Νίκος Οδυσσέως (Τσιήκος) Λτδ ν. C.G.C Constantinou General Construction Ltd, Αρ. Αγωγής: 1642/2013, 22/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOXΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1642/2013 Μεταξύ: Νίκος Οδυσσέως (Τσιήκος) Λτδ Ενάγοντα και C.G.C Constantinou General Construction Ltd Εναγόμενης Ημερομηνία: 22 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Έλενα Ζ.Νικολάου για Ζενιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. - Δικηγόροι Ενάγοντα - Αιτητή Για Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε Αίτηση ημερομηνίας 23/11/2015 για επαναφορά αγωγής που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της) Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου για επαναφορά της αγωγής και διάταγμα του Δικαστηρίου για «επέκταση του χρόνου των 15 ημερών». Η αίτηση έχει συνταχθεί από το δικηγορικό γραφείο Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της κας Έλενας Νικολάου, δικηγόρου του Αιτητή. Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση -και αυτό διαφαίνεται και από το φάκελο-, συν τοις άλλοις, φαίνεται να έχει δημιουργηθεί μία σύγχυση σε σχέση με την καταχώρηση της Αγωγής, η οποία ενώ φέρει ένδειξη Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. , Παρά το ότι θα ήμουν διατεθειμένος να εξετάσω την Αίτηση και πιθανόν να επέτρεπα και την επαναφορά και παρά το ότι από το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει κάποια σύγχυση σε σχέση με την καταχώρηση της αγωγής, κάτι που έγκειται στην ύπαρξη διαφορετικών Πρωτοκολλητείων για τις πολιτικές υποθέσεις των Επαρχιών Λάρνακας και Αμμοχώστου αντίστοιχα, δικονομικά εμποδίζομαι να το πράξω και είμαι αναγκασμένος να απορρίψω την Αίτηση, καθότι η Ενόρκως Δηλούσα σε αυτήν είναι η δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης και η οποία υπογράφει και τη Γραπτή Αγόρευση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της ακρόασης. Κατά πρώτο λόγο έχω υπόψη μου την υπόθεση Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ. 1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356, όπου με παραπομπή στην In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το ασυμβίβαστο της διπλής ιδιότητας μάρτυρα-δικηγόρου. « Ο λόγος της In re Efthymiou είναι ότι η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα είναι ασυμβίβαστες. Η θέση του δικηγόρου ως λειτουργούσης δικαιοσύνης οριοθετεί και το πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την In re Efthymiou αποκαλύπτει τους λόγους που δημιουργούν κώλυμα στον δικηγόρο να εκπροσωπήσει τον πελάτη του σε διαδικασία στην οποία ο ίδιος καταθέτει ως μάρτυρας:- "... an advocate who is a witness in the case cannot at the same time be an officer of justice. He does not fulfil the necessary attributes of an officer of justice, an aid in the elicitation of the truth sufficiently distant from the facts to raise pertinent submissions relevant to the objective implications of the evidence. A witness is himself subject to the judgment of the Court. It would be an antinomy if he had the freedom to raise submissions about the judgment to be passed on him, as an officer of justice." To κώλυμα αυτό υφίσταται σε κάθε περίπτωση που η ιδιότητα του μάρτυρα καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή του δικηγόρου στη διαδικασία ως λειτουργού της δικαιοσύνης. «Συμφωνούμε με το λόγο της In re Efthymiou. Της απόφασης στην In re Efthymiou προηγήθηκε η In re LA. an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319, στην οποία αναλύεται το πλαίσιο λειτουργίας του δικηγόρου σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων, ο οποίος συναρτά τη δικηγορία και με την ιδιότητα του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης. Κατά δεύτερο λόγο, είναι ανεπιθύμητη πρακτική να γίνονται Ένορκες Δηλώσεις από δικηγόρους, χωρίς να προκύπτει κάποια αδυναμία των Αιτητών να προβούν σε αυτήν και χωρίς να δίδεται κάποια εξήγηση γιατί να προβαίνει στην Ένορκη Δήλωση κάποιος δικηγόρος. Στην Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva,
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του." Είναι βεβαίως ανεπιθύμητος ο φορμαλισμός σε δικαστικές διαδικασίες. Δεν πρόκειται όμως εδώ για απλό φορμαλισμό. Πρόκειται για (πιθανότατα) καλόπιστη, αλλά ουσιαστική παραβίαση του κανόνα της απαγόρευσης της διπλής παράλληλης και ταυτιζόμενης ιδιότητας δικηγόρου-μάρτυρα. Βεβαίως, οφείλω να τονίσω ότι η παρούσα Αίτηση δεν δημιουργεί δεδικασμένο και ότι οι Ενάγοντες δεν εμποδίζονται να προχωρήσουν σε καταχώρηση νέας Αίτησης για επαναφορά της αγωγής. Στην RECNEX TRADING LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, ECLI:CY:AD:2014:A269, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 71/11, 16/4/2014, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C. 888.» Δεν έχει σημασία αν η απόφαση AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S» Σημαίας Comoros Islands (Aρ.2), ανωτέρω, δεν είναι δεσμευτική. Με αναφορά σε Αγγλική νομολογία (Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100, Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow
(1988)3 All E.R. 178 (CA), Brink´s MAT Ltd v. Elcombe
(1988)3 All E.R. 188 (CA), Bohbehani v. Salem
(1989)2 All E.R. 143 (CA)Woodhouse v. Consignia Plc
(2002)EWCA Civ 275), το Δικαστήριο ενισχύει την κατάληξη του, την οποία υιοθετούμε. Στο τέλος της ημέρας δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην έννοια που ορίζει η νομολογία. (Γαβριήλ κ.α. ν. Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868, Λοϊζος Λουκά & Υιοι ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 Α.Α.Δ. 92, Αναστασία Forrest κ.α. ν. Κίμωνα Βαρδάκη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 6, Μιχαήλ ν. Επίσημος Παραλήπτης
(2003)1 Α.Α.Δ. 975).» Με το πάσχον της Ενόρκου Δηλώσεως που υποστηρίζει την Αίτηση, η Αίτηση είναι αστήρικτη και χωρίς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων (βλ. το dictum του έντιμου Δικαστή Α.Δ., κ. Λιάτσου στην WAYPLAY TECHNOLOGIES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 204/13, 10/1/2014: «Η ανυπαρξία ένορκης δήλωσης, ουσιαστικά, αφαιρεί την πραγματική βάση της Αίτησης, η οποία, κατά προέκταση, παραμένει μετέωρη». Οπότε η παρούσα Αίτηση οδηγείται αναπόδραστα σε απόρριψή της. Η Αίτηση, ως εκ των πιο πάνω, απορρίπτεται ως πραγματικά αστήρικτη, αφού ελλείπει, ως πιο πάνω έχω αναφέρει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................. Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο