Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΑΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Θεοδώρου, Αρ. Αγωγής: 506/11, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 506/11 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΑΙ ΛΤΔ Εναγόντων και XXXXX Θεοδώρου Εναγομένη ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 29/10/2015 ΚΑΙ 30/11/2015 Μεταξύ: Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΑΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και XXXXX Θεοδώρου Εναγομένη Ημερομηνία: 29/6/2016 Εμφανίσεις: Για Εναγομένη - Αιτήτρια: κα Κ. Κουππαρή Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Λάντος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για παραπομπή αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και για συνεκδίκαση αγωγών ημερομηνίας 11/3/2016) Με την υπό κρίση Αίτηση, ως περιορίστηκε, ζητείται από την Αιτήτρια: «1. Διαταγή του Δικαστηρίου για τη μεταφορά της αγωγής 506/2011 του ΕΔ Αμμοχώστου το οποίο συνεδριάζει στην Επαρχία Λάρνακας, στο Ε.Δ. Λευκωσίας με σκοπό τη συνένωση και/ή συνεκδίκαση με την αγωγή 1870/2011 του Ε.Δ. Λευκωσίας 2.Οποιαδήποτε άλλη αλλαγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη υπό τας περιστάσεις.» Η Αίτηση βασίζεται σε Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης- Αιτήτριας. Θα αναφερθώ μόνο σε μέρος αυτής για να γίνει κατανοητό, όσο γίνεται, αυτό που ζητείται. Με την Ένορκη Δήλωση η Αιτήτρια αναφέρει ότι αιτείται συνένωση δύο αγωγών που έχουν το ίδιο πραγματικό και νομικό ζήτημα και συνεπώς είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να συνεκδικαστούν ώστε να μπορεί να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη καθότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έχει την πραγματική εικόνα το Δικαστήριο. O βασικός ισχυρισμός στην Ένορκη Δήλωση είναι ότι ο Ενάγοντας (αυτολεξεί) «ο οποίος έχει ως δικηγόρο τον Αδάμο Λάντο ο οποίος είναι ο ίδιος δικηγόρος και στην υπ. Αρ. αγωγή 506/2011 που επροσωπεί τον ενάγοντα Γ.ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΑΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ενώ στην Αγωγή 506/2011 ισχυρίζεται στην απάντησή του η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2, ότι η συμφωνία που έχει υπογραφεί ανάμεσα στην Εναγόμενη και την Εταιρεία Y Anastasiou Real Estates Ltd έχει ανακληθεί και αντικατασταθεί με την επίδικη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα Γ Αναστασίου & Συνεργάται Λίμιτεδ και την Εναγόμενη, καθότι ως οι Ενάγοντες αναφέρουν η εταιρεία Y Anastasiou Estates Ltd δεν είναι κάτοχος άδειας Εργολήπτη εντούτοις στην υπ. Αρ. αγωγής 1870/2011 πουθενά δεν αναφέρεται σε ακυρωμένη και/ή ανακλημένη συμφωνία αλλά οι Ενάγοντες επιλέγουν οι ίδιοι να θεωρούν τη συμφωνία σε ισχύ σ'αυτήν την αγωγή και επιλεκτικά αποκρύβουν το γεγονός ότι ο Ενάγοντας Y Anastasiou Real Estates Ltd δεν είναι κάτοχος άδειας Εργολήπτη.» Ως περαιτέρω αναφέρει η Αιτήτρια, οι συμφωνίες που είχαν υπογραφεί την ίδια ημερομηνία, αφορούσαν την ανέγερση κατοικίας στην περιοχή Δερύνειας με αντάλλαγμα την ανταλλαγή και πώληση χωραφιού ιδιοκτησίας της Εναγομένης και η συμφωνία ολοκληρωμένη μπορεί να διαφανεί μόνο αν συνενωθούν οι αγωγές. Φαίνεται από την Ενορκη Δήλωση, ότι 2 αγωγές εκκρεμούν ενώπιον διαφορετικών δικαστηρίων, η μία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή και η άλλη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Επισυνάπτεται επίσης αριθμός Τεκμηρίων, ανάμεσα στα οποία και δικόγραφα της Αγωγής 1870/2011 και της παρούσας. Στην Αίτηση καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, στην οποία προβάλλονται οι 7 Λόγοι Ένστασης και ειδικότερα λόγοι που αφορούν το αβάσιμο, ανυπόστατο, αντικανονικό και καταχρηστικό της αίτησης, στο διαφορετικό των βάσεων αγωγής, στο μη πρόσφορο της συνεκδίκασης, στο καθυστερημένο της αίτησης, στον επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με τυχόν απόδοση εξόδων και τις ανυπέρβλητες πρακτικές δυσκολίες που θα προκαλούσε η συνένωση των δύο αγωγών. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Αναστασίου από τη Σωτήρα, διευθυντή των Εναγόντων-Καθ'ων η Αίτηση, ο οποίος κατ'ουσία αναπτύσσει τους Λόγους Ένστασης του. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο τόσο της Αίτησης και της Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης όσο και των Γραπτών Αγορεύσεων με τις οποίες τα 2 μέρη έχουν εφοδιάσει το Δικαστήριο και στις οποίες αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους. Δεν θα προβώ ούτε σε αναλυτική εξέταση όλων των Λόγων Ένστασης, ούτε σε ειδική αναφορά, αλλά θα κρίνω μόνο τα όσα θεωρώ αναγκαία στο πλαίσιο του καθήκοντός μου να εξετάσω εάν πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επειδή αυτό που ζητείται, είναι πρωτίστως η μεταφορά αγωγών από ένα Δικαστήριο σε άλλο, με βάση το άρθρο 61 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ως φαίνεται και από τη Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας, έχω εντοπίσει την Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(1994)1 Α.Α.Δ. 87, στην οποία αναφέρθηκε ότι το άρθρο 61 αφορά άσκηση πρωτογενούς εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και έχω υπόψη μου την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 61 του Περί Δικαστηρίων Νόμου που αναφέρει ότι: «61. Οιαδήπoτε αγωγή δύvαται καθ' oιαvδήπoτε στιγμήv και εις oιovδήπoτε στάδιov ταύτης και κατόπιv αιτήσεως ή άvευ τoιαύτης oιoυδήπoτε τωv διαδίκωv vα παραπεμφθή υπό τoυ Αvωτάτoυ Δικαστηρίoυ εξ oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ εις oιovδήπoτε άλλo δικαστήριov αρμoδίας δικαιoδoσίας και τoιαύτη αγωγή δύvαται vα παραπεμφθή είτε εξ oλoκλήρoυ είτε σχετικώς πρoς εv μόvov μέρoς ταύτης ή της εv αυτή διαδικασίας τo oπoίov είvαι αvάγκη vα παραπεμφθή εις τoύτo.» (υπογράμμιση δική μου) Συνεπώς, η Αίτηση θα απορρίπτετο γι' αυτόν το λόγο και μόνο. Παραπομπή (ή μεταφορά ως την αιτείται η Αιτήτρια), με βάση το άρθρο 61 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, δε χωρεί από Επαρχιακό Δικαστήριο. Η Αίτηση θα μπορούσε πιθανόν να στηρίζεται στο άρθρο 23
(4)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αναφέρει ότι: «.. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Αυτό όμως δεν ζητείται με βάση και τη νομική βάση της Αίτησης, ούτε τίθεται ζήτημα αναρμοδιότητας. Ακόμη όμως και με βάση το πιο πάνω άρθρο 23 να καταχωρείτο η Αίτηση, επίσης θα την απέρριπτα καθότι όσον αφορά την παραπομπή υπόθεσης από την Αμμόχωστο στη Λευκωσία, αυτή θα έπρεπε να στηρίζεται σε διαπίστωση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου δεν είναι αρμόδιο, κάτι το οποίο είναι αδύνατον σε αυτό το στάδιο, εφόσον από την Έκθεση Απαίτησης και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν (χωρίς βεβαίως να προαποφασίζεται οτιδήποτε σε αυτό το στάδιο) δεν διαφαίνεται αναρμοδιότητα. Όσον αφορά τη συνεκδίκαση των 2 αγωγών, σχετική είναι η Διαταγή 14 Θ.
- των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίaς, που αναφέρει ότι όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, είτε από τους ίδιους ή διαφορετικούς Ενάγοντες εναντίον των ίδιων ή διαφορετικών Εναγομένων και οι απαιτήσεις σε αυτές τις αγωγές περιλαμβάνουν ένα κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα τετοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα ζητήματα ώστε να είναι επιθυμητό οι αγωγές να συνενωθούν/συνεκδικαστούν, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να διατάξει τη συνένωση/συνεκδίκαση των αγωγών. Κατά πρώτο λόγο, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει συνένωση αγωγών που εκκρεμούν ενώπιον διαφορετικών Δικαστηρίων διαφορετικών επαρχιών. Η αναφορά στη Δ.14 θ.
- είναι σε αγωγές που εκκρεμούν «στο ίδιο Δικαστήριο», κάτι που δεν συμβαίνει στην προκειμένη. Οπότε είναι απορριπτέα η Αίτηση. Θα εξετάσω όμως και το επιθυμητό ή αναγκαίο της αιτούμενης συνεκδίκασης. Στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. C S BETON LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2145/09, ημερομηνίας 13.1.2011, η οποία και επιβεβαιώθηκε κατ' έφεση στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 74/2011, C S ΒΕΤΟΝ LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A207, Πολιτική Έφεση Αρ. 74/2011, απόφαση ημερομηνίας 20/3/2014 ο Π.Ε.Δ. .κ. Φ.Χαραλάμπους, ανέφερε τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της συνένωσης αγωγών έχει αναλυθεί σε πάμπολλες αποφάσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου και υπάρχει πολλή νομολογία για αυτό το θέμα. Βασικά εκδίδεται διάταγμα συνένωσης όπου προκύπτει όφελος από τη συνεκδίκαση. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να διατάξει ή μη τη συνένωση δύο αγωγών ή περισσοτέρων και η άσκηση αυτής της εξουσίας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και πρέπει να ασκείται αυτή η εξουσία κατά τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διαδίκων, περιορίζοντας τα έξοδα και επιταχύνοντας την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλέπε Μακρίδης ν. Μιχαηλίδου, Πολ. Εφ. 7901 ημερ. 30.5.90, Georghios Hadjiathanassiou v. Loizos Parperides and Others,
(1975)1 C.L.R. 401 και Healey and Others v. A. Waddington & Sons Ltd and Others
(1954)1 All E.R. 401). Το λεκτικό της Δ.14 κ.2, η οποία προβλέπει για τη συνένωση αγωγών και πάνω στην οποία βέβαια στηρίζεται η αίτηση έχει ως εξής: "Όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο, είτε από τους ίδιους είτε διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον των ιδίων ή διαφορετικών εναγομένων, και οι απαιτήσεις των αγωγών αυτών συνεπάγονται κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότος τέτοιας σημασίας ανάλογα με τα υπόλοιπα ζητήματα, τα οποία συνεπάγονται οι αγωγές αυτές, ώστε να καθιστούν επιθυμητή τη συνένωση των αγωγών, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να διατάξει τη συνένωση τους". Το καθοριστικό για το εάν υπάρχει κοινό πραγματικό ή νομικό ζήτημα είναι το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης των Αγωγών. Ως αναφέρθηκε στην Samata Enterprises Ltd. ν. Γεώργιου Σταύρου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1876: «Η δικαστής, ερμηνεύοντας την πιο πάνω Διαταγή, είπε πως το ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος, όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την Έκθεση Απαιτήσεως των αγωγών, και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Συμφωνούμε με την ερμηνεία που έδωσε η πρωτόδικος δικαστής στην επίμαχη διάταξη, η οποία ρητά αναφέρεται στις απαιτήσεις των αγωγών.» Από τις Εκθέσεις Απαίτησης δεν φαίνεται να προκύπτουν τέτοιας φύσεως πραγματικά ή νομικά ζητήματα ώστε να κρίνεται αναγκαία ή επιθυμητή η συνεκδίκαση. Διαφορετικές είναι οι βάσεις αγωγής. Στη μία αγωγή ζητούνται από συγκεκριμένους Ενάγοντες διάφορα ποσά για υπόλοιπο συμφωνίας για ανέγερση εργασίας σε ακίνητο της Εναγομένης καθώς και για επιπλέον εργασίες. Στην άλλη αγωγή (1870/2011)ζητείται ειδική εκτέλεση πωλητηρίου εγγράφου, μεταβίβαση και εγγραφή ακινήτου και αποζημιώσεις για παραβίαση πωλητηρίου εγγράφου. Οι δύο αγωγές έχουν διαφορετικούς διαδίκους, διαφορετικές κλίμακες απαίτησης και εκκρεμούν σε διαφορετικά δικαστήρια. Δεν προκύπτει επίσης ιδιαίτερη σχετικότητα επίδικων θεμάτων. Επιπλέον, η καθυστέρηση η οποία υπήρξε στην καταχώρηση του αιτήματος είναι αρκετά μεγάλη. Το ότι υπήρξε αλλαγή δικηγόρου για την Εναγόμενη το 2015, λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης, μπορεί πιθανόν να έχει κάποια σημασία, αν αυτό δικαιολογηθεί επαρκώς και ίσως να συνυπολογιστεί με τα υπόλοιπα, αλλά κατ' αναλογία των νομολογηθέντων στη. Χ"Χριστοφόρου ν. Αταλιανή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1008, 1016 (όπου κρίθηκε ότι αλλαγή δικηγόρου δε δικαιολογούσε τροποποίηση λόγων έφεσης), δεν μπορώ να δεχθώ ότι δικαιολογεί το καθυστερημένο του αιτήματος. Η κα Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ., ανέφερε επίσης στα πλαίσια της Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σ Raftis Company Ltd (AE010040) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2357/10, απόφαση ημερ. 22/12/2014: « Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κυριάκος Μενελάου κ.α. v. Κώστα Ξενοφώντος κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 371 ο χρόνος κατά τον οποίον υποβάλλεται αίτηση για συνένωση Αγωγών είναι στοιχείο που συνεκτιμάται μαζί με τα άλλα για την έκδοση ή μη της διαταγής. Η Αγγλική νομολογία δέχεται πως ο κατάλληλος χρόνος κατά τον οποίον υποβάλλεται αίτηση συνένωσης αγωγών είναι το στάδιο της αίτησης για οδηγίες, που συνήθως υποβάλλεται μετά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων. Το στοιχείο της καθυστέρησης στην προώθηση αιτήματος συνένωσης Αγωγών λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, ενώ αίτηση συνένωσης μπορεί να καταχωρηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Μακρίδης v. Μιχαηλίδου (Αρ.1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 416).» Υιοθετώ αυτή την προσέγγιση. Η αγωγή καταχωρήθηκε το
- Το αίτημα είναι προφανώς με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, εμφανώς εκτός των πλαισίων της Δ.14 Θ.
- Το να υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα σε ένα τόσο καθυστερημένο στάδιο και το να εμποδίζεται η υπόθεση από το να αρχίσει να εκδικάζεται και το να δημιουργείται και άλλη καθυστέρηση, δεν μπορεί να μην έχει συνέπειες για το διάδικο που δημιουργεί την καθυστέρηση. Συνεπώς κρίνω ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για να αποδοθούν τα έξοδα που δημιουργήθηκαν άμεσα, οπότε διατάσσεται όπως τα έξοδα της αίτησης, επιβαρύνουν την πλευρά της Αιτήτριας-Εναγόμενης και είναι καταβλητέα, όχι στο τέλος της διαδικασίας, αλλά άμεσα, Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας, καταβλητέα άμεσα, από αυτό το στάδιο, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ......... Ξενής Ξενοφώντος Προσωρινός Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο