← Κύπρος

ΤΖΑΚΕΛΥΝ ΚΕΦΑΛΑ ν. CAROLINE DINSTALLE, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1067/2013, 22/7/2016

ΤΖΑΚΕΛΥΝ ΚΕΦΑΛΑ ν. CAROLINE DINSTALLE, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1067/2013, 22/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 1067/2013 Μεταξύ: ΤΖΑΚΕΛΥΝ ΚΕΦΑΛΑ Ενάγουσας / Αιτήτριας - και - CAROLINE DINSTALLE Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 22/07/2016 Αίτηση Για Ακύρωση / Παραμερισμό Ειδοποίησης Πληρωμής στο Δικαστήριο, ημερομηνίας 23/02/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Α. Κεφάλα Για την Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση: κα Ι. Λεωνίδου για την Χάρης Κυριακίδης Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Το ζήτημα της πληρωμής στο Δικαστήριο («payment into court»), διέπεται από την Δ.22 των περί Πολιτική Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»), που είναι η αντίστοιχη της αγγλικής O. 22 [[i]].
  2. Πρόκειται για πρόταση διευθέτησης απαίτησης ή μέρος της [[ii]], για χρέος ή αποζημιώσεις [[iii]], υπό όρους. Δύναται να γίνει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, αφού καταχωρηθεί από πλευράς εναγομένου, σχετικό σημείωμα εμφάνισης και πρέπει απαραίτητα να καθορίζει κατά πόσο γίνεται με αποδοχή ή άρνηση της ισχυριζόμενης ως προς αυτήν ευθύνης και ανεξαρτήτως τυχόν αντίθετης θέσης στην δικογραφία.
  3. Σύμφωνα με την Δ.22 κ. κ. 1 και 6 των Θ. Π. Δ., η ευχέρεια του μηχανισμού της Δ.22 των Θ. Π. Δ. για πληρωμή στο Δικαστήριο προς το σκοπό διευθέτησης μίας υπόθεσης, καλύπτει, τόσο την απαίτηση ενάγοντος σε αγωγή, όσο και την ανταπαίτηση εναγομένου εναντίον ενάγοντος, συνεπαγομένου ή τριτοδιάδικου στα πλαίσια αυτής. Συνεπώς, οι όποιες αναφορές μου στην συνέχεια της ανάλυσης της νομικής πτυχής του ζητήματος, σε αγωγή / απαίτηση, καλύπτουν, κατ' αναλογία και την περίπτωση της ανταπαίτησης.
  4. Αποδοχή πληρωμής που γίνεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.22 των Θ. Π. Δ., έχει το αποτέλεσμα διευθέτησης της υπόθεσης ως αν να ήταν πληρωμή γενόμενη κατόπιν εξώδικης διευθέτησης της, αλλά ολοκληρώνει την διαδικασία κατά τρόπο νομικά διάφορο από όταν θα εγένετο εάν επί της ουσίας της υπόθεσης έδιδε την τελική κρίση του το Δικαστήριο. Ως καταγράφεται στο The Annual Practice 1966, τόμος 1, στην σελίδα 482, υπό την θεματική ενότητα «Nature of Payment in», η πληρωμή στο Δικαστήριο δεν υποδηλώνει παραδοχή ως προς την ουσία της βάσης της αγωγής, αφού δεν υπήρξε εκδίκασης της ουσίας της και συνεπώς, δεδομένης της αποδοχής της, δεν τίθεται ούτε και ζήτημα κωλύματος [[iv]]. Αν και ουσιαστικά, είναι, ως έχει προαναφερθεί, μέθοδος διευθέτησης μίας υπόθεσης, για τον λόγο ότι αποτελεί μέρος διαδικασίας που εκκρεμεί στο Δικαστήριο και διέπεται από ειδική, από το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, ρύθμιση, διευθέτηση στην οποία οι εμπλεκόμενοι διάδικοι καταλήγουν ακλουθώντας την διαδικασία της Δ.22 των Θ. Π. Δ., δεν θεωρείται ότι έχει χαρακτήρα συμβατικό, όπως για παράδειγμα έχουν οι εκτός του Δικαστηρίου διευθετήσεις. Απολήγει όμως σε αναστολή της διαδικασίας, χωρίς δικαίωμα επαναφοράς με άλλη αγωγή επί της ίδιας βάσης [[v]].
  5. Ο μηχανισμός της Δ.22 των Θ. Π. Δ. έχει και την εξής γενική επίπτωση στην διαδικασία σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, που ως εύκολα γίνεται αντιληπτό, προσθέτει στην αποδοτικότητα του. Εάν ο εναγόμενος διάδικος σε αγωγή, πληρώσει στο Δικαστήριο ένα ποσό χρημάτων και ο ενάγοντας σε αυτήν το αποδεχθεί προς ικανοποίηση της απαίτησης του, ακόμη και στην περίπτωση όπου το ποσό που έχει πληρωθεί στο Δικαστήριο είναι πολύ χαμηλό, ο ενάγοντας έχει δικαίωμα στα έξοδα της διαδικασίας μέχρι και της στιγμής που ετελέσθη η σχετική πληρωμή στο Δικαστήριο από πλευράς εναγομένου. Στην περίπτωση όπου, ο ενάγοντας, αρνηθεί το ποσό που έχει πληρωθεί στο Δικαστήριο και συνεχίσει την διαδικασία της αγωγής του ελπίζοντας ότι θα ανακτήσει, ως αποτέλεσμα της δίκης, κάποιο μεγαλύτερο ποσό, τότε, σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, θα δικαιούται προς όφελος του σχετική διαταγή του Δικαστηρίου, για το σύνολο τους, μόνον όταν η τελική απόφαση του Δικαστηρίου του επιδικάζει ποσό μεγαλύτερο από αυτό που ο εναγόμενος πλήρωσε στο Δικαστήριο. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αυτήν κατά την οποία η τελική κατάληξης του Δικαστηρίου δεν επιφέρει στον ενάγοντα το όφελος μίας απόφασης για ποσό μεγαλύτερο από το ποσό που ο εναγόμενος πλήρωσε στο Δικαστήριο, δεδομένης της επιτυχίας του στην αγωγή και στην απουσία περιστάσεων που δικαιολογούν διαφορετική προσέγγιση, ο ενάγοντας δικαιούται να του επιδικαστούν τα έξοδα της διαδικασίας μέχρι και το στάδιο της πληρωμής του ποσού από τον εναγόμενο στο Δικαστήριο, αλλά να καταδικαστεί στα έξοδα της διαδικασίας που ο εναγόμενος υπέστη λόγω της συνέχισης της, εξαιρουμένων εξόδων που εμπίπτουν σε αυτό το χρονικό της διαδικασίας (δηλαδή, δημιουργήθηκαν μετά την πληρωμή από πλευράς του εναγομένου στο Δικαστήριο) αλλά δικαιολογημένα μπορούν να διαχωριστούν από την τελική διαταγή του Δικαστηρίου, ένεκα επιτυχίας του ενάγοντος σε ενδιάμεσα της τελικής κρίσης του ζητήματα [[vi]].
  6. Η διαδικασία της πληρωμής στο Δικαστήριο, ως ορίζεται από την Δ.22 των Θ. Π. Δ., έχει, σε γενικές γραμμές, ως εξής. Ο διάδικος που επιδιώκει την διευθέτηση εγερθείσας εναντίον του απαίτησης μέσω αυτού του μηχανισμού, δίδει στον αντίδικο του την ειδοποίηση στον Τύπο 14 [βλ. κ. 1

(1)και
(2)] [[vii]]. Ως έχει προαναφερθεί, (αλλά και ορίζεται και από τον κ. 1
(3)και τύπο της εν λόγω ειδοποίησης), σε αυτήν, είναι αναγκαίο να καθορίζεται κατά πόσο αυτή δίδεται μετά αποδοχής ή όχι ευθύνης σε ότι αφορά την απαίτηση του αντιδίκου του. Είναι όμως αναγκαίο (εκτός της περίπτωσης όπου σχετική προς τούτο άδεια δοθεί από το Δικαστήριο), εκεί, όπου, δια της εκθέσεως απαιτήσεως του αντιδίκου περικλείονται πέραν της μίας βάσης (αλλά ανεξαρτήτως αριθμού διαφορετικών αντικειμένων από τα οποία αυτή τυχόν να συναποτελείται [[viii]]), να καθορίζεται σε σχέση με ποια είναι που γίνεται η πληρωμή, ή εάν η πληρωμή σκοπεί στην κάλυψη όλων, πως το ποσό που έχει πληρωθεί διανέμεται σε σχέση με κάθε μια από αυτές. Απόκλισης από αυτό τον κανόνα πρακτικής, έχει νομολογηθεί ότι επιφέρει ακυρότητα [[ix]]. Ο ενάγοντας, δικαιούται να λάβει τα λεφτά που έχουν πληρωθεί στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο, χωρίς προγενέστερη άδεια από το Δικαστήριο, προς ικανοποίηση της απαίτησης του, ή της βάσης ή των βάσεων στις οποίες η πληρωμή έχει διανεμηθεί, εάν εντός περιόδου τεσσάρων ημερών από όταν έλαβε την προαναφερόμενη ειδοποίηση από τον εναγόμενο στον Τύπο 14 (και τούτο, εάν η περίπτωση αφορά μία μόνο πληρωμή στο Δικαστήριο, καθότι, όταν η περίπτωση αφορά πολλές διαφορετικές πληρωμές, ισχύει περίοδος δέκα ημερών από την λήψη της τελευταίας χρονικά ειδοποίησης περί πληρωμής), δώσει στον αντίδικο του την ειδοποίηση που προνοείται από τον κ. 3
(1)στον Τύπο 16 [[x]]. Ακολούθως, ο ενάγοντας, δύναται να υπολογίσει τα έξοδα της διαδικασίας μέχρι και της στιγμής της πληρωμής των χρημάτων στο Δικαστήριο και να αξιώσει την έκδοση σχετικής από το Δικαστήριο απόφασης. Μετά πάροδο της προαναφερόμενης περιόδου των τεσσάρων ή δέκα ημερών ανάλογα της περίπτωσης, ο ενάγοντας χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου για να λάβει τα χρήματα που έχουν πληρωθεί στο Δικαστήριο από τον αντίδικο του. Σε κάθε περίπτωση, ο ενάγοντας δύναται να ζητήσει να λάβει το ποσό που πληρώθηκε στο Δικαστήριο, μόνο πριν την έναρξη της δίκης [[xi]]. Διαζευκτικά, ως έχει προαναφερθεί, ο ενάγοντας προωθεί την εκδίκαση της υπόθεσης του, με την όποια επίπτωση αυτή η επιλογή του δυνατόν να ενέχει σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, εάν αποτύχει να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο, πόσο μεγαλύτερο από αυτό που πληρώθηκε στο Δικαστήριο από τον αντίδικο του. Σε αυτή όμως την περίπτωση, ο ενάγοντας δεν μπορεί να λάβει τα χρήματα, καθότι, η πληρωμή προς αυτόν του ποσού που είναι κατατιθέμενο στο Δικαστήριο, τελεί υπό την αίρεση ειδοποίησης περί ικανοποίησης από αυτό της απαίτησης του. Συνεπώς, το ποσό αυτό, παραμένει κατατιθέμενο στο Δικαστήριο μέχρι την ολοκλήρωση και τελική αποπεράτωση της δίκης. Μόνο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, σημειώνεται, το Δικαστήριο θα επιτρέψει σε εναγόμενο να αποσύρει το ποσό που έχει πληρώσει στο Δικαστήριο ή μέρος του [[xii]]. Το Δικαστήριο θα δώσει την τελική απόφαση του, χωρίς αναφορά στο γεγονός ότι έγινε πληρωμή στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο, ή στο ποσό που πληρώθηκε στο Δικαστήριο. Κανονικά, αναφορά στο γεγονός της πληρωμής που έγινε στο Δικαστήριο, δύναται να γίνει στο Δικαστήριο, μόνον αφού όλα τα ζητήματα που αφορούν την ευθύνη και το ύψος τους χρέους ή των αποζημιώσεων έχουν αποφασιστεί. Μάλιστα, σύμφωνα με την νομολογία, σε περίπτωση αποκάλυψης του γεγονότος της πληρωμής σε προγενέστερο στάδιο, δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο, ασκώντας την περί τούτου διακριτική του ευχέρεια, να αποφασίσει κατά πόσο η ενώπιον του εκδίκασης της θα συνεχίσει ή επανεκδικαστεί από άλλη σύνθεση [[xiii]].
  1. Με την υπό κρίση Αίτηση της, η Ενάγουσα, αξιώνει από το Δικαστήριο «Διάταγμα . διατάττον την ακύρωση ή και παραμερισμό της ειδοποίησης πληρωμής στο Δικαστήριο ημ. 10/2/16 ως παράνομης/παρατυπης, άσχετης, σκανδαλώδης και ενοχλητικής.».
  2. Η Αίτηση ορίζει ως νομικής της βάση «. τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θέσμους Δ.22 Θ 1-4, Δ.64, Δ.48 Θ 1-9, τες εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην πρακτική.». Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Τα γεγονότα επί των οποίων το αίτημα της Ενάγουσας βασίζεται, καταγράφονται και δηλώνονται στην ίδια την Αίτηση. Αυτά, έχουν ως εξής: «
  3. Η ειδοποίηση είναι εκπρόθεσμη ή αντικανονική αφού δεν επιδόθηκε/κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα εντός της καθορισμένης προθεσμίας των 4 ημερών που προβλέπουν οι κανονισμοί.
  4. Δεν αναφέρεται σε αυτή αιτία (specified cause of action) για την οποία γίνεται πληρωμή.
  5. Δεν γίνεται ξεκάθαρη παραδοχή της απαίτησης.
  6. Δεν αναφέρεται και δεν γίνεται αναφορά για πληρωμή των δημιουργηθέντων εξόδων.
  7. Δεν είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς.
  8. Άλλα γεγονότα και σχετικά έγγραφα περιέχονται στον φάκελο του Δικαστηρίου.».
  9. Η Εναγομένη, καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση, με την οποία εγείρει εννέα λόγους για τους οποίους, κατά την θέση της, η Αίτηση της Ενάγουσας δεν πρέπει να εγκριθεί από το Δικαστήριο. Αναφορά σε αυτούς θα γίνεται στην συνέχεια, εκεί και όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο για σκοπούς εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος. Η Ένσταση της βασίζεται «. στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.22, Δ.48, Θ. 1-4, 8-9, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο Δίκαιο της Επιείκειας, τις αρχές του Κοινοδικαίου και στη νομολογία.».
  10. Η Ένσταση της Εναγομένης, συνοδεύεται και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Άντρεας Αντωνίου, που ως αναφέρει, είναι νομικός σύμβουλος και λειτουργός του τμήματος απαιτήσεων και ανακτήσεων της ασφαλιστικής εταιρείας Gan Direct Insurance Ltd, που είναι υπεύθυνη να καλύψει τυχόν ευθύνη της Εναγομένης για σε αυτή την υπόθεση, ημερομηνίας 27/04/
  11. Στα κύρια σημεία της μαρτυρίας της εν λόγω ενόρκως δηλούσας, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητη η παράθεση τους για σκοπούς ανάλυσης του σκεπτικού του Δικαστηρίου για την κατάληξη του στην Αίτηση.
  12. Εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, υπό το πρίσμα και των εισηγήσεων των συνηγόρων τους ως προς αυτές, συγκλίνοντας με τις θέσεις της Εναγομένης, καταλήγω σε απόρριψη του αιτήματος. Κατ' αρχήν, διαπιστώνεται, ότι, η νομική βάση της Αίτησης δεν υποστηρίζει το αίτημα. Οι Δ.22, 64 και 48 των Θ. Π. Δ. δεν παρέχουν το δικαίωμα στο αιτούμενο διάταγμα. Αυτό, δεν είναι τυχαίο. Ως προαναφέρεται, το ζήτημα της όποιας πληρωμής στο Δικαστήριο, τίθεται προς εξέταση από το Δικαστήριο, αφού το Δικαστήριο δώσει την τελική απόφαση του. Μάλιστα, χωρίς προγενέστερα να του έχει γίνει αναφορά στο γεγονός της πληρωμής από τον εναγόμενο στο Δικαστήριο. Κανονικά, ως έχει προαναφερθεί, αναφορά στο γεγονός της πληρωμής που έγινε στο Δικαστήριο, δύναται να γίνει στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, μόνον αφού όλα τα ζητήματα που αφορούν την ευθύνη και το ύψος τους χρέους ή των αποζημιώσεων έχουν αποφασιστεί. Το Δικαστήριο, συνεπώς, στο κατάλληλο στάδιο, θα ακούσει τις τοποθετήσεις και θα λάβει ή δεν θα λάβει υπόψη του, αναλόγως των δεδομένων ως αυτά θα αποδειχθούν προς ικανοποίηση του, το γεγονός της πληρωμής στο Δικαστήριο (ήτοι, εάν αυτή έχει γίνει κανονικά και η σχετική με αυτήν διαδικασία έχει θεσμικά ακολουθηθεί). Συνεπώς, αυτό είναι ένα ζήτημα, που, πέραν οποιουδήποτε άλλου ζητήματος που η έγερσης του σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας τυχόν να ενέχει, πρόωρα εγείρεται. Λόγος που πρόσθετα δικαιολογεί την απόρριψη του.
  13. Αλλά, ακόμη και αν μπορούσε να υποτεθεί ότι υπάρχει νομικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την υποβολή του αιτήματος, η υπό κρίση Αίτηση θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να συνοδευόταν από ένορκο μαρτυρία για τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Δέστε, εν προκειμένω, τις πρόνοιες της Δ. 48 κ. κ. 2
(3), 8[
(1)και
(2)] και 9 των Θ. Π. Δ. Ειδικότερα, στον εν λόγω κ. 9 (που δεν περιλαμβάνεται στην επιφύλαξη της πρόνοια για αίτηση δυνάμει της Δ. 22 των Θ. Π. Δ., η οποία δύναται να μην υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση), αναφέρεται ότι: «. all applications other than those mentioned in Rule 8 of this Order shall be made by summons supported by affidavits of the facts relied upon with this qualification that, unless required by the Court or Judge, the undermentioned applications (and any others in which an affidavit is expressly dispensed with) need not be accompanied by affidavit: .». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Στην απουσία συνεπώς, ένορκης μαρτυρίας, δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να υποστηρίζει το αίτημα, - δεδομένου ότι τα γεγονότα που η Αίτηση της Ενάγουσας μνημονεύει, δεν προκύπτουν από τον φάκελο της διαδικασίας -, το οποίο, και, χωρίς άλλο, απορρίπτεται. Αρκεί, εδώ, να σημειωθεί, ότι, η ειδοποίηση πληρωμής, αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης, δεν είναι καν ενώπιον του Δικαστηρίου (και όχι τυχαία για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί) ώστε οι όποιοι σχετικοί με αυτήν ισχυρισμοί της Ενάγουσας να μπορούσαν να τύχουν εξέτασης. Σε κάθε περίπτωση και στο βαθμό που με την ένορκο μαρτυρία που υποστηρίζει την Ένσταση της Εναγομένης, έχουν συμπληρωθεί ή και υπάρχουν γεγονότα που δικαιολογούν περαιτέρω εξέταση του αιτήματος, προχωρώ σε σχετική εξέταση της Αιτήσεως. Περισσότερο για χάριν πληρότητας. 13. Η Ενάγουσα, υποβάλλει την θέση, ότι, η Εναγομένη θα έπρεπε να της είχε επιδώσει ή κοινοποιήσει την ειδοποίηση για το γεγονός της πληρωμής χρημάτων στο Δικαστήριο, εντός περιόδου τεσσάρων ημερών από της σχετικής κατάθεσης τους. Ξεκάθαρα, ως προαναφέρεται, δυνάμει των προνοιών της Δ.22 των Θ. Π. Δ. και ειδικότερα αυτών του κ. 1[
(1)και
(2)], η Εναγομένη δεν είχε υποχρέωση τήρησης ενός τέτοιου χρονοδιαγράμματος. Το μοναδικό χρονοδιάγραμμα που τίθεται για σκοπούς της υπό συζήτηση διαδικασίας, είναι αυτό της ανταπόκρισης του ενάγοντος στην προσφορά διευθέτησης, - σύμφωνα με την Δ.22 κ. 3
(1)των Θ. Π. Δ. εντός τεσσάρων ημερών από της λήψης της σχετικής ειδοποίησης από πλευράς εναγομένους -, ώστε αυτός να είναι σε θέση και να δικαιούται, χωρίς προγενέστερη άδεια του Δικαστηρίου, να λάβει το ποσό αυτό, προς διευθέτηση της απαίτησης του (σε σχέση με την οποία, απαίτηση, η συγκεκριμένη πληρωμή δόθηκε). 14. Προβάλλεται, επιπρόσθετα, θέση της Ενάγουσας, ότι, στην ειδοποίηση της Εναγομένης, δεν γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην βάση της αγωγής σε σχέση με την οποία γίνεται η πληρωμή, στο κατά πόσο αυτή γίνεται μετά «παραδοχής της απαίτησης» ή και κατά πόσο περιλαμβάνεται στο κατατεθέν ποσό, ποσό που αφορά τα έξοδα της διαδικασίας. Η εν προκειμένω, αναντίλεκτη θέση της Εναγομένης, είναι η εξής. Η βάση της Αγωγής της Ενάγουσας είναι μόνο μία και η πληρωμή που έγινε από πλευράς της Εναγομένης αφορά αυτή την απαίτηση, ήτοι ολόκληρη. Η εισήγηση αυτή της Εναγομένης είναι ορθή. Η Αγωγή της Ενάγουσας βασίζεται (ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες που δίδονται στην έκθεση απαίτησης της) στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος δυνάμει και των προνοιών της Δ.22 κ. 1
(1)των Θ. Π. Δ. να είχε ρητά καθοριστεί ότι η πληρωμή έγινε και η σχετική με αυτήν ειδοποίηση εδίδετο από την Ενάγουσα σε ότι αφορούσε αυτήν. Είναι λογικό και προφανές άλλωστε, ότι, η ειδοποίησης για την πληρωμή στο Δικαστήριο του συγκεκριμένου ποσού από πλευράς Εναγομένης, έγινε προς διευθέτηση ολόκληρης της απαίτησης της Ενάγουσας. Σε ότι αφορά το ζήτημα κατά πόσο στην ειδοποίηση που δόθηκε από πλευράς Εναγομένης έπρεπε να γίνεται ρητή αναφορά ως προς το ζήτημα της αποδοχής ή όχι ευθύνης για το βάσιμο της απαίτησης της Ενάγουσας, δεν υπάρχουν ενώπιον μου γεγονότα επί των οποίων να μπορώ να αποφασίσω το ζήτημα. Αφενός, γιατί, ως προαναφέρθηκε, αυτούσια η ειδοποίησης δεν είναι ενώπιον μου και αφετέρου επειδή, η Εναγομένη, με την μαρτυρία που παρουσίασε προς υποστήριξη της ένστασης της, δεν προβαίνει σε ρητή παραδοχή κατά πόσο όντως σε αυτήν δεν έγινε σχετική αναφορά (βλ. παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 27/04/2016 της κας Αντωνίου που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης). Προβάλλει απλά την θέση, ότι, σε ότι αφορά την διαδικασία που προνοείται από την Δ.22 των Θ. Π. Δ. και το τι αυτή αποσκοπεί, κάτι τέτοιο είναι σε κάθε περίπτωση αδιάφορο. Νομικά, η θέσης είναι ότι στην ειδοποίηση, τέτοια τοποθέτησης πρέπει να περιλαμβάνεται. Τώρα, το ζήτημα εάν, δεδομένου του σκοπού της Δ.22 των Θ. Π. Δ. ως έχει προαναφερθεί, τυχόν παράλειψη καταγραφής της αποτελεί παρατυπία θεραπεύσιμη ή μη, ή εάν μπορεί να τροποποιηθεί και πώς, παραμένει ανοικτό προς εξέταση. Τώρα, σε ότι αφορά το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας, έχει ήδη προεκτεθεί σχετική ανάλυσης του. Η πληρωμή στο Δικαστήριο, γίνεται με γνώμονα την απαίτηση του ενάγοντος επί συγκεκριμένης βάσης και όχι τα έξοδα της διαδικασίας. Αυτά, αφού γίνει κανονικά αποδοχή της πρότασης για πληρωμή, υπολογίζονται προς όφελος του Ενάγοντα με γνώμονα την ημερομηνία κατά την οποία η πληρωμή στο Δικαστήριο έγινε από πλευράς εναγομένου, λαμβανομένης υπόψη τυχόν καθυστέρησης στην κοινοποίηση της προς τον ενάγοντα και τι διαβήματα στην διαδικασία, ενδιάμεσα, τυχόν να έγιναν και ποιος ο σκοπός τους, αφού τα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας, κατά την γενική αρχή, επιδικάζονται πάντοτε κατά την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου [[xiv]].
  1. Καταληκτικά, με την πείρα που έχουν αποκτήσει τα Δικαστήρια σε ότι αφορά την διαχείριση των υποθέσεων από διαδίκους, ειδικότερα όταν σε υποθέσεις όπως αυτή, υπάρχει δια νόμου η εμπλοκή και ασφαλιστικών εταιρειών, και τους λόγους που μπορεί να οδηγήσουν είτε σε πρόταση για την διευθέτηση της ή σε πληρωμή στο Δικαστήριο προς τον σκοπό επιβολής μιας τέτοιας διευθέτησης (και δη ότι μπορεί να είναι και λόγοι εντελώς άσχετοι με την ουσία της υπόθεσης), κρίνω ότι δεν υπάρχει λόγος το Δικαστήριο να εξαιρεθεί από την εκδίκαση της ουσίας αυτής της υπόθεσης επειδή περιήλθε σε γνώση του το γεγονός της πληρωμής στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγομένης δυνάμει των προνοιών της Δ.22 των Θ. Π. Δ. σε τούτο το στάδιο, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει πουθενά η οποιαδήποτε ρητή αναφορά της περί αποδοχής της όποιας ευθύνης.
  2. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, οι λόγοι ένστασης στην Ένσταση της Εναγομένης στο βαθμό που ανταποκρίνονται στο προαναφερόμενο σκεπτικό του Δικαστηρίου υιοθετούνται και η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
  3. Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας / Ενάγουσας και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση / Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα μετά από την εκδίκαση και τελική αποπεράτωση της ουσίας αυτής της Αγωγής. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. The Annual Practice 1966, τόμος 1, σελίδες από 481 έως 498/
  4. [ii] Ή, ως επίσης θα μπορούσε να λεχθεί, αποτελεί τρόπο επιβολής πρότασης για διευθέτησης της υπόθεσης στον αντίδικο. [iii] Βλ. The Annual Practice 1966, τόμος 1, στην σελίδα 483, υπό την θεματική ενότητα «Action for Debt or Damages». Καλύπτει, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Odgers' Principles Of Pleading And Practice, 16η έκδοση, σελίδα 289 ξεκαθαρισμένες όσο και ανεκκαθάριστες απαιτήσεις. [iv] Βλ. Coote v Ford [1899] 2 Ch
  5. [v] Βλ. Annual Practice 1958, Τόμος 1, σελίδα 529 και την εκεί παρατιθέμενη υπόθεση Derrick v Williams
(1939)55 T. L. R. 676 C. A.). [vi] Βλ. σύγγραμμα Odgers' Principles Of Pleading And Practice, 16η έκδοση, σελίδες 397 και 398 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Υποθέσεις, Hubback v British North Borneo Ltd [1904] 2 K. B. 473, Ridout v Green
(1902)L. T. 679, Davies v Edinburgh Life Assurance Co [1916] 2 K. B. 852 και Wiltshire Bacon Co v Associated Cinemas [1938] 1 Ch. 268. Βλ. επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 241 και την υπόθεση J. R. Munday Ltd v London County Council [1916] 2 K. B. 331 στην οποία εκεί γίνεται παραπομπή. [vii] Ο Τύπος 14 των Θ. Π. Δ. έχει ως εξής: «In the District Court of No. of 19 . Between A. B., Plaintiff, and C. D., Defendant. Take notice that the Defendant has paid into Court £ , and says that ( part of) that sum is enough to satisfy the Plaintiff's claim (for and £ the other part of that sum is enough to satisfy the Plaintiff's claim for ) and admits (but denies) liability therefor. Dated the day of , 19 . P.Q., Advocate for the Defendant, C.D. To Mr. X.Y., the Plaintiff's advocate, (and to Mr. R.S., advocate for the Defendant EX.). Notes.-
(1)Words which are inapplicable should be deleted.
(2)The Registrar's certificate in Form 15 should be appended to or endorsed on this notice.». [viii] Βλ. σύγγραμμα Odgers' Principles Of Pleading And Practice, 16η έκδοση, σελίδες 241 και 242 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία στις υποσημειώσεις 13, 14 και
  1. [ix] Βλ. σύγγραμμα Odgers' Principles Of Pleading And Practice, 16η έκδοση, σελίδα 240 και την Emcee Ltd v Sunday Pictorial [1939] 2 All E.R. 384 στην οποία εκεί γίνεται παραπομπή. [x] Ο Τύπος 16 των Θ. Π. Δ. έχει ως εξής: «In the District Court of No. of 19 . Between A. B., Plaintiff, And C. D., Defendant. Take notice that the Plaintiff accepts the sum of £ paid by the Defendant (C.D.) into Court in satisfaction of the claim in respect of which it was paid in (and abandons his other claims in this action). Dated the day of , 19 . X.Y., Plaintiff's Advocate. To Mr. P.Q., advocate for the Defendant C.D. (and Mr. R.S., advocate for the Defendant E.F.). Note.-Words which are inapplicable should be deleted.». [xi] Βλ. The Annual Practice 1966, Τόμος 1, στην σελίδα 488 υπό την θεματική ενότητα «Time for Acceptance». [xii] Βλ. σύγγραμμα Odgers' Principles Of Pleading And Practice, 16η έκδοση, σελίδα 242 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία στην υποσημείωση
  2. [xiii] Βλ. σύγγραμμα Odgers' Principles Of Pleading And Practice, 16η έκδοση, σελίδα 241 και την υπόθεση Millensted v Grosvenor House Ltd [1937] 1 K. B. 717 στην οποία εκεί γίνεται παραπομπή. [xiv] Βλ. The Annual Practice 1966, Τόμος 1, στις σελίδες 482 και 489 υπό τις θεματικές ενότητες «General Effect of this Order» και «Costs». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.