← Κύπρος

Νίκης Σακκάτου Πογιατζή ν. Richard Eromoigbe κ.α., Αρ. Αγωγής: 127/2012, 30/11/2016

Νίκης Σακκάτου Πογιατζή ν. Richard Eromoigbe κ.α., Αρ. Αγωγής: 127/2012, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 127/2012 Μεταξύ: Νίκης Σακκάτου Πογιατζή, εξ Αμμοχώστου Ενάγουσας -και-

  1. Richard Eromoigbe, εκ Λάρνακος
  2. Χαράλαμπου Λιοτατή, εξ Αμμοχώστου Εναγόμενων -και- Νίκος Λίλλης Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 30/11/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο 1/ Ταμείο Ασφαλιστών: κ. Πογιατζής, για Λέλλος Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Α. Αναστασίου) Για Εναγόμενο 2: κ. Αριστοτέλους, για Σάββας Μάτσας ΔΕΠΕ (για ν΄ακούσει απόφαση ο κ. Ποσνακίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερ. 28/4/2016 για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ Ταμείου Ασφαλιστών, ως εκπροσώπου του Εναγόμενου 1 και του Εναγόμενου 2) Α. Η αίτηση και η ένσταση Δια της αίτησής του ο Αιτητής-Εναγόμενος 1 αιτείται ως ακολούθως: «Α. Όπως ο Εναγόμενος 1 παραδώσει τα δικόγραφα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στον Συνεναγόμενο/Εναγόμενο 2 σε τέτοιο χρόνο τον οποίο θα καθορίσει το Δικαστήριο και ο Συνεναγόμενος/Εναγόμενος 2 θα απαντήσει εντός του καθορισθέντος από το Δικαστήριο χρόνου. Β. Όπως ο Συνεναγόμενος/Εναγόμενος 2 δεσμεύεται έναντι του Εναγόμενου 1 από τα αποτελέσματα της δίκης και όπως το ζήτημα της ευθύνης του Εναγόμενου 2 να αποζημιώσει τον Εναγόμενο 1 και/ή να συνεισφέρει σε έκτασή ως ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο προς την απαίτηση της Ενάγουσας, εκδικαστεί κατά την ακρόαση της αγωγής κατά τον τρόπο που θα ορίσει το Δικαστήριο. Γ. Τα έξοδα της παρούσης αίτησης πλέον ΦΠΑ» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.10 θ.2 και Δ.48 θ.θ.2-9, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/60 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Πέτρου Κυριάκου, διευθυντή του Τομέα Απαιτήσεων του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων (στο εξής «το Ταμείο Ασφαλιστών»). Στην ένορκη δήλωση αυτή, αναφέρεται η πεποίθηση του ομνύοντα πως η αίτηση πρέπει να επιτύχει εφόσον το Ταμείο Ασφαλιστών, σε περίπτωση που κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις στην ενάγουσα, θα δικαιούται σε θεραπεία ή συνεισφορά από τον Eναγόμενο 2 καθότι ο τελευταίος παρέλειψε και ή αμέλησε να ασφαλίσει το όχημά ιδιοκτησίας του με αριθμούς εγγραφής ΚΜW602 (στο εξής «το επίδικο όχημα») το οποίο οδηγούσε ο Eναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Συνεχίζει ότι, το θέμα αυτό πρέπει να καθοριστεί μεταξύ των Eναγόμενων 1 και 2 και θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αν αυτό γίνει στα πλαίσια της αγωγής της ενάγουσας εναντίον των Eναγόμενων. Εφόσον, έτσι, όλα τα ζητήματα τα οποία αναφύονται μεταξύ των μερών θα μπορέσουν να εκδικαστούν και καθοριστούν πλήρως και τελικώς στα πλαίσια της αγωγής. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών και εξοικονομούνται δικαστικός χρόνος και έξοδα. Δια της ένστασης που καταχώρισε ο Εναγόμενος 2/Καθ΄ου αίτηση αναφέρει ως λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη εφόσον δεν περιλαμβάνει τη Δ.10 θ.7,8 και 12 και ως εκ τούτου η αίτηση καθίσταται παράτυπη και αντικανονική. Ότι περαιτέρω ο αιτητής δεν εξέδωσε και ή δεν επέδωσε στον Eναγόμενο 2 ειδοποίηση προς συνεναγόμενο, ως ορίζεται στη Δ.10 θ.12

(1), κάτι το οποίο τίθεται ως επιτακτική προϋπόθεση στη βάση του προαναφερθέντος θεσμού. Ότι, περαιτέρω, δεν προκύπτει από την υπεράσπιση του Eναγόμενου 1 οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και ή δικαίωμα συνεισφοράς και ή αποζημίωσης εναντίον του εναγομένου 2 και τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα δυσχεράνει και ή θα καθυστερήσει και ή θα περιπλέξει αχρείαστα την εκδίκαση της αγωγής. Ότι, περαιτέρω, η αίτηση καταχωρίστηκε πολύ καθυστερημένα και τυχόν έγκρισή της συνεπάγεται άμεσο και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Eναγόμενου
  1. Η ένσταση έχει ως νομική της βάση τη Δ.10 θθ2-12, Δ.39, Δ.48 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, δια της οποίας αναφέρεται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ανεπαρκής, ότι ουδέποτε εκδόθηκε και επιδόθηκε σε αυτόν ειδοποίηση προς συνεναγόμενο, ως αναφέρεται στη Δ.10 θ.12, ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης, ότι η αίτηση έγινε εκδικητικά μετά που ο Eναγόμενος 1 έλαβε γνώση συζητήσεων μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 2 για εξωδικαστική διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών και ότι το επίδικο όχημα ο Eναγόμενος 2 το παρέδωσε, κατόπιν συμφωνίας, στον τριτοδιάδικο πολύ πριν το ατύχημα και κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν υπό τον έλεγχό του. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρεται ότι ο τριτοδιάδικος ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίζει το εν λόγω όχημα. Ο Eναγόμενος 2 δεν ευθύνεται, πάντως, ούτε για το επίδικο ατύχημα, ούτε για το γεγονός ότι δεν διατηρείτο σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με τις ικανές γραπτές αγορεύσεις τους, τα έλαβα υπόψη στο σύνολό τους και θα αναφερθώ σε αυτά, στο βαθμό και έκταση που χρειάζεται, για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Β. Τα δικόγραφα Έτσι ώστε να αποσαφηνιστούν οι παράμετροι του θέματος που εγείρεται μεταξύ του εναγομένου 1 και του εναγομένου 2 και να μπορέσει, κατ΄ επέκταση, να αποφασιστεί η παρούσα αίτηση απαιτείται αναφορά στις καταχωρισμένες έγγραφες προτάσεις των μερών και στα όσα σχετικά προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα καταχώρισε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και αξιώνει €12.500 ως ειδικές αποζημιώσεις, για €6.500 ως αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων, πλέον γενικές και ή παραδειγματικές και ή τιμωριτικές αποζημιώσεις, λόγω σύγκρουσης του επίδικου οχήματος, ιδιοκτησίας του Eναγόμενου 2, το οποίο οδηγείτο στις 21/8/2011 από τον Eναγόμενο 1 και του οχήματος ταξί με αριθμό εγγραφής ΤΑΒJ278 (στο εξής « το ταξί»), ιδιοκτησίας της Ενάγουσας και το οποίο οδηγείτο από τον Παναγιώτη Γεωργίου. Μέσα από την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, αυτή ισχυρίζεται οτι σε κάποιο σημείο του δρόμου Αγίας Νάπας - Παραλιμνίου, με κατεύθυνση προς την Αγία Νάπα, ο Eναγόμενος 1 απώλεσε τον έλεγχο του επίδικου αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να εξέλθει της νόμιμης πορείας του προς τα αριστερά, να ανέβει πάνω σε πεζοδρόμιο και να συγκρουστεί με το ταξί, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας προκαλώντας σε αυτό ζημιές. Το όχημα ταξί βρισκόταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, λόγω μηχανικής βλάβης και περίμενε οδική βοήθεια. Το ατύχημα επισυνέβη λόγω της αποκλειστικής αμέλειας και ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του Eναγόμενου 1, ως οδηγού του επίδικου οχήματος. Οι Eναγόμενοι κατηγορήθηκαν από την Αστυνομία για: (α) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, (β) χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου και (γ) μη ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας. Το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων (στο εξής «το Ταμείο Ασφαλιστών») καταχώρισε εμφάνιση, εκ μέρους του εναγομένου 1, διότι ο Eναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο δεν καλύπτετο από ασφαλιστήριο έναντι τρίτου. Το Ταμείο Ασφαλιστών, δια της Υπεράσπισης που καταχώρισε, παραδέχεται εκ μέρους του εναγομένου 1, μεταξύ άλλων, ότι ο τελευταίος οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου. Γίνεται ισχυρισμός ότι, ο Παναγιώτης Γεωργίου, οδηγός του οχήματος ταξί είναι αποκλειστικά και ή συντρεχόντως υπεύθυνος για το ατύχημα και για τις πράξεις ή παραλείψεις του Παναγιώτη Γεωργίου η ενάγουσα είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη. Στην Υπεράσπιση του Ταμείου Ασφαλιστών δικογραφούνται και λεπτομέρειες αμέλειας και ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου
  2. Ότι δηλαδή, μεταξύ άλλων, παρέβη την υποχρέωσή του που πηγάζει από νόμο να διατηρεί το όχημά του ασφαλισμένο έναντι τρίτου. Ότι, περαιτέρω, επέτρεψε στον Eναγόμενο 1 να οδηγήσει το επίδικο όχημα γνωρίζοντας ότι αυτό δεν ήταν ασφαλισμένο έναντι τρίτου και ότι παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα ώστε το όχημα το επίδικο να μην οδηγηθεί από τον Eναγόμενο
  3. Ο Eναγόμενος 2 καταχώρισε υπεράσπιση δια της οποίας αναφέρει ότι ο ίδιος παραχώρησε στον Νίκο Λίλλη, πρόεδρο του σωματείου ΑΛΚΗ Λάρνακας, αριθμό αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου, για να τα παραχωρήσει σε ποδοσφαιριστές και ή παράγοντες του εν λόγω σωματείου με τη συμφωνία ότι θα εξασφάλιζε ασφαλιστική κάλυψη για τα πρόσωπα τα οποία θα οδηγούσαν τα αυτοκίνητα αυτά (μεταξύ άλλων). Ότι ο Παναγιώτης Γεωργίου, οδηγός του οχήματος ταξί της Ενάγουσας, ήταν αμελής και παρέβηκε τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις του. Οι λεπτομέρειες αμέλειας του εν λόγω προσώπου δικογραφούνται στην υπεράσπιση του εναγομένου 2 κατά παρόμοιο τρόπο, ως και στην υπεράσπιση του εναγομένου
  4. Ο Eναγόμενος 2, όμως, δικογραφεί και λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγόμενου
  5. Ότι δηλαδή οδηγούσε το επίδικο όχημα χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου, χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και γενικά αμελώς, μεταξύ άλλων. Δικογραφεί επίσης και αμέλεια και ή παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Νίκου Λίλλη, ο οποίος αναφέρεται ότι, μεταξύ άλλων, παρέλειψε να εξασφαλίσει ασφαλιστική κάλυψη για τον Εναγόμενο 1 σε σχέση με το επίδικο όχημα. Με άδεια Δικαστηρίου και κατόπιν σχετικής αίτησης, ο Εναγόμενος 2 προσεπικάλεσε, ως τριτοδιάδικο, τον Νίκο Λίλλη στην αγωγή. Ο τριτοδιάδικος καταχώρισε εμφάνιση και Υπεράσπιση στην απαίτηση του Εναγομένου 2 εναντίον του. Ο τριτοδιάδικος, δια της υπεράσπισής του, αρνείται ότι οφείλει να συνεισφέρει ή να αποζημιώσει τον Εναγόμενο 2 σε περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί εναντίον του τελευταίου. Γ. Νομική πτυχή και κατάληξη Γ.
  6. Θα εξετάσω, κατά προτεραιότητα και πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης τον ισχυρισμό των Καθ΄ων η Αίτηση ότι η ορθή νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται σε αυτή. Στη νομική βάση της αίτησης πράγματι δεν αναφέρεται η Δ.10 Θ.
  7. Αναφέρεται μόνο η Δ.10, Θ.
  8. Δια της γραπτής του αγόρευσης το Ταμείο Ασφαλιστών αναφέρει ότι τούτο έγινε λόγω τυπογραφικού λάθους. Αντί να αναγραφεί η Δ.10 Θ. 12, αναγράφηκε εκ λάθους η Δ.10 Θ.
  9. Ουδέν διάβημά ή αίτημα υπήρξε όμως προς διόρθωση του λάθους αυτού, πριν το Δικαστήριο επιφυλάξει απόφαση. Το λεκτικό της Δ.48, Θ. 1 είναι επιτακτικό[1]. Απαιτεί (χρήση του ρήματος "shall") την αναφορά στη νομική βάση οποιασδήποτε αίτησης με βάσει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 970 ανέφερε: "ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί., σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου". Όμως κατόπιν της θέσπισης της Διαταγής 64, στις 24.2.1995, στην Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1Α Α.Α.Δ 366 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323)» Αποφασίστηκε στη Wunderlich (πιο πάνω) ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς θεραπεία δικονομικής παρατυπίας είναι η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς[2], η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία [3]και το μέγεθος της παρατυπίας. Η Wunderlich (πιο πάνω) υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων συμπεριλαμβανομένης και της Γιώργου Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, Π.Ε. 63/10 και ημερομηνίας 12/8/2014. (βλ. σχετικά και Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και την αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513). Όπως και στην Wunderlich (πιο πάνω), έτσι και εν προκειμένω. Δυνάμει της Διαταγής 64, μπορεί να θεραπευθεί η παρατηρηθείσα παρατυπία. Δεν υπήρξε δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς. Εξαρχής ήταν γνωστό στην πλευρά του Καθ΄ου η αίτηση ότι επρόκειτο για αίτηση για οδηγίες συνεναγομένου βάσει της Δ.10, Θ.
  1. Σε αυτή τη βάση προώθησε το Ταμείο Ασφαλιστών την αίτησή του και σε αυτή τη βάση καταχώρισε ένσταση και αγόρευσε ο Καθ΄ου η Αίτηση. Περαιτέρω το μέγεθος της παρατυπίας δεν ήταν μεγάλο, λαμβάνοντας υπόψη και την εξήγηση περί τυπογραφικού λάθους που δόθηκε από το Ταμείο Ασφαλιστών. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι, στην περίπτωση που η αίτηση απορριπτόταν για αυτό και μόνο το λόγο, θα προκαλείτο αδικία στο Ταμείο Ασφαλιστών. Η παρατυπία θεραπεύεται. Ο λόγος αυτός ένστασης, επομένως, απορρίπτεται. Γ.
  2. Θα εξετάσω στη συνέχεια τον ισχυρισμό του Καθ΄ου η αίτηση, ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί διότι δεν καταχωρίστηκε και δεν επιδόθηκε στον Καθ΄ου η αίτηση ειδοποίηση προς συνενάγομενο. Εντός του φακέλου του Δικαστηρίου ευρίσκεται καταχωρισμένη ειδοποίηση προς συνεναγόμενο, συμφώνως της Δ.10 θ.12
(1), ημερομηνίας 2/5/2014 που εκδόθηκε από τους συνηγόρους του Ταμείου Ασφαλιστών προς τον Εναγόμενο
  1. Καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα με την Υπεράσπιση του Ταμείου Ασφαλιστών. Δεν φαίνεται όμως η ειδοποίηση αυτή να έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο
  2. Τέτοια επίδοση δεν υπάρχει εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, ούτε προσφέρθηκε προς τούτο μαρτυρία από το Ταμείο Ασφαλιστών. Το λεκτικό της Δ.10, Θ. 12 καθιστά, θεωρώ, ξεκάθαρο ότι ειδοποίηση προς συνεναγόμενο δεν πρέπει μόνο να καταχωριστεί αλλά και να επιδοθεί, πριν ο αιτών διάδικος καταχωρίσει αίτηση για οδηγίες μεταξύ συνεναγομένων. Το γεγονός ότι επί της ειδοποίησης αναφέρεται η φράση «Παρεδόθη προς τον Εναγόμενο 2 μέσω του Δικηγόρου του» δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του Ταμείου Ασφαλιστών προς επίδοση της ειδοποίησης. Διαπιστώνεται επομένως παρατυπία στην έναρξη της διαδικασίας συνεναγομένου βάσει της Δ.10 Θ.
  3. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Annual Practice του 1958, όπου σχολιάζεται η πανομοιότυπη διάταξη των Αγγλικών Θεσμών 16a. R. 12, αναφέρεται: « "May . . . issue and serve ... a notice ".—Where one defendant as against another defendant is alleging a right to discovery, it is essential that a notice claiming contribution should have been served. In such a case the procedure of on defendant who claims contribution not serving a notice which was approved in Croston v. Vaughan, [1938] 1 Κ. B. 540 is unsatisfactory (Clayson v. Rolls Royce, [1951] 1 Κ. B. 746, C. Α.).» Και αυτή η παρατυπία αυτή είναι όμως θεραπεύσιμη, κατ΄ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, βάσει της Διαταγής
  4. Και αυτό διότι εάν η αίτηση απορρίπτετο για αυτό το λόγο, θα προκαλείτο αδικία στο Ταμείο Ασφαλιστών, υπό την έννοια ότι δεν θα μπορούσε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής να αποφασιστεί το κατά πόσο δικαιούται σε συνεισφορά ή αποζημίωση από τον Εναγόμενο
  5. Υπό αυτή την έννοια, η θεραπεία της παρατυπίας είναι και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, εφόσον με τη θεραπεία αυτή θα μπορούν να αποφασιστούν τελεσίδικα και πλήρως όλα τα θέματα μεταξύ όλων των μερών στην αγωγή (βλ. άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60). Εάν όμως η παρατυπία θεραπευτεί, ουδείς δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει στον Εναγόμενο 2, ο οποίος είχε μέσω της παρούσας αίτησης την ευχέρεια να ακουστεί και να προωθήσει τις θέσεις του. Έτσι κι αλλιώς, εναγόμενος, ο οποίος είναι ήδη διάδικος στην αγωγή και στον οποίο επιδίδεται ειδοποίηση συνεναγόμενου, δεν έχει, βάσει της Δ.10, Θ. 12, την ευχέρεια να την αμφισβητήσει κατά το χρόνο που του επιδίδεται. Μπορεί μόνο να την αμφισβητήσει στα πλαίσια μεταγενέστερα καταχωρισθείσας αίτησης για οδηγίες μεταξύ συνεναγομένων, όπως η επίδικη αίτηση. Ούτε έχει υποχρέωση να καταχωρίσει δεύτερη εμφάνιση μόλις του επιδοθεί η ειδοποίηση (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 399 κάτω από τον τίτλο «Objecting to issue of notice). Το ότι η έκδοση και επίδοση ειδοποίησης συνεναγομένου είναι υποχρέωση, διαδικαστικής φύσεως και όχι ουσιαστικής, υποστηρίζεται και από το ότι στην περίπτωση που ο συνεναγόμενος είναι ήδη διάδικος στην αγωγή, δεν απαιτείται άδεια δικαστηρίου για την έκδοσή της. Βάσει των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα άρσης της παρατυπίας της μη επίδοσης της ειδοποίησης προς συνεναγόμενο ημερ. 2.5.14 στον Εναγόμενο
  6. Γ.
  7. Όσον αφορά στο θέμα της καθυστέρησης, αναφέρω ότι ενώ η Υπεράσπιση του Ταμείου Ασφαλιστών και η καταχωρισθείσα ειδοποίηση προς συνεναγόμενο είναι ημερομηνίας 2.5.2014, η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε μόλις στις 28/5/
  8. Το ότι, επομένως, υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για σχεδόν δύο χρόνια είναι προφανές. Και μάλιστα δεν δίδεται καμία εξήγηση από το Ταμείο Ασφαλιστών ως προς αυτή την καθυστέρηση. Όμως, δεν προβλέπεται στην επίδικη διάταξη οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός για την καταχώριση αίτησης για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων, όπως προβλέπεται, για παράδειγμα, για την προσεπίκληση τριτοδιάδικου. Παρόλη, επομένως, την παρατηρηθείσα καθυστέρηση, αυτή δεν είναι από μόνη της και άνευ ετέρου, αρκετή για απόρριψη της αίτησης. Η εκδίκαση της αγωγής δεν έχει ακόμα αρχίσει, παρόλο που αυτή είναι παλαιά, και έτσι δεν επηρεάζονται τα ουσιαστικά δικαιώματα του Εναγομένου 2, ο οποίος κατά την ακρόαση της αγωγής θα έχει την ευκαιρία να προωθήσει τις θέσεις του. Η καθυστέρηση μπορεί να αποσοβηθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Γ.
  9. Ως προς την ουσία της αίτησης, σημειώνω ως εξής: Η Δ.10 , Θ. 12 προνοεί ως εξής: «
(1)Where a defendant claims against another defendant- (
  1. a)that he is entitled to contribution or indemnity, or (
  2. b)that he is entitled to any relief or remedy relating to or connected with the original subject matter of the action and substantially the same as some relief or remedy claimed by the plaintiff, or (
  3. c)that any question or issue relating to or connected with the said subject matter is substantially the same as some question or issue arising between the plaintiff and the defendant making the claim and should properly be determined not only as between the plaintiff and the defendant making the claim but as between the plaintiff and the defendant and another defendant or between any or either of them, the defendant making the claim may without any leave issue and serve on such other defendant a notice making such claim or specifying such question or issue.
(2)No appearance to such notice shall be necessary and the same procedure shall be adopted for the determination of such claim, question or issue between the defendants as would be appropriate under this Order if he were a third party.
(3)Nothing herein contained shall prejudice the rights of the plaintiff against any defendant to the action." Και σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Όταν ο εναγόμενος απαιτεί εναντίον άλλου εναγομένου, α) ότι δικαιούται συνεισφοράς ή αποζημίωσης ή, β) ότι δικαιούται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία σχετική με την αρχική αιτία της αγωγής και ουσιαστικά την ίδια ή μερική θεραπεία που απαιτεί ο Ενάγοντας ή, (γ) ότι οποιοδήποτε σημείο ή ζήτημα σχετικό με το αρχικό θέμα της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο με ζήτημα που εγείρεται μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου που απαιτεί και ότι πρέπει να εκδικασθεί όχι μόνον μεταξύ του Ενάγοντος και εκείνου του Εναγομένου ή άλλου Εναγομένου ή μεταξύ οποιουδήποτε από αυτούς, ο Εναγόμενος που απαιτεί μπορεί χωρίς άδεια να εκδώσει και να επιδώσει σ'αυτό τον άλλο Εναγόμενο ειδοποίηση που να αναφέρει την απαίτηση ή να ειδικεύσει το ζήτημα αυτό.
(2)Δεν θα απαιτείται εμφάνιση στην τέτοια ειδοποίηση και θα ακολουθείται η ίδια διαδικασία για την εκδίκαση αυτής της απαίτησης, ζητήματος ή σημείου μεταξύ των Εναγομένων ωσάν να ήταν τριτοδιάδικος.
(3)Τίποτε που περιέχεται εδώ δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του Ενάγοντος εναντίον οποιουδήποτε Εναγομένου στην αγωγή.» Στην πρωτόδικη απόφαση Ενκαρνίτα Ιωάννου ν. Ανδρέα Τρικωμίτη κ.ά, αρ. αγ. 3684/2011 και ημερομηνίας 19/4/2016, ο Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ανέλυσε το θέμα ως εξής. Υιοθετώ τη νομική του ανάλυση για σκοπούς της παρούσας: «Είναι φανερόν ότι από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι αυτή αποσκοπεί στην επίλυση ζητημάτων που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ εναγομένων αλλά και για τη διαδικασία που επιβάλλεται να ακολουθηθεί έτσι ώστε αυτά τα ζητήματα να καταστούν επίδικα στην αγωγή. Το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση και από τον αντίστοιχο αγγλικό κανονισμό το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο και κατ' επέκταση από την αγγλική νομολογία. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 1958 Vol. 1 σελ. 398 υπό τον τίτλο application of the rule: «Except where the two defendants are sued as joint tortfeasors liable in respect of the same damage, it is necessary for a defendant who claims against his co-defendant relief of any of the kinds mentioned in the rule to issue and serve upon him a third party notice under this rule and a summons for third party directions under r.7.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, σελ. 200, παράγραφος 262, αναφέρεται ότι: «The defendant who makes a claim or seeks relief or remedy of the kind described against a co/defendant should strictly issue and serve on him a third party notice and take out a summons for third party directions, but the practice is relaxed in the case the two defendants who are sued as tortfeasors liable in respect of the same damage, in which case neither defendant is required to issue and serve a third party notice for contribution against the other, .» Στην αγγλική υπόθεση Clayson v. Rolls Royce Ltd and another
(1950)2 All E.R. 884 ο Λόρδος Denning έθεσε τις κατευθυντήριες γραμμές επί του ζητήματος ως ακολούθως:«It is, I think, desirable that notice should be given by letter that a claim for contribution will be made, but even this is not essential in ordinary collision cases where the issues between two defendants are plain and do not need further definition. Exceptional cases may, however, arise, like the present one, in which one of the defendants desires to obtain particulars, or discovery of documents, or interrogatories, from his co-defendant. Then it is essential for him to serve a notice claiming contribution and to apply for directions so that the issues may be clearly defined, but this expense should not be incurred unless it is necessary for fairly disposing of the matter, and the master should, I think, refuse to direct pleadings as between the two defendants or to give other directions except where he is satisfied they are necessary». Την προσέγγιση αυτή ακολούθησε και το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Χαραλάμπους κ.α.,
(1992)1 Α.Α.Δ. 558, όπου ο Πογιατζής, Δ. δίδοντας την ομόφωνη απόφαση του Εφετείου είχε αναφέρει ο Εφεσείων είχε καθήκον και δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ανταλλαγής δικογράφων με τον συνεναγόμενο λόγω της εκ προστήσεως ευθύνης που πήγαζε από τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Παραθέτω αυτούσιο το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης: «Η ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη φράση "the same procedure shall be adopted for the determination of such claim" στο κείμενο της παρα.
(2)του θ. 12 της Δ.10 είναι προφανώς λανθασμένη. Η ακολουθητέα διαδικασία που προνοεί η επίδικη παράγραφος αφορά τόσο τα προδικαστικά στάδια όσο και το στάδιο της ακρόασης. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη που καθορίζεται στους θεσμούς 7 και 8 της Δ.10. Στην παρούσα περίπτωση ο Εφεσείων είχε καθήκον όσο και δικαίωμα να υποβάλει την απορριφθείσα αίτηση για οδηγίες εν όψει του γεγονότος ότι η απαίτηση του εναντίον του συνεναγομένου του αφορούσε πλήρη κάλυψη του ποσού της αποζημίωσης αναφορικά με το οποίο εκκρεμούσε απαίτηση εναντίον του όχι υπό την ιδιότητα του αδικοπραγήσαντα μαζί με το συνεναγόμενο του, αλλά λόγω ευθύνης του εκ προστήσεως που πήγαζε από τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου που υφίστατο μεταξύ του και του οδηγού του αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην παρούσα περίπτωση είχαν εφαρμογή όλες οι πρόνοιες της Δ.10 εκτός εκείνων που προβλέπουν για άδεια του Δικαστηρίου για την έκδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, η οποία περιττεύει εφόσον ο Εφεσίβλητος 2 ήταν ήδη διάδικος στην αγωγή». Στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Τόμος 2 σελ. 86, όπου σχολιάζεται η πιο πάνω υπόθεση, αναφέρονται ως κατακλείδα σε σχέση με το θέμα αυτό, τα εξής: «Συμπέρασμα - Έχοντας υπόψη τη νομολογία η οποία έχει αναφερθεί πιο πάνω καθώς και τα σχόλια και τη νομολογία που περιέχονται στο Halsbury's Laws of England (3rd Edition, Vol. 37, Παρ. 248 και υποσημειώσεις) εισηγούμαστε ως θέμα ορθής πρακτικής, ανάλογα με την περίπτωση, τα πιο κάτω: (α) Όπου το θέμα είναι απλό και αφορά συνυπεύθυνους συνεναγομένους, να ακολουθείται η διαδικασία ειδοποίησης, με την οποία δυνατό να μην απαιτείται ανταλλαγή δικογράφων. (β) Όπου το θέμα είναι περίπλοκο και χρειάζεται η ανταλλαγή δικογράφων ή όπου δεν είναι όλα τα μέρη συνεναγόμενοι, να ακολουθείται διαδικασία τριτοδιαδίκου. (γ) ΄Οπου δεν έχει ακολουθηθεί διαδικασία ειδοποίησης και ούτε διαδικασία τριτοδιαδίκου να καταχωρείται ανεξάρτητη αγωγή για συνεισφορά.» Επομένως η έγκριση του αιτήματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αφού εξετάσει τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και την σχέση μεταξύ των συνεναγομένων. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Graham Thomas Preece v. «Εστία» Ασφαλιστική& Αντασφαλιστική Εταιρεία Α.Ε.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 568 στην οποία επισημαίνονται τα εξής: «Το δικαίωμα που δημιουργείται από το Άρθρο 10 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια έναντι τρίτου) νόμο, Κεφ. 333, των δύο νομοθεσιών δεν είναι ex delicto ούτε ακριβώς και ex contractu. Είναι ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα το οποίο απορρέει από το νόμο και είναι οιωνεί ex contractu. Δεν έχει άμεση σχέση με το αστικό αδίκημα που προκάλεσε το θάνατο ή τις προσωπικές βλάβες του θύματος... Η ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει ενοχή από αστικό αδίκημα. Τόσο η ασφάλιση των μηχανοκινήτων οχημάτων, όσο και η ενοχή των ασφαλιστικών εταιρειών για προσωπικές βλάβες τρίτου - παθόντος - εναντίον ασφαλιστικής εταιρείας βάσει της σύμβασης ασφάλειας βασίζεται στο νόμο και στη σύμβαση, στην οποία δεν είναι συμβαλλόμενος, και οι διατάξεις αυτές αποτελούν οιωνεί συμβατικές ρήτρες.»» Στο Annual Practice του 1958, στη σελίδα 399, αναφέρεται η έννοια του όρου "Substantially the same.", στη Δ.10, Θ. 12
(1)(b) και (c). "Substantially the same."—The right or remedy is "substantially the same" within the meaning of the Rule, if the claim by one defendant against the other is connected with the plaintiff's claim against both defendants, and is one which, in the event of plaintiff being successful, would determine which defendant should bear the loss (Re Burjord, [1932] 2 Ch. 122, C. Α.).» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, αναφέρω ότι το ερώτημα μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται και σε ποιο βαθμό, κατά πρώτον, για το ατύχημα και κατά δεύτερον, για τις ζημιές που κατ΄ισχυρισμό προκλήθηκαν στο όχημα ταξί, ιδιοκτησίας της Έναγουσας. Είναι ξεκάθαρο από τις έγγραφες προτάσεις της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, δεν ενάγονται ως συναδικοπραγούντες (joint tortfeasors). Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται διότι σύμφωνα με την Ενάγουσα ευθύνεται αποκλειστικά για το επίδικο ατύχημα και ο Εναγόμενος 2 ενάγεται ως ο ιδιοκτήτης του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο, ο οποίος κατ΄ισχυρισμό, δε φρόντισε ώστε να υπάρχει ασφάλιση έναντι τρίτου στο όνομα του Εναγόμενου
  1. Το ερώτημα μεταξύ του Ταμείου Ασφαλιστών και του Εναγόμενου 2, είναι κάτι διαφορετικό και επιπρόσθετο. Είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος 2 ευθύνεται σε συνεισφορά ή αποζημίωση προς το Ταμείο Ασφαλιστών, εάν στο τέλος της αγωγής αποφασιστεί ότι ο Εναγόμενος 1 είχε οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν όντως ιδιοκτήτης και πράγματι ο τελευταίος όφειλε να διατηρεί ασφάλεια έναντι τρίτου για το επίδικο όχημα. Το ζήτημα αυτό, είναι ζήτημα το οποίο μπορεί και πρέπει να εκδικαστεί μεταξύ των Εναγομένων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, έτσι ώστε όλα τα θέματα που εγείρονται από όλους τους διαδίκους στην αγωγή να συνεκδικαστούν προς επίτευξη τελεσιδικίας και εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και εξόδων. Εκδίδονται διατάγματα ως το (Α) και (Β) της αίτησης. Το Ταμείο Ασφαλιστών θα παραδώσει τα δικόγραφα της αγωγής στον Εναγόμενο 2 εντός 20 ημερών από σήμερα και ο Εναγόμενος 2 θα απαντήσει εντός περαιτέρω 20 ημερών. Δ. Έξοδα Ως προς τα έξοδα, λόγω της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην υποβολή της αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση, μειωμένα κατά το ½. Θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Μ. Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ο.48, R.
  2. Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit. [2] (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079) [3] βλ. Leal ν. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.