω), είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις (Βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Thas Maritime Co. Ltd v Στέλιος Ρήγας κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 638). Εντούτοις, ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέα Λυσιώτη ν Κυπριακή Δημοκρατία
(2000)1 Α.Α.Δ. 364, υπερβολική αργοπορία, δυνατόν να πείσει και κατευθύνει το Δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας.
- Ως έχει προαναφερθεί, η Ενάγουσα, που κατ' αρχήν εξασφάλισε αναβολή για να τοποθετηθεί στο ζήτημα κατά πόσο η Αγωγή της ένεκα του χρόνου που εξέδωσε την κλήση της για οδηγίες θεωρείται εγκαταληφθείσα και υποκείμενη σε απόρριψη, εν συνεχεία καταχώρησε αίτηση της για παράταση της σχετικής προθεσμίας για την καταχώριση του δικογράφου της Απάντησης της στην Υπεράσπιση των Εναγομένων. Επιδιώκει, ως είναι προφανές, η δικογραφία, δια του αιτούμενου διατάγματος, να ολοκληρωθεί σε χρόνο που, ενεργώντας πλέον βάσει αυτού, η Αγωγή της δεν θα θεωρείται, δικονομικά βάσει της Δ.30 κ. 1(α) των Θ. Π. Δ., ως εγκαταληφθείσα και υποκείμενη σε απόρριψη. Κάτι τέτοιο, κρίνω ότι, αν επιτρεπόταν, θα απέληγε σε εξουδετέρωση των προνοιών και του σκοπού των Θ. Π. Δ. και δη της Δ.30 κ. 1(α) των Θ. Π. Δ.. Στην προκείμενη περίπτωση, ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της δικογραφίας την 03η/11/2015, μέχρι και την έκδοση της κλήσης για οδηγίες την 04η/03/2016, είναι πέραν των τεσσάρων μηνών. Χρόνος που δεν θα μπορούσε, από δικονομικής σκοπιάς να αντιμετωπιστεί ως αμελητέα παραβίασης της σχετικής προθεσμίας των 30 ημερών που τίθεται από την Δ.30 κ. 1(α) των Θ. Π. Δ. Πρόκειται για ουσιαστική παράβαση της, χωρίς να έχει παρατεθεί ο οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος, που, στο κατάλληλο στάδιο, έστω, θα μπορούσε να την δικαιολογήσει και χωρίς σε κάθε περίπτωση αυτή να έχει με τον οποιονδήποτε τρόπο και στο κατάλληλο και πάλι στάδιο, θεραπευθεί. Η απλή και πολύ γενική αναφορά στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ημερομηνίας 25/05/2016, ότι, «οι λόγοι που δεν προβήκαμε σε καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση εντός καθορισμένου χρόνου από τους θεσμούς είναι το γεγονός ότι ο Δικηγόρος ο οποίος χειριζόταν την εν λόγω υπόθεση απουσίαζε για προσωπικούς λόγους για μεγάλο χρονικό διάστημα από το γραφείο των εναγόντων με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η έγκαιρη καταχώριση της .» δεν αρκεί υπό τις περιστάσεις για να αποσείσει το βάρος που έφερε σε κάθε περίπτωση προς υποστήριξη του αιτήματος της.
- Καταληκτικά, σημειώνω, ότι, το ζήτημα που έχει εδώ εξεταστεί, δεν είναι απλά ζήτημα τύπου (βλ. Ζήνων Χριστοδούλου ν Zendia Machinery Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 367), αλλά ουσίας, που προσλαμβάνει μορφή επιτακτικής υποχρέωσης για το Δικαστήριο να αποφασίσει μέσα από το πνεύμα του σκοπού της Δ.30 των Θ. Π. Δ. ως έχει προαναφερθεί (βλ. Aplha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε23/2013 κ. α. συνεκδικαζόμενες, ημερομηνίας 13/09/2013), κατά τρόπο που να διασφαλίζεται τάξη στην αστική δικαστική διαδικασία, καθήκον διαχείρισης της οποίας ώστε αυτή να διεκπεραιώνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και κάθε διάδικος να τυγχάνει δίκαιης δίκης, έχει το Δικαστήριο (βλ. Κολλάτου v Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895, Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν Ηλία Ονουφρίου
(2004)1 Α.Α.Δ. 582, Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1Α Α.Α.Δ. 678 και Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση Αρ. 274/2010, απόφαση ημερομηνίας 05/05/2015). 26. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ας σημειωθεί, εδώ, ότι, οι πρόνοιες της Δ.30 των Θ. Π. Δ. φαίνεται ότι ακολουθούν το πρότυπο της προαναφερόμενης O. 30 των αγγλικών Civil Procedure Rules, και ως εκ τούτου, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από συγγράμματα που πραγματεύονται αυτή, ως είχε τότε. [ii] Η Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ., προνοεί: «2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.
(2)Applications made ex parte shall be in Form 45; applications made by summons shall be in Form 46, and set out at the foot thereof the name of every person to be served therewith and the address at which service is to be effected, which in the case of any person who has given an address for service in the action may be such address.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο