Μ.Ε.Λ.Φ. ΛΤΔ. ν. ΣΚΑΡΠΑΡΗΣ, Αρ. Αγωγής: 415/12, 30/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 415/12 Μεταξύ: Μ.Ε.Λ.Φ. ΛΤΔ., από το Λιοπέτρι, Εναγόντων, και XXXXX ΣΚΑΡΠΑΡΗΣ, από το Λιοπέτρι, Εναγομένου. Ημερομηνία:30/11/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Γ. Πάπαλλου για κ. Ν.Νικολάου. Για Εναγόμενο: κ. Ζ.Κουλίας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγικά - οι δικογραφημένες θέσεις των μερών Με την υπό κρίση αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου €583.50 ως μη πληρωθέν τίμημα για πωληθέντα και παραδοθέντα αγαθά, δυνάμει τιμολογίων, ή και ως υπόλοιπο λογαριασμού. Ζητείται επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι 28 κιβώτια ανήκουν στους Ενάγοντες και ζητείται διάταγμα όπως παραδοθούν τα κιβώτια στους Ενάγοντες ή να καταβληθούν €140 ως αξία των κιβωτίων. Ζητείται επιπλέον τόκος, προς 9% από 20/2/10, πλέον δικηγορικά έξοδα. Σύμφωνα με την Εκθεση Απαίτησης: «
- Οι ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένοι σύμφωνα µε τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 με έδρα το Λιοπέτρι και ασχολείτο µεταξύ άλλων με τις µεταπωλήσεις φθαρτών και άλλων προϊόντων χονδρικής και λιανικής πώλησης.
- O εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή ήταν κάτοικος Λιοπετρίου και πελάτης των εναγόντων.
- Κατά, ή περί το έτος 2010 ή και προγενέστερα και σε διάφορες ηµερομηνίες ο εναγόµενος επισκεπτόταν τους ενάγοντες στην αποθήκη τους στο Λιοπέτρι και τους ζητούσε να του πωλούν διάφορα φθαρτά και άλλα προϊόντα. Ήταν ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι τα κιβώτια ιδιοκτησίας των εναγόντων μέσα στα οποία παραδίνονταν τα προϊόντα στους εναγοµένους θα επιστρέφονταν σε εύλογο χρονικό διάστημα στους ενάγοντες.
- Προς τούτοις οι ενάγοντες πωλούσαν και παρέδιδαν τα προϊόντα τους στον εναγόμενο δεόντως συσκευασµένα σε κιβώτια ιδιοκτησίας των εναγόντων τα οποία όμως ο εναγόµενος αρνείται ή και αμελεί να επιστρέψει στους ενάγοντες ή και να αποζημιώσει τους ενάγοντες πληρώνοντας την αξία των κιβωτίων που αντιστοιχούσε κατά τον χρόνο που γίνονταν οι συναλλαγές σε € 5,00 για έκαστο κιβώτιο. Επίσης οι ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια με τα οποία χρέωσαν τον εναγόμενο με το νόμιμο ή και συµφωνηθέν αντάλλαγμα και τηρείτο προς τούτοις σχετικός λογαριασµός.
- Ήταν ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας που αναγράφετο και στο εκδοθέν τιμολόγιο ότι τριάντα
(30)μέρες μετά την έκδοση εκάστου τιμολογίου θα επιβαρύνεται με τόκο 9%.
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος κατακρατεί παρανόµως ή και άνευ δικαιώματος 28 κιβώτια ιδιοκτησίας των εναγόντων με αποτέλεσμα να υφίστανται ζηµιά ύψους € 140,
- Επίσης το υπόλοιπο του εναγομένου ή και το πιο πάνω χρέος από την αξία των εμπορευμάτων που παρέλαβε από τους ενάγοντες ανέρχετο στο ποσό των € 583,
- Παρά τις επανειλημµένες οχλήσεις των εναγόντων και ιδιαίτερα με επιστολή του Δικηγόρου τους ηµεροµηνίας 28-03-2012 0 εναγόμενος αμελεί ή και αρνείται να εξοφλήσει το πιο πάνω υπόλοιπο του χρέους του.
- Για τους πιο πάνω λόγους και οι ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή και αξιούν κατά του εναγοµένου. Α. € 583,50 (Ευρώ πεντακόσια ογδόντα τρία και πενήντα σεντς) ως μη πληρωθέν τίμημα για πωληθέντα και παραδωθέντα αγαθά, δυνάμει τιµολογίων ή και υπόλοιπο λογαριασµού ή και ως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα ως άνω αναφερόµενα στη παράγραφο 6 κιβώτια ανήκουν στους Ενάγοντες Γ. Διάταγμα διατάττον τους έναγόµενους όπως παραδώσουν τα αναφερόμενα στην παράγραφο κιβώτια στους ενάγοντες ή και Δ. €140 ως την συνολική αξία των πιο πάνω κιβωτίων και ως πιο πάνω αναφέρεται Ε. Τόκο 9% από 20-02-2010 ΣΤ. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Ο εναγόµενος αρνείται όλους οµού και έναν έκαστον κεχωρισµένως τους ισχυρισμούς των εναγόντων όπως αυτοί περιγράφονται στην Εκθεση Απαιτήσεως των, πλην όπου ρητά τους παραδέχεται.
- Ο εναγόμενος αγνοεί και συνεπώς αρνείται την παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως
- Ο εναγόμενος παραδέχεται την παράγραφο 2 της Εκθέσεως Απαιτήσεως του ειδικώς οπισθογραφηµένου κλητηρίου.
- Ο εναγόμενος παραδέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως εκτός του γεγονότος ότι ζητούσε και του πουλούσαν διάφορα φθαρτά και προϊόντα. Είναι ισχυρισμός του εναγόμενου ότι το μοναδικό προϊόν που αγόραζε από τους ενάγοντες ήταν πατάτες και καμία άλλη συναλλαγή δεν είχε µε αυτούς, τις οποίες όµως πλήρωνε την ίδια μέρα που τις παραλάμβανε.
- Ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 4,5,6 και 7 και ειδικότερα αρνείται ότι οφείλει το ποσό των €583,50 καθώς επίσης αρνείται ότι κατακρατεί 28 κιβώτια τα οποία ανήκουν στους Ενάγοντες. Είναι ισχυρισμός του εναγόμενου ότι οποιαδήποτε προϊόν και ειδικότερα οποιαδήποτε ποσότητα πατατών που αγόραζε από αυτούς, πλήρωνε το τίμημα κατά την παραλαβή και δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Ελάχιστες φορές έμενε κάποιο μικρό υπόλοιπο το οποίο εξοφλούσε την αμέσως επομένη µέρα. Επιπλέον ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει στην κατοχή του τα 28 κιβώτια τα οποία ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι τα κατέχει παράνομα. Όλα τα κιβώτια τα οποία παραλάμβανε νόμιμα τα έχει επιστρέψει στους ενάγοντες και δεν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε κιβώτιο Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οι ενάγοντες του έκδωσαν οποιοδήποτε τιμολόγιο κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ουτε ο ίδιος υπόγραψε οποιοδήποτε τιµολόγιο των εναγόντων ουτε συμφώνησε να καταβόλει και/ή να επιβαρύνεται από οποιοδήποτε τόκο και ειδικότερα τον τόκο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως, ούτε του έδιναν οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη Καλεί δε τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.
- Διαζευτικά και χωρίς επηρεασµό των πιο πανω ισχυρισµών του, ο εναγόµενος ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο εναγόµενος κατέχει τα 28 κιβώτια, ο εναγόµενος αρνείται την αξία των €5.- για καθε κιβώτιο καθώς επίσης και την ζηµια των εναγόντων που ανέρχεται στο ποσό των €140.- την θεωρεί υπερβολική και διογκωµένη και καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη τους.
- Διαζευτικά και χωρίς επηρεασμό των εις τις παραγράφους 4 και 5 ισχυρισµών του, ο εναγόµενος ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι αβάσιμη και στηρίζεται σε γενικούς ισχυρισµούς και πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται η ποσότητα των προϊόντων που αγόραζε από τους ενάγοντες ο εναγόµενος, ουτε πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται οποιαδήποτε συµφωνηθείσα τιμή ή αξία των προϊόντων ή οποιαδήποτε εύλογη τιµή, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισµός από τους ενάγοντες αναφορικα µε τον χρόνο αγοράς των προϊόντων, ούτε αναφέρονται συγκεκριµένα οι αριθμοί των τιµολογίων και ηµεροµηνίες αυτών και ως εκ τουτου η αγωγη πρέπει να απορριφθεί ως γενική και αβάσιµη.
- Ο εναγόµενος αρνείται την παράγραφο 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ, ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσόν οφείλει εις τους ενάγοντες ούτε κατέχει τα επίδικα κιβώτια και αιτείται απόρριψη της αγωγής ως παντελώς αβάσιμης και ενοχλητικής με έξοδα εις βάρος των εναγόντων.» Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες αφού αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου τονίζουν μεταξύ άλλων ότι ο Εναγόμενος γνώριζε την ειδικότητα τους και την υπηρεσία που προσέφεραν ότι είχε πλήρη γνώση της μεταξύ τους συμφωνίας και των όρων της και ότι ο Εναγόμενος δεν προέβηκε σε πληρωμή των προϊόντων που παρέλαβε, ούτε και επέστρεψε τα σχετικά κιβώτια. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος γνωρίζει τόσο την ύπαρξη των τιμολογίων και την επιβάρυνση σύμφωνα με αυτά όσο και το ποιες ήταν οι ακριβείς συναλλαγές του με τους Ενάγοντες. Παραδεκτοί ισχυρισμοί Ως προκύπτει από το περιεχόμενο της Υπεράσπισης, ως αυτό διατυπώνεται, είναι παραδεκτοί οι ακόλουθοι ισχυρισμοί γεγονότων: «
- O εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή ήταν κάτοικος Λιοπετρίου και πελάτης των εναγόντων.
- Κατά, ή περί το έτος 2010 ή και προγενέστερα και σε διάφορες ηµερομηνίες ο εναγόµενος επισκεπτόταν τους ενάγοντες στην αποθήκη τους στο Λιοπέτρι. Ήταν ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι τα κιβώτια ιδιοκτησίας των εναγόντων μέσα στα οποία παραδίνονταν τα προϊόντα στους εναγοµένους θα επιστρέφονταν σε εύλογο χρονικό διάστημα στους ενάγοντες.» Β. Μαρτυρία Η διά ζώσης μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, έχει καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Έχουν βεβαίως όλα ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Έχω λάβει επίσης υπόψη την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των 2 πλευρών μετά το πέρας της ακρόασης. Παρατίθενται πιο κάτω, τα κύρια σημεία της μαρτυρίας και γίνεται αναφορά στη μαρτυρία και στα Τεκμήρια όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Εκ μέρους των Εναγόντων έδωσε μαρτυρία η διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας κα Μαίρη Σαμάρα, Μ.Ε.1, και ο γιός της Ανδρέας Σαμάρας, Μ.Ε.
- . Εκ μέρους της πλευράς του Εναγομένου έδωσε μαρτυρία ο ίδιος. Β.
- Μαρτυρία Εναγόντων Μ.Ε.
- XXXXX Σαμάρα Η Μ.Ε.1 σύμφωνα με τη μαρτυρία που έδωσε διά ζώσης στο Δικαστήριο: - Είναι υπάλληλος και διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία εταιρεία ασχολείται με εμπόριο φθαρτών. - Γνωρίζει τον Εναγόμενο ως πελάτη της επιχείρησης τους, με τον οποίο η συνεργασία ξεκίνησε από το
- - Ο Εναγόμενος αγόραζε πατάτες από το κατάστημα των Εναγόντων, τις οποίες και μεταπωλούσε. - Ο Εναγόμενος αγόραζε τις πατάτες σε κιβώτια που του δίνονταν από τους Ενάγοντες και είχε συμφωνηθεί να του χρεώνονται €5 το ένα και κάποτε αγόραζε τις πατάτες χωρίς κιβώτια τοποθετώντας τες σε δικά του δοχεία. - Η συμφωνία των μερών ήταν ότι με την αγορά των πατατών οι Ενάγοντες θα πληρώνονταν από τον Ενάγοντα «στον μήνα» (το οποίο αντιλαμβάνομαι ότι σημαίνει στο τέλος του μηνός αγοράς των προϊόντων ή σε κάθε περίπτωση εντός ενός μηνός). - Στον Εναγόμενο εκδίδονταν τιμολόγια επί πιστώσει. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τιμολόγιο ημερ. 20/2/10 (πρωτότυπο) εξηγώντας ότι ο λόγος που είχε στην κατοχή της το πρωτότυπο ήταν ότι το τιμολόγιο παρέμενε απλήρωτο αφού όταν πληρωθεί ένα τιμολόγιο γράφει πάνω στο τιμολόγιο ότι αυτό έχει πληρωθεί και δίνει τότε το αυθεντικό τιμολόγιο στον πελάτη για λογιστικούς του σκοπούς. Ετσι λειτουργούσε η εταιρεία τους. - Οι εν λόγω χρεώσεις που αναφέρονταν στο τιμολόγιο δεν πληρώθηκαν παρά τις διάφορες διαβεβαιώσεις από τον Εναγόμενο προς τους Ενάγοντες, ο οποίος όπως τους έχει αναφέρει έκανε θεραπείες στα πόδια και ζήτησε πίστωση χρόνου. - Σε κάποιο στάδιο οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον δικηγόρο τους Ν.Νικολάου να λάβει μέτρα, ο οποίος και σύνταξε επιστολή προς τον Εναγόμενο (κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4) ζητώντας πληρωμή του σχετικού ποσού, χωρίς όμως ανταπόκριση. - Το υπόλοιπο του ποσού παραμένει ανεξόφλητο και τα κιβώτια δεν έχουν επιστραφεί. Αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.1 ανέφερε κυρίως τα ακόλουθα: - Ο εναγόμενος γνωρίζει ότι η Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος των Εναγόντων και γνώριζε ότι αγόραζε προϊόντα από εταιρεία. - Οι Ενάγοντες διατηρούν αποθήκη που πωλεί φθαρτά όπως πατάτες, κρεμμύδια και καρότα. - Η εταιρεία Μ.Ε.Λ.Φ., δηλαδή οι Ενάγοντες, αναγράφει το όνομα της τόσο σε κιβώτια όπως και σε αυτοκίνητο έξω από την αποθήκη. Στο κατάστημα - αποθήκη η Μ.Ε.1 δεν είναι μόνη της αλλά ήταν εκεί και ο γιός της από το
- - Στην αρχή αρνήθηκε και στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν θυμόταν αν είχαν οι Ενάγοντες παλαιότερη συνεργασία με τον Εναγόμενο. Σε σχέση με το τιμολόγιο Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι το ποσό των €583.50 αφορούσε αγορά πατατών ενώ το ποσό των €140 αφορούσε κιβώτια (28 Χ 5 έκαστο) από προηγούμενες συναλλαγές. Εξήγησε ότι η υπογραφή κάτω από το αγοραστής ή παραλήπτης στο κάτω δεξιό μέρος του Τεκμηρίου είχε μπει κατά λάθος από εκείνη και δέχθηκε ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε το τιμολόγιο, αναφέροντας ότι ούτε ο Εναγόμενος ούτε οι περισσότεροι πελάτες υπογράφουν τα τιμολόγια. Αυτό οφείλεται στο ότι οι εργασίες της εταιρείας διεξάγονται με χορήγηση πίστωσης. - Η Μ.Ε.1 δήλωσε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί με βεβαιότητα κατά πόσο ο Εναγόμενος αγόραζε πατάτες από την εταιρεία τους για 3 μήνες εντός του
- Η Μ.Ε.1 επίσης επέμενε ότι ο Εναγόμενος πλήρωνε πάντα τους Ενάγοντες επί πιστώσει. - Την περίοδο 2009 - 2010 υπήρχαν όπως ανέφερε διάφοροι που είδαν τον εναγόμενο ανάμεσα στους οποίους και ο γιός της ο οποίος ήταν στο κατάστημα. - Δεν θυμάται να υπήρξε φορά που να υπερχρέωσε τον Εναγόμενο . - Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος εξόφλησε τις συναλλαγές του όπως και αρνήθηκε ότι επιστράφησαν τα κιβώτια. Η μάρτυρας επίσης κατέθεσε τέσσερα έγγραφα ως Τεκμήρια και συγκεκριμένα: - Τεκμήριο 1: Πιστοποιητικό σύστασης των Εναγόντων - Τεκμήριο 2: Πιστοποιητικό αξιωματούχων - Tεκμήριο 3: Τιμολόγιο ημερ. 20/2/10 με το όνομα του Εναγομένου (στο οποίο το υπόλοιπο αναλύεται σε ΛΚ583.50σ για πατάτες και ΛΚ140 για 28 κιβώτια, παρά το ότι η ημερομηνία του είναι 20/2/10, όταν δηλαδή στην Κύπρο εισήχθη το Ευρώ) - Τεκμήριο 4: Επιστολή του δικηγόρου Ν.Γ.Νικολάου προς τον Εναγόμενο ημερ. 28/3/12, με την οποία καλείται ο Εναγόμενος όπως καταβάλει στους Ενάγοντες ποσό €723.50σ. ως υπόλοιπο λογαριασμού από αγορά προϊόντων από τους Ενάγοντες. Μ.Ε.2.: XXXXX Σαμάρας Ο Μ.Ε.2 XXXXX Σαμάρας, σύμφωνα με τη διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε τα ακόλουθα στο Δικαστήριο: - εργαζόταν για τρία χρόνια στην οικογενειακή επιχείρηση, δηλαδή στην Ενάγουσα εταιρεία η οποία ανήκει στους γονείς του. - Εργαζόταν εκεί από το 2009 για τρία έτη σύμφωνα με καταστάσεις αποδοχών στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- - Ανέφερε ότι ως καθήκοντα της εργασίας του ήταν να οδηγεί forklift, να φορτώνει και ξεφορτώνει πατάτες και να εργάζεται στην αποθήκη. - Γνωρίζει τον Εναγόμενο ο οποίος ήταν πελάτης των Εναγόντων και τον γνωρίζει επίσης γιατί είναι συγχωριανοί. - Ο Εναγόμενος αγόραζε πατάτες από το 2009 αλλά μετά από ένα χρονικό σημείο δεν επέστρεψε καθότι δεν είχε εξοφλήσει ένα τιμολόγιο. - Ο Εναγόμενος χρωστούσε να πληρώσει δύο τιμολόγια, ένα χρηματικό και ένα σε σχέση με υπόλοιπο κιβωτίων. - Τα κιβώτια άξιζαν €4 και χρεώνονταν προς €5 - Ο Εναγόμενος ερχόταν στους Ενάγοντες και παράγγελλε πατάτες τις οποίες παραλάμβανε είτε κιβώτια είτε τους τις τοποθετούσαν οι Ενάγοντες σε δικά του δοχεία. - Τις περισσότερες φορές ο Μ.Ε.2 φόρτωνε τις πατάτες στον Εναγόμενο. - Ο Εναγόμενος αγόραζε μόνο πατάτες και όχι κάποιο άλλο φθαρτό. - Ο Εναγόμενος αγόρασε 50 κιβώτια πατάτες από τα οποία 22 μπήκαν σε δικά του δοχεία και στη συνέχεια 28 κιβώτια τα οποία δεν επέστρεψε άδεια και αυτά καταγράφηκαν σε επόμενο τιμολόγιο. - Όταν ζητήθηκε από τον Μ.Ε.2 να αναγνωρίσει τις υπογραφές στο Τεκμήριο 3 αναγνώρισε την αριστερή ως της μητέρας του και τη δεξιά ως του Εναγόμενου. Σε μεταγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για την υπογραφή στα δεξιά του τιμολόγιου, Τεκμήριο 3 και ότι υπολόγιζε ότι η υπογραφή ήταν του Εναγομένου. - Ο μάρτυρας επίσης αρνήθηκε τον ισχυρισμό του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 6 είναι πλαστό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. - Ήταν παρών όταν η μητέρα του συμπλήρωνε το τιμολόγιο. Τα 28 κιβώτια που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 είναι αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Δεν έγινε νέα χρέωση των κιβωτίων. Ως περαιτέρω ανέφερε ο μάρτυρας παρά το ότι πρέπει να έγιναν και άλλες συναλλαγές από τις 18/10/09 έως 20/2/10 με τον Εναγόμενο ο λόγος που αυτά προστέθηκαν στο Τεκμήριο 6 ήταν γιατί δεν επιστράφηκαν ποτέ. Β.
- Η μαρτυρία του Εναγομένου Ο Εναγόμενος ήταν ο μόνος που έδωσε μαρτυρία για τη πλευρά του και ανέφερε κυρίως τα ακόλουθα: - Τον Δεκέμβρη του 2005 αγόρασε 50 κασόνια («κασιούες») πατάτες από την Μ.Ε.1 και συνειδητοποίησε ότι η Μ.Ε.1 τον είχε χρεώσει ΛΚ200 περισσότερο από το κανονικό. - Επισκέφθηκε εκ νέου την Μ.Ε.1, η οποία δοκίμασε ξανά να τον υπερχρεώσει και δεν τα κατάφερε. - Δεν εξέδιδε η Μ.Ε.1 τιμολόγια αλλά «κτυπούσε» τις συναλλαγές σε «casio» (εννοούσε προφανώς ο Εναγόμενος υπολογιστική μηχανή με εκτύπωση). - Πλήρωνε τοις μετρητοίς τις συναλλαγές του με την Μ.Ε.
- - Συναλλάχθηκε με την Μ.Ε.1 από τον Δεκέμβριο του 2005 έως τον Απρίλιο του 2006 και συγκεκριμένα κάθε Σάββατο αυτής της περιόδου. - Στις τρεις πρώτες συναλλαγές του του δόθηκαν κιβώτια γιατί όταν είναι φρέσκα η πατάτα ξεφλουδίζεται. - Επέστρεψε κιβώτια που έλαβε - Υπήρξε μια νέα περίοδος συναλλαγών του Εναγόμενου με τους Ενάγοντες οι οποίοι δεν του εξέδωσαν καμιά φορά τιμολόγιο, ο ίδιος τους έχει εξοφλήσει και δεν έχει κρατήσει οιαδήποτε κιβώτια τους. - Πλέον αγοράζει πατάτες από τους πατατοπαραγωγούς. Αντεξεταζόμενος ανέφερε τα ακόλουθα: - Δικαιολόγησε την παράλειψη του να αναφέρει την ισχυριζόμενη υπερχρέωση των ΛΚ200 στην Υπεράσπιση του ως οφειλόμενη στη δικηγόρο του η οποία τον είχε συμβουλέψει να δεχθεί την απαίτηση των Εναγόντων - Αντιλήφθηκε ότι υπερχρεώθηκε από τους Ενάγοντες γιατί δεν του έμεινε κάποιο κέρδος από την μεταπώληση τους. Δικαιολόγησε το ότι συνέχισε να ψωνίζει από τους ενάγοντες γιατί ήταν στη συνέχεια πιο προσεκτικός. - Επιπλέον ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ζητούσε να εκδοθούν τιμολόγια για τις συναλλαγές του με τους Ενάγοντες ήταν γιατί δεν αντιλαμβανόταν την αξία του τιμολογίου. - Επέμενε ότι το 2009 δεν ψώνιζε από τους Ενάγοντες, ανέφερε ότι παλαιότερα είχε το λιγότερο πλαστικούς καλάθους ενώ σήμερα του έμειναν μόνο
- Τα κιβώτια που πήρε από τους Ενάγοντες το 2005 τα επέστρεψε. - Ο ίδιος πληρώνει τοις μετρητοίς. Δεν είχε συναλλαγές με τους Ενάγοντες το 2009 αλλά είχε προηγουμένως, μέχρι και το
- Αρνήθηκε επίσης ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 3 αφορά εκείνον. Γ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Αρχές που διέπουν γενικά την αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Η συνάδελφος Δικαστής κα Στέφη Βασιλείου-Λουκίδου, Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Μαρίνος Κυναιγήρου ν. Μιράντα Σιδερά, Αρ. Αγωγής: 525/2007, 29/3/2013 ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας, τα οποία και υιοθετώ: « Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454).» Μία υπόθεση και συνεπακόλουθα και η δικαστική κρίση, πρέπει να περιορίζεται και να εδράζεται στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων και στα πλαίσια που τίθενται από τα δικόγραφα ( βλ. μεταξύ άλλων: Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) Στη Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Αξιολόγηση μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου Η Μ.Ε.
- μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Παρατηρώ επίσης ότι δεν επισήμανε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι στο τιμολόγιο Τεκμήριο 1 η υπογραφή δεξιά για τον παραλήπτη δεν ήταν του Εναγόμενου, αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι δέχτηκε αμέσως κατά την αντεξέταση όταν της τέθηκε το ζήτημα ότι η υπογραφή δεν ήταν δική της. Δεν θεωρώ ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Παρά την κάποια δυσκολία στο να εκφραστεί στην ελληνική γλώσσα, η Μ.Ε.
- έδωσε μαρτυρία που ήταν σε αντιστοιχία με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων και δε θεωρώ ότι περιέπεσε σε σημαντικές αντιφάσεις, παρά τη δεινή αντεξέτασή της. Με προβλημάτισε το ότι στο τιμολόγιο Τεκμήριο 3, παρά το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε ενταχθεί στη ζώνη του Ευρώ από το 2008 και παρά το ότι αυτό έφερε ημερομηνία Φεβρουαρίου 2010, δεν αναγράφονταν ΕΥΡΩ αλλά Λίρες Κύπρου. Επρόκειτο όμως για ένα τυποποιημένο έγγραφο, στο οποίο οι Λ.Κ. ήταν προεκτυπωμένες και με δεδομένο ότι η αξία του ΕΥΡΩ είναι μικρότερη από αυτήν της κυπριακής Λίρας ως υπήρχε (η ισοτιμία ήταν γύρω στο 1,71 προς 1), δε θεωρώ ότι υπήρχε οιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή χάλκευση με οιοδήποτε τρόπο του εγγράφου. Αξιολογώντας το εν λόγω έγγραφο σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και ειδικότερα και σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 4 που είναι επιστολή που στάληκε στον Εναγόμενο από το δικηγόρο των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο και η οποία αναφέρεται σε ποσό €723.50 , και το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε θεωρώ ότι η εν λόγω αντίφαση δεν είναι ουσιώδους σημασίας. Θα αποδεχθώ συνεπώς τη μαρτυρία της ως αληθή. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός και άμεσος στις απαντήσεις του και δεν ήταν απόλυτος καθ'οιονδήποτε τρόπο (π.χ. σε σχέση με την υπογραφή στα δεξιά του τιμολογίου Τεκμήριο 3) όταν του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου ότι η εν λόγω υπογραφή δεν ήταν του Εναγόμενου). Κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας και θα κάνω και τη δική του μαρτυρία αποδεκτή. Ο Εναγόμενος αντίθετα, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Παρά το ότι μαρτυρούσε σε ήρεμο τόνο, περιέπεσε σε 2 σοβαρές αντιφάσεις, οι οποίες είναι καθοριστικές για να διαμορφώσω το συμπέρασμα ότι αυτός δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς να κριθεί από εμένα ως αναξιόπιστος. Κατά πρώτο λόγο, αμφισβητούσε την περίοδο κατά την οποία ισχυρίζονταν οι Ενάγοντες ότι ήταν πελάτης τους. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι υπήρξε πελάτης των Εναγόντων σε προηγούμενες περιόδους, μόνο μέχρι το 2007 και όχι το 2009-
- Στην Υπεράσπισή του όμως, έχει προβεί σε παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού . Κατά δεύτερο λόγο, δεν μπόρεσε να δώσει κάποια ικανοποιητική και λογική εξήγηση, γιατί ενώ τον ξεγέλασαν και τον υπερχρέωσαν 200 Λ.Κ. οι Ενάγοντες ως ισχυρίστηκε (το οποίο σημειώνω με έμφαση ότι επίσης δεν δικογραφήθηκε), συνέχισε να συναλλάσσεται μαζί τους. Το ότι δεν υπήρχε υπογραφή του Εναγομένου επί του τιμολογίου Τεκμήριο 3 δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί η απαίτηση των Εναγόντων. Στην Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462 λέχθηκε ότι: « Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962). To πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι απέδειξαν ότι εξέδωσαν και τα τιμολόγια και τα δελτία μεταφοράς και ότι παρέδωσαν στους εφεσείοντες τα εμπορεύματα. Ανέφερε συγκεκριμένα ο Μ.Ε.2 ότι «Δεν υπάρχει περίπτωση να πιάσουν εμπόρευμα και να μην έχει υπογραφή πάνω». Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι από το 2002 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, κανείς από τους εφεσείοντες δεν αμφισβήτησε οποιοδήποτε τιμολόγιο. Αντιθέτως, ανέφερε ότι είχε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον Μ.Υ.1 όταν υπήρχαν διαφωνίες ως προς την κατάσταση του λογαριασμού, τις οποίες διευθετούσαν και δεν του ανέφερε οποιαδήποτε διαφωνία ως προς τα τιμολόγια, τα οποία τώρα αμφισβητούν. Εφόσον η μαρτυρία για τους εφεσίβλητους ήταν ότι παρέδωσαν τα εν λόγω εμπορεύματα, δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω απόδειξη της παράδοσης των εμπορευμάτων. Το γεγονός ότι τα αμφισβητούμενα δελτία μεταφοράς και τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή των εφεσειόντων δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστους τους μάρτυρες των εφεσιβλήτων. (Χριστοδουλίδου v. Μocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294)» Εφόσον έχει κριθεί ως αξιόπιστη η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, αυτή αρκεί για την απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων. Δ. Ευρήματα γεγονότων, νομική πτυχή και κατάληξη του Δικαστηρίου Ευρήματα γεγονότων Ως εκ των πιο πάνω, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένοι σύμφωνα µε τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 με έδρα το Λιοπέτρι και ασχολείται µεταξύ άλλων με τις µεταπωλήσεις φθαρτών και άλλων προϊόντων χονδρικής και λιανικής πώλησης. O Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο (2009-2010) ήταν κάτοικος Λιοπετρίου και πελάτης των εναγόντων. Αγόραζε πατάτες από τους Ενάγοντες από την αποθήκη τους στο Λιοπέτρι. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, του χρεώνονταν κιβώτια για τη μεταφορά των πατατών, από τα οποία αυτός παρέλειψε να επιστρέψει 28. Ήταν όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι εάν τα κιβώτια που χρεώνονταν στον Εναγόμενο δεν επιστρέφονταν, θα του χρεώνονταν €5 έκαστο (αν και η αξία τους ήταν €4 έκαστο). Οι Ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια με τα οποία χρέωναν τον Εναγόμενο.Ο Εναγόμενος έχει υπόλοιπο λογαριασμού για αγορασθέντα προϊόντα από τους Ενάγοντες ύψους €583.50 (σχετικό το τιμολόγιο Τεκμήριο 3) Ο Εναγόμενος δεν εξόφλησε την εν λόγω οφειλή παρά το ότι του ζητήθηκε να το πράξει .Επίσης συντάχθηκε και επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 28/3/2012 προς τον Εναγόμενο από το δικηγόρο των Εναγόντων στην οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε, δεν υπήρξε ανταπόκριση. Νομική πτυχή - κρίση του Δικαστηρίου Μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου, υπήρξε μία συγκεκριμένη συμφωνία. Από τη μία του πωλούσαν πατάτες και αυτός έπρεπε να τους πληρώνει την τιμή που συμφωνήθηκε και από την άλλη του χρεώνονταν κιβώτια που του δίνονταν για να μεταφέρει τις πατάτες, €5 έκαστο κιβώτιο, ποσό το οποίο θα αφαιρείτο από τη χρέωση όταν το κιβώτιο θα επιστρεφόταν. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, επρόκειτο για συμφωνία πώλησης αγαθών (σχετικά τα άρθρα 2,4,5 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (10(I)/1994) που παραδόθηκαν στον Εναγόμενο και δεν πληρώθηκαν. Οι Ενάγοντες δικαιούντο να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή και να ζητήσουν το τίμημα από την πώληση των αγαθών, σύμφωνα με το άρθρο 56 του ίδιου Νόμου, που προβλέπει ότι: «Αγωγή για το τίμημα 56.-
(1)Όταν, δυνάμει σύμβασης πώλησης, η κυριότητα των αγαθών μεταβιβαστεί στον αγοραστή και ο αγοραστής εσφαλμένα αμελεί ή αρνείται να πληρώσει για τα αγαθά σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ο πωλητής δύναται να τον εναγάγει για το τίμημα των αγαθών.
(2)Όταν, δυνάμει σύμβασης πώλησης, το τίμημα είναι πληρωτέο σε ορισμένη μέρα ανεξάρτητα από την παράδοση και ο αγοραστής εσφαλμένα αμελεί ή αρνείται να πληρώσει τέτοιο τίμημα, ο πωλητής δύναται να τον εναγάγει για το τίμημα αν και η κυριότητα των αγαθών δε μεταβιβάστηκε και τα αγαθά δεν υπήχθησαν στη σύμβαση.» Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, επρόκειτο για σύμβαση μεταξύ των μερών, σύμφωνα με την οποία ή θα επιστρέφονταν τα χρεωθέντα κιβώτια στους Ενάγοντες, είτε ο Εναγόμενος θα τα πλήρωνε €5 έκαστο, δηλαδή στην πραγματικότητα τα αγόραζε έναντι €5 το καθένα (αν και η αξία τους όπως ανέφερε ο Μ.Ε. 2 ήταν €4 έκαστο). Εφόσον δεν επεστράφησαν, ο Εναγόμενος θεωρείται ότι τα έχει αγοράσει και οφείλει το τίμημά €5 για έκαστο, το οποίο και συμφωνήθηκε. Βρίσκω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτησή τους εναντίον του Εναγόμενου που αφορά σε αγαθά πωληθέντα σε αυτόν και μη πληρωθέντα. Επιπλέον ο Ενάγοντας οφείλει σε αυτούς €5 για έκαστο κιβώτιο από τα 28 που χρεώθηκε και δεν επέστρεψε, σύνολο €
- Δε θεωρώ όμως ότι έχει αποδειχθεί ο αιτούμενος τόκος 9% επί της αξίας των αγαθών από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, εφόσον δεν προέκυψε κάτι τέτοιο από τη μαρτυρία και δεν υπήρχε σχετική υπογραφή του Εναγόμενου στο τιμολόγιο Τεκμήριο 3 που να δείχνει αποδοχή τέτοιου όρου. Ε. Κατάληξη Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €583.50 -που αντιστοιχεί στην αξία των εμπορευμάτων- και για ποσό €140 που αντιστοιχεί στα 28 χρεωμένα κιβώτια επί €5 έκαστο, δηλαδή εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για συνολικό ποσό €723.
- Επί του εν λόγω ποσού των €723.50 επιδικάζεται τόκος από την ημερομηνία της καταχώρησης της αγωγής (30/4/2012). Εναντίον του Εναγομένου και υπέρ των Εναγόντων, επιδικάζονται επίσης τα έξοδα της παρούσας αγωγής, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (30/4/2012), ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........ Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο