ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ(ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΦΟΥ, Αρ. Αγ.: 637/2015, 8/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 637/2015 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ(ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας και ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΦΟΥ, Α.Δ.Τ. XXXXX06 Εναγόμενου Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κ.Ανδρέας Μ.Κλεάνθους Για τον Εναγόμενο: Καμία Εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση έκδοσης απόφασης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον Εναγόμενο) Με την παρούσα Αίτηση, ζητείται απόφαση εναντίον του Εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Στην Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση της Ενάγουσας είναι για ποσό €6,894.46 «σαν οφειλόμενο ποσό ενοικιαγοράς ή και σαν αποζημιώσεις για παράβαση» συμφωνίας πλέον τόκο προς 9% το χρόνο. Σημειώνω ότι, με Συμπληρωματικη Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 16/11/2015, η απαίτηση περιορίστηκε στο ποσό των €5.128,63 πλέον τόκο 6% από 11/11/2015 μέχρι εξόφλησης (πλέον €516 δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και €11,00 έξοδα επίδοσης). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης -το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε μέσω των δύο Ένορκων Δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας-, η Ενάγουσα είναι εταιρεία ενώ ο Επίσημος Παραλήπτης (Εναγόμενος) ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του Εναγομένου, Ανδρέα Γεωργίου Κουφού, ο οποίος κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 26/09/
- Η Ενάγουσα συνήψε σύμβαση ενοικιαγοράς οχήματος με την κα XXXXX Χριστοδούλου, υπό την κάλυψη του Ανδρέα Γεωργίου Κουφού και 4 άλλων προσώπων με συμφωνηθέν ποσό £1500 πλέον ποσό £135.08 για δικαιώματα ενοικιαγοράς. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, είχε συμφωνηθεί ενοίκιο ύψους €1500 και καθυστερημένες δόσεις από λήξεως μέχρι πληρωμής, θα έφεραν τόκο προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο ποσοστό επιτρεπόμενου επιτοκίου από το Νόμο ετησίως και παράλειψη πληρωμής κάποιας δόσης έδινε δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Επειδή η Αγοραστής παρέλειψε να πληρώσει τις οφειλόμενες δόσεις της, καταχωρήθηκε η αγωγή 443/1992 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, εναντίον του Εναγομένου στην παρούσα αγωγή και της Αγοράστριας και των άλλων 4 εγγυητών κι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Αγοράστριας κι εναντίον 3 εγγυητών στις 22/9/
- Ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικιαγοράς έγινε με επιστολή ημερομηνίας 12/03/1992, αντίγραφο της οποίας στάληκε και στον Εναγόμενο και τα σχετικά ποσά ακόμη οφείλονται. Στην Αγωγή επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο, άδειας που δόθηκε για καταχώρηση αγωγής εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, ως διαχειριστή της περιουσίας του Ανδρέα Κουφού, ο οποίος κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 26/09/
- Αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη στις 15/9/2015, ο οποίος όμως παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία. Σε Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκε προς απόδειξη της Απαίτησης από τον κ. Ανδρέα Γεωργίου από τη Λάρνακα, καταχωρήθηκαν τα ακόλουθα τεκμήρια: 1) Τεκμήριο 1: Συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 22/8/91 (αντίγραφο). 2) Τεκμήριο 2: Επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 12/3/92 (αντίγραφο). 3) Τεκμήριο 3: Αντίγραφο αγωγής 443/92 του Επ. Δικ. Αμμοχώστου. 4) Τεκμήριο 4: Αντίγραφο απόφασης ημερομηνίας 22/9/92 του Επ. Δικ. Αμμοχώστου που εκδόθηκε στην αγωγή 443/
- 5) Τεκμήριο 5: Κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τον Ανδρέα Κουφού - Εναγόμενο, ημερομηνίας 4/6/
- Θα σταθώ ιδιαίτερα στο πιο πάνω Τεκμήριο 5, το οποίο κρίνω ότι πρέπει να αναλυθεί. Ενώ παρουσιάζεται ως αρχικό υπόλοιπο λογαριασμού για το οποίο κινήθηκε η αγωγή 443/92 το ποσό των €1,939.40, παρατηρώ ότι έχουν υπολογιστεί και ζητούνται τόκοι και έξοδα για ποσό €4,955.06, κατά τρόπο ώστε να διεκδικείται στο σύνολο ποσό €6,894.
- Στις 16/11/15 καταχωρήθηκε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση με την οποία αναφέρεται ότι το ποσό της αξίωσης περιορίζεται στο ποσό των €5,128.63 πλέον τόκο 6% από 11/11/
- Το ποσοστό 6% στο επιτόκιο υπολογίζεται βάσει του ποσοστού επιτοκίου το οποίο αναφερόταν στην απόφαση επί της αγωγής 443/92 ημερομηνίας 22/9/1992 (που καταχωρήθηκε εναντίον της Αγοράστριας και των εγγυητών, αλλά δεν εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Α.Γ.Κουφού). Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση, σχετική κατάσταση λογαριασμού. Με απασχόλησε ιδιαίτερα ότι κατά τον χρόνο που συνάφθηκε η σύμβαση ενοικιαγοράς, ως επίσης και κατά τον χρόνο που είχε καταχωρηθεί η παλαιότερη αγωγή εναντίον των υπόλοιπων συμβεβλημένων στην υπό κρίση σύμβαση ενοικιαγοράς, ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος αρ. 2/1977 και όχι ο περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/1999, σύμφωνα με τον οποίο (άρθρο 6
(1): «Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι' αγωγής ως καθυστερούµενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος.» Ως φαίνεται και στον ίδιο το Νόμο 2/1977, αλλά από τα νομολογηθέντα στην Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530, ο περί Τόκου Νόμος δεν καλύπτει συμβάσεις ενοικιαγοράς. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία σχετίζονται τόσο με τις γενικές νομικές αρχές που καλύπτουν μία σύμβαση ενοικιαγοράς, όσο και τη σχέση του Ν. 2/1977 με τέτοιες συμβάσεις: «Βοηθητική για την επίλυση των εγειρομένων θεμάτων είναι η πρόσφατη απόφασή μας στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά. ν. Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246 στην οποία εξετάσαμε το νομικό πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται συμβάσεις ενοικιαγοράς, και τις συνέπειες που ενέχει η διάρρηξή τους. Κατ' αρχήν, διαπιστώσαμε ότι η μη καταβολή των προβλεπόμενων από τη σύμβαση ενοικιαγοράς δόσεων ενοικίου παρέχει στον εκμισθωτή δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιές της. Στην προκείμενη περίπτωση, η Σύμβαση παρείχε τέτοιο δικαίωμα, οπόταν ο εκμισθωτής εδικαιούτο να προβεί σε τερματισμό της, όπως και έπραξε. Άμα τω τερματισμώ της σύμβασης, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημία που υφίσταται. Ποία είναι η ζημία που μπορεί να διεκδικήσει διαγράφεται στο απόσπασμα από την προαναφερθείσα απόφαση που ακολουθεί:- «Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τιμήματος της διάθεσής του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της παράνομης οικειοποίησης (conversion) διαγράφουν, ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία των απολεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων.» Όπου ο μισθωτής παραλείπει να επιστρέψει το αντικείμενο της ενοικιαγοράς, το μέτρο των αποζημιώσεων, ως εξηγείται, είναι το συνολικό ποσό το οποίο είναι πληρωτέο βάσει της σύμβασης ενοικιαγοράς μείον το ποσό των δόσεων που έχουν καταβληθεί. Εξηγείται, όμως, σε άλλο σημείο της απόφασης, ότι η ζημία του εκμισθωτή αποτιμάται ως ίση προς την απώλεια την οποία υφίσταται από τη ζημιογόνο πράξη του μισθωτή. Στην παρούσα υπόθεση, όπως ήταν παραδεκτό, οι πρώτες εννέα δόσεις δεν καταβλήθηκαν, οπόταν ο εκμισθωτής είχε συμβατικό δικαίωμα ανάκτησής τους. Η συμφωνία τερματίστηκε σύννομα και το αντικείμενο της ενοικιαγοράς κατακρατήθηκε από το μισθωτή (detinue). Η αποζημίωση, την οποία δικαιούται, είναι ανάλογη με τη ζημία που υφίσταται, ίση προς την ενοικιαγοραστική αξία του αυτοκινήτου. Το γεγονός ότι οι θεραπείες δεν προσδιορίστηκαν στην απαίτηση και δε δομήθηκαν με αυτή την τάξη δεν αποτελεί κώλυμα στην παροχή τους, εφόσον δικαιολογούνται από τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την απαίτηση - (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Οι αποζημιώσεις, στο αστικό αδίκημα της κατακράτησης, καθορίζονται κατά το χρόνο της διάπραξής του, γεγονός που ενέχει επιπτώσεις στον προσδιορισμό των αποζημιώσεων κατά τούτο. Η ζημία του εκμισθωτή καθορίζεται σε ημερομηνία πρότερη της αποπληρωμής της αξίας του αυτοκινήτου, γεγονός που δικαιολογεί ανάλογη μείωση του αποδιδόμενου σ' αυτό ποσού, εφόσον πιστώνεται με τα χρήματα τα οποία δικαιούται σε ημερομηνία πρότερη εκείνης κατά την οποία θα του καταβάλλονταν. Δικαιώματα Ενοικιαγοράς - Τόκος: Το Άρθρο 3 του περί Τόκου Νόμου ρητά προβλέπει ότι απαγορεύεται η χρέωση τόκου πέραν του 9% ετησίως, για τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου ή για την εκπλήρωση υποχρέωσης. Αποκλείεται, τοιουτοτρόπως, η χρέωση, κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα ή μανδύα, ποσού πέραν του 9% για τη χρήση του κεφαλαίου που δανείζει ο πιστωτής. Αυτό σημαίνει ότι, στην υποθετική περίπτωση δανεισμού ποσού £100,00, δεν είναι παραδεκτή η χρέωση τόκου πέραν του 9% κατ' έτος, για όσο χρόνο διαρκεί ο δανεισμός. Η χρέωση τόκου είναι επιτρεπτή μόνο για το κεφάλαιο που δανείζεται κάποιος και όχι για τους καρπούς του, δηλαδή τον οφειλόμενο τόκο. Τι συνιστά τόκο προσδιορίζεται στο Άρθρο 2 του Νόμου. Σ' αυτό δεν περιλαμβάνονται, ή, ακριβέστερα, από τον ορισμό του ρητά εξαιρούνται «... ενοίκια και δικαιώματα ενοικιαγοράς, έξοδα, επιβαρύνσεις ή δαπάνες». Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσθήκη που έγινε, στην προκείμενη περίπτωση, του ποσού των £1.440,00 στην καθορισθείσα κατά το χρόνο της σύναψης της ενοικιαγοράς αξία του αυτοκινήτου συνιστούσε, ως διαγράφεται στην ίδια τη Σύμβαση, δικαιώματα ενοικιαγοράς και, επομένως, αυτή δεν υπόκειτο στις διατάξεις του Νόμου. Το γεγονός ότι ο περί Ελέγχου Ενοικιαγοράς Πωλήσεως επί Πιστώσει και Μισθώσεως Ιδιοκτησίας Νόμος του 1966, (Ν. 32/66), δεν κάνει πρόνοια για τη χρέωση δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, αφήνει αμετάβλητη τη δικαιική κατάσταση πραγμάτων. θέση με την οποία είμαστε σύμφωνοι, λαμβανομένης υπόψη της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι. Κεντρικός σκοπός του Ν. 32/66 είναι ο έλεγχος των χρηματοπιστωτικών προεκτάσεων συμβάσεων ενοικιαγοράς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ως θετικό γεγονός ότι το ποσό των £1.440,00, παρά τη φαινομενική του συνάρτηση με τόκο, αντιπροσώπευε δικαιώματα ενοικιαγοράς, τα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνώρισαν ως υπαρκτά και καταβλητέα, στο πλαίσιο της Σύμβασης. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ο τόκος συναρτάται με τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου, ενώ η ενοικιαγορά με τη διάθεση της χρήσης μη χρηματικού αντικειμένου. Χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2/77, σε περιπτώσεις όπου καταφαίνεται ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς υποκρύπτει δανεισμό κεφαλαίου, ο συσχετισμός αυτός δε χωρεί σε περιπτώσεις όπως στην προκείμενη υπόθεση, όπου διαπιστώνεται ότι η προσθήκη στην αξία του αντικειμένου συνιστά δικαιώματα ενοικιαγοράς και όχι μεταμφιεσμένο δανεισμό.» Σύμφωνα με τον Περί Τόκου Νόμου, άρθρο 2: « «τόκος» σηµαίνει την αµοιβήν ή αποζηµίωσιν διά την χρήσιν ή διακράτησιν υφ' ενός προσώπου χρηµατικού κεφαλαίου ανήκοντος ή οφειλοµένου εις έτερον πρόσωπον και οιονδήποτε ποσόν, υπό µορφήν δικαιώµατος, επιβαρύνσεως ή εξόδων ή οιανδήποτε άλλην µορφήν, πέραν του κεφαλαίου, πληρωτέον εις τον δικαιούχον του χρηµατικού κεφαλαίου επ' ανταλλάγµατι εν σχέσει προς την χρήσιν ή διακράτησιν του χρηµατικού κεφαλαίου, αλλά δεν περιλαµβάνει ποσά άτινα νοµίµως επιβάλλονται συµφώνως προς τας διατάξεις του περί Τοκιστών Νόµου του 1962 ή συµφώνως προς τας διατάξεις του περί Ελέγχου Ενοικιαγοράς και Πωλήσεως επί Πιστώσει και Μισθώσεως Ιδιοκτησίας Νόµου του 1966 υπό τίνος τοκιστού ή διαθέτου, αναλόγως της περιπτώσεως, διά ενοίκια και δικαιώµατα ενοικιαγοράς, έξοδα, επιβαρύνσεις ή δαπάνας·» Έχω υπόψη μου την πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ευγενία Παπαχριστοφόρου ν. Τράπεζας Κύπρο Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολιτική Εφεση Αρ. 331/2010, 11/11/2015, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προβεί σε περιορισμό της ανάκτησης τόκου, με το σκεπτικό ότι ίσχυε όταν τερματίστηκε η σύμβαση δανείου
(1997)ο Ν. 2/77και όχι ό Ν. 160(Ι)/99. Αναφέρθηκε από το Δικαστήριο ότι ο Νόμος 160(Ι)/99 δεν είχε αναδρομική ισχύ και δεν μπορούσε να καλύπτει μία προηγούμενη διαφορά. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, από το Ανώτατο Δικαστήριο: « Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως φαίνεται στην απόφαση σελ. 13, προέβη στον περιορισμό της ανάκτησης του τόκου με το σκεπτικό ότι «κατά το χρόνο του τερματισμού» που ήταν η 22/8/97, ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν. 2/77). Η απόφαση δόθηκε στις 24/9/10 που ίσχυε ο Ν. 160
(1)/99. Η ευπαίδευτη συνήγορος για την εφεσίβλητη μας παρέπεμψε στην υπόθεση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2011)1 Α. Α.Δ. 253, με εισήγηση όπως κατ' αναλογία τύχει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση ώστε να εκδοθεί απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης για ποσό €522.337,23 πλέον τόκο προς 9% από 6/2/2006 μέχρι εξόφλησης. Με όλο το σεβασμό προς τη συνήγορο η άνω υπόθεση κρίθηκε στα δικά της γεγονότα και ουδεμία αρχή δικαίου έθεσε. Συνεπώς ουδεμία εφαρμογή έχει στην υπό εξέταση υπόθεση. Είμαστε της γνώμης ότι ο Ν. 160
(1)/99 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ. Η ισχύς του, αρχίζει από 1/1/2001 και συνεπώς δεν καλύπτει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης που αφορά διαφορά του
- Υπενθυμίζεται ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία τερματίστηκε στις 22/8/
- Πρόκειται περί νόμου ουσίας και όχι διαδικαστικού και συνεπώς δεν έχει αναδρομική ισχύ (βλ. Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Παρ' όλα ταύτα η αντέφεση θα πρέπει να επιτύχει. Στην Αrchbold Inv. Ltd. κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2006)1 A.A.Δ. 1084, εξετάστηκε παρόμοιο θέμα όπως το αντικείμενο της αντέφεσης και αποφασίστηκε ότι το άρθρο 6
(1)του Ν. 2/77 τυγχάνει εφαρμογής όταν το κεφάλαιο είναι σταθερό. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Εγένοντο συνεχείς χρεοπιστώσεις και κεφαλαιοποιήσεις τόκων στους συμφωνηθέντες χρόνους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερό κεφάλαιο. Συνεπώς το άρθρο 6
(1)του Ν. 2/77 επί του οποίου στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τυγχάνει εφαρμογής.» Εδώ όμως έχουμε μία σύμβαση ενοικιαγοράς και όχι μία σύμβαση δανείου, μία σύμβαση η οποία έχει τερματισθεί και ένα αποκρυσταλλωμένο ποσό που οφειλόταν στις 12/3/1992 £1,150.94, το οποίο και έχει περιοριστεί από την Ενάγουσα ως φαίνεται στο Τεκμήριο 4, δικαστική απόφαση ημερομηνίας 22/9/1992 για την παρούσα απαίτηση και στο Τεκμήριο 6 στις £1,135.
- Η Ενάγουσα αιτείται στην Έκθεση Απαίτησης «οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικιαγορά και/ή αποζημιώσεις ένεκα ενοικιαγοράς». Κρίνω ότι εφ'όσον υπάρχει ένα οφειλόμενο ποσό £ 1,135.08 (μικρότερο του αναφερόμενο στην ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης £1,150.94, ως είχε διαπιστωθεί και δικαστικώς στις 22/9/1992 για τον πρωτοφειλέτη και τους υπόλοιπους εγγυητές, αυτό το ποσό πρέπει να θεωρηθεί ότι οφείλεται από τον Εναγόμενο. Όσον αφορά τον τόκο που σχετίζεται με το εν λόγω ποσό, αυτός έχει περιοριστεί από την Ενάγουσα σε 6% ετησίως από τις 22/09/1992, ημερομηνία έκδοσης δικαστικής απόφασης για το ποσό £1,135.
- Θα δεχτώ τον υπολογισμό αυτό από το συμβατικό 9% στο 6%, εφόσον είναι και περιοριστικός του αναφερόμενου ποσού £1,150.94.» Στην Αντωνιάδου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι δεν «αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2/77, σε περιπτώσεις όπου καταφαίνεται ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς υποκρύπτει δανεισμό κεφαλαίου, ο συσχετισμός αυτός δε χωρεί σε περιπτώσεις όπως στην προκείμενη υπόθεση, όπου διαπιστώνεται ότι η προσθήκη στην αξία του αντικειμένου συνιστά δικαιώματα ενοικιαγοράς και όχι μεταμφιεσμένο δανεισμό». Δεν υπάρχει ενωπιόν μου οτιδήποτε που να δείχνει ότι πρόκειτο για μεταμφιεσμένο δανεισμό. Το Τεκμήριο 1 είναι η συμφωνία ενοικιαγοράς, οι όροι που τίθενται σε αυτήν την συμφωνία είναι όροι ενοικιαγοράς, οπότε δεν έχουμε μεταμφιεσμένο δανεισμό ώστε να ισχύσει ο Περί Τόκου Νόμος και να καλύπτεται η συμφωνία από τον εν λόγω Νόμο και τους περιορισμούς του. Στην περίπτωση που εξετάζω, έχω ενώπιόν μου μία σύμβαση ενοικιαγοράς και όχι μία συμφωνία δανείου. Τεκμαίρεται ως τέτοια -και σημειώνω ότι δεν υπάρχει οιαδήποτε εμφάνιση και υπεράσπιση και ισχυρισμός ότι πρόκειτο για μία σύμβαση συγκαλυμμένου δανείου. Όσον αφορά τον τόκο που θα επιδικάσω, έχω υπόψη μου και το άρθρο 33
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «33.-
(1)Καθ' oιαvδήπoτε εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ διαδικασίαv, διά τηv είσπραξιv oιoυδήπoτε χρέoυς διά τo oπoίov τόκoς είvαι πληρωτέoς είτε δυvάμει συμφωvίας ή άλλως ως διά vόμoυ πρoβλέπεται, τo δικαστήριov θα επιδικάζη τόκov συμφώvως πρoς τo συμφωvηθέv ή άλλως διά vόμoυ πρoβλεπόμεvov επιτόκιov, διά τηv περίoδov τηv αρχoμέvηv από της ημέρας καθ' ηv τoιoύτoς τόκoς κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής απoπληρωμής: Νoείται ότι τo τoιoύτov επιτόκιov δεv θα υπερβαίvη τo αvώτατov όριov τoυ εκάστoτε υπό τoυ vόμoυ επιτρεπoμέvoυ επιτoκίoυ.τoυ εκάστoτε υπό τoυ vόμoυ επιτρεπoμέvoυ επιτoκίoυ.» Κρίνω ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς 22/08/1991 τερματίστηκε νόμιμα, ως άλλωστε αναφέρεται σε επιστολή 12/3/
- Το ποσό κατά τον τερματισμό το οποίο και συγκεκριμενοποιήθηκε, ήταν για ΛΚ 1,150.
- Ως όμως αναφέρεται και στην κατάσταση λογαριασμού περιοριστικά και θα το δεχθώ, το αρχικό υπόλοιπο λογαριασμού για το οποίο κινήθηκε η αγωγή 443/92, δηλαδή του λογαριασμού που αφορά την σύμβαση ενοικιαγοράς, είναι για £1,135.08 , δηλαδή για ποσό €1,939.40, με τόκο να υπολογίζεται από 22/9/
- Το Τεκμήριο 6 (Κατάσταση Λογαριασμού) που επισυνάπτεται στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Α.Γεωργίου ημερ. 16/11/2015 περιέχει το σχετικό υπολογισμό και το τελικό ποσό στις 10/11/2015 είχε €5,128.
- Όμως, όσον αφορά τα αναφερόμενα στην εν λόγω Κατάσταση έξοδα δικαστικής Απόφασης στην παλαιότερη αγωγή 443/92, τα δικηγορικά έξοδα Writ, και τους τόκους επί δικηγορικών εξόδων, πρόκειται για έξοδα που δεν αφορούν τον Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή, ο οποίος άλλωστε θα καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αγωγής, οπότε δεν θα ήταν ορθό να επιβαρυνθεί με ποσά αγωγής εναντίον άλλων. Θα αφαιρεθεί δηλαδή από το τελικό ποσό των 5,128.63, ποσό 144.70 Λ.Κ. (€ 247.23), πλέον τόκος δικηγορικών εξόδων €211.02 που αναφέρεται στο ποσό εξόδων απόφασης και δικηγορικών εξόδων writ). Άρα, αφαιρώντας τα εν λόγω ποσά από τα οφειλόμενα, κρίνω ότι το οφειλόμενο ποσό στις 10/11/2015 ανερχόταν σε €4,670.38, πλέον τόκο ύψους 6% από 11/11/
- Εκδίδεται ως εκ των πιο πάνω απόφαση υπέρ της Ενάγουσας κι εναντίον του Εναγομένου για ποσό €4,670.38, πλέον τόκο ύψους 6% από 11/11/2015, δηλαδή από την επόμενη ημερομηνία, αυτής όπου τελειώνει η αναλυτική κατάσταση (10/11/2015) Τεκμ.
- Το εν λόγω ποσό, στο βαθμό που αναλογεί και συμπίπτει, οφείλεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμενα με τους Εναγομένους στην Αγωγή 433/
- Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας κι εναντίον του Εναγομένου δικηγορικά έξοδα €516, πλέον Φ.Π.Α. πλέον €11 έξοδα επίδοσης . (Υπ.) ............ Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο