← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. DYMOND κ.α., Αρ. Αγωγής: 752/14, 11/2/2016

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. DYMOND κ.α., Αρ. Αγωγής: 752/14, 11/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 752/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες -και-

  1. DYMOND XXXXX XXXXX άλλως ΝΤΙΜΟΝΤ XXXXX XXXXX
  2. DAYMOND XXXXX XXXXX άλλως ΝΤΙΜΟΝΤ XXXXX XXXXX
  3. GIOVANI DEVELOPERS LTD
  4. XXXXX ΚΙΚΑ
  5. XXXXX ΚΟΚΚΙΝΟΣ
  6. XXXXX ΛΟΥΚΑ
  7. XXXXX ΛΟΥΚΑ Εναγομένων ---------------------------------------- Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1-2 -Αιτητές: κ. Μιχαήλ Μιχαήλ για Χρίστο Τριανταφυλλίδη και Στυλιανό Χριστοφόρου Για τους Εναγόμενους Καθ΄ ων η Αίτηση: Κα Παπαγεωργίου για Δ.Σύζινος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε Αίτηση ημερομηνίας 29/6/15 για παραμερισμό απόφασης) Στις 25/11/2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και
  8. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται: «Α. Διάταγμα και/η Απόφαση παραμερίζον (setting aside) και/η ακυρώνον την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/11/2014, ΚΑΙ/Η Β. Διάταγμα και/η Απόφαση αναστέλλον την ισχύ της Αποφάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/11/2014 μέχρι της πλήρους αποπερατώσεως της παρούσης Αιτήσεως, ΚΑΙ/Η Γ. Έξοδα.» Η αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκο Δήλωση της κυρίας XXXXX Παπαμιλτιάδους - Γκέιστ. Σύμφωνα με την εν λόγω Ένορκο Δήλωση, η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 10/6/14, δυνάμει σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι βρετανοί υπήκοοι και διαμένουν μόνιμα στην Αγγλία και από λάθος και αβλεψία δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή με αποτέλεσμα στις 25/11/14 να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και προς όφελος των Εναγόντων, ως έχουν πληροφορηθεί μόλις πρόσφατα. Οι Ενάγοντες δεν έλαβαν μέτρα εκτέλεσης μέχρι στιγμής εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών. Μόλις οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν γνώση της εκδοθείσας απόφασης εναντίον τους έδωσαν εντολή στους δικηγόρους τους να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τον παραμερισμό της. Προβάλλεται από τους Εναγόμενους 1 και 2 ως υπεράσπιση ότι αμφισβητούν την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου, η οποία έγινε σε ξένο νόμισμα και όχι σε Ευρώ που κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ήταν το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραλείποντας παράλληλα οι Ενάγοντες να προειδοποιήσουν τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές για τους υφιστάμενους κίνδυνους, αυτής της μορφής δανεισμού. Περαιτέρω προβάλλεται ισχυρισμός ότι για την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, χρησιμοποιήθηκε άκυρο εξ΄ υπαρχής πληρεξούσιο έγγραφο και συνεπώς νομικά ανίσχυρο και ως εκ τούτου οποιοδήποτε έγγραφο υπεγράφη στη συνέχεια βάση αυτού, ως είναι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άνευ νομικής ισχύος. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν, ως εισηγείται η Ενόρκως Δηλούσα, καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να τους αποστερηθεί το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση και να εκθέσουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Eιδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: « Α) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αβάσιμη και/ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου. Β) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι η ενόρκως δηλούσα δεν εξουσιοδοτείται από τον Εναγόμενο να προβεί στην ένορκη δήλωση και/ή δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στην ένορκη Δήλωση αντί των Εναγομένων και ως εκ τούτου έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο. Γ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές δεν έχουν καταδείξει κανένα σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αντιθέτως κατέδειξαν την αμέλεια τους να καταχωρήσουν εμφάνιση και υπεράσπιση στην Αγωγή. Δ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς λόγους ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Ε) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές δεν έδωσαν κανένα σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης παρ΄ όλο που η αγωγή τους επιδόθηκε δεόντως και νόμιμα. ΣΤ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Ζ) Ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 25/11/2014 θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση παρεμποδίζοντας τους από το να ικανοποιηθούν από την προς όφελος τους νομότυπη εκδοθείσα απόφαση, πλήττοντας το Συνταγματικό τους δικαίωμα για διάγνωση των δικαιωμάτων τους εντός εύλογου χρόνου.» Η Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την Ένσταση έχει ως ακολούθως και θα αναφερθεί αυτολεξεί: «
  9. Αρχικά να αναφέρω ότι εξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων, η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι παράτυπη καθότι η ενόρκως δηλούσα δεν εξουσιοδοτείται από τους Εναγόμενους 1 και 2 να προβεί η ίδια στην παρούσα Ένορκη Δήλωση ενώ παραλείπει να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στην Ένορκη Δήλωση αντί των Εναγομένων και ως εκ τούτου είναι η θέση μας ότι έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η ομνύουσα δεν είναι ένας εκ των Εναγομένων 1 και 2, στερεί το δικαίωμα των Εναγόντων να την αντεξετάσουν όσον αφορά τους αναληθείς ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους της και την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
  10. Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων και όπως αληθώς πιστεύω, η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου υπό την έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή της, ήτοι σχεδόν 9 μήνες από την επίδοση της αγωγής και/ή 7 σχεδόν μήνες από την έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται παραμερισμός.
  11. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση στις 26/5/2014 προχώρησαν στην καταχώρηση της ως άνω αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στην Κύπρο. Λόγω του ότι οι τελευταίοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας, οι Ενάγοντες με αίτηση τους στις 28/5/2014, έλαβαν στις 10/6/2014 διάταγμα του Δικαστηρίου για άδεια επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω των συναρμοδίων Υπουργείων Δικαιοσύνης και Ηνωμένου Βασιλείου με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
  12. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, οι Ενάγοντες ακολούθησαν πιστά και έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, επιδίδοντας τα έγγραφα στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 10/9/2014 μέσω των συναρμοδίων Υπουργείων. Η απόδειξη της σχετικής επίδοσης βρίσκεται ήδη εντός του δικαστικού φακέλου.
  13. Από την πιο πάνω ημερομηνία επίδοσης της αγωγής, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εντός της προθεσμίας που σημειώνεται ρητά στο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, δηλαδή εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της αγωγής. Ως εκ τούτου, οι δικηγόροι των Εναγόντων προχώρησαν μονομερώς με καταχώρηση αίτησης για απόφαση εναντίον τους ημερομηνίας 22/10/2014, η οποία ορίστηκε στις 5/11/2014, 12/11/2014 και 25/11/2015, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια και εξουσία εξέδωσε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου.
  14. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ομνύουσας στη παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι 1 και 2 από λάθος και αβλεψία δεν καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης, δεν δικαιολογούν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αφού δεν δίνονται επαρκείς λόγοι ή και ικανοποιητική αιτιολογία για την μη έγκαιρη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης. Είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν επιδοθεί στους Εναγόμενους 1 και 2, ότι οι τελευταίοι έχουν ειδοποιηθεί στην μητρική τους γλώσσα, ήτοι την Αγγλική, για την έγερση της παρούσας αγωγής, το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και την ανάγκη εμφάνισης τους στην αγωγή σε περίπτωση που αμφισβητούν τις απαιτήσεις των Εναγόντων εντός της δοθείσας προθεσμίας.
  15. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ψεύδονται όταν αναφέρουν ότι μόλις πρόσφατα είχαν πληροφορηθεί για την έκδοση της απόφασης, αφού οι δικηγόροι των Εναγόντων με επιστολή τους ημερομηνίας 2/2/2015 που απέστειλαν στους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 μέσω τηλεομοιότυπου, ενημέρωσαν τους τελευταίους για την έκδοση απόφασης. Επισυνάπτων ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 2/2/2015 καθώς και την απόδειξη αποστολής.
  16. Στις 24/6/2015 οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, δηλαδή 7 μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης όπως κα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι έκδηλη από τα γεγονότα που εκτίθενται ανωτέρω. Συγκεκριμένα, ως έχω ήδη αναφέρει, οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν γνώση από τις 2/2/2015 για την έκδοση απόφασης εναντίον τους, γεγονός που σκοπίμως αποκρύπτουν από το Δικαστήριο, ενώ προχώρησαν στην καταχώριση της παρούσας αίτησης σχεδόν 5 μήνες μετά. Συνεπώς, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης ότι δηλαδή μόλις έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης έδωσαν εντολή στους δικηγόρους τους για παραμερισμό αυτής.
  17. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων, είναι η θέση μου ότι δεν δόθηκαν σοβαροί και/ή εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι σκοπίμως αποκρύπτουν από το Δικαστήριο την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης, δεν επέδειξαν εύλογη επιμέλεια για την υπόθεση τους σε σημείο που να έχουν απεμπολήσει οποιοδήποτε δικαίωμα για να θέτουν ισχυρισμούς όπως αυτούς που θέτουν στην επίδικη αίτηση του ημερομηνίας 24/6/
  18. Οι εναγόμενοι δεν έχουν δείξει καλή και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση και εύλογο λόγο παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 25/11/
  19. Η επίκληση και μόνο Υπεράσπισης, εξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, σαφώς και δεν δικαιολογεί τον παραμερισμό. Επιπρόσθετα, παρά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 στις παραγράφους 7 και 8 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, διαφαίνεται από τα έγγραφα που ήδη βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια η νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης δανείου, του πληρεξουσίου εγγράφου και οποιουδήποτε μεταγενέστερου εγγράφου. Ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες νομίμως τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 και καλώς προχώρησαν στην έκδοση απόφασης εναντίον τους.
  20. Η απραξία των Εναγομένων 1 και 2 δεν αιτιολογείται κατά τη γνώμη μου σε βαθμό που να στερηθούν οι Ενάγοντες των ευεργετημάτων που τους παρέχει η νομότυπη απόφαση. Επιπρόσθετα, η συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2 αποτελεί παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας όσο και των δικαιωμάτων των Εναγόντων και ότι η αίτηση παραμερισμού γίνεται για καθυστέρηση της διαδικασίας με αποτέλεσμα να εμποδίζονται οι Ενάγοντες να ικανοποιηθούν από την υπέρ τους εκδοθείσα απόφαση.
  21. Αναφορικά με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτοί αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, είναι η θέση μου όπως και με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων ότι, ουδόλως ευσταθούν και/ή δεν αποτελούν καλό και/ή εύλογο και/ή σοβαρό λόγο που δικαιολογεί τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση και/ή την αναστολή της εκδοθείσας απόφασης.
  22. Επιπρόσθετα αναφέρω ότι, οι ισχυρισμοί όπως προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, είναι στο σύνολο τους αόριστοι, ατεκμηρίωτοι, ανυπόστατοι και αντικρουόμενοι με την πραγματικότητα και ως εκ τούτου δεν συνάδουν με οποιαδήποτε εύλογη και/ή καλόπιστη υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης.
  23. Επιπλέον, ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων, στην παρούσα υπόθεση υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας υπό την έννοια ότι εξαντλήθηκαν τα χρονικά περιθώρια και/ή προθεσμίες που είχαν στην διάθεση τους οι Εναγόμενοι για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Περαιτέρω, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι Εναγόμενοι να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με αποτέλεσμα της εκδοθείσας απόφασης ως ανάφερα ανωτέρω.
  24. Πιστεύω δε, ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε μόνο προς καθυστέρηση της διαδικασίας και για να εμποδιστούν οι Ενάγοντες να ικανοποιηθούν και/ή να προχωρήσουν με εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης, έχοντας υπόψη ότι, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήδη παρέλαβαν επιστολή τερματισμού και αγωγή, χωρίς να ενδιαφερθούν να εξοφλήσουν είτε εν μέρει είτε εξ΄ ολοκλήρου το ποσό που οφείλουν στους Ενάγοντες.» Οι δικηγόροι των Εναγόντων καταχώρησαν γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη των θέσεων τους, ενώ οι δικηγόροι των Εναγομένων - Αιτητών αρκέστηκαν απλώς στο να υιοθετήσουν το περιεχόμενο της ένστασης τους. Έχω εξετάσει στο σύνολό της την επιχειρηματολογία των μερών. Όπου και εάν το κρίνω, θα αναφερθώ ειδικά σε προβαλλόμενες θέσεις των διαδίκων. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου βεβαίως, είναι κυρίως να διαπιστώσει λόγω της δημόσιας και αναγκαστικής φύσης των δικονομικών κανόνων, κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε από Δικαστήριο, συνοψίζονται και αναλύονται από το συναδελφο Δικαστή κ. Φ. Τιμοθέου, στην πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή 1718/2011, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, J.E &A (Cyprus) Developments Co Limited v. Peter Theodotou (Πέτρος Θεοδότου), ημερ. 27/06/2014, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα, τα οποία κρίνω πολύ επιβοηθητικό όπως παρατεθούν αυτούσια στην παρούσα απόφασή μου: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 καιPhylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ.Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή, με την έννοια ότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος και Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 243 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044). Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση(βλ.Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω)» Σε πολύ πρόσφατη απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο, συνόψισε τις αρχές που διέπουν τον παρεμερισμό αποφάσεων βάσει της Διαταγής 17 θ.10, υπογραμμίζοντας τον κυρίαρχο ρόλο που έχει η αποκάλυψη καλής υπεράσπισης. Ειδικότερα, στην υπόθεση ΝSM DEMOCARS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 121/2010, 14/10/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ.10 (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co.Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774). Εφόσον δε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με αναφορά στους παράγοντες που, κατά φυσιολογική συνέπεια, επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν επεμβαίνει υποκαθιστώντας την πρωτόδικη κρίση (βλ. Milouca v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941). Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και αφετέρου, η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με την διασφάλιση της τελεσιδικίας. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Ορθά λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο, έστρεψε πρώτα την προσοχή του στο αν είχε καταδειχθεί καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. .............. Είναι ορθό βέβαια αυτό που λέχθηκε στη νομολογία ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε απόφανση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση αλλά επιβάλλεται η παράθεση θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό. Στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, αναφέρονται τα εξής στη σελ.2123 και 2124: «Στην απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτηρίζει την προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος ως «αοριστολογίες»· υποδηλώνοντας την απουσία στέρεου βάθρου θεμελιωτικού οποιασδήποτε από τις προβληθείσες υπερασπίσεις. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισής του. Στο σημείο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει στην El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 (υπόθεση ναυτοδικείου - σύλληψη πλοίου), για να υπογραμμίσει όσα αναφέρονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση εκείνη: «Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν. Είτε οι εναγόμενοι 1 είναι οι ιδιοκτήτες του πλοίου είτε δεν είναι και είναι κάτι άλλο.» (Απόφαση (Εφετείου) από Κωνσταντινίδη, Δ.) Όντως το ακροσφαλές του βάθρου της υπεράσπισης του εφεσείοντος την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόστασή της. Στην ένσταση της εφεσίβλητης επισυνάπτεται τόσο η εγγυητική όσο και το δείγμα υπογραφής του εφεσείοντος, γεγονότα που δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από τον εφεσείοντα, είτε με ένορκη δήλωση, που θα ήταν δυνατό να προσαγάγει, ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο, όπως υποδεικνύει το δικάσαν δικαστήριο. Η καλοπιστία του εφεσείοντος τέθηκε, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό σοβαρή δοκιμασία, ενόψει της αποκάλυψης των σχέσεων του με τους ιθύνοντες της εταιρείας και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 2, και συνεγγυητής του ήταν αδελφός του· γεγονός αποκαλυπτικό της συνάφειας του εφεσείοντος τόσο με τον ίδιο όσο και με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες επιφυλάξεις, εξ αντικειμένου η προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος στερείται αξιοπιστίας. Κειμένεται η υπεράσπισή του μεταξύ πιθανολογούμενης άγνοιας ή αδυναμίας γνώσης των γεγονότων αφενός, και απουσίας συνεπειών από τις πράξεις του σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, αφετέρου. Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Επισημαίνεται ανωτέρω η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και «αοριστολογίες». Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη.» Κοντολογίς, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κυριακή Τσεσμέσογλου v. Σοφοκλή Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση αρ. 205/2010, αποφαση ημερομηνίας 15/1/2013: « Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του». Εδώ πρέπει να εξετάσω παρεμπιπτόντως και ένα άλλο ζήτημα, δηλαδή το πως εξάγονται ευρήματα γεγονότων από το Δικαστήριο, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όταν τίθενται αντικρουόμενες εκδοχές από τους διαδίκους, καθότι εδώ, φαίνεται να αμφισβητούνται από τη μία πλευρά (του Καθ'ου η Αίτηση), οι ισχυρισμοί της άλλης. Οι βασικοί κανόνες που διέπουν το ζήτημα της εξαγωγής ευρημάτων από το Δικαστήριο σε περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων παρατίθενται συγκεντρωμένοι κατά τρόπο αναλυτικό, με αναφορά και παραπομπή σε σχετική νομολογία, από τη συνάδελφο Δικαστή Άννη Πανταζή-Λάμπρου Ε.Δ., στα πλαίσια της Αγωγής Επαρχ.Δικαστηριου Λευκωσίας 5530/2009 (Τράπεζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Πέτρου Στρατή) ημερ. 13/06/2014, όπου και αναφέρονται τα ακόλουθα: «...... δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρχε αντεξέταση (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491). Ωστόσο, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Παρόμοιοι κανόνες φαίνεται να ισχύουν και στις ακροάσεις αιτήσεων. Στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624, η Ε. Παπαδοπούλου, Δ. παρατήρησε τα εξήςː «Ο ισχυρισμός ότι η άλλη πλευρά δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων ή ότι δεν υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου σε αποδοχή τους. Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες ανατρέπονται από προηγούμενες αναφορές των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου.». Πάντως, σε περιπτώσεις παράθεσης αντίθετων ισχυρισμών σε ακροάσεις αιτήσεων, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε εύρημα ποια εκδοχή κάνει αποδεκτή. Όταν οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάζονται, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να υπεισέρχεται σε εύρημα αξιοπιστίας των ενόρκων δηλούντων. Το εύρημα του όμως μπορεί να στηρίζεται σε άλλα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 816).» Θα εξετάσω κατά προτεραιότητα τον πρώτο λόγο ένστασης τον οποίο προβάλλουν οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, δηλαδή ότι η Αίτηση είναι παράτυπη γιατί ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, η Ενόρκως Δηλούσα δεν είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση και δεν αναφέρει ότι είχε προσωπική επικοινωνία με τους Εναγόμενους, οι οποίοι να την εξουσιοδοτούν να προβεί στην ένορκη δήλωση. Θεωρώ ότι ως είναι διατυπωμένη η ένορκος δήλωση της κυρίας Ι.Παπαμιλτιάδους-Γκέιστ δηλώνει με επαρκή σαφήνεια το γεγονός ότι είναι εξουσιοδοτημένη. Δεν χρειαζόταν επίσης να εξηγηθεί γιατί οι Εναγόμενοι δεν προέβηκαν οι ίδιοι στην ένορκο δήλωση. Στην υπόθεση Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva,
(2010)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Εδώ είναι εμφανές και συνάγεται από το περιεχόμενο των Ένορκων Δηλώσεων στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, ως και από τον ίδιο τον φάκελο της διαδικασίας (όπου φαίνεται ότι στις 10/6/14 λήφθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο), ότι προκύπτει ένας εμφανής καλός λόγος για να γίνεται η Ένορκος Δήλωση από το δικηγόρο όπως η διαμονή των Εναγομένων - Αιτητών στο εξωτερικό, ως την Rybolovlev έχει νομολογηθεί. Συνεπώς δεν ισχύει ο εν λόγω προβαλλόμενος λόγος ένστασης. Θα με απασχολήσει κυρίως το εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην διαδίκου. Μόνο εάν το κρίνω σκόπιμο θα εξετάσω οποιοδήποτε άλλο, πέραν του πιο πάνω, προβαλλόμενο λόγο ένστασης ξεχωριστά. Εφ΄ όσον στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση δέχονται ουσιαστικά οι Εναγόμενοι ότι η αίτηση τους επιδόθηκε, ότι έλαβαν γνώση και ότι εκ λάθους και αβλεψίας δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, δεν τίθεται θέμα κακής επίδοσης ώστε να προχωρήσω να παραμερίσω την απόφαση ex debito justitiae. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω είναι ξεκάθαρα νομολογημένο ότι όταν ένας διάδικος επιδεικνύει περιφρονητική στάση ως προς τη διαδικασία το Δικαστήριο αρνείται τον παραμερισμό χωρίς να προχωρεί στο να εξετάσει, κατά πόσο προβάλλεται καλή υπεράσπιση εκ μέρους του. Ως φαίνεται από την Ένορκο Δήλωση η οποία στήριξε τη διαδικασία απόδειξης και η οποία οδήγησε σε έκδοση απόφασης (Τεκμήριο 8), η επίδοση των εγγράφων σύμφωνα με το αποδεικτικό επίδοσης που απέστειλε στους δικηγόρους των Εναγόντων το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, έλαβε χώρα στις 10/9/14. Ως επίσης φαίνεται στην ένορκη δήλωση η οποία στηρίζει την ένσταση των Εναγόντων και δεν αμφισβητήθηκε, οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της έκδοσης απόφασης εναντίον τους, με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων στις 2/2/15 προς τους δικηγόρους τους, οι οποίοι (τελευταίοι) είχαν αποστείλει επιστολή προς τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι θα εκπροσωπούσαν τους Εναγόμενους 1 και 2. Η επιστολή 2/2/2015, αποστάληκε στους δικηγόρους των Εναγομένων, μέσω τηλεομοιοτύπου, αυθημερόν. Σημειώνω επίσης ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 6/2/2015. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 29/6/15, δηλαδή περισσότερο από τεσσερισήμισι μήνες μετά από τη γραπτή ενημέρωση τους από τους αντίδικούς τους για την έκδοση της απόφασης και περισσότερο από επτά μήνες μετά την ίδια την έκδοση της απόφασης. Η εν λόγω καθυστέρηση, για την οποία ουδεμία εξήγηση δεν δίνεται από τους Αιτητές-Εναγόμενους 1 και 2 είναι καταλυτική για την έκβαση της αίτησης τους χωρίς να χρειάζεται να εξετάσει το Δικαστήριο οτιδήποτε άλλο. Όσον αφορά το λόγο για τη μη εμφάνισή τους στην αγωγή οι Εναγόμενοι αναφέρουν γενικόλογα «λάθ ος και αβλεψία». Θα μπορούσα να θεωρήσω συγγνωστή αυτή την αβλεψία αν συγκεκριμενοποιούνταν κάπως και αν δικαιολογούνταν (π.χ. να ανάφεραν κάτι συγκεκριμένο το οποίο τους επισυνέβη το οποίο να απέσπασε την προσοχή τους από τη γνώση του γεγονότος ότι εναντίον τους κινήθηκε μία δικαστική διαδικασία). Ακόμη όμως και να θεωρούσα ότι η γενικώς προβαλλόμενη από τους Εναγόμενους αρχική «αβλεψία» μπορεί να αγνοηθεί, καμία δικαιολογία δεν δίδεται για τη σοβαρή πολύμηνη καθυστέρηση των 4 και πλέον μηνών μεταξύ της ενημέρωσης των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2 για την έκδοση απόφασης ως και της καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης και της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Αντίθετα, αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση (ημερ. 24/6/15) που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση για παραμερισμό ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόντων «ως έχουν πληροφορηθεί μόλις πρόσφατα». Μπορεί όμως ένα διάστημα 4 ½ μηνών να θεωρηθεί ως «μόλις πρόσφατα»; Θα αναμενόταν από τους Εναγομένους 1 και 2, ιδιαίτερα εφόσον είχαν επιδείξει αβλεψία και λάθος -ως οι ίδιοι αναφέρουν- και δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία έγκαιρα (αλλά με μεγάλη καθυστέρηση και αρκετά μετά και την επίδοση αλλά και την έκδοση απόφασης εναντίον τους), ότι θα ενεργούσαν άμεσα στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Επέδειξαν όμως περιφρονητικού τύπου καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, χωρίς καν να αισθάνονται την ανάγκη να αιτιολογήσουν την καθυστέρησή τους, αλλά απλά αναφέροντας ότι «μόλις πρόσφατα» έμαθαν για την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Στην υπόθεση Χριστάκης Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1761, είχαν καταχωρηθεί 2 αιτήσεις παραμερισμού απόφασης από τον Εφεσείοντα-Εναγόμενο, η μία τρεις μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και η δεύτερη 2 μήνες μετά την απόρριψη της πρώτης αίτησης, με την πρώτη αίτηση να έχει απορριφθεί λόγω παράλειψης του δικηγόρου του να εμφανιστεί. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση των εν λόγω αιτήσεων δεν είχε δικαιολογηθεί ικανοποιητικά. Κρίθηκε πρωτοδίκως και θεωρήθηκε ορθή αυτή η δικαστική κρίση κατ' έφεση ότι η εν λόγω συμπεριφορά συνιστούσε «κατά συρροή αδιαφορία η οποία, υπό τις συνθήκες, προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Κι εδώ η συμπεριφορά των Εναγομένων, είναι παρόμοια συμπεριφορά και θα την χαρακτηρίσω επίσης ως «κατά συρροή αδιαφορία η οποία, υπό τις συνθήκες, προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.». Οπότε, καθίσταται περιττό το να εξετάσω αν έχουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 συζητήσιμη υπεράσπιση. Συνεπώς, θα προχωρήσω στην απόρριψη της αίτησης και με βάση την καθιερωμένη αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 Αιτητών. (Υπ.) ............... Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.