Κατσούρη ν. Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 34/2012, 18/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOXΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 34/2012 Μεταξύ: XXXXX Κατσούρη Ενάγοντα και XXXXX Χρίστου Εναγόμενης Ημερομηνία: 18 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Κυριάκος Χρ. Μούσκος Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: Λουίζα Ν. Κουμή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερομηνίας 10/12/2015 για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης εγγράφων) Σύμφωνα με το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με το οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη είναι πρώην σύζυγοι, των οποίων ο γάμος λύθηκε και ο Ενάγων αιτείται ενοίκια για περίοδο 24/3/1999 μέχρι 30/12/
- Στις 11/1/2016 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα η υπό κρίση Αίτηση, με την οποίαν ζητείται όπως του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα, με την οποίαν αναφέρει ότι στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 22/1/2015 που καταχώρησε, αποκάλυψε όλα τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και που είναι ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου στην αγωγή, επιστολή των δικηγόρων του και Έκθεσης εκτίμησης της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου. Κατά την ετοιμασία της ακρόασης της υπόθεσης και κατά την ετοιμασία της γραπτής μαρτυρίας του, ηγέρθη -ως αναφέρει- θέμα από την Υπεράσπιση της Εναγομένης και συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης, με την οποία η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων εγγράφηκε ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτων λόγω διαρκών πιέσεών του αλλά και για να υπάρχει οικογενειακή ισορροπία, κάτι το οποίο ο Ενάγων αρνείται στην παράγραφο 3 της Απάντησής του. Επιπλέον αναφέρει ότι αποτάθηκε αμέσως στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για να του δοθούν σχετικά στοιχεία της εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομά του και σε αυτό της Εναγόμενης, κάτι το οποίο δεν ήταν δυνατόν όμως λόγω της παρέλευσης πολλών χρόνων. Προσπάθησε επίσης να εντοπίσει τους πωλητές, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατόν και βρήκε φωτοτυπία πωλητηρίου εγγράφου 01/08/1988, τοπογραφικό σχέδιο των οικοπέδων και άδεια οικοδομής σε αποθηκευτικό χώρο όπου από πάρα πολλά χρόνια είχε φυλάξει σωρεία εγγράφων. Όταν καταχωρούσε την Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης δεν ήταν σε θέση, λόγω παρέλευσης 25 χρόνων, να θυμηθεί ότι μπορούσαν τα έγγραφα να ήταν φυλαγμένα σε αποθηκευτικό χώρο. Ως αναφέρει ο Ενάγων, η προσκόμιση του πωλητηρίου εγγράφου (το οποίο επισυνάπτεται, μαζί με τοπογραφικό Σχέδιο ως Τεκμήριο Α στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση) και της άδειας οικοδομής (η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση) αφορούν μαρτυρία σε αμφισβήτηση των ισχυρισμών της Εναγόμενης και όχι κατ' ανάγκη μαρτυρία που αποδεικνύει το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του Ενάγοντα στην ιδιοκτησία του ακινήτου και κατά συνέπεια το δικαίωμά του να αξιώνει ενοίκια από την από μέρους της Εναγόμενης κατοχή και χρήση της. Η πλευρά της Εναγόμενης καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην Αίτηση με την οποία προβάλλει αριθμό Λόγων Ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στα ακόλουθα: η Αίτηση δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση στερείται νομικού υποβάθρου και είναι κατά νόμο αστήρικτη και αβάσιμη, τα ζητούμενα προς αποκάλυψη στοιχεία είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα, η περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων θα οδηγήσει σε αιφνιδιασμό της Εναγόμενης/ Καθ'ης η Αίτηση καθότι σχετίζεται με πληροφορίες και γεγονότα τα οποία δεν δικογραφούνται, η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ψευδής και δεν αποκαλύπτει ή παρουσιάζει όλα τα αληθή και/ή πραγματικά γεγονότα και/ή το λόγο για τον οποίο επιδιώκεται η αιτούμενη συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων, η αίτηση είναι αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την δικαστηριακή πρακτική και είναι αναιτιολόγητη, υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρησή της, αλλά και γενικά στις ενέργειες του Ενάγοντα με αποτέλεσμα η ενδεχόμενη επιτυχία της να επιφέρει δυσμενές αποτέλεσμα στην Εναγόμενη/ Καθ'ης η Αίτηση, η Αίτηση είναι καταχρηστική, με την Αίτηση γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων εγγράφων, χωρίς να προηγηθεί το κατάλληλο νομικό μέτρο και/ή υπόβαθρο, με την αίτηση ζητείται η αποκάλυψη εγγράφων με σκοπό την πρόκληση αιφνιδιασμού της Καθ'ης η Αίτηση, με την Αίτηση ζητείται η αποκάλυψη εγγράφων με σκοπό το ψάρεμα μαρτυρίας από την Εναγόμενη, η τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματος της Εναγόμενης για δίκαιη δίκη, η συγκεκριμένη Αίτηση έχει ως στόχο τον εκτροχιασμό της διαδικασίας, τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα οδηγήσει σε επιπλέον και αχρείαστα έξοδα και υπό τις περιστάσεις θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Εναγόμενης-Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας- Αιτήτριας με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης, η οποία αναφέρει περιληπτικά τα ακόλουθα: «
- Η παράγραφος 5 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή ημερ. 10/12/15 της Αίτησης του Ενάγοντα, στερείται νομικού υπόβαθρου είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αστήρικτη και δεν ανταποκρίνεται στους σκοπούς της Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων στην παρούσα αγωγή. Ο Ενάγοντας με την ένορκη Δήλωση του ημερ. 22/01/15 επιφύλαξε το δικαίωμα του όπως στην περίπτωση που άλλα έγγραφα περιέλθουν στην κατοχή του με κατάλληλη διαδικασία να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο, όμως τα εν λόγω έγγραφα δεν περιήλθαν στην κατοχή του αλλά τα είχε ήδη στην κατοχή του. Ο Ενάγοντας στην Ένορκη Δήλωση του ημερ. 10/12/15 της Αίτηση του στις παραγράφους 9 και 10 αναφέρει ότι τα εν λόγω έγγραφα τα είχε στην κατοχή του, ήτοι σε αποθηκευτικό χώρο. Συνεπώς ο Ενάγοντας με τους ισχυρισμούς της Ενόρκου Δηλώσεως του παραδέχεται ότι τα εν λόγω έγγραφα ήταν ήδη στην κατοχή του και όφειλε να θυμάται και να τα παρουσιάσει με την ένορκη του δήλωση ημερ. 22/01/
- Η τμηματική αποκάλυψη δεν είναι ενδεδειγμένη για σκοπούς εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας.
- Αναφορικά με τις παραγράφους 6 και 7 της Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντα ημερ. 10/12/15 λέγω ότι όντως δικογραφήθηκαν αυτά που αναφέρει ο Ενάγοντας στις εν λόγω παραγράφους. Όμως ο Ενάγοντας αντικρούοντας τον ισχυρισμό μου της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης με καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών μου, γεγονός το οποίο πρέπει να αποδείξω. Πέραν τούτου όμως στην υπεράσπιση μου είναι παραδεκτό ότι ο Ενάγοντας είναι κατά ½ ιδιοκτήτης της κατοικίας και εν πάση περιπτώση στην αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για ενοικιαστική αξία και ενοίκια. Το παρόν Δικαστήριο στην παρούσα αγωγή στερείται δικαιοδοσίας να επιλύσει θέματα που εμπίπτουν στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο στην παρούσα αγωγή δεν είναι αρμόδιο και δεν μπορεί να κρίνει ποιος συνείσφερε περισσότερο στην κατοικία. Το Δικαστήριο αυτό θα κρίνει για την ενοικιαστική αξία και τα ενοίκια, συνεπώς τα ζητούμενα προς αποκάλυψη στοιχεία ή έγγραφα αφορούν ζητήματα επίλυσης περιουσιακών διαφορών και είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα. Εν πάση περιπτώση ακόμα και αν αποκαλυφθούν τα εν λόγω έγγραφα τούτο δεν σημαίνει και/ή δεν αποδεικνύει τίποτα, επειδή σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναγράφεται το όνομα του στα εν λόγω έγγραφα.
- Η παράγραφος 8 της Ενόρκου Δηλώσεως του Αιτητή τίθεται σε άρνηση και αναφέρω ότι ο Αιτητής δεν διευκρινίζει στην εν λόγω παράγραφο χρονικά πότε αποτάθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο. Ο Αιτητής στην εν λόγω παράγραφο λέγει «αμέσως» αλλά δεν διευκρινίζει χρονικά τι εννοεί με το «αμέσως». Εν πάση περιπτώση ο Αιτητής είχε καλή γνώση της ύπαρξης των εν λόγω εγγράφων και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ανατρέξει να τα λάβει όπως άλλωστε έπραξε τώρα και/ή όφειλε να τα είχε στην κατοχή του πριν την καταχώρηση της αγωγής και/ή με την καταχώρηση της αγωγής και/ή ακριβώς μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και/ή με την συμπλήρωση των δικογράφων. Ο Αιτητής από αυτά που λέγει στην Ένορκη του Δήλωση προκύπτει ότι είχε πολύ καλή γνώση την ύπαρξη των εγγράφων και προσπαθεί τώρα να τα χρησιμοποιήσει αλλά αμέλησε ή ενδεχομένως και να αδιαφόρησε να το πράξει όταν όφειλε.
- Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι τα εν λόγω έγγραφα τώρα περιήλθαν στην κατοχή του ενώ ήταν σε χώρο αποθηκευτικό όπου πάρα πολλά χρόνια έχει φυλάξει σωρεία εγγράφων, δεν ευσταθεί αφού είχε εξ αρχής πολύ καλή γνώση της ύπαρξης τους και/ή όφειλε να θυμόταν την ύπαρξη τους και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τα λάβει όπως άλλωστε είχε κάνει. Εν πάση περιπτώσει τα έγγραφα που επιχειρείται να αποκαλυφθούν, όχι μόνο δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης αλλά δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ως ανωτέρω αναφέρω.
- Οι παράγραφοι 10 και 11 της ενόρκου Δηλώσεως του Αιτητή ημερ. 10/12/15 τίθεται σε άρνηση. Ο Αιτητής πρέπει να αποδείξει πρώτα ότι έγινε η εν λόγω συμφωνία που αποτελεί αναγκαίο υπόβαθρο και μετά να ζητήσει αποκάλυψη. Με τον τρόπο που επιζητείται η αποκάλυψη ισοδυναμεί με ψάρεμα μαρτυρίας.
- Η παράγραφος 12 τίθεται σε άρνηση επαναλαμβάνω του πιο πάνω ισχυρισμούς μου. Ωστόσο, ο Αιτητής γνώριζε την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων και ήταν σε θέση να αναζητήσει τα έγγραφα σε προγενέστερο στάδιο.
- Ουσιαστικά ο Αιτητής αδιαφόρησε και αμέλησε να αποκτήσει την κατοχή των συγκεκριμένων εγγράφων έγκαιρα, με αποτέλεσμα να προκαλεί στο τόσο προχωρημένο στάδιο κατακερματισμό της διαδικασίας και κατάχρηση τη διαδικασίας με την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων που θα μπορούσαν να γίνουν κάλλιστα σε προγενέστερο στάδιο.
- Επίσης λέγω ότι από τη στιγμή που θα προσκομιστούν έγγραφα στο δικαστήριο για τα οποία δεν είχε λάβει γνώση η Εναγόμενη προηγουμένως και/ή αφορούν γεγονότα που δεν δικογραφούνται, θα την φέρει σε δύσκολη θέση σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης της.
- Επίσης, είναι φανερό ότι τα έγγραφα τα οποία αποκαλύπτονται σε μία διαδικασία θα πρέπει να σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να επιλύσει και/ή αποφασίσει ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος και/ή το μερίδιο που του αναλογεί εφόσον τα θέματα αυτά εμπίπτουν στην σφαίρα του Οικογενειακού Δικαίου. Συνεπώς δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δύνανται με οποιοδήποτε τρόπο να προωθήσουν την υπόθεση του Ενάγοντα, αφού ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα γεγονότα.
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, αληθώς πιστεύω και εξ όσων πληροφορούμαι από την δικηγόρο μου, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν βρίσκονταν στην κατοχή του κατά την προηγηθείσα διαδικασία αποκάλυψης. Η τυχόν επιτυχία της συγκεκριμένης αίτησης θα επιβαρύνει με περαιτέρω έξοδα τους διαδίκους. Είναι πάγια η πρακτική των δικαστηρίων για προσπάθεια εξοικονόμησης εξόδων, όταν αυτό δικαιολογείται από τις περιστάσεις. Οι προϋποθέσεις για έκδοση Διατάγματος συμπληρωματικής αποκάλυψης εγγράφων δεν πληρούνται, δεν συνυπάρχουν και δεν ικανοποιούνται.
- Απορρίπτω τις παραγράφους 13, 14, 15, 16, 17 και 18 της ένορκης Δήλωσης του Αιτητή επαναλαμβάνω τους πιο πάνω ισχυρισμούς μου και ισχυρίζομαι ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί στρεψοδικία, στερείται νομικού υποβάθρου όπου πρέπει να οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη και η αποκάλυψη που ζητείται σκοπό έχει την πρόκληση αιφνιδιασμού σε εμένα καθώς και ψάρεμα μαρτυρίας.» Και οι δύο πλευρές καταχώρησαν Γραπτές Αγορεύσεις προς υποστήριξη των θεσεών τους. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων και ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει μόνο όπου κρίνεται αναγκαίο. Κύριό μου καθήκον είναι να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης εγγράφων. Οι σχετικές νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αποκάλυψης εγγράφων σε πολιτικές διαδικασίες αναλύθηκαν με ιδιαίτερη λεπτομέρεια από το συνάδελφο Δικαστή κ. Α. Φυλακτού, Ε.Δ., στα πλαίσια της Αγωγής 3854/07, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου Μ.Θ. Ιορδάνους ν. Άριστος Γεωργίου κ.α., απόφαση ημερομηνίας 18/12/2013, ο οποίος ανέφερε τα εξής: «Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποκάλυψη εγγράφων βάσει της δικονομικής πρόνοιας Δ.28 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντίστοιχης της παλιάς Αγγλικής Δ.31 θ.12, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δύναται να εξετάσει το θέμα μέσω των δικογράφων, ένορκων δηλώσεων ή και οποιασδήποτε διαδικασίας μέσα στην ίδια την αγωγή και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης, μπορεί δε να ζητηθεί, είτε γενική είτε εξειδικευμένη, από οποιονδήποτε από τους διαδίκους και συνήθως ζητείται μετά το κλείσιμο της δικογραφίας οπότε τα επίδικα θέματα θα έχουν καθοριστεί με ακρίβεια. Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων απορρίπτεται είτε όταν θεωρηθεί ότι δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης είτε όταν εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε, δεν επιτρέπεται δε η αποκάλυψη όταν ζητείται για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεσή του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του ή να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες, άμεσα ή έμμεσα, ανεξάρτητα αν μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία. (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 12, σελ. 2-34, The Annual Practice 1956, σελ. 516 επ., National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40, Nissho Iwai Corporation and others v. Lizard Shipping Company Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 31, Lagos Ltd. v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600, G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958
(1)σελ. 713-714 και 716, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δ. Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798) έχει λεχθεί ότι η τμηματική αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας ενόσω η αναγκαιότητα της αποκάλυψης εγγράφων συναρτάται με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Επίσης, η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δεν περιορίζεται σε έγγραφα που μπορεί να είναι αποδεκτά ως μαρτυρία. (βλ. σχετικά Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 62, 63, O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, 630). Στο The Supreme Court Practice 1987, τόμος 1, παράγρ. 24/1/2 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την αγγλική δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη εγγράφων Ο.24,r.1, σύμφωνα με την οποία σε υποθέσεις που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση μετά που θα κλείσουν οι έγγραφες προτάσεις, να προβούν σε αποκάλυψη των εγγράφων που, όπως προνοεί και η δική μας δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη, Δ.28 θ.1, «είναι ή ήταν» στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξή τους και αφορούν στα επίδικα θέματα: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true . ... An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd v. Cypromar Shipping Ltd κ.ά. αρ. Αγωγής 1208/06 Ε.Δ. Λάρνακος, η Πρόεδρος(τότε) του Δικαστηρίου κα Π. Παναγή, εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα σε ενδιάμεση απόφαση της ημερ. 18.10.10 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην καναδική υπόθεση Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd ν. Budd
(1992)2 WWR 453 επισημαίνεται σχετικά πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε Κανονισμός ο οποίος να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει της σύμφυτης του δικαιοδοσίας, διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των πραγματικοτήτων της σύγχρονης δικαστικής διαδικασίας ("... ... the Rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice"). Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215 αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Now in my opinion, a party who after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course or at least by notice and he has no right to keep back all knowledge of the newly discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material, would in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness ... .... ». Ένας από τους στόχους της Δ.28 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό κατά την ακροαματική διαδικασία και να δοθεί η δυνατότητα στην κάθε πλευρά να εκτιμήσει σωστά την δύναμη της υπόθεσης της ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται. Η αποκάλυψη προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No.2)
(1997)1 All E.R 614, αναφέρθηκε ότι η χρήση του ενεστώτα και του αόριστου στην πιο πάνω αγγλική δικονομική πρόνοια δεν καλύπτει έγγραφα που δεν υπάρχουν όταν καταρτίζεται ο κατάλογος εγγράφων ή η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, υποδείχθηκε ότι «.... the rule stated in the Supreme Court Practice is not only the practice but the law». Επίσης υποδεικνύεται ότι η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd, ανωτέρω, η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και όταν επιχειρήθηκε να κατατεθούν έγγραφα ως τεκμήρια ο συνήγορος της άλλης πλευράς έφερε ένσταση καθότι επρόκειτο για έγγραφα που δεν είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Το διάταγμα για αποκάλυψη δεν αναφερόταν σε υποχρέωση αποκάλυψης μελλοντικών εγγράφων. Τα έγγραφα (φωτογραφίες) που επιθυμούσαν να καταθέσουν δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης και κρίθηκε ότι υπήρχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να τα αποκαλύψουν ενωρίτερα. Έτσι το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν θα επηρεαζόταν δυσμενώς η άλλη πλευρά, επέτρεψε την κατάθεση των φωτογραφιών υπό τον όρο ότι οι ενάγοντες θα καταχωρούσαν σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εντός δυο ημερών σύμφωνα με τη Δ.28 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μετά το αρχικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη, η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζει και εκτείνεται σε έγγραφα που αποκτούνται ή δημιουργούνται στην πορεία της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley η μορφή που θα πάρει η όποια περαιτέρω αποκάλυψη δηλαδή κατά πόσο θα είναι με επίσημο κατάλογο ή απλά με επιστολή είναι αδιάφορη. Η ουσία της υποχρέωσης είναι ότι δεν πρέπει να αποσιωπάται ή αποκρύπτεται η ύπαρξη εγγράφων σχετικών με την επίδικη διαφορά είτε ο διάδικος σκοπεύει να τα παρουσιάσει στη δίκη είτε όχι. Όπως διαφαίνεται και από την υπόθεση Mitchell, ανωτέρω, υφίσταται συνεχής υποχρέωση αποκάλυψης ακόμη και μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης η οποία μπορεί να γίνει είτε με συμπληρωματική δήλωση είτε με σχετική ειδοποίηση. Στην περίπτωση που διάδικος διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα και παραλείψει να το πράξει και όταν επιχειρήσει να τα παρουσιάσει ως μαρτυρία δεν θα του επιτραπεί να τα παρουσιάσει εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε βάσιμη δικαιολογία για την παράληψη του αυτή και μπορεί να επιτρέψει όπως τέτοιο έγγραφο τεθεί ως μαρτυρία με τέτοιους όρους που θα κρίνει αρμόζοντες. (βλ. Δ.28 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Τυλληρή v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2271: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει . . . στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη". Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28 θ.1 που αντιστοιχεί με την αγγλική διάταξη 0.31 r.12, είτε ειδική βάσει της Δ.28 θ.11 που αντιστοιχεί με την 0.31 r. 19A
(3). Είναι γεγονός πως από τα σχόλια στις 0.31 r.12 και 0.31 r.19A
(3)στο Annual Practice 1958 προκύπτει πως υπάρχει όντως τέτοια εξουσία του δικαστηρίου τόσο εν σχέσει με γενική, όσο και ειδική αποκάλυψη που έχει προηγηθεί. Όπως αναφέρεται στη σελ. 716: "Where the affidavit is insufficient in form a further affidavit will be ordered". Αυτό προκύπτει και από αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, reissue, Τόμος 37, § 555. Πλην όμως υπάρχουν προϋποθέσεις όπως συνάγεται από το πιο κάτω απόσπασμα στη σελ. 713 του Annual Practice: "Upon Application for Further Affidavit. - (see r. 19A, under which a further affidavit can be ordered as to particular documents.) The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable Το suppose . . . ., from certain sources . . . . or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession . . . . if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case". Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές ότι υπάρχουν και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή κάποιου. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται Περαιτέρω ένορκη Δήλωση αποκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Στο Annual Practice, σελ. 725 αναφέρεται επίσης πως μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί το διάταγμα ("A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order"). Στην ίδια περικοπή και ειδικά εν σχέσει με την 0.31 r.12 (Δ.28 θ.2) αναφέρεται ότι: "A further affidavit may be ordered under r.12, supra, on an application without an affidavit in support, but under r.12 only when the Court is clearly satisfied from particular sources that the assertions in the affidavit of documents are untrue or cannot be accepted." Το Δικαστήριο στη βάση της Δ.28 θ.11 έχει τη δυνατότητα να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 713, 714 και 716). Το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή προτού προβεί σε διαταγή για περαιτέρω αποκάλυψη εξετάζει κατά πόσο η αποκάλυψη εξυπηρετεί τους σκοπούς δίκαιης δίκης ή απλά αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. H Δ.28 θ.11, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης, μεταξύ άλλων θεμάτων, στην υπόθεση Τ.Β.F (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)ΑΑΔ 153 όπου στις σελίδες 158 και 159 αναφέρθηκαν τα εξής: «O δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 θ.11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ.11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28 θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions
(1928)W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: ´´The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient. ´´ ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... In his Lordship´s opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party´s affidavit of documents``. Ο συνάδελφος Δικαστής Χ.Ρασπόπουλος, Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Χ.Κ. Χωματένου ν. Χριστάκη Γεωργίου κ.α., Αγ. 2270/2008, ημερ. 15/12/2015 ανέφερε τα πιο κάτω: « Στην Αγγλική απόφαση Vernon v. Bosley (Νο. 2)
(1997)1 All E.R. 614 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα αναφέρεται ότι υπάρχει συνεχής και αδιάκοπη υποχρέωση των διαδίκων και των δικηγόρων τους να αποκαλύπτουν τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους έστω και αν αυτά έχουν ξεχαστεί ή αγνοηθεί, ή υποτίθεται πως δεν υπήρχαν εξ αρχής. Σε σχέση με ξεχασμένα έγγραφα γίνεται παραπομπή στην Mitchell v. Darley Μain Colliery Co
(1884)1 Cab & EL 215 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 216 -217: "Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly - discovered document simply because he has not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material would, in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness, and if by reason of such conduct, unnecessary expense is entailed upon the party entitled to discovery, such unnecessary expense ought to be visited upon the party who ought to give it." Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στο The Supreme Court Practice 1987, Vol.1 para. 24/1/2 όπου αναφέρονται τα εξής: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 12 στη σελ. 30 στο κεφάλαιο" Disclosure of Documents" παρ. 43 αναφέρονται τα ακόλουθα: 43. Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice." Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958 σελ. 713-714 και 716, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Στην Aγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, αρ. 2818/2010, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαράλαμπου Ψαρά, απόφαση ημερ. 24/5/2010, ο συνάδελφος Δικαστής Γ. Βλάμης, Ε.Δ., ανέφερε τα ακόλουθα: «Γενικά η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διέπεται δικονομικά από τον Κανονισμό 4
(2)της Διάταξης 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος όμως θεωρώ ότι απευθύνεται σε και αφορά ενδιάμεσες αιτήσεις. Το σκεπτικό αυτό πηγάζει μέσα από ολόκληρη τη Διάταξη 48, το περιεχόμενο της οποίας παραπέμπει στον τύπο και διαδικασία εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης που συνήθως στηρίζεται σε ένορκο δήλωση που περιέχει το υπόβαθρο στη βάση του οποίου εξετάζεται κατά πόσο αιτιολογείται το αίτημα και το οποίο αντιπαραβάλλεται με την γραπτή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, η οποία επίσης συνήθως συνοδεύεται από ένορκο δήλωση και περιέχει στοιχεία περί του αντιθέτου. Το θέμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναδύεται όταν, στα πλαίσια εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης και εξέτασης κατά πόσο δικαιολογούνται τα αιτήματα του αιτητή στη βάση των στοιχείων που αυτή περιέχει και που σύμφωνα με τον προαναφερόμενο κανονισμό διεξάγεται στη βάση γεγονότων της ενδιάμεσης αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα από τη Διάταξη 39, προκύπτει ανάγκη για καταχώρηση της. Ωστόσο η παρούσα περίπτωση παρουσιάζει την εξής ιδιορρυθμία: ενώ η αίτηση και η γραπτή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στη βάση συγκεκριμένων λόγων διέπονται από τη Διάταξη 48, τα γεγονότα τα οποία εξετάζονται για να διαπιστωθεί κατά πόσο δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης άδειας κρίνονται υπό το πρίσμα των παραμέτρων των προνοιών των Κανονισμών 1 και 3 της Διάταξης 28, οι οποίες παραπέμπουν στο να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο αιτητής είχε βάσιμη δικαιολογία για να παραλείψει την αποκάλυψη των εγγράφων που εκ των υστέρων επιθυμεί να αποκαλύψει με ότι αυτό συνεπάγεται καθώς επίσης ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο και σχετικό για τη δίκαιη επίλυση επίδικου θέματος της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Αυτό, κατά την ταπεινή μου άποψη, ισχύει επειδή η υπό κρίση αίτηση ουσιαστικά αφορά την επιθυμία των Αιτητών για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων από μέρους τους στα πλαίσια σχετικών οδηγιών που ήδη δόθηκαν στο παρελθόν από το Δικαστήριο. Η επιθυμία για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν αφορά τη συμπλήρωση υποβάθρου για να εξεταστεί ενδιάμεση αίτηση αλλά για το ίδιο θέμα (αποκάλυψη εγγράφων) που, όπως σημείωσα, το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί μαζί του. Είναι με αυτό το συνδυασμένο φακό που η παρούσα αίτηση προσεγγίζεται και αντιμετωπίζεται. Η δε αναφορά των Διατάξεων 28 και 48 στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δημιουργεί το αναγκαίο δικαιοδοτικό βάθρο που επιτρέπει την εξέταση της. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στο στάδιο των οδηγιών είναι σύνηθες φαινόμενο το Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων σύμφωνα με τη Διάταξη 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στα μέρη να προβούν εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου σε αποκάλυψη των εγγράφων που βρίσκονταν υπό την κατοχή, έλεγχο, εξουσία ή φύλαξη τους και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Αμφότερα μέρη συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες αυτές. Ακολούθως, οι Αιτητές διαπίστωσαν την ύπαρξη τεσσάρων συγκεκριμένων εγγράφων που προσδιορίζουν και ονοματίζουν και ζητούν από το Δικαστήριο να τους επιτρέψει να τα αποκαλύψουν πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσουν ως μέρος της μαρτυρίας που θα προσκομίσουν κατά την παρουσίαση της εκδοχής τους. Δεν έχω εντοπίσει κυπριακή νομολογία που, ως γενική αρχή, να απαγορεύει συγκεκριμένα σ' ένα διάδικο να αποκαλύπτει ειδικά έγγραφα που, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, περιέπεσαν στην αντίληψη του ότι βρίσκονται υπό την κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο ή εξουσία του μεταγενέστερα της έκδοσης διατάγματος γενικής αποκάλυψης εγγράφων για σκοπούς ακρόασης της υπόθεσης, νοουμένου ότι εξηγείται ο λόγος της παράλειψης και κατ' επέκταση της εκ των υστέρων αντίληψης και εφόσον βέβαια τούτο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επιδίκου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Αν με βάση τον Κανονισμό 11 της Διάταξης 28 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει ένα διάδικο να αποκαλύψει ειδικά συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα ανεξάρτητα εάν εκκρεμεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης εγγράφων σύμφωνα με τον Κανονισμό της Διάταξης 28, δεν βλέπω το λόγο γιατί ο ίδιος διάδικος που επιθυμεί να επεκτείνει τον δικό του κατάλογο αποκαλυφθέντων εγγράφων με άλλα συγκεκριμένα έγγραφα που ο ίδιος έφερε στο προσκήνιο και θέλει να τα θέσει υπόψη του αντιδίκου του να μην μπορεί να το πράξει στη βάση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως κατόπιν σχετικής αίτησης ή προφορικού αιτήματος από τον ίδιο, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επιδίκου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Έπεται ότι σε τέτοια περίπτωση ο αιτητής θα πρέπει να δώσει δικαιολογημένη εξήγηση για την εκ των υστέρων ενέργεια του να αποκαλύψει τα επιπρόσθετα έγγραφα που επιθυμεί καθώς επίσης ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο και σχετικό για τη δίκαιη επίλυση επίδικου θέματος της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων (Κανονισμοί 1 και 3 της Διάταξης 28).» Στην υπόθεση Ναυτοδικείου Oscar Shipping Pte Ltd v. Asphodel, 2012 1 A.A.Δ. 2771, o έντιμος Δικαστής Α.Δ. κ. Κραμβής, ανέφερε τα ακόλουθα, καταλήγοντας στη μη έγκριση αίτησης για περαιτέρω αποκάλυψη: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408). Από πλευράς εναγόντων, αναφέρθηκε ότι με την προτεινόμενη συμπληρωματική δήλωση αποκάλυψης εγγράφων θα δοθεί στους ενάγοντες η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου τις πράξεις και τις προσπάθειες που κατέβαλαν για μείωση της ζημιάς τους. Στην αναφορά δεν δικογραφείται τέτοια απαίτηση ούτε και έχει επιτραπεί η προς τούτο τροποποίηση της αγωγής, παρά το σχετικό διάβημα των εναγόντων. (Βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 15.11.2012). Εν πάση περιπτώσει, τα πράγματα ίσως να ήταν διαφορετικά αν η υπό κρίση αίτηση υποβαλλόταν στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας και όχι σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ (Αρ. 2)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 798. Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι τον Ιούνιο 2012 που καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν κατείχαν τα έγγραφα τα οποία ζητούν τώρα να αποκαλύψουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε λέγουν ότι τελούσαν υπό πλάνη ή παρανόηση για την υπόθεση ούτε ότι είχαν λανθασμένη αντίληψη ότι τα έγγραφα δεν ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα. Αυτό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται είναι ότι εκ λάθους δεν γίνεται αναφορά στην αγωγή για την εργοδότηση του πλοίου μετά την 20.11.2011, στοιχείο που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετικό και να προσμετρήσει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος όταν μάλιστα η αίτηση για τροποποίηση της αγωγής έχει απορριφθεί.» Προχωρώ, στο να εξετάσω κατά πόσον στην υπό κρίση περίπτωση, πληρούνται οι προϋποθέσεις για να επιτρέψω καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Έχω εξετάσει την επιχειρηματολογία των μερών και θα σχολιάσω όσα θέματα κρίνω αναγκαίο. Το καθοριστικό για την κρίση μου είναι ότι τα έγγραφα που ζητείται να αποκαλυφθούν σχετίζονται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου που σχετίζεται με την αγωγή. Κρίνω ότι δεν τίθεται ψαρέματος μαρτυρίας, ως υποστηρίζεται στην Ένσταση, εφόσον ζητείται να αποκαλυφθεί μαρτυρία που υπάρχει στην κατοχή της πλευράς του Ενάγοντα. Ούτε είναι πολύ καθυστερημένο το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η Αίτηση, αφού πρόκειται για μία παλαιά υπόθεση, αλλά η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει. Τα όσα ζητείται να αποκαλυφθούν φαίνονται να είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, χωρίς να προχωρώ βεβαίως σε αυτό το στάδιο σε εις βάθος αξιολόγησή τους. Δεν θεωρώ ότι εκτροχιάζεται η διαδικασία με την καταχώρηση μίας τέτοιας Ένορκης Δήλωσης. Κρίνω επίσης ότι δεν τίθεται θέμα αδικαιολόγητης δημιουργίας εξόδων. Σε κάθε διαδικασία δημιουργούνται έξοδα και ο κανόνας είναι ότι αποδίδονται αναλόγως του αποτελέσματος. Ίσως να μπορούσε να επιδειχθεί περισσότερη επιμέλεια από τον Ενάγοντα και έχοντας προετοιμαστεί καλύτερα πιο νωρίς, να φρόντιζε να είχε πιο έγκαιρα τα έγγραφα που ζητεί να αποκαλύψει στην κατοχή του. Όμως από τη στιγμή που τώρα έχει στην κατοχή του έγγραφα σχετικά με την υπόθεση και θέλει να προβεί σε αποκάλυψή τους για να τα επικαλεστεί και χρησιμοποιήσει στη δίκη, θα το θεωρούσα δρακόντειο και υπέρμετρα φορμαλιστικό να του στερούσα το δικαίωμα να προσκομίσει μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του στην Έκθεση Απαίτησης. Ο φορμαλισμός είναι ανεπιθύμητος, μη πρακτικός και παραβιάζων το δικαίωμα ενός διαδίκου σε δίκαιη δίκη ( βλ. Perez de Rada Cavanilles v. Spain, par. 49; Miragall Escolano v. Spain, par. 38; Société anonyme Sotiris and Nikos Koutras ATTEE v. Greece, par. 20; Beles and others v. Czech Republic, par. 50; RTBF v. Belgium, paras. 71, 72, 74), Όπως τα Δικαστήρια τείνουν να επιτρέπουν προ της έναρξης της ακρόασης να τροποποιούνται δικόγραφα, αυτό κρίνω ότι πρέπει να ισχύει και στην παρούσα αίτηση για συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων. Το να δίνεται η ευκαιρία στα μέρη μίας διαδικασίας να παρουσιάσουν στην ακροαματική διαδικασία -η οποία επαναλαμβάνω ότι δεν έχει ακόμη ξεκινήσει- όλη την έγγραφη μαρτυρία που έχουν στην κατοχή τους, εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, βοηθά σημαντικά το Δικαστήριο μέσα στο υπάρχον αντιπαραθετικό σύστημα δικαίου να έχει μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα μίας διαφοράς και διασφαλίζει αποτελεσματικότερα τη διεξαγωγή μίας δίκαιης δίκης. Δεν υπάρχει κάποιος Λόγος Ένστασης, ο οποίος να υπερβαίνει σε βαρύτητα και σημασία το δικαίωμα του Ενάγοντα να παρουσιάσει όσο το δυνατόν καλύτερα την υπόθεσή του στο Δικαστήριο και δεν τίθεται κάτι που να δείχνει ότι η πλευρά της Εναγομένης θα περιέλθει σε δυσμενή θέση από το εάν σε αυτό το στάδιο προβεί ο Ενάγων στην επιπλέον Αποκάλυψη εγγράφων, την οποίαν αιτείται. Συνεπώς, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, ως ζητείται στην Αίτηση, να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα επιδικαστούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Ξ. Ξενοφώντος, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο