ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΚΕ ΠΑ Μ Α ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Χάρπα, Αρ. Αγωγής: 603/15, 3/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 603/15 Μεταξύ: ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΚΕ ΠΑ Μ Α ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων -και- XXXXX Χάρπα Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 20/10/2015 (για αντεξέταση Ενόρκως Δηλούσας) Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Θεοδούλου για Χ. Αργυρού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Παπαγαπίου για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται κυρίως διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η Αίτηση, ενόρκως δηλούσας στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 29/9/2015, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως της ημερομηνίας 29/9/2015 και η οποία απαντά στην ένορκη δήλωση του XXXXX Κυριάκου, ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας - Αιτήτριας ημερομηνίας 10/7/2015, για αντεξέτασή της επί των παραγράφων 4, 5, 6, 7 και 10, κατά την δικάσιμο της πιο πάνω υπόθεσης ήτοι την 27/10/2015 και ή σε οποιαδήποτε άλλη δικάσιμο που θα οριστεί η υπόθεση.» Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε μέσα στα πλαίσια άλλης αίτησης διά κλήσεως, με την οποία ζητείται έκδοση προσωρινού διατάγματος για απαγόρευση πώλησης, μεταβίβασης, διάθεσης και αποξένωσης δύο ακινήτων της Εναγομένης. Προς υποστήριξη της Αίτησης, επισυνάφθηκε σε αυτήν Ένορκη Δήλωση από την κα XXXXX Παναγή με την οποία αναφέρει ότι: «
- Όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 10/7/2015, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η Ενάγουσα καταχώρησε δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητά προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να πωλήσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει όλο και/ή μέρος των ακινήτων της όπως αυτά περιγράφονται στο αιτητικό Α 1) και 2) της ενδιάμεσης αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 10/7/
- Η Εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στις 29/9/2015, η οποία, συνοδεύετε από την ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας της Εναγόμενης.
- Η Εναγόμενη, στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 29/6/2015, στην παράγραφο 5, αρνείται ουσιώδη γεγονότα, όπως την Επίβλεψη του Έργου από τους Αρχιτέκτονες τους οποίους διόρισε, τον τρόπο έκδοσης και πληρωμής των πιστοποιητικών σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας την οποία η ίδια υπέγραψε.
- Η Εναγόμενη, στην προσπάθεια της να πλήξει την Ενάγουσα και να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο, ισχυρίζεται ότι οι εργασίες δεν είχαν αρχίσει εφόσον η Εναγόμενη το ζήτησε και το αποδέχθηκε η Ενάγουσα, παρουσιάζοντας ως τεκμήριο την επιστολή ημερομηνίας 27/3/2013, την οποία χρησιμοποιεί αποδίδοντας της λανθασμένη ερμηνεία, για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Πιστεύω ότι η Εναγόμενη προσπαθεί να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο προβάλλοντας αναληθή γεγονότα τα οποία είναι αντίθετα με τους προβαλλόμενους από την Ενάγουσα και τα οποία χρήζουν διερεύνησης δια αντεξετάσεως, η οποία να κρίνει με βάση την μαρτυρία κατά πόσο υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και αν η Ενάγουσα έχει καλή υπόθεση.
- Στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης, η τελευταία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε το επίδικο πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 1 και ότι δεν το αποδέχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ως επίσης ότι αρνείται και το περιεχόμενο του συμβολαίου που υπέγραψε. Θέση της Ενάγουσας, είναι, ότι θα πρέπει να αντεξεταστεί επί του σημείου τούτου για τους ίδιους λόγους που αναφέρω πιο πάνω προκειμένου το Δικαστήριο να μπορέσει να κρίνει κατά πόσο πληρείται η πρώτη προϋπόθεση έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος.
- Στη παράγραφο 10 η Εναγόμενη ισχυρίζεται ακόμα ότι υπάρχει σχετικό πληρεξούσιο με το ποίο εξουσιοδότησε τους κ.κ. Ανδρέα Ακαθιώτη και Χριστάκη Βαγιανό για να υπογράφουν οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με την εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου, και ότι δεν εξέφρασε επιθυμία να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο. Η Εναγόμενη θα πρέπει να αντεξεταστεί και σε αυτό το σημείο καθότι το Δικαστήριο θα πρέπει με βάση την ενώπιον του μαρτυρία να κρίνει κατά πόσο υπάρχει ο κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας της Εναγόμενης.
- Ευσεβάστως και τιμίως ως δικηγόρος αναφέρω ότι η Εναγόμενη έχει προβεί σε ψευδείς και αβάσιμους ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να απορριφθεί η αίτηση της Ενάγουσας. Θέση της Ενάγουσας είναι, ότι, δεδομένων των ισχυρισμών της Εναγόμενης, η Ενάγουσα έχει την υποχρέωση πλέον να αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους της στο βαθμό που την αφορά στο παρών στάδιο, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου θα πρέπει να εκδοθεί το σχετικό διάταγμα αντεξέτασης ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση για να είναι σε θέση να αποφασίσει για το καλύτερο δυνατό συμφέρον της δικαιοσύνης.
- Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της Εναγόμενης και θα αποδοθεί ευχερέστερα η δικαιοσύνη.
- Επιπρόσθετα, καμία καθυστέρηση θα υπάρξει στην διαδικασία καθότι απαιτήθηκε συνάντηση με τους αντιπροσώπους της Ενάγουσας, και οποιοδήποτε διάστημα προέκυψε από την παράδοση της ένστασης της Εναγόμενης μέχρι την ημέρα καταχώρησης της υπό κρίσης αίτησης, ήτο εύλογος και αναγκαίος χρόνος για την διεξαγωγή της πιο πάνω υπόθεσης και προετοιμασίας των δικηγόρων της Ενάγουσας ως προς τον χειρισμό της πιο πάνω υπόθεσης.
- Με βάση τα ανωτέρω, είναι λογικό και δίκαιο να δοθεί στην Ενάγουσα η ευκαιρία να αντεξετάσει την Εναγόμενη.» Ακολούθως οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένσταση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «Α) Δεν πληρούνται και δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Β) Δεν έχει καταδειχθεί καλός και ικανοποιητικός λόγος για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τον οποίο καταδεικνύεται τέτοια ανάγκη αντεξέτασης. Γ) Δεν συντρέχουν οι υπό της νομολογίας καθιερωθείσες αρχές δια την έκδοση διατάγματος ή άδειας για αντεξέταση της Ενόρκως Δηλούσας στην συγκεκριμένη περίπτωση. Δ) Δεν στοιχειοθετείται εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης ούετ και επικαλούνται τέτοιες περιστάσεις οι Αιτητές. Ε) Το υποβληθέν αίτημα αποτελεί καταχρηστική και/ή κακόπιστη ενέργεια και στοχεύει να πλήξει την αξιοπιστία της ενόρκως δηλούσας, πράγμα ανεπίτρεπτο σε ενδιάμεση διαδικασία. ΣΤ) Η Ένορκη Δήλωση της κας. Άννας Παναγή που υποστηρίζει την αίτηση αντεξέτασης των Αιτητών δεν περιέχει παραδεκτή μαρτυρία και βρίθει ευρημάτων προσωπικής γνώμης που δεν συνιστούν μαρτυρία. Ζ) Η αίτηση των Αιτητών και τυχόν έγκριση αυτής θα προκαλέσει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Η παρούσα ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.1, Δ.38 Δ.1-3 και 9, Δ.48 Θ. 1-4 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.» Η Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασης υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της κας Ολυμπίας Λάμπρου, δικηγόρου του δικηγορικού γραφείου το οποίο εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση, σύμφωνα με την οποία: «
- Με βάση τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας. Άννας Παναγή και τα όσα προβλέπονται από τους θεσμούς και την νομολογία, πιστεύω ότι δεν πληρούνται και δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν συντρέχουν οι υπό της νομολογίας καθιερωθείσες αρχές διά την έκδοση διατάγματος ή άδειας για αντεξέταση της Ενόρκως Δηλούσας στην συγκεκριμένη περίπτωση.
- Περαιτέρω, και εξ΄ όσων φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, δεν έχει καταδειχθεί καλός και ικανοποιητικός λόγος για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τον οποίο καταδεικνύεται τέτοια ανάγκη αντεξέτασης. Αντίθετα, φαίνεται ότι οι Αιτητές επιχειρούν να πλήξουν την αξιοπιστία της ενόρκως δηλούσας, και να υπεισέλθουν σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, πράγμα ανεπίτρεπτο σε αυτό το στάδιο που αποτελεί ενδιάμεση διαδικασία, γεγονός που αποτελεί κατάχρηση της διαδικασία εκ μέρους των Αιτητών.
- Επίσης, θεωρώ ότι την προκειμένη περίπτωση δεν έχει στοιχειοθετηθεί εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης ούτε και επικαλούνται τέτοιες περιστάσεις οι Αιτητές. Αντίθετα, οι Αιτητές προβάλλουν γνώμη επί των λεχθέντων της ενόρκως δηλούσας, και προσπαθούν να πλήξουν την αξιοπιστία της και να προδικάσουν την ουσία της υπόθεσης στο παρών στάδιο.
- Παράλληλα, η επίδικη αίτηση των Αιτητών έχει προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση την υπόθεση που δεν δικαιολογείται με οποιονδήποτε τρόπο.» Καταχωρήθηκαν επίσης Γραπτές Αγορεύσεις προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου από τους δικηγόρους των μερών. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσο το περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας των μερών, όσο και το σύνολο των εγγράφων που αφορούν την παρούσα Αίτηση. Σε ειδική αναφορά όμως προβαίνω, μόνο εάν και όταν το κρίνω απαραίτητο, έχοντας υπόψη μου ότι το πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει και να διακριβώσει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης. Σε εκτενή ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν αιτήσεις για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, προέβηκε η συνάδελφος Δικαστής κα Στέλλα Χριστοδουλίδου- Μέσσιου, στα πλαίσια της υπόθεσης Σε ότι Αφορά την Εταιρεία Assofit Holdings Limited, Αίτηση Αρ. 200/2013, ημερομηνίας 17/4/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αναφέροντας τα ακόλουθα: «Η ευχέρεια αντεξέτασης προσώπου που προβαίνει σε ένορκη δήλωση προκύπτει από την Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δη τη Δ.39 θ.1 που προνοεί τα ακόλουθα: "Upon an application evidence may be given by affidavit but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Από το πιο πάνω λεχτικό προκύπτει ότι το όλο ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα η λέξη που χρησιμοποιεί ο Νομοθέτης «may» η οποία αποδιδόμενη στα ελληνικά είναι «δύναται» δηλώνει ότι η άσκηση της πιο πάνω εξουσίας του Δικαστηρίου επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια. Στην εν λόγω διάταξη, δηλαδή την Δ.39, δεν καθορίζονται κριτήρια σε σχέση με την άσκηση της. Η ακρόαση αίτησης σύμφωνα με την Δ.48 θ.4
(2)προνοεί ότι «η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις που την στηρίζουν..» Τούτο γίνεται «..τηρουμένης της δυνατότητας για αντεξέταση που προνοείται στη Δ.39». Όπως σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, έτσι και η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει αντεξέταση δυνάμει της Δ.39 θ.1 πρέπει να ασκείται βεβαίως δικαστικά επί των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης εφόσον υποβληθεί σχετική παράκληση. Η Δ.39 θ.1 είναι σαφής επί τούτου. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοίζου Αίτηση αρ. 18/2008 ημερ. 14.3.08 επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει ή όχι διάταγμα αντεξέτασης προσώπου που ορκίζεται ένορκο δήλωση. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ.878 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion" Επίσης στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το Ο.38, εξηγείται ακριβώς πως ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 και επόμενες ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Αυτό επιβεβαιώθηκε και στη αίτηση αριθμός 18/2008 Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου (ανωτέρω) όπου εξετάστηκε το θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39 θ.1 και στην οποία λέχθηκε «δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση, παρά την σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ου η αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Είναι ξεκάθαρο λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Μια από τις παραμέτρους εξέτασης αιτημάτων φύσεως ως το υπό εξέταση είναι η δεδομένη ανάγκη περιορισμού της διαδικασίας στα σωστά πλαίσια ώστε να μην εκτρέπεται σε ακρόαση επί της ουσίας. Η ανάγκη να συγκεκριμενοποιείται το διάταγμα αντεξέτασης με προσδιορισμό των θεμάτων για τα οποία σκοπείται η αντεξέταση είναι επίσης σημαντική προϋπόθεση για την χορήγηση ή μη τέτοιου διατάγματος. Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η αίτηση στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση αφορά την αίτηση προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο στα πλαίσια τέτοιας αίτησης έχει καθήκον να εξετάσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Είναι νομολογημένο ότι αυτό θα το κάνει με βάση τα γεγονότα που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα δικάσει την ουσία της υπόθεσης ούτε επιτρέπεται να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας της μιας ή της άλλης εκδοχής. Το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
- Επίσης τα θέματα επί των οποίων μπορεί ένας διάδικος να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να επεκτείνονται επί οιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή προς τον σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας ενός διαδίκου ούτε και μπορεί να γίνει έλεγχος της αξιοπιστίας του στο στάδιο αυτό. Σχετικές είναι οι πρωτόδικες αποφάσεις Balraj Singh Samra v. Ναταλίας Πατσαλίδου, ημερ. 9.4.09 στα πλαίσια της αγωγής 7123/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία εκδόθηκε από τον Κ.Κληρίδη Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε και Grigoryev Alexander v. Nikitin Alexander ημερ. 14.1.11 στα πλαίσια της αγωγής 4590/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού από την Δ.Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε.» Όπως πιο πάνω αναφέρεται, επιζητείται όπως αντεξεταστεί η Εναγόμενη - Ενόρκως Δηλούσα στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εναγόντων - Αιτητών σε Αίτηση ημερ. 10/7/15 (Αίτηση για προσωρινό διάταγμα). Ζητείται συγκεκριμένα όπως αντεξεταστεί για το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5, 6, 7 και 10 της Ένορκης της Δήλωσης. Με την παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης επί της οποίας ζητείται να αντεξετασθεί, αρνείται η Εναγόμενη μία παράγραφο Ενόρκου Δηλώσεως της κυρίως Αίτησης των Εναγόντων. Δεν κρίνω ότι υπάρχει οιοσδήποτε λόγος να αντεξεταστεί ένα πρόσωπο σε μία παράγραφο γενικής άρνησης. Με την παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης επί της οποίας ζητείται να αντεξετασθεί επίσης αρνείται η Ενόρκως Δηλούσα το περιεχόμενο διαφόρων παραγράφων της Ένορκης Δήλωσης της κυρίως Αίτησης για προσωρινό διάταγμα, παρουσιάζει ως Τεκμήριο μία επιστολή και προβαίνει σε δικές της εκτιμήσεις. Δεν νομίζω ότι ως τίθεται η εν λόγω παράγραφος υπάρχει επίσης ανάγκη αντεξέτασης της Ενόρκως Δηλούσας. Με την παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης επί της οποίας ζητείται να αντεξετασθεί, αμφισβητεί η Εναγόμενη ότι παρέλαβε πιστοποιητικό πληρωμής (σημειώνω ότι η αγωγή αφορά ισχυριζόμενες εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες). Βρισκόμαστε όμως σε ένα ενδιάμεσο στάδιο και αυτό το ζήτημα άπτεται της ουσίας της αγωγής. Στο ενδιάμεσο στάδιο που ζητείται ένα προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εάν πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοσή του. Τίποτε περισσότερο. Όσον αφορά την προϋπόθεση του σοβαρού θέματος προς εκδίκαση ως και την προϋπόθεση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 802 αναφέρθηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα επί του θέματος των αποφάσεων μας. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Συνεπώς θα συνιστούσε εκτροχιασμό της διαδικασίας η αντεξέταση της Ενόρκως Δηλούσας επί αυτού του θέματος. Με την παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης επί της οποίας ζητείται να αντεξετασθεί η Ενόρκως Δηλούσα, υπάρχει απλή άρνηση ισχυρισμού της Ένορκης Δήλωσης της κυρίως αίτησης των Εναγόντων για προσωρινό διάταγμα. Η κρίση μου είναι η ίδια ως και όσον αφορά την παράγραφο 5, ως πιο πάνω αναλύθηκε. Η παράγραφος 10 της Ένορκης Δήλωσης επί της οποίας ζητείται να αντεξετασθεί η Εναγόμενη αφορά θέματα που σχετίζονται με τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας που ζητείται να δεσμευτεί. Ως έχει νομολογηθεί όμως, σε τέτοιες αιτήσεις (για έκδοση προσωρινού διατάγματος δέσμευσης ακίνητης ιδιοκτησίας), το ουσιώδες δεν είναι η αναζήτηση της πραγματικής πρόθεσης περί αποξένωσης ενός ακινήτου. Το κύριο ζήτημα που καθορίζει τη δικαστική κρίση είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, έχω υπόψη μου την υπόθεση C. Phasarias (AutomotiveCenter) Ltdv. Σκυροποιϊα «ΛΕΩΝΙΚ»
(2001)1 A.A.Δ. 785, όπου αναφέρθηκε ότι: «Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Έκρινε, λοιπόν, πως δεν ικανοποιείτο αυτή η προϋπόθεση. Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων για "πληροφορίες από έγκυρους τραπεζικούς κύκλους...σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των καθ'ων η αίτηση", ήταν αόριστος και δεν είχε αξία. Δεν αποκαλυπτόταν η πηγή των πληροφοριών και περαιτέρω "ούτε τα στοιχεία συνηγορούν ή κατατείνουν στο αληθές των πληροφοριών". Όταν, μάλιστα, φάνηκε ότι πρόσφατα είχε δανειοδοτηθεί η εταιρεία χωρίς επιβάρυνση του ακινήτου. Εντοπίστηκαν άλλα δυο προβλήματα. Το ένα ήταν πως δεν "υποστηρίχτηκε από οποιοδήποτε στοιχείο" ο ισχυρισμός πως οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να αποξενώσουν ή να επιβαρύνουν περαιτέρω το ακίνητο. Το άλλο αφορούσε στην αξία του ακινήτου. Με βάση τη μαρτυρία που προσάχθηκε αυτή ανερχόταν στις £180.000 και υπερέβαινε κατά πολύ την αξίωση των εφεσειόντων. Ακούσαμε τις δυο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Tσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω αχρείαστη την αντεξέταση της Εναγομένης-Ενόρκως Δηλούσας. Δεν προκύπτει οιαδήποτε ανάγκη προς τούτο, συσχετιζόμενη με το καθήκον μου να αποφασίσω το εάν θα εκδοθεί ή όχι το προσωρινό διάταγμα ως ζητείται με την κυρίως Αίτηση ημερ. 3/4/
- Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης-Καθ'ης η Αίτηση. (Υπ.) .......... Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο