← Κύπρος

PAULA CLIFFORD ν. ALI REZA POOR AKBAR, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 939/2016, 22/12/2016

PAULA CLIFFORD ν. ALI REZA POOR AKBAR, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 939/2016, 22/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 939/2016 Μεταξύ: PAULA CLIFFORD Ενάγουσας / Αιτήτριας - και - ALI REZA POOR AKBAR Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 22/12/2016 Αίτηση για να αντιμετωπιστεί η Ενάγουσα ως άπορος διάδικος ημερομηνίας 19/12/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Η Ενάγουσα / Αιτήτρια, παρούσα Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: [Σημείωση: Χωρίς νομική εκπροσώπηση] --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex Tempore) ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

  1. Η Ενάγουσα με την υπό κρίση Αίτηση της, αξιώνει από το Δικαστήριο την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Η/Ο αιτήτρια/ης δηλώνει πως καταχωρεί την αίτηση της και πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν άπορη για τους εξής λόγους που αναφέρονται στην Διαταγή 8, Κανόνας 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (I) ότι δεν έχει περιουσία 171,00 (εκτός από ενδύματα, είδη για τον ύπνο και το επίδικο θέμα της αγωγής). (II) ότι το σύνηθες εισόδημα του από όλες τις πηγές δεν υπερβαίνει τα 9,00 την εβδομάδα και (III) ότι έχει βάσιμο λόγο να μηνύσει ή να υπερασπισθεί.». Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
  2. Η Αιτήτρια, δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο σε αυτή την Αγωγή, ούτε και είχε, ως είναι προφανές, την συνδρομή δικηγόρου για την ετοιμασία και καταχώριση, είτε του κλητήριου εντάλματος αυτής της Αγωγής, είτε της υπό κρίση Αίτησης. Θέση της, όπως επεξηγείται στην συνέχεια, είναι ότι είναι άπορη και για αυτό τον λόγο ζητεί την αρωγή του Δικαστηρίου. Για σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας, πρέπει να σημειωθεί, ότι, έχουν γίνει διευθετήσεις από τον Πρωτοκολλητή, κατόπιν υπόδειξης του Δικαστηρίου, ώστε, παρά την φύση της διαδικασίας, να υπάρχει διερμηνέας, δαπάνη του κράτους, ώστε, η Αιτήτρια, να μπορεί σε γλώσσα που γνωρίζει και της είναι αντιληπτή να προβεί σε παραστάσεις προς το Δικαστήριο και να λάβει την απόφαση του, αφού η επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας που χρησιμοποιεί το παρόν Δικαστήριο, η Ελληνική, δεν της είναι αντιληπτή (Βλ. Re Dinora Neci, Αίτηση 2/14, 07/02/2014).
  3. Εντούτοις και για ακριβώς αυτό τον λόγο, πρέπει να σημειωθεί, κατά τρόπο επεξηγηματικό στην Αιτήτρια, αλλά και υπό τύπο αυτό-προειδοποιης του ιδίου του Δικαστηρίου, ότι, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι σε κάθε περίπτωση διαιτητικός, επιβάλλει στον Δικαστή αποστασιοποίηση του από την αντιδικία που εξελίσσεται ενώπιον του, ή την διένεξη που αναμένεται ότι θα υπάρξει στην διαδικασία, την οποία και πρέπει πάντοτε να διατηρεί μέχρι το τέλος της δίκης, χωρίς αχρείαστες παρεμβάσεις ή υποδείξεις προς τους διαδίκους ή τους παράγοντες της δίκης, καθότι, οποιαδήποτε παρέκκλισης του από αυτό τον κανόνα και στάση επιφυλακτικότητας, μπορεί να συμβιβάσει στα μάτια των διαδίκων, ή και τρίτων, την αμεροληψία του. Η αναμφισβήτητη αμεροληψία του δικαστικού συστήματος είναι που στηρίζει το κράτος δικαίου και αυτό είναι κάτι που πρέπει πάντοτε να καθοδηγεί την σκέψη ενός Δικαστηρίου (βλ. Jones v National Coal Board [1957] 2 All E.R. 155, Yianniv Yianni [1966] 1 All E.R. 231, Evangelou a. a. v Ambizas and another

(1982)1 C.L.R. 41 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκου Π. Κλεάνθους κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 320).
  1. Η Αίτηση της Αιτήτριας, βασίζεται «στην Διαταγή 8, Κανόνας 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας».
  2. Η Αίτηση, συνοδεύεται και υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας, ημερομηνίας 19/12/2016, η οποία, αναφέρει τα εξής: «Δεν έχω εισόδημα. Είμαι άνεργη. Δεν λαμβάνω καμία οικονομική βοήθεια για το δεύτερο μου παιδί (ο εναγόμενος είναι ο πατέρας της). Λαμβάνω €360 τον μήνα σαν εισόδημα για άτομα που είναι γονείς χωρίς σύζυγο. Πρέπει να παραδώσει το Δικαστήριο ένα μεταφραστεί από Αγγλικά σε Ελληνικά γιατί δεν έχω λεφτά για να τον πληρώσω. Επίσης δεν μπορώ να πληρωσω δικηγόρο, οπότε αντιπροσωπεύω τον εαυτό μου.». ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ
  3. Σύμφωνα με την Δ.8, κ. 1 των Θ. Π. Δ. επί της οποίας το αίτημα βασίζεται: «
  4. The Court or a Judge may admit a person to sue or defend as a pauper except in bankruptcy proceedings if satisfied- (i) that he is not worth £100 (excluding wearing apparel, bed and bedding, and the subject matter of the action); and (ii) that his usual income from all sources does not exceed £5 a week; and (iii) that he has reasonable grounds for suing or defending.».
  5. Σύμφωνα με την Δ.8, κ. 2 των Θ. Π. Δ.: «2.
(1)The application shall be accompanied- (
  1. a)by an affidavit stating that the applicant satisfies conditions (
  2. i)and (
  3. ii)of Rule 1 of this Order, or to the like effect, and setting forth all the material facts on which he relies in his desire to sue or defend, distinguishing between those which are within his personal knowledge and those which he bases on information and belief and in the latter case setting forth the sources of his information and grounds of his belief; and (
  4. b)by an advocate's opinion to the effect that the applicant has a good cause of action or good grounds of defence.
(2)The application and affidavit shall be signed and sworn by the applicant himself.». 8. Στην προκείμενη περίπτωση, και χωρίς να ξεκινώ την εξέταση της Αίτησης με την εξέταση του κατά πόσο οι πρόνοιες της προαναφερόμενης Δ.8, κ. 1 των Θ. Π. Δ. έχουν σιωπηρά ατονήσει και καταργηθεί ένεκα της θέσπισης των προνοιών του Περί Νομικής Αρωγής Νόμου του 2002, Νόμος 165(I)/2002, το αίτημα της Αιτήτριας, βρίσκω ότι δεν μπορεί να επιτύχει για τρείς άλλους λόγους, με την εξέταση των οποίων ξεκινώ: (α) στην ένορκη δήλωση της που καταχώρησε προς υποστήριξη της Αίτησης της αυτής, δεν παρουσιάζεται κανένας ισχυρισμός ως προς τα γεγονότα που βασίζει το αγώγιμο της δικαίωμα, που, όπως παρατηρείται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αυτής της Αγωγής, δεν αποκαλύπτεται, καθότι, η μοναδική σε αυτό αναφορά είναι «Αίτηση για Άμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα για προστασία και θεραπεία από τα Κυπριακά Επαρχιακά Δικαστήρια με βάση τα Ανθρώπινα μου Δικαιώματα». Ναι μεν έχει αναγνωριστεί ότι η παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από την Ε. Σ. Δ. Α., (ως αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα) είναι αγώγιμη (βλ. Άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960) (βλ. Τάκης Γιάλλουρος ν Ευγένιου Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ 558, Μελπωμένη Κατζουράκη ν Μαρίνου Επαμεινώνδα
(2005)1Α Α.Α.Δ 219, Niemietz v Germany Series A, no. 25 - B
(29), ημερομηνίας 16/12/1992, K v United Kingdom No 15817/89 72 DR 118 και Marck v Belgium Series A, no. 31, ημερομηνίας 13/06/1979), αλλά είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο συγκεκριμένο ανθρώπινο δικαίωμα (ή συνταγματικό δικαίωμα) υπάρχει ισχυρισμός ότι παραβιάζεται; (β) δεν συνοδεύεται από γνώμη δικηγόρου ότι η Ενάγουσα έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα; (γ) σε κάθε περίπτωση, όπως η ίδια η Ενάγουσα ενόρκως δηλώνει, όλα της τα εισοδήματα, ξεπερνούν το ποσό των €8,54 εβδομαδιαίως, που τίθεται ως το ελάχιστο εβδομαδιαίο εισόδημα από όλα τα εισοδήματα ενός αιτητή για να καθίσταται εκλέξιμος για σκοπούς έκδοσης διατάγματος βάσει της Δ.8, κ. 1 των Θ. Π. Δ. 9. Σε κάθε όμως περίπτωση, αυτό που πρέπει να παρατηρηθεί καταληκτικά είναι ότι, από 09/08/2002 που ετέθη σε ισχύ ο Περί Νομικής Αρωγής Νόμος του 2002, Νόμος 165(I)/2002, δια νόμου πλέον υπάρχει περιορισμός και επακριβής προσδιορισμός αναφορικά με τις διαδικασίες για τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί νομική αρωγή (που είναι αυτό που ουσιαστικά η Αιτήτρια αιτείται με την υπό κρίση Αίτηση της), στις οποίες η εκπροσώπηση σε αστική διαδικασία (και δη αγωγής) δεν περιλαμβάνεται (Βλ. Re Dinora Neci, Αίτηση 2/14, 07/02/2014), και ως εκ τούτου, οι πρόνοιες της Δ.8, κ. 1 των Θ. Π. Δ. (προϊόν ρύθμισης διαδικαστικού κανονισμού, ο Νόμος βάσει του οποίου θεσπίστηκε δεν φαίνεται να παρουσιάζει οποιαδήποτε σχετική πρόνοια), είναι πλέον τόσο αντιφατικές και ασυμβίβαστες με αυτόν, ώστε να είναι αδύνατο να συνυπάρχουν (βλ. Εύρηκα Λτδ ν Unilever Plc
(1994)1 Α.Α.Δ. 124). Με αυτό το σκεπτικό, καταλήγω ότι οι πρόνοιες του Νόμου 165(I)/2002 έχουν σιωπηρά καταργήσει τις πρόνοιες της Δ.8, κ. 1 των Θ. Π. Δ., ή σε κάθε περίπτωση, ως πρόνοιες νομοθετήματος, στις οποίες οι πρόνοιες της Δ.8, κ. 1 των Θ. Π. Δ. προσκρούουν, υπερτερούν της διαδικαστικής ρύθμισης του ζητήματος και άρα, το αίτημα της Ενάγουσας πάσχει νομικά και δεν μπορεί να εγκριθεί. Σε κάθε περίπτωση, η Αίτηση αυτή, ως έχει προαναφερθεί, δεν στηρίζεται στον Περί Νομικής Αρωγής Νόμος του 2002, Νόμος 165(I)/2002, ως ρητά προνοείται στην Δ.48, κ. 2 των Θ. Π. Δ., στην βάση της οποίας θα μπορούσε το Δικαστήριο εναλλακτικά να εξετάσει αίτημα της Ενάγουσας, παραχώρησης της δωρεάν νομικής αρωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ 10. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται, χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. 11. Τα έξοδα της διερμηνείας να καλυφτούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.