ΣΜΟΛ ν. ΛΑΜΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1311/2011, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2016:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Προσωρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1311/2011 Μεταξύ: XXXXX ΣΜΟΛ Ενάγοντας και XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Μούσκος με κα Π. Μούσκου Για τον Εναγόμενος: κα Κ. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας απαιτεί από τον Εναγόμενο ποσό €8,600, ως ισχυριζόμενο υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση της επιχείρησής του. Το Δικαστήριο, αφού πρώτα αναφερθεί στις Έγγραφες Προτάσεις των μερών και στη μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, θα αξιολογήσει τη μαρτυρία και υπό το φως των ισχυουσών νομικών αρχών και των δικογραφημένων θέσεων, θα αποφανθεί περί του βάσιμου ή μη της αξίωσης του Ενάγοντα. Β. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Απαίτηση Η πιο πάνω Αγωγή καταχωρήθηκε στις 31/10/
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η αξίωση του Eνάγοντα εναντίον του Εναγόμενου είναι για: «Α) Ποσό €8.6000.- ως υπόλοιπο χρέους, και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας, και/ή ως ποσό με το οποίο ο εναγόμενος αδίκως επλουτίσθει, και/ή άλλως ως λεπτομερώς αναφέρεται κατωτέρω. Β) Νόμιμο τόκο. Γ) Έξοδα της αγωγής, πλέον έξοδα της επίδοσης.» Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα Τα ισχυριζόμενα γεγονότα κατά τον Ενάγοντα, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, έχουν ως εξής: «
- Ο ενάγων κατά πάντας ουσιώδεις χρόνους δια την παρούσα αγωγή ήτο νόμιμος ενοικιαστής και κάτοχος ενός υποστατικού που βρίσκεται στην οδό XXXXX 6, στο Λιοπέτρι, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 12/04/2010 μεταξύ του και του ιδιοκτήτη του υποστατικού κ. XXXXX Παναγιώτη Σταυρή. Η ενοικίαση ήτο για περίοδο 3 ετών από 01/05/2010 μέχρι 30/04/2013 και το υποστατικό το χρησιμοποιούσε ο ενάγοντας ως επαγγελματική στέγη.
- Κατά ή περί την 01/12/2010 ο ενάγων και ο ιδιοκτήτης του υποστατικού συνεφώνησαν προφορικά όπως η μεταξύ τους ενοικίαση του υποστατικού τερματιστεί και κατόπιν νέας προφορικής συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα, του ιδιοκτήτη και του εναγόμενου, συνεφωνήθει όπως ο εναγόμενος αναλάβει την κατοχή του υποστατικού. Κατά ή περί τον ίδιο χρόνο όπως αναφέρεται πιο πάνω συνεφωνήθει επίσης προφορικά μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου όπως ο ενάγοντας πωλήσει στον εναγόμενο και ο εναγόμενος αγοράσει την επιχείρηση του ενάγοντα στο υποστατικό αντί του συμφωνηθέντος ποσού τν €20.000.-. Όλες οι πιο πάνω συμφωνίες έγιναν στο Λιοπέτρι.
- Έναντι του πιο πάνω συμφωνηθέντος ποσού των €20.000.- ο εναγόμενος πλήρωσε στον ενάγοντα €10.000.- και μετά ακόμα €1.400.- με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των €8.600.- παρά το γεγονός ότι και την κατοχή του υποστατικού ανέλαβε, όσο και την κατοχή της επιχείρησης του ενάγοντα.
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους του ενάγοντα και την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα προς τον εναγόμενο ημερ. 01/08/2011, ο εναγόμενος μέχρι σήμερα αμελεί και/ή παραλείπει, και/ή αρνείται να πληρώσει στον ενάγοντα το υπόλοιπο των €8.6000.- προς εξόφληση του χρέους του.» Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου Η Έκθεση Υπεράσπισης είναι επίσης ιδιαίτερα συνοπτική και έχει ως ακολούθως: «
- Ο Εναγόμενος παραδέχεται την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα.
- Ο Εναγόμενος πλην του γεγονότος ότι την 01/12/10 στην παρουσία του Ενάγοντα και του ιδιοκτήτη του υποστατικού συμφώνησε και ανέλαβε την κατοχή του υποστατικού, αρνείται κατηγορηματικά την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι συμφώνησε προφορικά με τον Ενάγοντα στην παρουσία του ιδιοκτήτη και αγόρασε την επιχείρηση που ασκούσε ο Ενάγοντας στο εν λόγω υποστατικό αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €11.400.-, ποσό το οποίο κατεβλήθη στον Ενάγοντα.
- Ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα και αναφερόμενος στα πιο πάνω ισχυρίζεται και λέγει ότι ουδέν ποσό οφείλει προς τον Ενάγοντα και ότι το ποσό της μεταξύ τους συμφωνίας των €11.400.- έχει καταβληθεί πλήρως προς τον Ενάγοντα και θέτει τον Ενάγοντα σε αυστηράν απόδειξη των ισχυρισμών του.
- Ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα και θέτει τον Ενάγοντα σε αυστηράν απόδειξη των ισχυρισμών του.
- Ο Εναγόμενος αρνείται την παράγραφο 5 και τις αξιώσεις που εγείρει ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ και ισχυρίζεται και λέγει ότι έχει εξοφλήσει πλήρως τον Ενάγοντα και ζητά απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντα ως Νόμω και ουσία αβάσιμης και ενοχλητικής με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα.» Καταχωρήθηκε επίσης Απάντηση γενικής φύσεως εκ μέρους του Ενάγοντα, την οποίαν δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω ειδικά. Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Γενικά Μαρτυρία για την πλευρά του Ενάγοντα έδωσε μόνο ο ίδιος. Επίσης μαρτυρία για την πλευρά του Εναγόμενου έδωσε μόνο εκείνος. Δεν κατέθεσαν άλλοι μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα λεχθέντα κατά τη μαρτυρία του Ενάγοντα και του Εναγόμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνονται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Έχουν βεβαίως ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Παρατίθενται πιο κάτω, τα κύρια σημεία της μαρτυρίας και γίνεται αναφορά στη μαρτυρία και στα Τεκμήρια όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η μαρτυρία του Ενάγοντα Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, είχε λειτουργήσει μια επιχείρηση στο Λιοπέτρι, τύπου παγωταρία - κρεπερί. Ενοικίαζε το υποστατικό από κάποιον XXXXX Παναγιώτου Σταυρή με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 1/5/10, το οποίο έληγε στις 30/4/
- Το εν λόγω υποστατικό βρίσκεται στην οδό XXXXX
- Λίγους μήνες μετά, το Νοέμβριο του 2010, αποφάσισε να πωλήσει την επιχείρηση και ενδιαφέρθηκε να την αγοράσει ο Εναγόμενος. Μίλησαν, προσδιορίστηκε το είδος της επιχείρησης και ο εξοπλισμός, ο οποίος και καταγράφηκε και είχε αξία €28,480.00 βάσει τιμολογίων. Κατέθεσε ο μάρτυρας ως Τεκμήριο 1, σχετική, χειρόγραφη -με γράμματα του ιδίου- αλλά ανυπόγραφη και μη φέρουσα ημερομηνία, λίστα/κατάλογο με αναλώσιμα και εξοπλισμό καθώς και υλικά που χρειάστηκε για να ανακαινίσει το κατάστημα. Η διαφορά του ποσού των €28,480.00 με το αναφερόμενο συμφωνηθέν ποσό πώλησης της επιχείρησης στις €20,000.00 στην Έκθεση Απαίτησης του, δικαιολογήθηκε από τον ίδιο με το ότι επτά μήνες λειτουργούσε εκείνος την επιχείρηση και γι' αυτό υπάρχει η διαφορά στο τιμολόγιο (εννοώντας προφανώς ότι τα όσα πωλούνταν δεν ήταν καινούρια). Ως ανέφερε περαιτέρω ήθελε να «δώσει» το μαγαζί γιατί η γυναίκα του προσλήφθηκε στο δημόσιο και ο ίδιος ήδη είχε άλλη δουλειά. Η συμφωνία για €20,000.00 ήταν ότι το ποσό θα καταβαλλόταν τοις μετρητοίς. Σύμφωνα με την εκτίμηση του είναι σχεδόν σίγουρος ότι τα εν λόγω πράγματα βρίσκονται ακόμη και σήμερα μέσα στο υποστατικό. Ο Εναγόμενος όμως δεν τον πλήρωσε το συμφωνηθέν ποσό των €20,000.00 (ως η συμφωνία) αλλά του έδωσε επιταγή για ποσό €10,450.00 από το οποίο, ποσό €10,000.00 ήταν έναντι των €20,000.00 που αφορούσαν την πωληθείσα επιχείρηση και €450 για να εξοφλήσει το "υπόλοιπο για το ενοίκιο" (το οποίο ως εξειδικεύθηκε κατά την αντεξέτασή του ήταν ποσό που είχε καταβληθεί από τον ίδιο στον ιδιοκτήτη, ως «ντιπόζιτο»-εγγύηση). Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος του έδωσε δύο φορές ποσό €500 (σύνολο €1000 δηλαδή), μια φορά €200 και μετά από επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο για εξόφληση του υπολοίπου, ο τελευταίος του κατέβαλε ακόμη €
- Μετά από άλλες επισκέψεις του στο υποστατικό, ο Εναγόμενος αρνείτο να δώσει περαιτέρω ποσά στον Ενάγοντα, οπότε επισκέφθηκε στη συνέχεια το δικηγόρο του Εναγόμενου, ο οποίος του είπε ότι θα τον ειδοποιούσε. Αρχικά ο Εναγόμενος τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα λάμβανε €20,000 από αίτηση δανείου στην οποία είχε προβεί. Το ποσό δεν δόθηκε ως ανέμενε ο Ενάγοντας και κατόπιν συζήτησης, σε κόσμια πλαίσια, ουσιαστικά παραχωρήθηκε κάποια πίστωση χρόνου στον Εναγόμενο, αφού ο Εναγόμενος διαβεβαίωσε τον Ενάγοντα ότι θα του κατέβαλλε €500 το μήνα. Όσον αφορά τη συμφωνία ενοικίασης που είχε ο Ενάγοντας με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού, αυτή ήταν για 36 μήνες. Προτού γίνει η συμφωνία Ενάγοντα - Εναγόμενου, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ο ιδιοκτήτης, με την προϋπόθεση να γινόταν άλλο συμβόλαιο με τον Εναγόμενο. Ο ιδιοκτήτης συναίνεσε τηλεφωνικώς. Όπως ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα, είχε τη συναίνεση του ιδιοκτήτη για να εισέλθει στο ακίνητο. Στη συνέχεια, η συμφωνία ενοικίασης συνεχιζόταν μεταξύ ιδιοκτήτη-Εναγόμενου. Όσον αφορούσε την κατάσταση των αντικειμένων και άλλων της επιχείρησης που ήταν η βάση της συμφωνίας του με τον Εναγόμενο, ο Ενάγων τα παρέδωσε στον Εναγόμενο, ο οποίος και τα παρέλαβε. Ως ανέφερε με έμφαση, ούτε θα πωλούσε την επιχείρηση για €11,400.00 ούτε θα έστελνε οιανδήποτε επιστολή για οφειλόμενο υπόλοιπο εάν η συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου ήταν μόνο για €11,400.
- Αντεξεταζόμενος, ανέφερε περαιτέρω, ότι στη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου, η οποία έγινε στο κατάστημα, παρόντες ήταν ο ίδιος, η γυναίκα του Έμιλι Χρίστου και ο Εναγόμενος, μαζί με την κοπέλα του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι στη συμφωνία αυτή ήταν παρών και ο ιδιοκτήτης του υποστατικού. Όπως ανέφερε, ήταν πάνω από 100% σίγουρος ότι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού ήταν στην Αυστραλία όταν καταρτίστηκε η συμφωνία. Η συμφωνία συνομολογήθηκε την 1/12/
- Ερωτώμενος αν γνώριζε τον Εναγόμενο πριν την συμφωνία, απάντησε ότι είχαν δύο συναντήσεις και ότι του τον σύστησε ο αδερφός του Εναγόμενου, ο οποίος ήταν γείτονας του στα μαγαζιά του. Η συμφωνία έγινε προφορικά λόγω της εμπιστοσύνης που είχε με τον γείτονα του στα καταστήματα, αδερφό του Εναγόμενου. Αρνήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση ότι η συμφωνία μεταξύ εκείνου και του Εναγόμενου ήταν για ποσό €11,400.00 και επανέλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πωληθεί η επιχείρηση για τέτοιο ποσό, αφού του στοίχισε €28,480.00 σε υλικά, συν τους κόπους του να την «στήσει». Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι στην παρουσία του ιδιοκτήτη αρχικά ζήτησε €15,000.00 ενώ στη συνέχεια κατέληξε μετά από διαπραγματεύσεις στις €11,400.
- Ανέφερε επίσης ότι μετά από πολλές παρακλήσεις προς τον Εναγόμενο για να επισκεφθούν δικηγόρο για να καταρτιστεί ένα έγγραφο ή κάποια συμφωνία, ο τελευταίος του πρόβαλλε διάφορες δικαιολογίες. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι €10,000.00 του δόθηκαν τον Ιανουάριο του 2011 με επιταγή Τράπεζας Κύπρου για ποσό €10,450.00 από τα οποία €450 ανταποκρίνονταν στην προκαταβολή («ντιπόζιτο») του ενοικίου. Ο μάρτυρας επίσης ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι είχε στην κατοχή του διάφορα τιμολόγια, τα οποία όμως δεν του ζήτησε η δικηγόρος του Εναγόμενου -αλλά ούτε και ο ίδιος ή ο δικηγόρος του- να κατατεθούν στο Δικαστήριο. Δεν τέθηκαν λοιπόν υπόψη του Δικαστηρίου τα εν λόγω τιμολόγια. Ερωτώμενος ο Ενάγοντας γιατί δεν τα κατέθεσε, ανέφερε ότι θεώρησε πιο σωστό να κατατεθεί το έγγραφο το οποίο αναγράφει τα προϊόντα που πωλήθηκαν στον Εναγόμενο και όχι τα τιμολόγια που αναγράφουν τι αγόρασε ο ίδιος. Αρνήθηκε ότι προέβη σε υπερχρέωση του Εναγόμενου και ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν κατέθεσε τα τιμολόγια και αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι δεν κατέθεσε τα τιμολόγια γιατί δεν μπορούσε να αθροιστεί το ποσό για το οποίο ισχυριζόταν ότι πώλησε την επιχείρηση του. Το Τεκμήριο 1 σύμφωνα με τον Ενάγοντα ετοιμάστηκε όταν πώλησε το μαγαζί του στον Εναγόμενο και όχι εκ των υστέρων. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι ο λόγος που δεν υπάρχει υπογραφή του Εναγόμενου στο εν λόγω Τεκμήριο είναι γιατί ποτέ δεν του παρουσιάστηκε αυτό. Σε επισήμανση της δικηγόρου του Εναγόμενου κατά την αντεξέταση ότι το άθροισμα της συνολικής αξίας των αντικειμένων του Τεκμηρίου 1 ήταν €28,530.00 και όχι €28,480.00, ο Ενάγων το απέδωσε σε μαθηματικό λάθος (σημειώνει το Δικαστήριο ότι όντως το άθροισμα της συνολικής αξίας των αντικειμένων στο Τεκμήριο 1 είναι €28.530,00). Υποβλήθηκε επίσης στον Ενάγοντα ότι ποτέ δεν συμφώνησε για προϊόντα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 όπως τα αλουμίνια, τα ηλεκτρολογικά, τα κεραμικά, οι γυψοσανίδες, το σκυρόδεμα, τα εργατικά ή οποιοδήποτε καθιστικό, κάτι το οποίο ο Ενάγων αρνήθηκε. Όπως επίσης και αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι ο κατάλογος που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 βασιζόταν στο τι πλήρωσε για να δημιουργήσει την επιχείρηση του και όχι με βάση το τι συμφώνησε να αγοραστεί από εκείνον. Κατά τον Ενάγοντα, ο ίδιος δεν πώλησε «αέρα» ή πελατεία του καταστήματος αφού λειτούργησε την επιχείρηση μόνο επτά μήνες. Εκτίμηση δεν είχε γίνει για την αξία των πωληθέντων αντικειμένων και ούτε εκδόθηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο. Οι €20,000.00, όπως ανέφερε ο Ενάγοντας συμπεριλάμβαναν Φόρο Προστιθέμενης αξίας, τον οποίο ως ισχυρίστηκε, αν εισέπραττε θα πλήρωνε, προσθέτοντας ότι είχε «και λεφτά να παίρνει από το ΦΠΑ» λόγω των αγορών στις οποίες προέβη. Σε υποβολή της δικηγόρου του Εναγόμενου ότι ο Εναγόμενος έδωσε στον Ενάγοντα €1,000.00 στις αρχές Δεκεμβρίου (εννοείται του 2010) που συμφωνήθηκε να αγοραστεί η επιχείρηση, ο Ενάγων αρνήθηκε την υποβολή, ως επίσης και αρνήθηκε το ότι το ποσό €450 που έλαβε (ως μέρος ποσού €10,450) ήταν μέρος του τιμήματος πώλησης της επιχείρησης του. Στις 29/9/15 κατατέθηκε, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του μάρτυρα και κατόπιν αιτήματος από τη δικηγόρο του Εναγόμενου, ως Τεκμήριο 2, ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο ως του επισημάνθηκε δεν αναγράφει οπουδήποτε για καταβολή ποσού €450 ως προκαταβολή («ντιπόζιτο»). Ο Ενάγων επέμενε όμως ότι το εν λόγω ποσό το έλαβε παρά το ότι δεν υπήρχε στο συμβόλαιο αναφορά σε προκαταβολή. Αρνήθηκε επίσης, με σταθερότητα, τις υποβολές της δικηγόρου του Εναγόμενου ότι δεν έστειλε επιστολή στον Εναγόμενο, ότι δεν έγινε η πληρωμή όπως ισχυριζόταν, ότι η συμφωνία ήταν για €11,400.00, ότι δεν του οφείλεται οποιοδήποτε ποσό και ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής δεν ενημέρωσε ποτέ τον Εναγόμενο για το ποσό που ισχυρίζεται. Ανέφερε περαιτέρω ο Ενάγοντας ότι σχεδόν καθημερινά ήταν σε επαφή και επισκεπτόταν τον Εναγόμενο στο κατάστημα του, διότι είχε ακριβώς το γειτονικό κατάστημα και του ζητούσε τα λεφτά του. Αρνήθηκε τέλος, ότι πλησίασε τον Εναγόμενο και του ζήτησε ποσό €1,500.00 για να αποσύρει την υπόθεση του. Η μαρτυρία του Εναγόμενου Για την πλευρά του Εναγόμενου έδωσε μαρτυρία ο ίδιος και το βασικό μέρος της κυρίως εξέτασης αναλύεται αμέσως πιο κάτω. Η εκδοχή του Εναγόμενου είναι πολύ διαφοροποιημένη, ως θα διαφανεί και κατωτέρω από την εκδοχή που έδωσε ο Ενάγων στο Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα από την επιχείρηση που αγόρασε από εκείνον. Συμφώνησε με τον Ενάγοντα πληρωμή ποσού €11,400.00 και τον πλήρωσε και εξόφλησε βάσει της συμφωνίας τους. Η συμφωνία συνομολογήθηκε ως εξής: πληροφορήθηκε ο Εναγόμενος ότι ο Ενάγοντας πωλούσε την επιχείρησή του, την είδε και ήταν της αρεσκείας του και ο Ενάγοντας, όταν ερωτήθηκε τι ποσό ζητά, του ανέφερε «πάνω-κάτω €15,000.00». Ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Ενάγοντα να σκεφτόταν την πρόταση του για το ποσό των €15,000.00 και μετά από 2-3 μέρες επέστρεψε και τον ενημέρωσε ότι ενδιαφέρεται για την επιχείρηση του και να του πει τι γίνεται μαζί με εκείνον και τον ιδιοκτήτη. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος ο Εναγόμενος το συμβόλαιο που είχε ο Ενάγοντας με τον ιδιοκτήτη. Ο Εναγόμενος λαμβάνοντας το συμβόλαιο για να το αναγνώσει πρόσεξε ότι υπήρχε πρόνοια με την οποία απαγορευόταν ενοικίαση σε άλλο πρόσωπο και γι' αυτό το λόγο έψαξε και βρήκε το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη, ο οποίος μένει στην Αυστραλία και ο ιδιοκτήτης του είπε ότι θα ήθελε να ήταν παρών πριν να αλλάξει ο ενοικιαστής. Ενημέρωσε σχετικά τον Ενάγοντα και έγινε μια συνάντηση των δύο τους μαζί με τον ιδιοκτήτη στο μαγαζί. Κατά την πιο πάνω συνάντηση υπήρξε έντονη συζήτηση μεταξύ του Ενάγοντα και του ιδιοκτήτη για το ποιος έβαλε και ποιος πλήρωσε τι μέσα στο μαγαζί και ο Εναγόμενος στο τέλος μαζί με πίεση προερχόμενη και από τον ιδιοκτήτη προς τον Ενάγοντα κατέληξαν, Ενάγων και Εναγόμενος σε συμφωνία για πώληση της επιχείρησης για ποσό €11,
- Ο βασικός ισχυρισμός του Εναγόμενου είναι (και θα τον παραθέσω επί λέξει ως διατυπώθηκε): «Για να με αφήσει να μπω στο μαγαζί είπεν μου να του δώσω μια προκαταβολή, έδωσα του €1000 προκαταβολή και μετά έδωσα τα υπόλοιπα μέσω της τράπεζας, μέσω του τσιεκ των €10.450.» Κατατέθηκε επίσης από τον Εναγόμενο ως Τεκμήριο 3, επιταγή ημερ. 17/1/11 για ποσό €10,450.
- Όταν του ζητήθηκε από τη δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που τον εκπροσωπούσε να εξηγήσει το πώς προστιθέμενο το ποσό των €10,450.00 που αναφέρονται στην επιταγή και των €1,000.00 της προκαταβολής, αυτό ανερχόταν σε €11,450.00 και για ποιο λόγο υπήρχε η διαφορά των €50.00, ο Εναγόμενος ανέφερε το εξής, το οποίος επίσης κρίνω ότι πρέπει να παρατεθεί επί λέξει, ως τέθηκε: « Την ημέρα που ήταν να αναλάβω εγώ το μαγαζί είχε κάτι αναψυκτικά μέσα στο ψυγείο και λέει μου, ρε φίλε, εμείναν τζιείνα τα αναψυκτικά αν μπορείς να μου δώσεις κάτι παραπάνω. Τζιαι έδωσα του €50.». Κατά τον Εναγόμενο ο Ενάγοντας ποτέ δεν του έδωσε απόδειξη και του ανέφερε ότι δεν είναι ανάγκη να εκδοθεί απόδειξη γιατί η πληρωμή φαινόταν στην επιταγή. Καλούμενος να σχολιάσει τον κατάλογο - Τεκμήριο 1, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι πρώτη φορά είδε τον εν λόγω κατάλογο στο Δικαστήριο. Επιπλέον κατά τον Εναγόμενο ποτέ ο Ενάγοντας δεν συμφώνησε μαζί του να του πωλήσει την επιχείρηση στη βάση της τιμής που αγόρασε τα αλουμίνια, τις πόρτες, τα αποχωρητήρια, τα κεραμικά, τα ηλεκτρολογικά, τα εργατικά, τις γυψοσανίδες και άλλα προϊόντα. Κατά τον ίδιο η συμφωνία τους ήταν για κάποια πράγματα που είχε μέσα στο μαγαζί, δηλαδή «κάτι καρέκλες, κάτι τραπέζια, στούλ, δύο τηλεοράσεις, μια ταμειακή και μια μηχανή που κάμνει κρέπες», μαζί με «τον αέρα του μαγαζιού», εννοώντας τη φήμη και πελατεία που είχε ο Ενάγων. Ο Ενάγοντας ποτέ δεν έδειξε στον Εναγόμενο οποιαδήποτε τιμολόγια. Ο Εναγόμενος επίσης αρνήθηκε ρητά την εκδοχή του Ενάγοντα ότι τα €450.00 από τις €10,000.00 ανταποκρίνονταν στο ενοίκιο που είχε δοθεί ως προκαταβολή («ντιπόζιτο») στον ιδιοκτήτη και όχι ως έναντι για το ποσό που αγοράστηκε η επιχείρηση. Επίσης αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής (δηλαδή το ότι πρώτα δόθηκε η επιταγή, και μετά υπήρξαν δύο καταβολές των €500.00 έκαστη, μια καταβολή των €200.00 και ακόμη μια καταβολή των €200.00 κατόπιν επιστολής από τον δικηγόρο των Εναγόντων). Ανέφερε ότι ποτέ δεν πήρε επιστολή από τον δικηγόρο του Ενάγοντα και επέμενε στην εκδοχή του για €1,000.00 προκαταβολή και πληρωμή υπόλοιπου ποσού μέσω επιταγής της Τράπεζας Κύπρου. Ο Ενάγοντας ποτέ δεν τον ενόχλησε πριν την καταχώρηση της Αγωγής, και μετά την καταχώρηση της Αγωγής ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο €1,500.00 για να αποσυρθεί η υπόθεση, κάτι το οποίο του αρνήθηκε ο Εναγόμενος, αφού ισχυρίζεται ότι τον έχει εξοφλήσει. Επιπλέον, κατά την αντεξέτασή του, επέμενε στους ισχυρισμούς που διατύπωσε κατά την κυρίως εξέταση του στο ότι στο ποσό των €11,400.00 συμπεριλαμβανόταν και ο «αέρας» της επιχείρησης, ως και στο ότι παρών κατά την σύναψη της συμφωνίας ήταν και ο ιδιοκτήτης του υποστατικού και ότι ο Ενάγων και Εναγόμενος συζήτησαν για τις αλλαγές που έγιναν στο μαγαζί από τον Ενάγοντα (κεραμικά, πάγκο, αλουμίνιο). Δεν έδωσε οποιαδήποτε ιδιαίτερη εξήγηση γιατί δεν υπογράφηκε καινούριο συμβόλαιο ενοικιάσεως με τον ιδιοκτήτη και με τον ίδιο, αναφέροντας ότι συνέχισε το συμβόλαιο που είχε ο Ενάγων με τον ιδιοκτήτη. Δεν χρωστά οποιαδήποτε ενοίκια, όλα τα αντικείμενα που ήταν μέρος της επιχείρησης βρίσκονται τώρα στο μαγαζί, το οποίο δεν έχει τώρα ενοικιαστεί και βρίσκονται εκεί γιατί τα πώλησε ο Εναγόμενος στον ιδιοκτήτη, κάνοντας νέα συμφωνία. Αυτά τα αντικείμενα δεν δόθηκαν έναντι καθυστερημένων ενοικίων. Ο Εναγόμενος επίσης δεν μπορεί να ξέρει γιατί κινήθηκε η Αγωγή, από πού βρέθηκε η εν λόγω απαίτηση και πως δημιουργήθηκε. Επέμεινε επίσης στις θέσεις του για την καταβολή ποσού €50 για αναψυκτικά. Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Πριν αναλυθεί η μαρτυρία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί στα παραδεκτά γεγονότα όπως φαίνονται από τις έγγραφες προτάσεις των μερών. Στη συνέχεια θα αναλυθεί και σχολιαστεί η μαρτυρία που δόθηκε και υπό το φως της το Δικαστήριο θα προβεί σε ευρήματα γεγονότων. Παραδεκτά γεγονότα μέσα από τις έγγραφες προτάσεις Μέσα από την Υπεράσπιση του Εναγόμενου, γίνεται παραδεκτός ο ισχυρισμός της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης ότι: «Ο ενάγων κατά πάντας ουσιώδεις χρόνους δια την παρούσα αγωγή ήτο νόμιμος ενοικιαστής και κάτοχος ενός υποστατικού που βρίσκεται στην οδό XXXXX 6, στο Λιοπέτρι, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 12/04/2010 μεταξύ του και του ιδιοκτήτη του υποστατικού κ. XXXXX Παναγιώτη Σταυρή. Η ενοικίαση ήτο για περίοδο 3 ετών από 01/05/2010 μέχρι 30/04/2013 και το υποστατικό το χρησιμοποιούσε ο ενάγοντας ως επαγγελματική στέγη.» Η μερική παραδοχή της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 της είναι ουσιαστικά μόνο ως προς το Εναγόμενος συμφώνησε και ανάλαβε την κατοχή του υποστατικού στις 1/12/201, αφού το εάν αναλήφθηκε η κατοχή και έγινε η συμφωνία των μερών στην παρουσία του ιδιοκτήτη του υποστατικού ήταν κάτι που και δεν αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά και που παρέμεινε αμφισβητούμενο και που στις αντικρουόμενες θέσεις επ' αυτού επέμεναν μέχρι τέλους και κατά την προφορική τους μαρτυρία, τόσο ο Ενάγων όσο και ο Εναγόμενος. Οι νομικές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της πραμαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Η αξιολόγηση της μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τόσο τον Ενάγοντα, όσο και τον Εναγόμενο να καταθέτουν ενόρκως και να έχω άμεση εικόνα της συμπεριφοράς τους και του ύφους τoυς στο εδώλιο. Παρατήρησα την αμεσότητα και την ευθύτητα των απαντήσεών τους και τον τρόπο με τον οποίων μαρτύρησαν. Έκρινα επίσης με βάση την κοινή λογική το πιθανό ή απίθανο της -διαφορετικής σε αρκετά σημεία η μία με την άλλη- εκδοχής και των δύο. Ο Ενάγοντας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση δίδοντας μαρτυρία. Ήταν κάπως διαχυτικός και έντονος, αλλά αυθεντικός. Κυρίως ήταν σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του ως προς τα γεγονότα, παρά το ότι ρωτήθηκε επανειλημμένα επί καίριων σημείων. Υπογραμμίζω ότι ήταν σταθερός παρά το ότι ρωτήθηκε σε διαφορετικές δικασίμους επανειλημμένα για τον τρόπο πληρωμής του ποσού των €11,400.00 που έλαβε από τον Εναγόμενο. Ήταν επίσης σταθερός στην εκδοχή του ως προς το ότι ότι έλαβε επιταγή για €10,450.00 (και ότι τα €450 δεν υπολογίζονταν στο ποσό γιατί ήταν έναντι της προκαταβολής του ενοικίου) και στο ότι δύο φορές έλαβε από €500 και δύο φορές από €200. Ήταν κατηγορηματικός επίσης ως προς το τι πωλούσε στον Εναγόμενο και μάλιστα δεν δέχτηκε ότι πωλούσε «αέρα» της επιχείρησης, αναφέροντας ότι για το μικρό διάστημα που η επιχείρηση λειτούργησε από τον ίδιο δεν θα ζητούσε κάτι τέτοιο. Άνκαι θα ήταν προς όφελός του να υιοθετούσε εκδοχή ότι πώλησε φήμη και πελατεία στον Εναγόμενο ως μέρος της επιχείρησής του, κάτι που θα πρόσθετε στην αξία της και θα δικαιολογούσε με μεγαλύτερη ευκολία το ποσό που αναφέρει ότι την πώλησε -το οποίο είναι ψηλότερο από αυτό που υποστήριξε ο Εναγόμενος- δεν το έπραξε, ενισχύοντας την εντύπωση που έδωσε για την ειλικρίνεια των λεγομένων του. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι δεν κατατέθηκε επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο (στην οποία γίνεται και δικογραφημένη αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και στην οποίαν αναφερόταν ο Ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του). Εδώ να αναφέρω ότι εφόσον δεν έχω ενώπιον μου ως Τεκμήριο μία τέτοια επιστολή, δεν μπορώ να λάβω υπόψη οποιαδήποτε επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγομένου σε σχέση με περιεχόμενό της (βλ. σελίδα 6 της Γραπτής της Αγόρευσης ημερ. 22/10/2015). Έχω επίσης κατά νουν ότι ο κατάλογος Τεκμήριο 1 που κατατέθηκε από τον Ενάγοντα είναι και μη φέρων ημερομηνία και ανυπόγραφος. Με προβλημάτισε επίσης το ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία ή οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής που να αναφέρει ύπαρξη υπολοίπου και ότι δεν εκδόθηκε τιμολόγιο για την πώληση της επιχείρησης αλλά φαίνεται -καλώς ή κακώς και θα τολμούσα να πω κακώς- ότι αυτή ήταν η πρακτική των μερών. Αυτό επίσης διαφαίνεται και από το ότι σε σχέση με την ενοικίαση του υποστατικού, ως ήταν δική του παραδοχή, ο Εναγόμενος δεν προέβη σε γραπτό συμβόλαιο με τον ιδιοκτήτη. Έχω βεβαίως κατά νουν ότι, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη ανωτέρω, (σελ. 140): «το γεγονός της ανυπαρξίας έγγραφης μαρτυρίας που να υποστηρίζει την προφορική μαρτυρία του μάρτυρα -όπως και άλλης ενισχυτικής μαρτυρίας (Beckettn. Ramsdale (1881 - 1855) All ER Rep. 931) - δεν εξυπακούει και αναξιοπιστία του (Μιχαηλίδης ν Κακουλλή και Άλλων
(1992)1(Α) ΑΑΔ 674) Έχοντας όμως παρακολουθήσει διά ζώσης τον Ενάγοντα να δίδει μαρτυρία και να ερωτάται επανειλημμένως επί βασικών σημείων της μαρτυρίας του, θεωρώ ότι παρά κάποιες ενδεχόμενες μικροαντιφάσεις (π.χ. το ότι πρότεινε στον ιδιοκτήτη ως προϋπόθεση να γίνει συμβόλαιο με τον Εναγόμενο και αυτό το συμβόλαιο δεν έγινε ποτέ ή τα όσα αφορούσαν τις φορολογικές του υποχρεώσεις και την καταβολή ή μη Φ.Π.Α.) ο Εναγόμενος παρέμεινε σταθερός στις απαντήσεις του ως προς τα κύρια ζητήματα και ήταν ακλόνητη η εκδοχή του, η οποία, ως θα αναλυθεί και πιο κάτω, ήταν και λογική, αλλά και πιο λογική σε σύγκριση και αντιπαραβολή με την εκδοχή του Εναγόμενου. Δεν έχω αμφιβολία ότι ήταν αυθεντικός και πηγαίος και ότι -αν και φανερά αναστατωμένος από το ότι βρισκόταν στο Δικαστήριο- είπε την αλήθεια. Ήταν επίσης αρκετά διαχυτικός. Ως αναφέρεται όμως στο σύγγραμμα των Ηλιάδη-Σάντη, σελ. 129: «Παρομοίως, ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυς μπορεί να ορμάται από πλειάδα αιτιών χωρίς να είναι ανειλικρινής (Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676).». Δεν θα ανέμενε κανένας νομίζω έναν άνθρωπο, ο οποίος δίνει σε έναν άλλον ευκαιρίες και παρατάσεις πληρωμής και αναγκάζεται να καταχωρεί αγωγή και να περιμένει κάποια χρόνια να ακουστεί η υπόθεσή του στο Δικαστήριο, ότι θα παραμένει συναισθηματικά ακλόνητος και θα επιδεικνύει υποδειγματική ψυχραιμία όταν βρίσκεται στο Δικαστήριο. Μάλλον το αντίθετο θα αναμένεται, με δεδομένη την συναισθηματική υπόσταση και διάσταση της ανθρώπινης φύσης. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ως αξιόπιστη. Ο Εναγόμενος, αν και ήταν ήρεμος, μαρτυρώντας σε πολύ ήπιο τόνο, σχεδόν απαλλαγμένο πλήρως από οιαδήποτε ένδειξη συναισθήματος, δημιουργώντας μία εκ πρώτης όψεως θετική εντύπωση, δεν κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας. Πριν αναλύσω γιατί κατέληξα σε αυτό μου το συμπέρασμα, κρίνω σκόπιμο να υπομνήσω τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 129, ότι «...δεν είναι καθόλου σπάνιο, αναξιόπιστοι μάρτυρες να προκαλούν ευμενή εντύπωση και αντιστρόφως (Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401). Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυς δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής και το αντίθετο.». Ο Εναγόμενος δεν έδειξε καμία έκπληξη ή δυσαρέσκεια για το ότι βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ θα αναμενόταν, εάν εναγόταν χωρίς κανένα λόγο και εάν είχε εξοφλήσει πλήρως, να δείξει έστω κάποια ελάχιστη ενόχληση. Αυτό όμως δεν διεφάνη καθόλου από τη μαρτυρία του. Θα μπορούσε βεβαίως να εξηγηθεί αυτή η μη φυσιολογική ανέκφραστη στάση του Εναγόμενου και να θεωρηθεί ως συμπεριφορά ενός πάρα πολύ ήπιου ανθρώπου και ότι αυτή ίσως να είναι και η ιδιοσυγκρασία του Έχω κατά νουν τα όσα διατυπώθηκαν στην Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, ότι: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Το καθοριστικό είναι το ότι -και αυτό είναι που καθιστά και τη -φλεγματική θα τολμούσα να την χαρακτηρίσω- συμπεριφορά του Εναγόμενου στο εδώλιο ως σχετική και συνυπολογιστέα, αφού από μόνη της ίσως να μην σήμαινε οτιδήποτε- ο Εναγόμενος, ως μάρτυρας, περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και η εκδοχή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, κυρίως γιατί δεν κατάφερε να δώσει πειστικές απαντήσεις ως προς κάποια συγκεκριμένα σημεία, ιδιαίτερης σημασίας ως προς την εγκυρότητα της εκδοχής του και που θα αναλυθούν αμέσως πιο κάτω. Ειδικότερα: • Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε, ενώ προηγουμένως, τόσο δικογραφικά αλλά κυρίως κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα από τη δικηγόρο του υποβαλλόταν ότι είχαν δοθεί €11,400 στον Ενάγοντα για την πώληση της επιχείρησης, για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέτασή του ότι δεν έδωσε €11,400 στον Ενάγοντα, αλλά €11,450, δηλαδή €1000 προκαταβολή και €10,450 με επιταγή. Η δικαιολογία που έδωσε για να εξηγήσει τη διαφορά των €50 ήταν ότι -ενώ κατέληξαν με τον Ενάγοντα, μετά από πίεση και του ιδιοκτήτη ως ισχυρίστηκε-, ο Ενάγοντας του ζήτησε €50 για αναψυκτικά που ήταν μέσα στο ψυγείο. Αυτός όμως ο ισχυρισμός για την αγορά αναψυκτικών και για επιπλέον €50 και ο οποίος ήταν πολύ σημαντικός γιατί τα πωληθέντα αναψυκτικά ήταν -αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του Εναγόμενου- και μέρος της επιχείρησης και αποτέλεσε η αξία τους μέρος της συναλλαγής, δεν τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του και προβλήθηκε πρώτη φορά όταν έδινε μαρτυρία ο Εναγόμενος. Δεν μπορεί αυτή η παράλειψη να μην συνυπολογιστεί και να μην επιδρά στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Εναγόμενου. Φαίνεται παράλογο έως απίθανο, να ζητά ο Ενάγοντας από τον Εναγόμενο €15,000 -ως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος-, να καταλήγουν -ως η εκδοχή του Εναγόμενου- μετά από πίεση του ιδιοκτήτη -που ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ότι ήταν παρών στη συμφωνία- σε τιμή πώλησης της επιχείρησης τις €11,400 και μετά να ζητά ο Ενάγοντας, ο οποίος έχει υποχωρήσει για ποσό €3,600 από αυτό που ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος του ζητούσε αρχικά ο Ενάγοντας- €50 για «κάτι αναψυκτικά». Είναι αντιφατικός και μη πιστευτός ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ενώ έριζε ο Ενάγοντας με τον ιδιοκτήτη για τις προσθήκες-βελτιώσεις που έκανε ο ίδιος στο υποστατικό, και υποχώρησε, πωλώντας στον Εναγόμενο μόνο αέρα και κάποιο εξοπλισμό, στη συνέχεια, μετά από τέτοιες υποχωρήσεις, ζήτησε ένα πολύ μικρό ποσό - υπερβολικά μικρό θα έλεγα σε σχέση με το όλο τίμημα της πώλησης-, δηλαδή €50, σε σχέση με το ισχυριζόμενο συνολικό συμφωνηθέν ποσό των €11,400, για «κάτι αναψυκτικά» που ήταν μέσα στο ψυγείο. • Ο Εναγόμενος υπέβαλε στον Ενάγοντα, μέσω της δικηγόρου του -και ήταν μάλιστα και παρών στο Δικαστήριο κατά την υποβολή- ότι ζήτησε στην παρουσία του ιδιοκτήτη από τον Εναγόμενο €15,
- Ο Εναγόμενος όμως, μαρτυρώντας ο ίδιος διά ζώσης, προέβαλε μία διαφοροποιημένη και αντιφάσκουσα εκδοχή, ότι δηλαδή η πρόταση για τις €15,000 του είχε υποβληθεί προηγουμένως σε απευθείας συνάντηση των δύο και όχι στη συνάντηση όπου κατά τον Εναγόμενο ήταν και ο ιδιοκτήτης και ότι μεταγενέστερα στην παρουσία του ιδιοκτήτη, ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος, με πίεση από τον ιδιοκτήτη, αφού υπήρξε και συζήτηση μεταξύ Ενάγοντα και ιδιοκτήτη, συμφώνησαν σε ποσό €11,
- · Επίσης δεν είναι πειστικό και θα αναμενόταν να δοθεί κάποια λογική εξήγηση, να ήταν στην Κύπρο ο ιδιοκτήτης του υποστατικού από την Αυστραλία, ως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται και να μην επιθυμεί να συνάψει γραπτή συμφωνία και με τον Εναγόμενο για την ενοικίαση του υποστατικού (όπως άλλωστε είχε προηγουμένως με τον Ενάγοντα). Μάλιστα, ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης, ο οποίος ζούσε στην Αυστραλία, ήθελε να είναι παρών στην Κύπρο. Στερείται λογικής, το να βρίσκεται στην Αυστραλία ο ιδιοκτήτης, να έρχεται στην Κύπρο, από ό,τι εννοήθηκε για τη νέα συμφωνία, και να μην ζητά να συνάψει γραπτή συμφωνία με τον Εναγόμενο. • Ακούγεται επίσης πολύ παράξενο, ο ιδιοκτήτης να πιέζει τον Ενάγοντα να μειώσει την αξία στην οποία θα πωλούσε την επιχείρησή του στον Εναγόμενο. Θα αναμενόταν λογικά να δοθεί μία κάποια εξήγηση γι' αυτό. Επιπλέον δεν μπορώ να μην σημειώσω, ότι η επέμβαση του ιδιοκτήτη προς τον Ενάγοντα για να μειώσει την τιμή της πώλησης έπρεπε να του είχε τεθεί κατά την αντεξέταση. • Εναντίον του πιστευτού και του έγκυρου της εκδοχής του Εναγόμενου ως προς την τιμή πώλησης της επιχείρησης, συντείνει και η μη στρογγυλοποίηση της τιμής πώλησης της επιχείρησης, δηλαδή το αντί να καταβληθούν 15,000 ή 20,000 ή έστω 14,000 ή 13,000 συμφωνήθηκε ποσό €11,400, κάτι το οποίο φαντάζει ακόμη πιο απίθανο, αν το ποσό που συμφωνήθηκε ήταν για «αέρα» και όχι για συγκεκριμένα αντικείμενα (εκτός από κάποια περιορισμένα) και όχι για βελτιώσεις επί του ακινήτου στο οποίο λειτουργούσε η επιχείρηση -ως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος-. Κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου, ως αναξιόπιστη. Η κρίση μου ως προς τη μη αξιοπιστία του Εναγόμενου και ως προς την απόρριψη της εκδοχής του, και το αντίθετο ως προς την αξιοπιστία του Ενάγοντα, έχει θεμελιωθεί. Θα λάβω όμως και κάτι επιπλέον άλλο υπόψη μου, στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω, τονίζοντας όμως, ότι και να μην τίθετο ενώπιόν μου, το συμπέρασμα στο οποίο θα κατέληγα θα εξακολουθούσε να είναι το ίδιο. Αναφέρομαι στην ταύτιση του ποσού των €450 από τα €10,450 (το ποσό που υπερέβαινε τις €10,000 δηλαδή) της επιταγής που έδωσε ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα, με το ποσό που κατέβαλλε ο Ενάγοντας ως ενοίκιο και που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι υποκαθιστώντας τον ως ενοικιαστής ο Εναγόμενος, του έδωσε το εν λόγω ποσό, το οποίο ανταποκρινόταν σε «ντιπόζιτο» (ένα ενοίκιο) που ο ίδιος είχε δώσει. Αυτή η αριθμητική ταύτιση, σε συνάρτηση βέβαια με την πιο πάνω διαπίστωση ότι δεν ισχύει ο ισχυρισμός γεγονότος από τον Εναγόμενο ότι του ζήτησε ο Ενάγοντας €50 για αναψυκτικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμπτωματική κι επιβεβαιώνει όλη την εκδοχή του Ενάγοντα και την αλήθεια των λεγομένων του. Αν και με προβλημάτισε κάπως το ότι δεν δικογραφείται ειδικά από τον Ενάγοντα το ότι ο Ενάγων του είχε δώσει ποσό €450 που ανταποκρινόταν στην εγγύηση, κρίνω ότι ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος έδωσε στον Ενάγοντα €450 για προκαταβολή ενοικίου, συνιστά μία λεπτομέρεια η οποία δεν συνδεόταν άμεσα και απευθείας με την πώληση της επιχείρησης του Ενάγοντα, αφού το ποσό των €450 δεν σχετιζόταν με το αντίτιμο πώλησης της επιχείρησης, αλλά ανταποκρινόταν σε προκαταβολή που είχε δοθεί στα πλαίσια ενοικιάσεως του υποστατικού της επιχείρησης από τον Ενάγοντα ως ενοικιαστή προς το σχετικό ιδιοκτήτη και το οποίο δινόταν στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Εξετάζεται, όχι σε συνάρτηση με την κυρίως απαίτηση, αφού δεν αποτελεί ουσιώδες εκείνης γεγονός, αλλά ως ένα παρεμφερές γεγονός σε σχέση με την αξιοπιστία της μαρτυρίας του Ενάγοντα αλλά και του Εναγόμενου. Άλλωστε, ως φαίνεται και από τα πρακτικά που τηρούνταν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, το θέμα του τέθηκε κατά την αντεξέταση και κατατέθηκε μάλιστα και από τον Εναγόμενο η επιταγή Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €10,450 ως Τεκμήριο
- Όσον αφορά τα €50 που ανέφερε ο Εναγόμενος ότι δόθηκαν για τα αναψυκτικά, αντιθέτως, έπρεπε εκείνο το ποσό να δικογραφείται, όχι βεβαίως ως προς το λόγο που δόθηκαν τα €50 -για τα αναψυκτικά-, αλλά γιατί τα εν λόγω €50 ήταν μέρος της τιμής αγοράς της επιχείρησης και όχι κάτι ξεχωριστό και άρα ο Εναγόμενος θα έπρεπε και να ισχυρίζεται στα δικόγραφά του ποσό €11,450, κάτι που πιθανόν από μόνο του, να αποδιδόταν σε κάποιο τυπογραφικό λάθος, αλλά πέραν του ότι δεν διαφάνηκε να ήταν τέτοιο, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, λόγω του ότι παρέλειψε να το θέσει η πλευρά του Εναγόμενου στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του τελευταίου. Όντως, ως και η δικηγόρος του Εναγόμενου έθεσε στον Ενάγοντα, όταν εκείνη ζήτησε να κατατεθεί το Τεκμήριο 2 -συμφωνία ενοικιάσεως-, η εν λόγω συμφωνία, δεν προβλέπει, «ντιπόζιτο»/εγγύηση. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου το ότι η συμφωνία ενοικιάσεως δεν περιλάμβανε ρητό και συγκεκριμένο όρο για προκαταβολή εγγύησης. Όμως, συνηθίζεται στην Κύπρο σε συμφωνίες ενοικιάσεως -και γι' αυτή τη συναλλακτική συνήθεια το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι έχει δικαστική γνώση (με βάση την αρχή ότι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257)- να «δίνεται ένα ενοίκιο μπροστά», ως προκαταβολή-εγγύηση, κάποτε για πληρωμή του τελευταίου ενοικίου ή κάποτε για να καλυφθούν ζημίες που τυχόν να προκληθούν στον ιδιοκτήτη κατά την αποχώρηση του ενοικιαστή από το υποστατικό. Οι συναλλακτικές συνήθειες (usage), είναι σύμφωνα με την πολύ παλαιά υπόθεση Hutton v. Warren, μία από τις εξαιρέσεις στον κανόνα της απαγόρευσης εξωγενούς μαρτυρίας, δηλαδή παρουσίασης μαρτυρίας επί των όρων μίας συμφωνίας (στην προκειμένη περίπτωση το Τεκμήριο 2) όταν αυτή η συμφωνία διατυπώνεται γραπτώς. Ως λέχθηκε αυτολεξεί στην υπόθεση Hutton v. Warren (150 Ε.R. 517, All England Reports Reprint 1835- 42, p.151):, η οποία αφορούσε το κατά πόσον όρος που δεν περιλαμβανόταν σε ενοικιαστήριο έγγραφο μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως εξαίρεση του αποδεικτικού κανόνα απαγόρευσης της εξωγενούς μαρτυρίας, "It has long been settled that, in commercial transactions, extrinsic evidence of custom and usage is admissible to annex incidents to written contracts in matters with respect to which they are silent. The same rule has also been applied to contracts in other transactions of life, in which known usages have been established and prevailed. This has been done on the principle of presumption that, in such transactions, the parties did not mean to express in writing the whole of the contract by which they intended to be bound, but a contract with reference to thos known usages. Whether such a relaxation of the strictness of the common law was wisely applied where formal instruments have been entered into, and particularly leases under seal, may well be doubted; but the contrary has been established by such authority, and the relationships between landlord and tenant have been so long regulated on the supposition that all customary obligations not altered by the contract, are to remain in force, that it is too late to pursue a contrary course; and it would be productive of much inconvenience if this practice were now to be disturbed." Επιτρέπεται δηλαδή εξωγενής μαρτυρία ως προς το ζήτημα της χρήσης (usage) . Ως στο Phipson on Evidence, 14thed.
(1990), σελ.364, αναφέρεται, η συνήθης χρήση (usage) ως μία από τις εξαιρέσεις στον κανόνα της απαγόρευσης εξωγενούς μαρτυρίας. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Usage is admissible to annex unexpressed incidents (provided they are not inconsistent with those which are expressed) to oral or written contracts or grants, it being presumed that the parties have not intented to express the whole of their meaning on words, but tacitly to adopt the usages of the particular market or place. Unexpressed incidents implied or annexed by the general law, or law-merchant, will be judicially noticed, without proof; but may in some cases be overridden by usage, etc. ............ The above rule is not confined to mercantile transactions, but applies to all others in which established usages prevail.» Στη σελ. 1028 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ως κανόνας εξαίρεσης στον αποκλεισμό εξωγενούς (extrinsic) evidence η πρακτική (usage): « Usage is, as we have seen, admissible to annex unexpressed incidents, not inconsistent with those expressed, to written contracts, grants and wills, the presumption bein that the whole terms were not intented to be expressed in the document, but that the customs of the market or place were tacitly adopted.» Δεν μπορώ λοιπόν να αγνοήσω το ότι το ύψος του ενοικίου μηνιαίως ήταν με βάση τη μεταξύ των μερών συμφωνία €450 και αντιστοιχεί σε ποσό €450 που περιλαμβάνεται στην επιταγή. Η ταύτιση του ύψους του ενοικίου με τα €450 που περιλαμβάνονται στην αγωγή, συνιστά περιστατική μαρτυρία, αποδεικνύοντας έμμεσα την εκδοχή του Ενάγοντα, ως προς το ποσό που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε. Θα ήθελα τέλος να σχολιάσω τα εξής, σχολιάζοντας θέσεις που πρόβαλε η ευπαίδευτη συνήγορος που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο, με τη Γραπτή της Αγόρευση προς σύνοψη και σχολιασμό της μαρτυρίας αφού ολοκληρώθηκε η ακρόαση. Δεν έχει εντοπιστεί στα πρακτικά αβεβαιότητα του Ενάγοντα σε σχέση με το πότε έχει ετοιμάσει το Τεκμήριο 1 και δεν εντοπίστηκε η αναφορά «ότι σου πω εν ψέμα» που αναφέρει η δικηγόρος ότι αποτυπώθηκε στη μνήμη της κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα. Αντίθετα, ο Ενάγοντας ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι ο κατάλογος Τεκμήριο 1 ετοιμάστηκε πριν παραδοθεί η επιχείρηση με τα αντικείμενα στον Εναγόμενο. Του υποβλήθηκε κατά την αντεξέτασή του στις 18/9/2015, σχετική ερώτηση για το αν έγινε ο κατάλογος-Τεκμήριο 1 μετά την καταβολή του ποσού €10,000 και το αρνήθηκε. Όμως ακόμη και σε κάποιο σημείο να διατυπώθηκε η φράση «ό,τι σου πω εν ψέμα» και αυτή να μην έχει σημειωθεί, η φράση «ό,τι σου πω εν ψέμα» στην καθομιλουμένη κυπριακή διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας έχει την έννοια του ότι κάποιος δεν είναι σίγουρος και σημαίνει αβεβαιότητα προς κάτι και είναι μάλλον ένδειξη ειλικρίνειας και δεν σημαίνει παραδοχή ότι τα όσα καταθέτει κάποιος είναι ψευδή. Θα ήταν, με όλο το σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου, παρατραβηγμένη η απόδοση μίας τόσο κυριολεκτικής σημασίας και ερμηνείας σε μία τέτοια αναφορά. Σε σχέση με το ποσό που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε ως μέρος της συμφωνίας, η εκδοχή του Ενάγοντα είναι λογική και αληθοφανής και κρίνεται, σε συνδυασμό με την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθινή. Είναι επίσης πολύ πειστικότερη και πιο λογική από αυτήν του Εναγόμενου, η οποία βρίθει αντιφάσεων, ως πιο πάνω αναλύθηκε. Ε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως εκ των πιο πάνω το Δικαστήριο, κρίνει ότι ο Ενάγων έχει αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του και καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων: Ο Ενάγοντας ήταν νόμιμος ενοικιαστής και κάτοχος ενός υποστατικού που βρίσκεται στην οδό 1ης Απριλίου 6, στο Λιοπέτρι, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 12/04/2010 μεταξύ του και του ιδιοκτήτη του υποστατικού κ. XXXXX Παναγιώτη Σταυρή. Η ενοικίαση είχε συμφωνηθεί για περίοδο 3 ετών από 01/05/2010 μέχρι 30/04/2013 και το υποστατικό το χρησιμοποιούσε ο Ενάγοντας ως επαγγελματική στέγη για λειτουργία παγωταρίας-κρεπερίας. Γύρω στις αρχές Δεκεμβρίου 2010, Ενάγων και Εναγόμενος συμφώνησαν όπως ο Ενάγων πωλήσει στον Εναγόμενο την επιχείρηση. Ο Ενάγοντας και ο ιδιοκτήτης του υποστατικού συμφώνησαν προφορικά όπως η μεταξύ τους ενοικίαση του υποστατικού τερματιστεί και κατόπιν νέας προφορικής συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα, του ιδιοκτήτη και του εναγόμενου, συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος αναλάβει την κατοχή του υποστατικού. Κατά τον ίδιο χρόνο συμφωνήθηκε επίσης προφορικά μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου όπως ο ενάγοντας πωλήσει στον εναγόμενο και ο εναγόμενος αγοράσει την επιχείρηση του ενάγοντα στο υποστατικό αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €20.000.-. Οι πιο πάνω συμφωνίες έγιναν στο Λιοπέτρι (εννοείται βέβαια ότι όσον αφορά τον ιδιοκτήτη βρισκόταν στην Αυστραλία και έγινε προφορικώς διά τηλεφώνου η συμφωνία με εκείνον) Έναντι του πιο πάνω συμφωνηθέντος ποσού των €20.000.- ο εναγόμενος πλήρωσε στον Ενάγοντα €10.000 μέσω επιταγής (τα 450 δεν φαίνεται να αφορούσαν τη συμφωνία πώλησης της επιχείρησης)- και μετά ακόμα €1.400, δίνοντάς του δύο φορές €500 κάθε φορά, μια φορά €200 και μετά από επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο για εξόφληση του υπολοίπου, του έφερε ακόμη €200.Το ποσό των €450 που ήταν το επιπλέον της καταβολής των €10,000 στην επιταγή των €10,450, ανταποκρινόταν σε ένα ενοίκιο που φαίνεται να δόθηκε από τον Ενάγοντα ως προκαταβολή/ «ντιπόζιτο» στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, με τον οποίον θα συνέχιζε ο Εναγόμενος την ενοικίαση. Ο Εναγόμενος έλαβε κατοχή του υποστατικού και της επιχείρησης του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €8.600 στον Ενάγοντα (€20,000 ως συμφωνηθέν τίμημα μείον €11,400 που ήδη καταβλήθηκε), δυνάμει της συμφωνίας τους, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος και την κατοχή του υποστατικού ανέλαβε, όσο και την κατοχή της επιχείρησης του Ενάγοντα. Ο Ενάγων είχε ζητήσει πληρωμή αλλά αυτό δεν έλαβε χώρα. Υπήρξαν προσπάθειες από τον Ενάγοντα για να πληρωθεί, αλλά το οφειλόμενο υπόλοιπο και πάλι δεν καταβλήθηκε. Δυνάμει της συμφωνίας των δύο μερών για πώληση της επιχείρησης του Ενάγοντα στον Εναγόμενο με καταβολή τιμήματος αγοράς €20,000 και με δεδομένο ότι παραμένει προς εξόφληση ποσό €8,600, υπάρχει ένα υπόλοιπο οφειλής και συνεπώς ο Εναγόμενος δεν έχει εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις κι εξακολουθεί να οφείλει στον Ενάγοντα ποσό €8,600. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω μου ευρήματα, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €8,600, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ήτοι από τις 31/10/2011. Επιδικάζονται επίσης εναντίον του Εναγόμενου, με βάση την αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ Ξενής Ξενοφώντος Προσωρ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο