← Κύπρος

RAGA ESTABLISHMENT LTD ν. SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 334/16, 12/1/2017

RAGA ESTABLISHMENT LTD ν. SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 334/16, 12/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 334/16 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν.101/87 και Αναφορικά με την διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο (LCIA) αρ. 163361 μεταξύ των: RAGA ESTABLISHMENT LTD Αιτητών Και SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED Καθ' ων η αίτηση στη διαιτησία και αναφορικά με την ενδιάμεση αίτηση μεταξύ των: RAGA ESTABLISHMENT LTD Αιτητών Και

  1. SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED
  2. SCM HOLDING LIMITED
  3. PRICEWATERHOUSECOOPERS LTD Καθ' ων η Αίτηση --------------------- Αίτηση Ημ. 13.7.16 Για Έκδοση Ενδιάμεσων Απαγορευτικών Και Άλλων Διαταγμάτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Ιανουαρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: Ο κ. Μ. Κυριακίδης, για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ (ΔΘ122). Για τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2: Οι κ.κ. Α. Τσιρίδης και Μ. Δράκος, για Κώστας Τσιρίδης & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ95). Για τους Καθ' ων η αίτηση 3: Ο κ. Ι. Κούππας, για Σ. Α. Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ49). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές ζητούν την έκδοση των εξής διαταγμάτων: «Α. Προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στους Καθ' ων η αίτηση 2 ή/και σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους τους μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαιτησίας που εκκρεμεί μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ής η Αίτηση 1 ενώπιον του London Court of International Arbitration (LCIA) ή, σε περίπτωση ολοκλήρωσης της εν λόγω διαδικασίας και έκδοσης διαιτητικής απόφασης υπέρ της Αιτήτριας, μέχρι και 30 ημέρες μετά την έκδοση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης από το London Court of International Arbitration (LCIA) ή/και μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου:

(1)από του να πωλήσουν, διαθέσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο 8.529 μετοχές Τάξης Β ή μετοχές που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 44,31% του συνολικού εκδομένου αριθμού μετοχών Τάξης Β που η Καθ' ης η Αίτηση 2 κατέχει από καιρού εις καιρό στο μετοχικό κεφάλαιο της SCM (System Capital Management) Limited, με αριθμό εγγραφής ΗΕ137516, από τη Λευκωσία («SCM Ltd»), και
(2)από του να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση ή να ψηφίσουν υπέρ ή να προκαλέσουν ή να επιτρέψουν την έγκριση οποιασδήποτε απόφασης ή ενέργειας, είτε από το Διοικητικό Συμβούλιο της SCM Ltd είτε άλλως πως, δια της οποίας να επιτρέπεται ή να αποφασίζεται ή να εκτελείται διάθεση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο του ενεργητικού της SCM Ltd (περιλαμβανομένων και των αμέσως ή εμμέσως θυγατρικών εταιρειών αυτής) ή η μεταβολή της εταιρικής δομής ή/και μετοχικής διάρθρωσης της SCM Ltd (περιλαμβανομένων και των αμέσως ή εμμέσως θυγατρικών εταιρειών αυτής). Β. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση 3 όπως δια των διευθυντών αυτής και εντός 5 (πέντε) ημερών από την επίδοση του διατάγματος στην Καθ' ής η Αίτηση 3, καταθέσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ένορκη δήλωση, και επιδώσει στη ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ, δικηγόρους Αιτήτριας, πιστό αντίγραφο της εν λόγω ένορκης δήλωσης, στην οποία να επισυνάπτεται σε αυτή οποιαδήποτε αλληλογραφία (περιλαμβανομένης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας) αποστάληκε ή λήφθηκε οποτεδήποτε από την Καθ' ής η Αίτηση 3 ή οποιοδήποτε υπάλληλο αυτής στο πλαίσιο ή σε σχέση με τον έλεγχο ή την προετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Καθ' ής η Αίτηση 1 για την περίοδο που αφορά το οικονομικό έτος που έληξε στις 31/12/2014, περιλαμβανομένης, μεταξύ άλλων:
(1)εγγράφων ή επικοινωνιών (περιλαμβανομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών) που αποστάληκαν προς ή λήφθηκαν από την Καθ' ής η Αίτηση 1 ή αξιωματούχους ή αντιπροσώπους ή υπαλλήλους αυτής ή από συγγενικά πρόσωπα αυτής
(2)εγγράφων ή επικοινωνιών (περιλαμβανομένων ηλεκτρονικών επικοινωνιών) που αφορούν τη δέσμευση (undertaking) που δόθηκε από την εταιρεία κάτω από κοινό έλεγχο (entiry under common control) που αναφέρεται στη σημείωση 4(i) στη σελ. 19 των οικονομικών καταστάσεων της Καθ' ής η Αίτηση 1 για την περίοδο που αφορά το οικονομικό έτος που έληξε στις 31/12/2014∙ και
(3)αληθές και πλήρες αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 25 Ιουνίου 2015 προς την Καθ' ής η Αίτηση 3, η οποία αποστάληκε είτε από τους διευθυντές της Καθ' ής η Αίτηση 1 είτε από την Καθ' ής η Αίτηση 1 είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, και αφορά στον έλεγχο ή την προετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Καθ' ής η Αίτηση 1 για την περίοδο που αφορά το οικονομικό έτος που έληξε στις 31/12/2014». Συγκροτεί την εκδοχή των αιτητών ότι τούτοι - όπως εξάλλου και οι υπόλοιποι καθ' ων η αίτηση - αποτελούν εταιρεία που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας διατηρώντας το εγγεγραμμένο τους γραφείο στην Λευκωσία. Ιδιοκτήτης της ωφέλιμης ιδιοκτησίας των αιτητών (beneficial owner), είναι ο Denis Gorbunenko, o οποίος είναι Ουκρανός υπήκοος και διαμένει στο Λονδίνο. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2, είναι μέλη ομίλου εταιρειών της SCM (System Capital Management) Ltd («SCM Ltd»)που ανήκει και ελέγχεται από τον Rinat Akhmetov και ο οποίος που παρουσιάζεται ως ένα από τα πλουσιότερα πρόσωπα στην Ουκρανία («ο Όμιλος SCM»). Αμφότεροι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2, λειτουργούν εντός του Ομίλου SCM ως εταιρείες ειδικού σκοπού, με μοναδική δραστηριότητα τη διαχείριση επενδύσεων. Ο Όμιλος SCM παρουσιάζεται ως ο κυρίαρχος οικονομικός και βιομηχανικός όμιλος της Ουκρανίας, με ενoποιημένα εισοδήματα ύψους $11.293.000.000 (για το 2015). Οι καθ' ων η αίτηση 3, είναι ελεγκτικός οίκος που ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (με το εγγεγραμμένο γραφείο των τελευταίων να βρίσκεται στα γραφεία των καθ' ων η αίτηση 3). Η (Διαιτητική) απαίτηση των αιτητών εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, ανέρχεται σε $760.566.951,86, ποσό που αντιστοιχεί σε δύο απλήρωτες δόσεις από το συνολικό αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε να πληρωθεί στους αιτητές από τους καθ' ων η αίτηση 1 δυνάμει ρητών όρων συμφωνίας αγοράς μετοχών ημερομηνίας 3.6.13, που εν τοις εφεξής θα ονομάζεται ως η επίδικη συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, οι αιτητές συμφώνησαν να πουλήσουν (και οι καθ' ων η αίτηση 1 να αγοράσουν και αποκτήσουν) 5000 μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 100% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της (συσταθείσας στην Κύπρο) UA Telecomivenst Limited, η οποία ήλεγχε και ελέγχει το 92,7906% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Ουκρανικής εταιρείας PJSC Ukrtelecom, η οποία είναι ο σημαντικότερος παροχέας τηλεπικοινωνιών στην χώρα εκείνη. Η UA Telecomivenst Limited ήταν ιδιοκτήτρια (μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων), του 100% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ΕSU, που ενεγράφη συμφώνως των νόμων της Ουκρανίας. Η εταιρεία ΕSU κατέχει το 92,7906% της εταιρείας PJSC Ukrtelecom. Στις 3.7.13, οι καθ' ων η αίτηση 1 πλήρωσαν προς τους αιτητές την πρώτη δόση εκ $100.000.000 (σύμφωνα με τις αντίστοιχες πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας). Μετά την πληρωμή αυτή οι επίδικες μετοχές μεταβιβάστηκαν από τους αιτητές προς τους καθ' ων η αίτηση
  1. Στις 23.12.13, οκτώ μέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής της δεύτερης δόσης οι αιτητές συνήψαν με τους καθ' ων η αίτηση 1 συμπληρωματική συμφωνία, ως το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση («η συμπληρωματική συμφωνία»). Με βάση τους όρους της συμπληρωματικής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να τροποποιήσουν τους όρους της επίδικης συμφωνίας ώστε να παραταθεί η προθεσμία πληρωμής της δεύτερης δόσης για τρεις μήνες (από την 31.12.13 μέχρι την 31.3.14) και επίσης να μειωθεί το ποσό που θα καταβαλλόταν ως δεύτερη δόση κατά $25.600.340,14 (δηλαδή από $121.541.823,00 σε $95.941.482,86), όπως και να διενεργηθεί ισοδύναμη μείωση στην τιμή αγοράς (με παραπομπή στην επίδικη συμφωνία), κατά το ίδιο ποσό (δηλαδή από $886.167.292.00 σε $860.566.951,86). Οι καθ' ων η αίτηση 1, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, παραλείπουν να καταβάλουν τη δεύτερη δόση (που ήταν πληρωτέα μέχρι την 31.3.14). Οι καθ' ων η αίτηση 1, παραλείπουν επίσης να πληρώσουν και την τρίτη δόση που ήταν καταβλητέα μέχρι την 4.10.
  2. Μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου 2014, αιτητές και καθ' ων η αίτηση 1, αντάλλαξαν μεταξύ τους αλληλογραφία για την παράλειψη των τελευταίων να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και με αυτούς να αναγνωρίζουν και να επιβεβαιώνουν τα οφειλόμενα ποσά προς τους αιτητές (βλ. Τεκμήρια 7-9 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), πέραν από την αντίστοιχη αναγνώριση χρέους που καταγράφθηκε στις εξελεγμένες καταστάσεις λογαριασμού των καθ' ων η αίτηση 1 για το 2014 (ως το Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Από αυτά τα γεγονότα (πάντοτε κατά τους αιτητές), προκύπτει ξεκάθαρη απαίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των $760.566.951,86, πλέον τόκους και έξοδα. Οι καθ' ων η αίτηση 1 προέβαλαν κατά καιρούς διάφορες θέσεις για να δικαιολογήσουν την παράλειψη πληρωμής των οφειλόμενων ποσών οι οποίες (κατά τη γνώμη των αιτητών), είναι ουσιαστικώς και νομικώς αβάσιμες, με τη σημασία του πράγματος (για ό,τι τώρα ενδιαφέρει), να σύγκειται στο ότι οι αιτητές έχουν μια «. εξαιρετικά καλή βάση αγωγής και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας σε σχέση με τις αξιώσεις .» εναντίον των καθ' ων η αίτηση
  3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας και τη συμπεριλαμβανόμενη εκεί ρήτρα Διαιτησίας, τροχοδρομήθηκε από μέρους των αιτητών στις 20.6.16, αίτημα για έναρξη Διαιτησίας ενώπιον του London Court of International Arbitration. Κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας, οι αιτητές γνώριζαν πως οι καθ' ων η αίτηση 1, ήσαν εκ των βασικών ιθυνουσών εταιρειών του Ομίλου SCM και ότι είχαν περιουσία εξαιρετικά μεγάλης αξίας, δίχως να συνθέτουν (οι καθ' ων η αίτηση 1), όχημα ειδικού σκοπού (με αποκλειστικό στόχο τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας). Στις 8.6.16, οι αιτητές κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν νομίμως, αντίγραφα των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των καθ' ων η αίτηση 1, που αφορούσαν στα οικονομικά έτη που έληξαν την 31.12.13 και την 31.12.
  4. Από τις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις διαπίστωσαν πως περί την 13.11.14, οι καθ' ων η αίτηση 1 διέθεσαν προς όφελος των καθ' ων η αίτηση 2 ποσοστό 44,3134% της SCM Ltd, που αποτελούσε το κύριο περιουσιακό στοιχείο των καθ' ων η αίτηση 1, έναντι ανταλλάγματος που μόλις και ανερχόταν στο ποσό των $21.323,00 και που αντιπροσωπεύει (κατά τις υπό αναφορά οικονομικές καταστάσεις των καθ' ων η αίτηση 1), ζημιά της τάξης των $937.000.
  5. Σημειώνουν περιπλέον οι αιτητές, ότι μόλις το προηγούμενο έτος
(2013), οι καθ' ων η αίτηση 1 πούλησαν ποσοστό 3,4% στην ίδια θυγατρική εταιρεία (την SCM Ltd), έναντι ποσού που ξεπερνούσε τα $666.000.000, καταγράφοντας συναφώς (στις οικονομικές καταστάσεις λογαριασμού για το 2013), κέρδη πέραν των $525.000.
  1. Στις 27.5.16, οι καθ' ων η αίτηση 1 αποξένωσαν την ιδιοκτησία θυγατρικής τους εταιρείας υπό την ονομασία Pluscom Holdings Limited (η οποία είχε καταγραφθεί στο προσχέδιο των οικονομικών καταστάσεων των καθ' ων η αίτηση 1 για το έτος 2015), ως έχουσα αξία $150.000.
  2. Η αποξένωση διαφάνηκε για πρώτη φορά όταν οι δικηγόροι των αιτητών διαπίστωσαν προφανή (κατά τη γνώμη τους) αντίφαση μεταξύ του προσχεδίου των οικονομικών καταστάσεων των καθ' ων η αίτηση 1 για το έτος 2015 (που διαβιβάστηκε στους δικηγόρους των αιτητών την 29.6.16) και της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης των καθ' ων η αίτηση 1 ημερομηνίας 28.6.16 (Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Οι αιτητές ζήτησαν σχετικές εξηγήσεις στις 28.7.16, από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση 1 ενώπιον του London Court of International Arbitration πλην όμως αυτοί δεν ήσαν σε θέση να αποσαφηνίσουν τα πράγματα. Στις 31.8.16 (πέραν του ενός μηνός μετά την εμφάνιση ενώπιον του London Court of International Arbitration), οι καθ' ων η αίτηση 1 μέσω των δικηγόρων τους, ισχυρίστηκαν ότι πούλησαν την Pluscom Holdings Limited προς ένα συνδεδεμένο μέρος (που δεν αποκάλυψαν), έναντι προκαταρτικής τιμής (provisional price) $200.000,00 στις 27.5.
  3. Οι αιτητές προτείνουν πως από τα γεγονότα αυτά αναδύεται ξεκάθαρη απάτη, αφού το ποσό των $200.000,00 (που ουδέποτε καταβλήθηκε), είναι προφανώς ονομαστικό και υποτιμημένο σε σχέση με την εκτίμηση των ίδιων των καθ' ων η αίτηση 1 (στις 31.12.14) και ότι η αξία της Pluscom Holdings Limited ήταν $150.000.
  4. Απ' όσα μπορούν να αποκομίσουν οι αιτητές από τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των καθ' ων η αίτηση 1, η πώληση της Pluscom Holdings Limited, έγινε προς κάποια εταιρεία με την ονομασία PH Premium Household Ltd, η οποία είναι πλέον ιδιοκτήτρια της Pluscom Holdings Limited, υπογραμμίζουν δε (οι αιτητές), επί αυτής της πτυχής, πως ιδιοκτήτες της PH Premium Household Ltd είναι οι καθ' ων η αίτηση 2, με το εγγεγραμμένο γραφείο τους να είναι το ίδιο με αυτό των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 και με τα στοιχεία επικοινωνίας (και τα πρόσωπα επικοινωνίας), να είναι οι καθ' ων η αίτηση 3, με την συμφωνία πώλησης της Pluscom Holdings Limited προς την PH Premium Household Ltd να υπογράφεται από το ίδιο πρόσωπο που ενεργεί ως Διευθυντής των πωλητών και αγοραστών ταυτοχρόνως. Ένεκα της προαναφερθείσας πρώτης αποξένωσης (όπως την αποκαλούν οι αιτητές), η συνολική οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση 1 επιδεινώθηκε δραματικώς κατά το έτος 2014, με την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων να ελαττώνεται παραλόγως - αφού κατά το 2013 είχε συνολικά κέρδη πέραν των $512.000.000 - κατά $2,4 δισεκατομμύρια περίπου και με τα μετρητά και τραπεζικά υπόλοιπά τους να μειώνονται και αυτά κατά $32.000.000 (ποσό που αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο των τότε υφιστάμενων ταμειακών αποθεμάτων τους). Ως αποτέλεσμα των περιγραφομένων, οι καθ' ων η αίτηση 1 (ως υποστηρίζουν οι αιτητές), έχουν απογυμνωθεί από τα περιουσιακά τους στοιχεία, υπό συνθήκες που δεικνύουν ότι τούτο έγινε δολίως και εκ προθέσεως ώστε να παρεμποδιστούν ή να καθυστερήσουν οι αιτητές (ως κύριοι πιστωτές των καθ' ων η αίτηση 1), να ανακτήσουν από αυτούς το επίδικο χρέος. Οι καθ' ων η αίτηση 1, δεν συνθέτουν φερέγγυα εταιρική οντότητα και έτσι (για τους προειρημένους λόγους), υπάρχει πραγματικός, άμεσος και σοβαρός κίνδυνος, εκτός και αν διαταχθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο - πολύ εύκολα και με την υπογραφή μιας απλής συμφωνίας μαζί με τα σχετικά έγγραφα - οι καθ' ων η αίτηση 2 να μπορούν να προβούν σε αποξένωση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που απέκτησαν από τους καθ' ων η αίτηση 1, για να εμποδίσουν ή να δυσχεράνουν τοιουτοτρόπως την εκτέλεση της οποιασδήποτε διαιτητικής απόφασης ήθελεν εκδοθεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και υπέρ των αιτητών. Περαίνουν οι αιτητές, πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων. Συνθέτει την επί της ουσίας εκδοχή όλων των καθ' ων η αίτηση - με τις επί της δικονομίας ενστάσεις να αποτελούν ξεχωριστή ενότητα που θα τύχει εντρύφησης στο κατάλληλο στάδιο - ότι η αίτηση στερείται νόμιμου και αποδεκτού πραγματικού υποβάθρου και πως καμιά προϋπόθεση συντρέχει ώστε να καθίσταται αντικειμενικώς εύλογη και ορθή η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Θέτουν πως η προσπάθεια των αιτητών να παρουσιάσουν την αξίωση ως μια απλή απαίτηση ξεκαθαρισμένου χρέους είναι στην πραγματικότητα εσφαλμένη και παραπλανητική επειδή τα γεγονότα δείχνουν σαφώς προς αντίθετη κατεύθυνση. Υποβάλλουν (οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2), πως οι δύο τους αποτελούν ανεξάρτητες και ξεχωριστές νομικές οντότητες, με τους καθ' ων η αίτηση 2 να μην αποτελούν διάδικο μέρος στην Διαιτητική Διαδικασία. Όποια απόφαση και να εκδοθεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, δεν θα μπορεί να εκτελεστεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2, καθότι η εταιρική δομή και διάρθρωση αμφότερων των εταιρειών απλούστατα δεν το επιτρέπει και δεν το δικαιολογεί. Οι καθ' ων η αίτηση 2 είναι, απλώς, συγγενική εταιρεία των καθ' ων η αίτηση 1 και ούτε κατέχουν, ούτε χρησιμοποιούν, ούτε και έχουν εξουσία επί περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση 1, με την περί ης ο λόγος μεταβίβαση του 44,3134% των μετοχών της SCM Ltd προς τους καθ' ων η αίτηση 2, να συντελείται κατά την επί πλήρους κλίμακας αναδιάρθρωση του Ομίλου SCM (ώστε να διατηρηθούν τα περιουσιακά του στοιχεία σε δικαιοδοσία που να παρέχει επαρκή νομική προστασία σε σύγκριση με την Ουκρανία) και πλέον δεν ανήκουν στους καθ' ων η αίτηση 1, οι οποίοι δεν μπορούν να έχουν και οποιοδήποτε δικαίωμα επί του μετοχικού αυτού ποσοστού. Η μετοχική μεταβίβαση είχε σχεδιαστεί και προβλεφθεί προτού ακόμα συνομολογηθεί η επίδικη συμφωνία και σίγουρα όχι για να εμποδιστεί η εκτέλεση της όποιας διαιτητικής απόφασης ήθελεν εκδοθεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, σε μια Διαιτητική Διαδικασία το αντικείμενο της οποίας δεν υπήρχε καν κατά τη λήψη της αρχικής απόφασης περί αναδιάρθρωσης (βλ. Τεκμήρια 8 και 9 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Το τίμημα της αντιπαροχής που δόθηκε για τη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών δεν αποτελεί συγκαλυμμένο μυστικό μια που δημοσιοποιήθηκε από τις 7.12.
  5. Η τιμή ήταν τέτοια ώστε να εξασφαλίζει ότι η εταιρική αναδιάρθρωση θα πραγματοποιείτο με λογικό, αποτελεσματικό και φορολογικώς συμβατό τρόπο. Η μεταβίβαση στην ονομαστική αξία των μετοχών εξετάστηκε σε πρότερη απόφαση που λήφθηκε από τους καθ' ων η αίτηση 1 από τις κυπριακές φορολογικές αρχές με τη βοήθεια των φορολογικών τους συμβούλων στην Κύπρο (βλ. Τεκμήρια 10 και 11). Η επίδικη μεταβίβαση έγινε άρα με καλή πίστη (σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονται οι αιτητές). Οι καθ' ων η αίτηση 1 ήσαν (και συνεχίζουν να είναι) οι μέτοχοι της εταιρείας ESU και κατ' ακολουθίαν της PJSC Ukrtelecom. Οι καθ' ων η αίτηση 1 έχουν προσέτι παράσχει ανάληψη υποχρέωσης ενώπιον Αγγλικού Δικαστηρίου εν σχέσει με την επίδικη διαφορά υπό τη μορφή διατάγματος παγοποίησης που εξασφαλίστηκε στη διαδικασία εκείνη μονομερώς από τους αιτητές. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κίνδυνος οι καθ' ων η αίτηση 1 να αποξενώσουν οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία με οποιοδήποτε τρόπο. Οι καθ' ων η αίτηση 1 δεν ασκούν οποιοδήποτε ουσιαστικό έλεγχο επί των καθ' ων η αίτηση
  6. Όλες οι αναφορές των αιτητών που σχετίζονται με την αναγκαιότητα (όπως αυτοί τη βλέπουν), έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων αποτελούν απόρροια εικασιών και θεωρητικολογιών, με τις τοποθετήσεις τους περί δόλου και απάτης να προτάσσονται ευσχήμως (πηγάζοντες και τούτοι από όμοιο υπόβαθρο), ώστε να κατατάξουν την περίπτωση σε εκείνες που ο δόλος και η απάτη θα μπορούσαν να συνεκτιμηθούν ως καταλυτικής σημασίας μεταβλητές υπέρ του αιτήματος. Οι καθ' ων η αίτηση 1 δεν είχαν υποχρέωση (νομική ή πραγματική) να πληροφορούν τους αιτητές για τις οποιεσδήποτε συναλλαγές είχαν ή σκόπευαν να έχουν με οποιουσδήποτε τρίτους, τοσούτο δε μάλλον περί της επίδικης μετοχικής μεταβίβασης και εταιρικής πώλησης. Στην ουσία, οι αιτητές φαίνεται να βρίσκονται σήμερα, ως διατείνονται, σε δύσκολη θέση αφού δεν μερίμνησαν να εξασφαλιστούν εγκαίρως σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας αλλά και της συμπληρωματικής συμφωνίας (στις οποίες εκουσίως τούτοι είναι που αποτελούν συμβαλλόμενο μέρος) και όχι ένεκα κάποιας δολιότητας ή απάτης των καθ' ων η αίτηση
  7. Οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν με τρόπο κατανοητό και αποδεκτό (κατά το δίκαιο και τη λογική), για ποιο λόγο είναι που οι καθ' ων η αίτηση 2 θα πρέπει να εμποδιστούν (ακόμη και αν χάριν συζήτησης θα έπρεπε να δεσμευτεί το μετοχικό ποσοστό του 44,3134% της επίδικης μεταβίβασης ως το αιτητικό Α
(1)της αίτησης), από του να διαχειρίζονται τις θυγατρικές τους εταιρείες τις οποίες ελέγχουν στηριζόμενοι στο υπόλοιπο μετοχικό ποσοστό του 55,6866%. Οι καθ' ων η αίτηση 1 ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε παραδοχή ευθύνης για τα όσα τους αποδίδουν οι αιτητές, με τις απόψεις των τελευταίων να διαμορφώνονται από μια δική τους ερμηνεία και θεώρηση των γεγονότων που οι ίδιοι θεωρούν ως αναντίρρητα και αναμφισβήτητα (και που όμως δεν είναι). Δεν παρουσιάστηκε προφορική μαρτυρία, μηδέ και αντεξετάστηκε οιοσδήποτε των ενόρκως δηλωσάντων. Συνεκτίμησα την επιμελή επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων όλων των διαδίκων. Πράττοντας το αυτό είχα στο μυαλό (στην πλήρη του μορφή), το καθετί που καταγράφεται, αναφέρεται και επισυνάπτεται ως τεκμήριο στις ένορκες δηλώσεις (και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις), που συνοδεύουν το αίτημα και την ένσταση. Κατά κοινή και δικαιϊκή λογική χρειάζεται εν πρώτοις να τύχουν πραγμάτευσης δύο θέσεις των καθ' ων η αίτηση που σχετίζονται, η μεν πρώτη, με τη δικαιοδοτική δυνατότητα του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει επί του αιτήματος, η δε δεύτερη, με το νόμιμο και αποδεκτό των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρίστηκαν ως συνοδευτικές της παρούσας αίτησης. Λέγουν λοιπόν οι καθ' ων η αίτηση - για το πρώτο θέμα (και τους αιτητές να προασπίζονται το αντίθετο) - ότι οι αιτητές θα έπρεπε να είχαν καταχωρίσει πρώτα αγωγή εναντίον των καθ' ων η αίτηση (ή έστω κάποια πρωτογενή/εναρκτήρια/γενική αίτηση), εφόσον μόνο έτσι θα ήταν πιθανή ή επέκεινα εφικτή η υποβολή μονομερούς αίτησης (όπως δηλαδή ήταν η παρούσα όταν είχε αρχικώς καταχωριστεί στις 13.7.16), για να δυνηθεί έτσι το Δικαστήριο να την κρίνει ως παρεμπίπτουσα πλέον διαδικασία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Αυτό, πάντως, δεν έγινε, με παρεπόμενο (κατά το επιχείρημα), το αίτημα να πρέπει να απορριφθεί ως θνησιγενές, ασχέτως εάν το Δικαστήριο διατάζοντας την επίδοση της μονομερούς τότε αίτησης προς τους καθ' ων η αίτηση, τη μετέτρεψε σε διά κλήσεως. Προσθέτουν οι καθ' ων η αίτηση πως η Διαιτητική Διαδικασία που διεξάγεται στο εξωτερικό, δεν μπορεί να σταχυολογηθεί ως ικανοποιούσα τις νομοθετικές και κανονιστικές προϋποθέσεις κατάταξης της ως κυρίως διαδικασίας ούτως ώστε να μπορούν να ενεργοποιηθούν και τα όσα στην Κύπρο περιστοιχίζουν δικαιοδοτικώς τις εκπορευόμενες δικονομικές και ουσιαστικές δυνατότητες που παρέχονται μετά την καταχώριση μιας αποδεκτής δικαστικής διαδικασίας κατά τα προβλεπόμενα στους ημεδαπούς νόμους και δικονομία. Με κάθε σεβασμό, δεν συμφωνώ με τη θέση των καθ' ων η αίτηση. Το αίτημα, ως υποβλήθηκε, συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο, στοχεύσεις και φιλοσοφία του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/87, επί του οποίου και βασίζεται η εκδικαζόμενη αίτηση, με το άρθρο 9 αυτού, να προβλέπει ότι (το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο στην Κύπρο), έχει εξουσία, μετά από αίτημα ενός των μερών σε Διαιτητική Διαδικασία, να διατάζει τη λήψη συντηρητικών μέτρων οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της Διαιτητικής Διαδικασίας, προκειμένου να διασφαλιστεί υποστηρικτικά (και όχι σε υποκατάσταση της τελευταίας), η ομαλή και αποτελεσματική πορεία της Διαιτησίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση των Helington Commodities Ltd και Άλλων
(2009)1(Β) ΑΑΔ 926, 933-939). Επιπροσθέτως - και επί της ίδιας θεματικής - το γεγονός πως η παρούσα αίτηση δεν έχει καταχωριστεί στο πλαίσιο άλλης γενικής αίτησης, δεν καθιστά το αίτημα παράτυπο ή αντινομικό καθοιονδήποτε τρόπο, δεδομένου πως, με την επίδικη μονομερή αίτηση (ως ήταν κατά την αρχική της καταχώριση), το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε κάποιες διαπιστώσεις (υπό το πρίσμα που προλέχθηκε), δίχως να αποβλέπει στην επί της ουσίας και τελεσίδικη επίλυση εγειρόμενου νομικού ή πραγματικού ζητήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Udruzena Beogradska Banka v Westacre Investment, Inc
(1999)1(A) ΑΑΔ 124, 133). Απεναντίας - και δοσμένης της απουσίας ειδικών κανονισμών που να διέπουν συγκεκριμενοποιημένα τα εκτυλισσόμενα - η πρόσβαση των αιτητών στο Δικαστήριο διά της επιλεχθείσας μεθόδου ήταν η πρέπουσα, με το Δικαστήριο να διασφαλίζει εμπράκτως τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση δίνοντας τους το δικαίωμα να ακουστούν και να προβάλουν οτιδήποτε επιθυμούσαν σε συνάρτηση με τα εγειρόμενα στην αίτηση επίδικα θέματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ανδρέας Νεοκλέους & Σια ν Cyllenius Holding Ltd και Άλλων, ΠΕ 142/11, ημ. 26.10.16). Η σχετική ένσταση των καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. Υποβάλλουν περαιτέρω (οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2) - και τούτο αποτελεί το δεύτερο υπό συζήτησιν δικονομικό θέμα - ότι οι αρχικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν ως συνοδευτικές της παρούσας αίτησης - πόσω δε μάλλον οι μεταγενέστερες και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκ μέρους των αιτητών - είναι ουσιωδώς παράτυπες γιατί οι ομνύοντες ορκίστηκαν σε αυτές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, πριν από την καταχώριση της επίδικης και παρούσας αίτησης που καταχωρίστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Με κάθε σεβασμό, διαφωνώ. Είναι γεγονός πως οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση φαίνεται να συμπληρώθηκαν ενώπιον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ενώ δεν είχε μέχρι τη στιγμή εκείνα καταχωριστεί η επίδικη μονομερής αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εάν το ζήτημα παρέμενε σε αυτή του τη διάσταση, τότε ίσως και να συνέκλινα με τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση ότι οι ένορκες δηλώσεις (που προηγούνται χρονικώς της καταχώρισης της μονομερούς αίτησης), δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο χορήγησης των επιζητούμενων θεραπειών. Παρά ταύτα ακολούθησε της καταχώρισης της μονομερούς αίτησης (και των ενόρκων δηλώσεων που τη συνόδευαν), η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους αιτητές (ημερομηνίας 15.9.16), μετά από σχετική ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 9.9.16 (με διαφορετική από την παρούσα σύνθεση), χωρίς να προηγηθεί αίτημα των καθ' ων η αίτηση (που έφεραν ένσταση στο αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση), για παραμερισμό ή ακύρωση της μονομερούς αίτησης ή για οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα τούτοι έκριναν πρόσφορο να επιχειρήσουν για τους λόγους που τώρα απασχολούν. Στη συμπληρωματική αυτή ένορκη δήλωση αποτυπώνονται οι απαραίτητοι συσχετισμοί του περιεχομένου αυτής (όπως και εκείνου των προηγηθεισών ενόρκων δηλώσεων), με τα δεδομένα της μονομερούς αίτησης, κατά τρόπο ώστε (κατά το σκεπτικό στην Αναφορικά με την Αίτηση της Βαβέλ Μπουτίκ Λίμιτεδ
(1995)1 ΑΑΔ 947, 951-952), το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συμπληρώθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (μαζί με εκείνο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης), να ενσωματωθούν πια στα όσα συναποτελούν το αίτημα στην μονομερή (και επίδικη) τώρα αίτηση, στη διά κλήσεως μορφή που έχει λάβει. Η σχετική ένσταση των καθ' ων η αίτηση, απορρίπτεται. Προχωρώ στην ουσία του αιτήματος. Οι αιτητές αιτούνται εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2, την έκδοση διαταγμάτων τύπου Chabra και Mareva και κατά των καθ' ων η αίτηση 3, την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Θα ασχοληθώ με το καθένα από αυτά τα διατάγματα ξεχωριστά και με την ίδια σειρά. Περί των διαταγμάτων τύπου Chabra (που στοχεύουν σε παγοποίηση περιουσίας εναγομένου εναντίον του οποίου δεν φαίνεται να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα), σημειώνεται (λεπτομερέστερα) στο σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 218, πως τούτα (τα διατάγματα) «. έγιναν γνωστά ως αποτέλεσμα των νομολογηθέντων στην αγγλική υπόθεση TSB Private Bank International SA v. Chabra
(1992)2 All ER 245). Η αρχή που προκύπτει από τη συγκεκριμένη υπόθεση καλύπτει την περίπτωση όπου ο κύριος εναγόμενος, είτε αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, είτε νομικό, δεν έχει στο όνομά του πολλά περιουσιακά στοιχεία, αλλά υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά κατέχονται από τρίτα πρόσωπα ή εταιρείες, π.χ. από συγγενικά πρόσωπα ή από εταιρείες που ελέγχει ο κύριος εναγόμενος». Στην Parbulk II AS v PT Humpuss Intermoda Tsansportasi TBK and Others
(2011)EWHC 3143, αναφέρθηκαν (συμπληρωματικώς), τα ακόλουθα: « But it is also clear - at least from four first instance decisions in England- that the English court does not regard the Chabra-type jurisdiction as limited to cases where the third party holds, or has received, assets beneficially belonging to the principal defendant or assets in which the latter has some sort of proprietary entitlement. These English Court decisions followed the important decision of the Australian High Court in Paul Cardile v LED Building Proprietary Ltd (supra) . That case concerned freezing orders made against the shareholders and associate company of a housing construction company, the substantive defendant against which proceedings for breach of copyright had been brought. The justification for seeking a freezing order against those third parties was the payment of substantial dividends to them. At paragraph 57 of the judgment of the majority, the High Court stated: " What then is the principle to guide the courts in determining whether to grant Mareva relief in a case such as the present where the activities of third parties are the object sought to be restrained? In our opinion such an order may, and we emphasise the word 'may', be appropriate, assuming the existence of other relevant criteria and discretionary factors, in circumstances in which: (
  1. i)the third party holds, is using, or has exercised or is exercising a power of disposition over, or is otherwise in possession of, assets, including "claims and expectancies", of the judgment debtor or potential judgment debtor; or (
  2. ii)some process, ultimately enforceable by the courts, is or may be available to the judgment creditor as a consequence of a judgment against that actual or potential judgment debtor, pursuant to which, whether by appointment of a liquidator, trustee in bankruptcy, receiver or otherwise, the third party may be obliged to disgorge property or otherwise contribute to the funds or property of the judgment debtor to help satisfy the judgment against the judgment debtor. It is that principle which we would apply to this case. Its application is a matter of law, although discretionary elements are involved."». Ικανοποιούνται εδώ οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Διασαφηνίζω. Υπό την αίρεση πάντοτε της πάγιας αρχής πως δεν είναι επιτρεπτό (στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο), να προβαίνει το Δικαστήριο σε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης ή να αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων που περιβάλλουν τα επίδικα γεγονότα (βλ. κατ' αναλογίαν, Global Cruisers SA και Άλλης ν Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1(E) ΑΑΔ 607, 621), σημειώνω ότι, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (και κατά σύνοψιν καταγραφθεί ανωτέρω), οι καθ' ων η αίτηση 2 φαίνεται να κατέχουν περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στο παρελθόν στους καθ' ων η αίτηση 1 (δηλαδή το 44,3134% του μετοχικού κεφαλαίου της SCM Ltd) και που (υπό το πλέγμα των όσων προτείνουν οι αιτητές αναφορικώς με τις συνθήκες και ελατήρια που οδήγησαν στην αποξένωση των στοιχείων αυτών), φαίνεται να κρατούνται από τους καθ' ων η αίτηση 2 προς όφελος των καθ' ων η αίτηση
  1. Η θέση των αιτητών πως (μετά που συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία), κάποια πρόσωπα που ενεργούσαν ως διευθυντές ή αξιωματούχοι των καθ' ων η αίτηση 1 «. προφανώς με οδηγίες του Rinat Akhmetov που ελέγχει [τους καθ' ων η αίτηση 1], προχώρησαν σε σειρά ενεργειών με σκοπό να απογυμνώσουν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων [των καθ' ων η αίτηση 1] με απώτερο σκοπό να [τους] καταστήσ[ουν] αφερέγγυ[ους] και να μην είναι σε θέση να αποπληρώσ[ουν] το χρέος τους προς [τους αιτητές]», δεν αποτελεί (ως φαίνεται να υπονοούν οι καθ' ων η αίτηση), το μοναδικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται (και μόνο φραστικώς), η θέση των αιτητών περί ύπαρξης δόλου ή απάτης και σε τούτα (και στο πλέγμα αυτό περιλαμβάνεται όχι μόνο η επίδικη μετοχική μεταβίβαση αλλά και τα όσα αφορούν στις Pluscom Holdings Limited και PH Premium Household Ltd). Αντιθέτως. Η θέση των αιτητών οικοδομείται από και υποστηρίζεται με λεπτομέρειες και επί άλλων παραμέτρων που αφορούν, ανάμεσα σε άλλα στη θέση (για παράδειγμα), πως περί τον Νοέμβριο 2014 οι καθ' ων η αίτηση 1 διέθεσαν προς τους καθ' ων η αίτηση 2 το επίδικο ποσοστό του 44,3134% της SCM Ltd έναντι μηδαμινού (τηρουμένων των αναλογιών) χρηματικού ανταλλάγματος, με τη συνακόλουθη ζημιά να αποτιμάται σε ένα ποσό της τάξης των $937.000.000, αλλά και στο ότι ενάμιση περίπου έτος επέκεινα, οι καθ' ων η αίτηση 1 αποξένωσαν και την ιδιοκτησία θυγατρικής τους εταιρείας (της Pluscom Holdings Limited) - με υπολογισμένη αξία $150.000.000 - έναντι προκαταρκτικής (και ονομαστικής ισχυρίζονται οι αιτητές) τιμής των $200.000,
  2. Τούτες οι πράξεις των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (εμποτισμένες ως είναι με ύποπτα και αθέμιτα κίνητρα από μέρους των καθ' ων η αίτηση 1 και 2) και με υπόψιν και το ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 βρίσκονται σε πασιφανή (για τους αιτητές) παραβίαση των όρων, όχι μόνο της επίδικης συμφωνίας αλλά και της συμπληρωματικής συμφωνίας, με πρόσθετο στοιχείο (και κοινό παρανομαστή στα πράγματα) το γεγονός πως ο Rinat Akhmetov είναι ο ιδιοκτήτης ή και το άτομο που ελέγχει τον Όμιλο SCM (και που αποτελεί, ως φαίνεται να συνάγεται, άτομο με δεδηλωμένο πλέον ίδιον συμφέρον στα όσα εκτυλίσσονται), αντανακλούν εικόνα που, τωόντι, δεν μπορεί παρά να συμπίπτει με τις εκφρασθείσες ανησυχίες των αιτητών για ό,τι εδώ ενδιαφέρει και εξετάζεται. Οι ισχυρισμοί των αιτητών (περί δόλου, απάτης και άλλων τινών), συνοδεύονται από πλήρη και επαρκή στοιχεία και δεν απορρέουν από γενικές θεωρήσεις ή εικασίες, σε βαθμό τουλάχιστον που να υστερούν εκείνου του φάσματος λεπτομερειών που πρέπει σε κάθε περίπτωση να τίθενται ενώπιον Δικαστηρίου έτσι που να μπορεί να εξετάζει αποδοτικώς το κατά πόσο υφίστανται πράγματι (και εκ πρώτης όψεως), εκείνα τα στοιχεία δόλου ή απάτης πριν δυνηθεί να αποφασίσει αν θα εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα της φύσης αυτών που αποτελούν αντικείμενο στην παρούσα διαδικασία (βλ. κατ' αναλογίαν, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(B) AAΔ.1235, 1244). Το ότι οι αιτητές (ως δηλώνουν οι καθ' ων η αίτηση 2), δεν θα έπρεπε να παραπονούνται για την κατάσταση στην οποία έχουν βρεθεί, διότι δεν είχαν τη διορατικότητα (ή την ανησυχία έστω), να διασφαλίσουν καλύτερα τα απορρέοντα εκ της επίδικης συμφωνίας και της συμπληρωματικής συμφωνίας δικαιώματα τους - μολονότι αξιολογήσιμη ως μεταβλητή για αυτά που τώρα απασχολούν - δεν μπορεί να θεωρηθεί πως εμποδίζει τους αιτητές σε επίπεδα που να τους στερούν το δικαίωμα να αποβλέπουν στην εξασφάλιση προσωρινής δικαστικής προστασίας/συνδρομής προς υποβοήθηση της υπό εξέλιξη Διαιτητικής Διαδικασίας (για σκοπούς εκτέλεσης της οποιασδήποτε απόφασης ήθελεν εκδοθεί εκεί υπέρ τους), με επίκληση συναφείς ρυθμίσεις στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87, ή ακόμη, επιστρατεύοντας (στον κατάλληλο χρόνο) και άλλα εγχώρια δικαστικά διαβήματα προβλεπόμενα σε πρόνοιες του Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 και του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Αν διαφορετική ήταν η προσέγγιση, τούτο θα οδηγούσε και σε (ανεπίτρεπτη) ακύρωση της αρχής περί μη κατάληξης σε τελικά ευρήματα στο ενδιάμεσο δικονομικό στάδιο (στο οποίο βρισκόμαστε τώρα). Όταν οι αιτητές συμβάλλονταν με τους καθ' ων η αίτηση 1 διά της επίδικης συμφωνίας και της συμπληρωματικής συμφωνίας, δεν φαίνεται να είχαν ενδείξεις για τα όσα αργότερα θα μετουσιώνονταν (όπως οι ίδιοι προωθούν και υποβάλλουν), στις συνθήκες που, κατά τα ενεστώτα, αναδιπλώνονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως δημιουργούσες (αντικειμενικώς) πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση 2 (με ισχύοντα τα περί διασύνδεσης των περιουσιακών αυτών στοιχείων με τους καθ' ων η αίτηση 1, μέσω των αποξενώσεων, ως έχουν περιγραφθεί ανωτέρω). Η έκδοση διατάγματος τύπου Chabra, χρήζει συνεπώς έγκρισης (ως μέρος του αιτητικού Α
(1)της αίτησης) και για τον λόγο ότι η εξέλιξη αυτή κρίνεται δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις (για τους λόγους που έγινε προσπάθεια να αναπτυχθούν και να εξηγηθούν), με αποτίμηση, υπό την οπτική αυτή, των ανησυχιών και των δυνητικών επιπτώσεων έκδοσης του διατάγματος στους καθ' ων η αίτηση 2. Σε ό,τι αφορά γενικώς στην έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva (που αποτελεί επιπρόσθετη στόχευση του αιτητικού Α
(1)της αίτησης), οι αρχές που τη διέπουν αποτυπώνονται στο σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 214-215, ως εξής: «Όπως νομολογήθηκε στην Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ, το άρθρο 32 παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να διατηρηθεί ελαστική και ελεύθερη από τυπικούς κανόνες. Οι αρχές στις οποίες υπόκειται αποσκοπούν στη διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η εξουσία του άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, έξω από τα όρια του άρθρου 4 του Κεφ. 6, αποσκοπεί στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όπως εξηγήθηκε στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, η συγκεκριμένη εξουσία «δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή.» Επίσης τονίστηκε ότι διατάγματα τύπου Mareva δεν θα πρέπει να δίδονται ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους και βεβαίως δεν βελτιώνουν τη θέση του πιστωτή σε πτωχευτικές διαδικασίες». Εφόσον τηρούνται οι πιο πάνω γενικές προϋποθέσεις, τότε το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αποφασίσει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης και τις ανάγκες της δικαιοσύνης. .................................... (ε) Οι ειδικές προϋποθέσεις Πέραν των γενικών προϋποθέσεων, ο ενάγων θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσει το δικαστήριο ότι:- (α) Υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσής τους, και (γ) ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης». Ως προς την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva εναντίον μη διαδίκου (εδώ των καθ' ων η αίτηση 2), αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα, στις σελίδες 223-225, ότι: « Στην Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd τονίστηκε ότι ακόμη και αν το δικαστήριο αναλάβει δικαιοδοσία, η διακριτική του ευχέρεια για χορήγηση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης «το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας». Παράλληλα, τα δικαστήρια έχουν επίσης δηλώσει ότι δεν θα επιτρέψουν να χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη δικαιοδοσία ως μέθοδος είσπραξης χρεών για εξασφάλιση εκ των προτέρων εγγύησης για εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή ως μοχλός πίεσης εναντίον εναγομένων ή ακόμα να λειτουργεί εκβιαστικά εναντίον οφειλετών οι οποίοι επέλεξαν να αμφισβητήσουν την οφειλή ή ένα μέρος της. Επίσης τονίστηκε ότι δεν αποτελεί σκοπό της δικαιοδοσίας για έκδοση διατάγματος παγοποίησης η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα ή, ακόμα λιγότερο, η τιμωρία του εναγομένου για ισχυριζόμενα παραπτώματα. Όμως η μεγαλύτερη κατάχρηση στην έκδοση διατάγματος παγοποίησης, παρατηρείται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων ή όπου ο κίνδυνος μεγαλοποιείται ώστε να πειστεί το δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα. Τα δικαστήρια οφείλουν να βεβαιώνονται ότι η έκδοση διατάγματος παγοποίησης δεν χρησιμοποιούνται πρόωρα σε αντικατάσταση της διαδικασίας εκτέλεσης με κατάσχεση περιουσίας είτε στα χέρια τρίτων, είτε άλλως πως (attachment of property). Τα άλλα διαζευκτικά μέτρα που ενδεχομένως να επιφέρουν το ίδιο αποτέλεσμα, διασφαλίζοντας τα περιουσιακά στοιχεία προς όφελος πιστωτή, είναι η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος σε πτωχευτική διαδικασία, ο διορισμός παραλήπτη κ.α.. Στις αγγλικές υποθέσεις Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co SA, The Angel Bell και Z Ltd v. A-Z and AA-LL, το δικαστήριο διατύπωσε νέα προειδοποίηση για τους κινδύνους να τύχει εκμετάλλευσης η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva. Το αγγλικό εφετείο τόνισε ιδιαίτερα δύο από τους κινδύνους. Πρώτον, τη συνήθη προσπάθεια εναγόντων να θωρακίσουν τους εαυτούς τους για σκοπούς εκτέλεσης με το να αποτείνονται για διατάγματα τύπου Mareva όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για σπατάλη ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων. Δεύτερον, την άσκηση πίεσης στον εναγόμενο να συμβιβαστεί. Γι' αυτό τα δικαστήρια θα πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικά στην άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας. Όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι όπου καταδεικνύεται ισχυρή αιτία αγωγής η οποία θα παρέμενε άνευ αντικρίσματος λόγω άμεσου και απτού κινδύνου απομάκρυνσης των στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης τυχόν απόφασης υπέρ του ενάγοντα». Στη βάση όλων των ανωτέρω και με πλήρη αισθαντικότητα - όπως και στην περίπτωση έκδοσης διαταγμάτων τύπου Chabra - του εξαιρετικού των μέτρων αυτών, αποφαίνομαι ότι οι αιτητές πέτυχαν να δείξουν επαρκείς λόγους οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν (λογικώς) - και οδήγησαν - στην ενάσκηση της συναφούς διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση του συζητούμενου αιτήματος. Εξηγώ. Έχει υποδειχθεί καταλλήλως από μέρους των αιτητών, αντικειμενικό υπόβαθρο για τη διαπίστωση ύπαρξης πραγματικού κινδύνου αποξένωσης των επίδικων περιουσιακών στοιχείων από τους καθ' ων η αίτηση 2 (με έρεισμα τα όσα έχουν ήδη αναδιπλωθεί ως αιτιολογική σκέψη κατά την πραγμάτευση των διαταγμάτων τύπου Chabra, με τις ανάλογες για εδώ αναπροσαρμογές), όπως και για την ύπαρξη καλού λόγου για να υποτεθεί δικαστικώς ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία, στην πραγματικότητα (ως ορίζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο), ανήκουν στους καθ' ων η αίτηση 1 (βλ. κατ' αναλογίαν, SCF Finance Co Ltd v Masri
(1985)2 All ER 747). Επομένως, η έκδοση του διατάγματος τύπου Mareva μπορεί να εγκριθεί, δοσμένου πάντως και του γεγονότος πως τούτο κρίνεται και δίκαιο και πρόσφορο υπό τις συνθήκες, για τους λόγους που έχουν ήδη τύχει αναφοράς. Η έκδοση διατάγματος τύπου Mareva (ως μέρος του αιτητικού Α
(1)της αίτησης), καλεί σε αποδοχή και επί αυτής της θεμελίωσης. Το αιτητικό Α
(1)της αίτησης, χρήζει έγκρισης. Δεν ισχύει ωστόσο το ίδιο για το αιτητικό Α
(2)της αίτησης, αφού τούτο, ως είναι διατυπωμένο (και με κατά νουν την παρασχεθείσα μαρτυρία), θα είχε (εάν εγκρινόταν), κατά παρασάγγας δυσανάλογες επιπτώσεις στους καθ' ων η αίτηση 2, σε σύγκριση με το τι σκοπούσε να επιτύχει προς όφελος των αιτητών, αφού το σχετικό διάταγμα θα μπορούσε δυνητικώς να βραχυκυκλώσει κατ' ουσίαν (και ήσαν εύστοχες οι περί τούτου επισημάνσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση 2), όλη την εταιρική δομή και διάρθρωση του Ομίλου SCM (περιλαμβανομένων και των θυγατρικών της εταιρειών), δίχως αυτό να δικαιολογείται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπειαν, το αιτητικό Α
(2)χρήζει απόρριψης. Έρχομαι στο αιτητικό Β της αίτησης. Σε ό,τι αφορά (γενικότερα) στα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal (που αποτελούν πρόσθετη στόχευση των αιτητών εναντίον των καθ' ων η αίτηση 3, βάσει του αιτητικού Β της αίτησης), τούτα για να εκδοθούν θα πρέπει να έχει επισυμβεί (ως γεγονός ή κατ' ισχυρισμόν), αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγήσαντα· να διαπιστώνεται ανάγκη για έκδοση του διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγήσαντα· το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση του διατάγματος να έχει αναμειχθεί με τρόπο που να διευκολύνει την αδικοπραξία και να είναι σε θέση (ή πιθανόν να είναι σε θέση) να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του υπό αναφορά τελικού αδικοπραγήσαντα. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε διακριτική ευχέρεια έκδοσης του διατάγματος αυτού και πρέπει να ικανοποιείται πως οι επιθυμούμενες πληροφορίες δεν μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο και ότι υπάρχει όντως πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγήσαντα. Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών αυτών αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα που χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδίδεται τέτοιο διάταγμα πριν από την έναρξη της, αφού η φύση των διαταγμάτων αυτών δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση λήψης πληροφοριών και στοιχείων για σκοπούς περιέργειας και μόνο (βλ. γενικώς, Avila Management Services Ltd και Άλλων ν Stepanek και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403). Στην υπό εξέτασιν περίπτωση οι αιτητές δεν κατόρθωσαν να καταδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αναγκαιότητα έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος από τη στιγμή που απέτυχαν, όχι μόνο να το συναρτήσουν με οποιαδήποτε υποβοηθητική έκφανση της Διαιτητικής Διαδικασίας (και σχετική με αυτή), αλλά και να το συσχετίσουν με έτερες διαστάσεις που άπτονται των αναλόγως προαπαιτούμενων (ως τούτα έχουν παρατεθεί), με στόχευση - και τούτο είναι καίριας σημασίας - την καταχώριση από μέρους των αιτητών, αγωγής (ή άλλης δικαστικής διαδικασίας) εναντίον του οποιουδήποτε φερόμενα αδικοπραγήσαντα με αναφορά στη δοθείσα μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Melouskia Commercial Ltd και Άλλων ν Alisa Chumachenko Alisa και Άλλων, ΠΕ 71/13, ημ. 30.9.14). Το υπό ανάλυσιν αίτημα πάσχει και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν έχει καταδειχθεί συναφώς οποιαδήποτε προϋπόθεση από όσες προβλέπονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί και που άπτονται βεβαίως της ανυπαρξίας βάσης αγωγής εναντίον των καθ' ων η αίτηση 3, της έλλειψης εύλογης πιθανότητας να δικαιούνται οι αιτητές σε θεραπεία εναντίον τους και της μη κατάδειξης από μέρους των αιτητών, δυσκολίας/αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός και αν το υπό αναφορά διάταγμα εκδοθεί. Το αιτητικό Β της αίτησης, χρήζει απόρριψης. Ουδεμία άλλη ένσταση από τις όσες προώθησαν οι καθ' ων η αίτηση, θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε διαφορετική πλέον κατεύθυνση και τούτο αφορά τόσο στη δικηγορική ιδιότητα κάποιων εκ των ενόρκως δηλωσάντων (εκ μέρους των αιτητών) - μια και τίποτε δεν εντοπίζεται που θα μπορούσε καταλυτικώς να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος ως εκ τούτης της πτυχής δεδομένου ότι όλα όσα κατέθεσαν οι ομνύοντες (δηλώνοντας σαφώς την πηγή των κρίσιμων γνώσεων τους), προέρχονται και από το περιεχόμενο εγγράφων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια, με σαφώς προσδιορισμένη την πηγή των γνώσεων τους σε ό,τι είναι που τούτοι ορκίζονται (βλ. κατ' αναλογίαν, Rybolovlev και Άλλων v Rybolovleva
(2010)1(Α) AAΔ 82, 92-94) - όσο και τα περί καθυστέρησης (για την οποία δόθηκαν εξηγήσεις που δεν την σταχυολογούν ως υπέρμετρη) αλλά και τα περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας, αφού η τελευταία δεν είναι ταυτόσημη ή παρόμοια έστω με άλλες διαδικασίες που εκκρεμούν (ή έχουν προωθηθεί) ενώπιον του London Court of International Arbitration (βλ. γενικώς, Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 24-29, 146-154, 223-225). Εν κατακλείδι. Η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται (κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας), διάταγμα ως το αιτητικό Α
(1)της αίτησης, τροποποιημένο από το Δικαστήριο (με υποδομή τα συζητηθέντα), ως ακολούθως: «Α. Προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στους καθ' ων η αίτηση 2 ή/και σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους τους μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαιτησίας που εκκρεμεί μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση 1 ενώπιον του London Court of International Arbitration (LCIA) ή, σε περίπτωση ολοκλήρωσης της εν λόγω διαδικασίας και έκδοσης διαιτητικής απόφασης υπέρ των αιτητών, μέχρι και 30 ημέρες μετά την έκδοση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης από το London Court of International Arbitration (LCIA) ή/και μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου, από του να πωλήσουν, διαθέσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο 8.529 μετοχές Τάξης Β, ή μετοχές που να αντιπροσωπεύουν ποσοστό ύψους τουλάχιστον 44,3134% του συνολικού εκδομένου αριθμού μετοχών Τάξης Β που οι καθ' ων η αίτηση 2 κατέχουν από καιρού εις καιρόν στο μετοχικό κεφάλαιο της SCM (System Capital Management) Limited, με αριθμό εγγραφής ΗΕ137516, από τη Λευκωσία». Το αιτητικό Α
(2)της αίτησης (εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2) και το αιτητικό Β της αίτησης (κατά των καθ' ων η αίτηση 3), απορρίπτονται (και πάλι κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας). Παρόλο που η παρούσα αίτηση εκδικάστηκε ως διά κλήσεως, εντούτοις κρίνω ορθό και πρέπον υπό τις περιστάσεις που έχουν περιγραφθεί, όπως τεθεί όρος για τη σύνταξη και ενεργοποίηση του διατάγματος, οι αιτητές - και ακούστηκαν επί αυτής της πτυχής οι συνήγοροι - να καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τραπεζική εγγύηση και/ή μετρητά ύψους €700.000,00, προς κάλυψη των οποιωνδήποτε τυχόν ζημιών και εξόδων ήθελαν υποστεί οι καθ' ων η αίτηση 2 ως εκ της έκδοσης του διατάγματος (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 189-191, D Bean, Injunctions, Sweet & Maxwell, 2015, παρ. 3-03 μέχρι 3-08). Τα έξοδα για τη διαδικασία εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2, επιδικάζονται εναντίον των τελευταίων και υπέρ των αιτητών, ενώ τα έξοδα για τη διαδικασία μεταξύ αιτητών και καθ' ων η αίτηση 3, επιδικάζονται υπέρ των τελευταίων και εναντίον των αιτητών - μειωμένα κατά το 1/3 του συνόλου των εξόδων (και τούτο έχοντας στο μυαλό τα όσα απασχόλησαν κατά την εξέταση του αιτητικού που τους αφορούσε - όπως (όλα τούτα τα έξοδα), θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.