← Κύπρος

Μαρία Χατζηγεωργίου - Λο?ζου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής? 3940/2009, 9/1/2017

Μαρία Χατζηγεωργίου - Λο?ζου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής? 3940/2009, 9/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A1 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής꞉ 3940/2009 Μεταξύ: Μαρία Χατζηγεωργίου - Λοΐζου Έλενα Χατζηγεωργίου - Ιωάννου Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου Σωτήρης Χατζηγεωργίου Ανδρέας Χατζηγεωργίου Σοφία Χατζηγεωργίου Ενάγοντες και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία꞉ 9.1.2017 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες꞉ κ. Αντώνης Γεωργίου, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο꞉ κα Θεανώ Μαυρομουστάκη, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Την ευαίσθητη και ανθρωπιστική πτυχή του Κυπριακού ζητήματος, η οποία αφορά στη διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων προσώπων μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, αγγίζει η παρούσα υπόθεση. Μέσα από τη συζήτηση των επίδικων θεμάτων, αναδεικνύεται, αφενός, ο ψυχικός κόσμος αυτών που αναμένουν ακόμη να μάθουν την αλήθεια και, αφετέρου, το χρονοβόρο και περίπλοκο του διερευνητικού έργου που επιτελούν οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας με τα όσα μέσα διαθέτουν, καθώς και τις λεπτές ισορροπίες που έχουν να τηρήσουν. Οι Ενάγοντες είναι συγγενείς δύο προσώπων, του Γιώργου και του Λοΐζου Χατζηγεωργίου, οι οποίοι αγνοούνται από 15.8.1974. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα αρ. 1 είναι μητέρα του αγνοούμενου Γιώργου Χατζηγεωργίου, 18 ετών κατά την ως άνω ημερομηνία, και σύζυγος του αγνοούμενου Λοΐζου Χατζηγεωργίου, 44 ετών κατά την ίδια ημερομηνία. Οι υπόλοιποι πέντε Ενάγοντες είναι αδέρφια του Γιώργου και παιδιά του Λοΐζου Χατζηγεωργίου. Ως η εκδοχή των Εναγόντων, οι αγνοούμενοι συγγενείς τους απήχθησαν στις 15.8.1974 από το σπίτι τους στο χωριό Στρογγυλός της Επαρχίας Αμμοχώστου, δια της ένοπλης βίας που άσκησαν σε αυτούς οι Τουρκοκύπριοι συγχωριανοί τους με τα εξής ονόματα꞉ Mustafa Yioupi, Oxouz Yioupi, Suleyman Ali Emir, Hasan Ali, Mehmet Kara - Mustafa. Όπως διαφάνηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν έχει καταστεί γνωστή μέχρι σήμερα η εξέλιξη και τελική έκβαση της τύχης των εν λόγω προσώπων μετά την απαγωγή τους. Δεν έχει γνωστοποιηθεί στους Ενάγοντες ότι οι συγγενείς τους είναι νεκροί, αφού μέχρι και την ημερομηνία ολοκλήρωσης της ακρόασης της αγωγής, εξακολουθούσαν να μην έχουν εντοπιστεί τυχόν λείψανά τους ή/και δεν είχε ταυτοποιηθεί ότι ευρεθέντα λείψανα ανήκαν στα εν λόγω δύο αγνοούμενα πρόσωπα. Το παράπονο των Εναγόντων δεν εστιάζεται αποκλειστικά στη μη διακρίβωση της τελικής κατάληξης των συγγενών τους, αν δηλαδή αυτοί είναι νεκροί ή ζωντανοί. Παραπονούνται, κυρίως, οι Ενάγοντες για το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν αμελής έναντί τους λόγω της παράλειψής της να διερευνήσει πληροφορίες ή μαρτυρία που είχε στην κατοχή της για το ποιοι ακριβώς Τουρκοκύπριοι ενέχονταν στην «απαγωγή» των συγγενών τους και της παράλειψής της να τους συλλάβει, να τους ανακρίνει και να τους διώξει ποινικά, έτσι ώστε εκείνοι να λογοδοτήσουν στην Κυπριακή δικαιοσύνη. Α.1. Η Έκθεση Απαίτησης Είναι, συναφώς, η θέση των Εναγόντων (βλ. την παρα. 3 της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 30.6.2015 δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερ. 22.6.2015, και η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης») ότι αυτοί επανειλημμένα έδωσαν καταθέσεις και ενυπόγραφα κατήγγειλαν την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές και ζήτησαν την σύλληψη και προσαγωγή των υπόπτων ενώπιον της Κυπριακής Δικαιοσύνης λόγω της διάπραξης του κακουργήματος σε βάρος των αγνοούμενων συγγενών τους. Οι λεπτομέρειες αμέλειας δικογραφούνται, ειδικότερα, ως εξής (σχετική η παρα. 5 της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης)꞉ I. Δεν διερεύνησαν ή και επαρκώς δεν διερεύνησαν τις συνθήκες απαγωγής ή και εξαφάνισης των αγνοουμένων σήμερα συγγενών των Εναγόντων. II. Ενώ οι ύποπτοι Τουρκοκύπριοι απαγωγείς ή και αδικοπραγήσαντες διέρχοντο ελεύθερα ή και υπήρχε προς τούτο μαρτυρία ή και λογικά και εύλογα εφόσον είχαν τη δυνατότητα να διέρχονται ελεύθερα στις περιοχές που τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Δημοκρατίας αυτό έπραξαν, ουδέποτε τους συνέλαβαν ή και όταν συνέλαβαν πρόσωπο εξ αυτών ή και σχετιζόμενο με αυτούς, δεν τον ανέκριναν ή και δεόντως ανέκριναν. III. Παρέλειψαν να διερευνήσουν ή και πλημμελώς διερεύνησαν τις κατά καιρούς παρουσιασθείσες σχετικές μαρτυρίες από διάφορα πρόσωπα ή και στα ΜΜΕ ή και άλλως πως. IV. Η όποια διερεύνηση στην οποία προέβησαν ήταν έκδηλα ή και αδικαιολόγητα καθυστερημένη αλλά και ελλιπής. V. Αγνοούσαν ή και δεν ελάμβαναν δεόντως υπόψιν τις συνεχείς εκκλήσεις των Εναγόντων προς διερεύνηση της υπόθεσης. VI. Δεν συνεργάστηκαν με αρχές άλλων κρατών, ενώ είχαν την δυνατότητα ή και υποχρέωση προς τούτο, για να διαπιστώσουν κατά πόσο οι αναφερόμενοι αγνοούμενοι ευρίσκοντο εν ζωή μετά το 1974 ή και κατά πόσο παρανόμως κρατούντο εις Τουρκικά ή και άλλα Εδάφη. Η παράλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας να διερευνήσει το θέμα και να προσαγάγει τους υπόπτους ενώπιον της Κυπριακής Δικαιοσύνης παραβιάζει, ως ο ισχυρισμός των Εναγόντων (βλ. την παρα. 5 της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης), τα άρθρα 7, 8, 9, 11, 13, 15, 30, 35 του Συντάγματος και τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 8, 13, 14 και το άρθρο 2 του Τέταρτου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 1 του 12ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Υπ' αυτή την έννοια, οι Ενάγοντες θεωρούν επίσης (βλ. την παρα. 5Α της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης) ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση αυτών ή/και παραβίαση της αρχής της ισότητας, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία συνέλαβε ή/και καταδίκασε άλλους Τουρκοκύπριους που διέπραξαν ή που κατηγορούνταν ότι διέπραξαν άλλα αδικήματα. Περαιτέρω, παραπονούνται οι Ενάγοντες για το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια (βλ. τις λεπτομέρειες αμέλειας ως δικογραφούνται στην παρα. 5.VIII και παρα. 5.IX της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης) διότι παρέλειψε να παραδώσει σε αυτούς τους φακέλους που αφορούσαν τους αγνοούμενους συγγενείς τους ή/και για το γεγονός ότι τους παρέδωσε αντίγραφα των εν λόγω φακέλων ελλιπώς ή και αδικαιολόγητα καθυστερημένα, κάτι που, κατ' ισχυρισμόν είχε σαν αποτέλεσμα να αποτύχει η προσφυγή των Εναγόντων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικώς με τους αγνοούμενους συγγενείς τους. Θεωρούν, επίσης, οι Ενάγοντες (βλ. την παρα. 5Β της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης) ότι, ως εκ της ως άνω συμπεριφοράς της, η Κυπριακή Δημοκρατία «ηθελημένα παρεμπόδισε» τη διακρίβωση της τύχης των αγνοούμενων συγγενών τους και ότι «εσκεμμένα και ηθελημένα έπρατταν ως ανωτέρω για ξεκάθαρα πολιτικούς λόγους προστατεύοντας αδίκως και αθέμιτα του υπόπτους Τουρκοκύπριους εις βάρος των Εναγόντων» (σχετική η παρα. 5Β.Β)), «εξυπηρετώντας μόνο πολιτικά συμφέροντα ή και ζητήματα αδιαφορώντας πλήρως για τη δίκαιη και ορθή μεταχείριση των Εναγόντων» (σχετική η παρα. 5Β.Γ)). Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω, προχωρούν οι Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι αυτοί έχουν υποστεί βλάβη και ζημία και εγείρουν εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας τις εξής αξιώσεις꞉ «Α. Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των άρθρων 7, 8, 9, 11, 13, 15, 30 και 35 του Συντάγματος και των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 8, 13, 14 και άρθρο 2 του Τέταρτου Πρωτοκόλλου και άρθρου 1 του 12ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σχέση με τη διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων Λοΐζου και Γιώργου Χατζηγεωργίου από κατά ή περί την 15.8.1974 ως ανωτέρω. Β. Γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια και ή παράβαση καθήκοντος από το 1974 και έπειτα ως ανωτέρω. Γ. Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι τα ατομικά δικαιώματα των Εναγόντων ως ανωτέρω έχουν παραβιαστεί και περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος έχει υποχρέωση όπως λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο δια άρση της συνεχιζόμενης παραβίασης και όπως συμπληρώσει κάθε απαραίτητη έρευνα και λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο για προσαγωγή των υπόπτων ενώπιον της δικαιοσύνης. Δ. Την έκδοση του σχετικού προστακτικού διατάγματος. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δικαία και ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 50170214Β).». Σημειωτέον ότι, όπως δικογραφείται στην παρα. 4 της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενάγεται ως ο κατά το Σύνταγμα και κατά Νόμο «υπεύθυνος για τις πράξεις και ή παραλείψεις των οργάνων και υπαλλήλων της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία έχει υποχρέωση να λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο για την προστασία του υπέρτατου αγαθού και ανθρώπινου δικαιώματος της ζωής, της ατομικής ακεραιότητας και της ατομικής ελευθερίας όλων των ευρισκομένων της Κυπριακής Δημοκρατίας». Α.2. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου Με το δικόγραφο της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στις 9.10.2015 δυνάμει του Δικαστικού Διατάγματος ημερ. 22.6.2015, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας αντιτείνει (βλ. την παρα. 11 αυτής) ότι ουδέν δικαίωμα των Εναγόντων έχει παραβιαστεί και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει προστακτικό διάταγμα το οποίο ζητείται από τους Ενάγοντες κατά τρόπο αόριστο. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο Γενικός Εισαγγελέας παραδέχεται (βλ. την παρα. 3 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης) ότι, από την κατάθεση της Ενάγουσας 1 και από άλλες πληροφορίες που συνέλεξε έκτοτε, την 15/08/74 οι Mehmed Moustafa Kourali και Moustafa Yioupis ένοπλοι, ζήτησαν από το σύζυγο και το γιο της Ενάγουσας 1 μαζί με άλλους άνδρες του χωριού, να μεταβούν στο καφενείο του χωριού. Γίνεται άρνηση των υπόλοιπων ισχυρισμών περί απαγωγής των εν λόγω προσώπων από τους 5 Τουρκοκύπριους που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως. Δηλαδή το κράτος επισήμως αναφέρει πως αυτό που ξέρει είναι πως οι Mehmed Moustafa Kourali και Moustafa Yioupis ζήτησαν από τους εν λόγω σήμερα αγνοούμενους να μεταβούν στο καφενείο του χωριού Στρογγυλός. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες έδωσαν καταθέσεις στις αρμόδιες αρχές και ότι απέστειλαν κατά καιρούς ενυπόγραφες καταγγελίες, με τις οποίες ζητούσαν τη σύλληψη των υπόπτων και την προσαγωγή τους στην Κυπριακή δικαιοσύνη. Αρνείται, όμως, ο Εναγόμενος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπήρξε καθ' οιονδήποτε τρόπο αμελής ή ότι έχει παραβιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματα των Εναγόντων κατά τον τρόπο που αυτοί ισχυρίζονται. Δικογραφεί, ειδικότερα, την υπεράσπισή του ο Εναγόμενος ως εξής (βλ. την παρα. 6): (
  2. i)Στο βαθμό που οι επικρατούσες στην Κυπριακή Δημοκρατία συνθήκες επέτρεπαν από την καταγγελία και εντεύθεν, οι Κυπριακές αρχές άρχισαν τη συλλογή πληροφοριών σε σχέση με τα αγνοούμενα πρόσωπα και τη διερεύνηση της υπόθεσης. (
  3. ii)Δεν ήταν δυνατή η σύλληψη των κατονομαζόμενων προσώπων από το 1974 και μετά, αφού οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση που θα τους επέτρεπε πλήρη διερεύνηση. Οι σχετικές ανακρίσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και με τη συμπλήρωση τους θα διαφανεί κατά πόσο δικαιολογείται η οποιαδήποτε σύλληψη και αν αυτή είναι εφικτή. (iii) Οι επικρατούσες στην Κυπριακή Δημοκρατία συνθήκες μετά την Τουρκική εισβολή δεν επέτρεπαν και/ή δεν άφηναν περιθώρια για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου ("effective control") σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαίτησης άρθρων του Συντάγματος ή των Πρωτοκόλλων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να μην απορρέει από αυτά οποιαδήποτε υποχρέωση, τέτοια που η Κυπριακή Δημοκρατία οικειοθελώς ή αμελώς να έχει παραβιάσει. (
  4. iv)Ουδεμία μαρτυρία περιήλθε στη γνώση του Εναγόμενου περί διέλευσης ή παρουσίας των κατονομαζόμενων εμπλεκομένων Τουρκοκύπριων στις ελεύθερες περιοχές, τέτοια που ο Εναγόμενος να είχε τη δυνατότητα οποιασδήποτε ενέργειας και να μην το έπραξε. (
  5. v)Οποιαδήποτε μαρτυρία περιήλθε σε γνώση του Εναγόμενου, σε σχέση με τα αγνοούμενα πρόσωπα, διερευνήθηκε δεόντως. (
  6. vi)Οι ίδιοι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν και/ή παρακώλυσαν το έργο της διερεύνησης, αφού αρνήθηκαν και μέχρι την ετοιμασία της παρούσας [Έκθεσης Υπεράσπισης] εξακολουθούν ν' αρνούνται την παραχώρηση δείγματος γενετικού υλικού (DNA) για σκοπούς εξακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων προσώπων / συγγενών τους. (vii) Ο Εναγόμενος προέβη στη δέουσα έρευνα τόσο μέσω της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων (ΔΕΑ) όσο και με τους όποιους άλλους τρόπους ήταν διαθέσιμοι σε σχέση με όλα τα αγνοούμενα πρόσωπα, η δε άρνηση των Εναγόντων για παραχώρηση γενετικού υλικού προς τις αρμόδιες αρχές δεν διευκολύνει το έργο της διερεύνησης. (viii) Οι Ενάγοντες, ως συγγενείς αγνοουμένων προσώπων, έτυχαν του ίδιου τρόπου χειρισμού όπως όλοι οι λοιποί αντίστοιχοι συγγενείς. (
  7. ix)Το περιεχόμενο των φακέλων των αγνοουμένων συγγενών των Εναγόντων ήταν πάντοτε στη διάθεση και εις γνώση της οικογένειας [των Εναγόντων] και έλαβε αντίγραφα των εγγράφων που επιθυμούσε όταν τα ζήτησε. (
  8. x)Ο λόγος αποτυχίας της προσφυγής των Εναγόντων στο Ε.Δ.Α.Δ. δεν αφορά ενέργειες και/ή παραλείψεις του εναγόμενου. Στην παρα. 7 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης ο εναγόμενος αρνείται ότι παραβίασε την αρχή της ισότητας και ισχυρίζεται ότι όλες οι περιπτώσεις αγνοουμένων έτυχαν πανομοιότυπου χειρισμού. Πρόσθετα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι διερεύνησε όλες τις καταγγελίες της αντίστοιχης περιόδου στο βαθμό που μπορούσαν αυτές να διερευνηθούν, λαμβανομένων υπόψιν των συνθηκών που διέπουν τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν το 1974 εν καιρώ πολέμου, αλλά και τα κατάλοιπα της Τουρκικής εισβολής και της υφιστάμενης κατοχής του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ουδεμία άνιση μεταχείριση των εναγόντων υπήρξε σε σχέση προς οποιαδήποτε άλλη ομάδα πολιτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες. Στην παρα. 8 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης ο Εναγόμενος αρνείται ότι ηθελημένα παρεμπόδισε την οποιαδήποτε διερεύνηση. Αντ' αυτού, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι οι Ενάγοντες που παρεμποδίζουν τη δέουσα διερεύνηση, αρνούμενοι να παραχωρήσουν δείγμα γενετικού υλικού εγείροντας διάφορες προφάσεις, παρόλο που κλήθηκαν να το πράξουν κατ' επανάληψη. Στην παρα. 9 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης ο Εναγόμενος αρνείται ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιά από οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των αντιπροσώπων του εναγομένου. Α.3. Η Απάντηση των Εναγόντων στην Υπεράσπιση. Από την άλλη, με το δικόγραφο της Απάντησης στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση, ημερ. 16.10.2015, οι Ενάγοντες εμμένουν στους ισχυρισμούς τους, τους οποίους και επαναλαμβάνουν. Περαιτέρω, αναφέρουν και τα εξής꞉ Δεν αποτελεί δικαιολογία η μη πρόσβαση στις κατεχόμενες περιοχές ή και ο μη αποτελεσματικός έλεγχος επ' αυτών ή και οι επικρατούσες συνθήκες για τη μη έκδοση ενταλμάτων σύλληψης ή και λήψης επαρκών μέτρων από τον Εναγόμενο. Με αυτή τη λογική του Εναγόμενου, παρέχεται άσυλο στη Δημοκρατία να επιλέγει κατά το δοκούν ή και κατά τον τρόπο που τα όργανα της αυθαίρετα κρίνουν κατά πόσο είναι εφικτό ή όχι να συλληφθούν ύποπτοι δια την διάπραξη σχετικών αδικημάτων. Ουδεμία ανάκριση ή και επαρκής ανάκριση ή και δέουσα ανάκριση ή και έρευνα ευρίσκεται σε εξέλιξη και ο σχετικός περί τούτου ισχυρισμός του Εναγόμενου είναι αναληθής. Το περιεχόμενο των φακέλων των αγνοουμένων συγγενών των Εναγόντων ουδέποτε ετέθη δεόντως στη διάθεση τους παρά μόνο κατόπιν αλλεπάλληλων διαμαρτυριών ή και απαιτήσεων των. Η δε καθυστέρηση ως ξεκάθαρα δηλώνεται στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στα πλαίσια σχετικής προσφυγής των Εναγόντων, αποτελεί και το λόγο ή και εκ των λόγων απόρριψης της εν λόγω προσφυγής. Ουδέποτε αρνήθηκαν οι Ενάγοντες να παραχωρήσουν δείγμα γενετικού υλικού για σκοπούς εξακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων συγγενών τους. Οι Ενάγοντες ζήτησαν διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εξαπατούντο περί της πραγματικής ταυτότητας των όποιων λειψάνων ταυτοποιούντο, ήτοι ότι θα διασφαλίζετο πως το δείγμα γενετικού υλικού από τα κατεχόμενα δεν θα προερχόταν από τους τάφους άλλων συγγενών τους εις τα κατεχόμενα. Η Δ.Ε.Α. επιμελώς και επιμόνως αποφεύγει να παράσχει απάντηση εις τα εύλογα και ορθότατα ερωτήματα των Εναγόντων περί του θέματος. Το έργο ή και λειτουργία της Δ.Ε.Α. είναι άκρως ανεπαρκή. Η Δ.Ε.Α. αποτελεί ανεξάρτητο όργανο και λειτούργημα της δεν είναι η διερεύνηση αδικημάτων, αλλά η απλή διακρίβωση της ταυτότητας των λειψάνων. Δεν έχει εξουσίες σύλληψης η Δ.Ε.Α. Συνεπώς, είναι άσχετές οι θέσεις του Εναγομένου εφόσον η απαίτηση των Εναγόντων έγκειται στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε αλλά και παραλείπει να διερευνήσει, παρόλα τα στοιχεία και μαρτυρία που υπάρχουν, τις συνθήκες εξαφάνισης των συγγενών των καθώς και την προσαγωγή παντός υπαιτίου ενώπιον της δικαιοσύνης. Το χρέος του Εναγόμενου στην προκειμένη δεν εξαντλείται ή και ικανοποιείται δια της απλής διακρίβωσης του κατά πόσο έχουν αποβιώσει οι αγνοούμενοι συγγενείς των Ενάγοντων, αλλά δια της διακρίβωσης και προσαγωγής ενώπιον της δικαιοσύνης των υπαιτίων προς τούτο. Οι Ενάγοντες περαιτέρω εισηγούνται (βλ. την παρα. Θ της Απάντησης) ότι υπό τις περιστάσεις η αμέλεια ή και απραξία του Εναγομένου έχει ζημιώσει ή και ενδέχεται να έχει προκαλέσει ζημιά και στους εμπλεκόμενους ή και υπόπτους Τουρκοκυπρίους. Τα γεγονότα εξελίχθησαν λίγες μέρες αφότου οι αγνοούμενοι συγγενείς των Εναγόντων, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των, προέταξαν τα σώματα τους μπροστά από τα όπλα των Ελληνοκυπρίων εθνοφρουρών ή και στρατιωτών για να σώσουν τη ζωή των Τουρκοκυπρίων συγχωριανών τους. Η δε απαγωγή ή και εξαφάνιση τους ενδέχεται να ήτο αποτέλεσμα πίεσης των εμπλεκόμενων Τουρκοκυπρίων από τον Τουρκικό στρατό εφόσον, ημέρες πριν την εν λόγω ενέργεια τους, οι εν λόγω αγνοούμενοι τους έσωσαν τη ζωή. Συνεπώς, εάν ο Εναγόμενος διερευνούσε δεόντως την υπόθεση πιθανό να γίνονταν γνωστοί οι λόγοι δια τους οποίους ενήργησαν ως ενήργησαν οι εμπλεκόμενοι Τουρκοκύπριοι και, πιθανόν να είχαν ενεργήσει υπό πίεση ή και απειλές. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ακροαματική διαδικασία της αγωγής ήταν μακρά. Προσήλθαν συνολικά 8 μάρτυρες, 6 για την υπόθεση των Εναγόντων και 2 μάρτυρες υπεράσπισης. Για την υπόθεση των Εναγόντων έδωσαν μαρτυρία οι εξής꞉ · Πρώτος, ο κ. Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου, που είναι ο Ενάγων αρ. 3 και ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως «ΜΕ1». Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 15.5.2015, 8.6.2015, 15.6.2015, 22.10.2015. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 22.6.2015 είχε εγκριθεί η αίτηση για τροποποίηση του δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης, με αποτέλεσμα τα τροποποιημένα δικόγραφα στο σύνολό τους να συμπληρωθούν στις 16.10.2015, γι' αυτό και η λήψη της μαρτυρίας του ΜΕ1 έμεινε σε εκκρεμότητα το διάστημα μεταξύ 15.6.2015 και 22.10.2015. · Δεύτερος, ο κ. Ανδρέας Χατζηγεωργίου, Ενάγων αρ. 5, ο οποίος θα αναφέρεται ως «ΜΕ2». Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων 5.11.2015 και 7.12.2015. · Τρίτος, ο κ. Σωτήρης Χατζηγεωργίου, Ενάγων αρ.4, ο οποίος θα αναφέρεται ως «ΜΕ3». Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 8.12.2015. · Τέταρτη, η κα Σοφία Χατζηγεωργίου, Ενάγουσα αρ. 6, η οποία θα αναφέρεται ως «ΜΕ4». Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 8.12.2015. · Πέμπτη, η κα Μαρία Χατζηγεωργίου, Ενάγουσα αρ. 1, η οποία θα αναφέρεται ως «ΜΕ5». Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 14.12.2015. · Έκτη, η κα Αντρούλα Ιωάννου Αντωνίου, η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «ΜΕ6». Έχει και αυτή αγνοούμενους συγγενείς από το ίδιο επεισόδιο στο χωριό Στρογγυλός. Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 9.2.2016. Έκλεισαν την υπόθεσή τους οι Ενάγοντες στη βάση της ως άνω μαρτυρίας αλλά και της από κοινού δηλώσεως με τον Εναγόμενο, κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.1.2016, ορισμένων παραδεκτών γεγονότων, στα οποία θα αναφερθώ παράλληλα με την παράθεση και/ή αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο κάτω. Από την άλλη, πρώτος μάρτυρας για την υπόθεση της Υπεράσπισης ήταν ο κ. Χρύσανθος Χρυσάνθης (ΜΥ1), ο οποίος είναι ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Αγνοουμένων από τον Ιανουάριο του 2015. Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 10.3.2016 και 4.4.2016. Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κ. Γιώργος Χατζηθωµά (ΜΥ2), ο οποίος εργάζεται ως αρχαιολόγος στο Γραφείο του Ελληνοκύπριου Εκπροσώπου στη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουµένων (ΔΕΑ) από τον Σεπτέµβριο του 2007. Από τον Σεπτέµβριο του 2007 µέχρι και το Μάρτιο του 2012 εργαζόταν στις εκταφές που διενεργούνται από τη ΔΕΑ, τόσο στις κατεχόµενες όσο και στις ελεύθερες περιοχές. Ακολούθως, από τον Μάρτιο του 2012 µέχρι τις 13.5.2016 που προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, εργαζόταν στο Γραφείο του Ελληνοκυπρίου Εκπρόσωπου στη ΔΕΑ. Σχετικά τα πρακτικά της ακροαματικής δικασίμου ημερ. 13.5.2016. Έκλεισε την υπόθεσή της η Υπεράσπιση στις 31.5.2016, ως φαίνεται στα πρακτικά της συγκεκριμένης δικασίμου. Όλη η δοθείσα μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Παραθέτω πιο κάτω τα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας. Έχω, όμως, λάβει στο σύνολό της τη μαρτυρία κατά την αξιολόγηση αυτής με σκοπό τη διαμόρφωση των ευρημάτων μου. Σημειώνω, συγχρόνως, ότι έχω μελετήσει με προσοχή τις τελικές γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες εφοδίασαν το Δικαστήριο στις 8.7.2016 οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά πρωτίστως κατά την διάγνωση της νομική πτυχής της υπόθεσης, έλαβα υπόψη μου την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους σε συνδυασμό με την πλούσια παραπομπή σε νομολογία. Γ. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Γ.1. Η μαρτυρία του ΜΕ1. Κατά την πρώτη δικάσιμο, ημερ. 15.5.2015, ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης σημειωθείσας ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Α». Κατέθεσε, συγχρόνως, αριθμό εγγράφων που αναφέρονται στην εν λόγω δήλωση ως τα Τεκμήρια 1 έως 47 υπό Έγγραφο Α. Ευρετήριο τεκμηρίων, με ονομαστική περιγραφή καθενός εξ αυτών, υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου. Συνέχισε η κυρίως εξέτασή του τη δικάσιμο ημερ. 8.6.2015, κατά την οποία αυτός κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο Συμπληρωματικής Γραπτής Δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Β». Περαιτέρω, κατέθεσε το Τεκμήριο 48 υπό Έγγραφο Α σε συνδυασμό με την παρα. 25Δ του Εγγράφου Α. Κατέθεσε συγχρόνως αριθμό τεκμηρίων που αναφέρονται στη Συμπληρωματική του Δήλωση ως τα Τεκμήρια 1 έως 6 υπό Έγγραφο Β. Υποβλήθηκε σε εκτενή αντεξέταση, στην οποία θα αναφερθώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ο ΜΕ1 ήταν 53 χρονών καθ' ον χρόνο έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο το 2015. Την επίμαχη ημερομηνία της ισχυριζόμενης απαγωγής του πατέρα και αδερφού του, ήτοι στις 15.8.1974, ο ΜΕ1 ήταν μόλις 12 ετών. Περιγραφή από τον ΜΕ1 των γεγονότων της 15.8.1974 που συνθέτουν την ισχυριζόμενη απαγωγή. Μελετώντας διάφορα έγγραφα που είχε στην κατοχή του κατόπιν δικής του έρευνας ή/και έρευνας από άλλα μέλη της οικογένειάς του ή/και κατόπιν αλληλογραφίας με τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη Διεθνή Αμνηστία και τα Ηνωμένα Έθνη, ο ΜΕ1 εξέθεσε στο Δικαστήριο την εξής εκδοχή για τα γεγονότα της 15.8.1974 μέχρι τη στιγμή της απαγωγής των συγγενών τους οι οποίοι έκτοτε αγνοούνται (βλ. το Έγγραφο Α, παρα. 6 εως 18)꞉ 6. «Το χωρίο Στρογγυλός τέθηκε υπό τον έλεγχο ενόπλων Τουρκοκυπρίων κατοίκων του Χωριού την 14.8.1974 κατά την πρώτη ηµέρα της δεύτερης φάσης της Τούρκικης Εισβολής. Μεταξύ αυτών ήταν και οι Μεχµέτ Καρά Μουσταφά, ο οποίος ήταν ο Τουρκοκύπριος Κοινοτάρχης του Χωριού, ο Μουσταφά Γιούπη, ο Οξούς Γιούπη, αδελφός του προηγούµενου, ο Καρπέρ Τελάλι, ο Σελεϊµαν Άλη Εµίρ και ο Χασσάν Αλή. 7. Κατά τη δεύτερη φάση της Τουρκικής Εισβολής και ώρα κατά τις 3µ.µ. Ελληνοκύπριοι κάτοικοι των γύρω χωριών κάτω από το φόβο της προέλασης των στρατευµάτων του εισβολέα διέφευγαν δια µέσου του χωριού µας µε προορισµό την Αγγλική Βάση Δεκέλειας. Αντιµέτωποι µε αυτή τη κατάσταση, η οικογένεια µας και οι άλλοι Ελληνοκύπριοι οµοχώριοι καθώς και περαστικοί από τα γύρω χωριά, αποφασίσαµε να εγκαταλείψουµε το χωριό. Συγκεκριµένα, µε πρωτοβουλία του µεγάλου µας αδελφού Γιώργου, που σήµερα αγνοείται η τύχη του, η οικογένεια µας φόρτωσε διάφορα είδη πρώτης ανάγκης, όπως τρόφιµα, ρούχα και οικιακά σκεύη στην αγροτική καρότσα που έσερνε το τρακτέρ και στο ιδιωτικό µας αυτοκίνητο µε αριθµό εγγραφής CC874, ώστε να είµαστε έτοιµοι ανά πάσα στιγµή να φύγουµε. Όλοι είµαστε επιβιβασµένοι στα οχήµατα και περιµέναµε τον πατέρα µου που πήγε να βρει τον Τουρκοκύπριο γείτονα µας Χασάνη Καµιλάρη, για να του πει να µεριµνήσει για το τάϊσµα των αγελάδων και των άλλων ζώων, σε περίπτωση που θα αργούσαµε να επιστρέψουµε. 8. Στο µεταξύ στο κέντρο του χωριού, δίπλα από το σπίτι µας βρισκόταν και η κατοικία του αγνοούµενου Ελληνοκύπριου Κοινοτάρχη Σταύρου Ποϊράζζη, ο οποίος ήταν αδελφός του πατέρα µου, όπου εκεί συγκεντρώθηκαν πολλοί Τουρκοκύπριοι συγχωριανοί µας. Οι Τουρκοκύπριοι συγχωριανοί µας µε παρακάλια, κλάµατα και υποσχέσεις ότι θα µας προστάτευαν ακόµα και µε την ίδια τους τη ζωή από τους Τούρκους εισβολείς, µας παρότρυναν να µην φύγουµε. Δυστυχώς, αρκετοί συγχωριανοί µας, µεταξύ αυτών και οι γονείς µας πείσθηκαν και παρέµειναν στο χωριό, πιστεύοντας ότι αφού στο χωριό δεν υπήρξε η παραµικρή διαµάχη ή επεισόδιο µεταξύ των Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων κατοίκων του, δεν θα αντιµετωπίζαµε κάποιο πρόβληµα µε την ασφάλεια µας. 9. Όπως ανάφερα και πιο πάνω, αρκετοί συγχωριανοί µας έδωσαν πίστη στα λόγια των Τουρκοκυπρίων και ακούοντας και τον Κοινοτάρχη των Ελληνοκυπρίων Σταύρο Ποϊράζζη να λέει ότι δεν θα έφευγε οτιδήποτε και αν συνέβαινε, αποβιβαστήκαν των οχηµάτων και παρέµειναν στο χωριό. Μεταξύ αυτών ήταν και ο αδελφός µου και πατέρας µου καθώς και τα υπόλοιπα µέλη της οικογένειας µας. 10. Ο πατέρας µας ωστόσο ήταν πολύ ανήσυχος γιατί είχε ένα άσχηµο προαίσθηµα για το τι θα ακολουθούσε. Για να προστατεύσει την οικογένεια µας έδωσε το αυτοκίνητο µας στο συγχωριανό µας κ. Μάκη Δηµοσθένους µε την παράκληση να µεταφέρει τα παιδιά της οικογένειας µας αλλά και άλλα παιδιά που βρίσκονταν εκείνη τη στιγµή στο σπίτι µας, στη Αγγλική Βάση Δεκέλειας, µε το σκεπτικό να µας ακολουθήσουν και αυτοί αργότερα. Μαζί µας ήταν και ο µεγαλύτερος αδελφός µου Γιώργος που είναι αγνοούµενος. Δυστυχώς, παρά τον Αστυνοµικό Σταθµό µεταξύ των κοινοτήτων Άσσιας και Βατυλής, ένα Τουρκικό άρµα µάχης ήταν σταµατηµένο στη άκρη του δρόµου, µισοκλείνοντας το πέρασµα. Στο θέαµα αυτό ο κ. Μάκης φοβήθηκε και έκανε επαναστροφή και επιστρέψαµε στο χωριό, µε αποτέλεσµα να εγκλωβιστούν όλα τα µέλη της οικογένειας µας. 11. Αργά το απόγευµα της ίδιας µέρας δηλαδή της 14.8.1974 γύρω στις 8µ.µ, οι Τουρκοκύπριοι Μουσταφά Γιούπη και Χασσάν Αλή εκ Στρογγυλού, ένοπλοι και µε στρατιωτική περιβολή, περιφέρονταν στο χωριό από σπίτι σε σπίτι και µε απειλές ανάγκασαν όλους τους εγκλωβισµένους Ελληνοκύπριους κατοίκους να συγκεντρωθούν, οι µεν γυναίκες και παιδιά στην οικία του Μεχµέτ Χασσάν (Χασσανούι), οι δε άντρες στο καφενείο του Μεχµέτ Νιικκιλέ. Η οικογένεια µας αναγκάστηκε όπως και οι άλλες να υπακούσουν, ο αγνοούµενος πατέρας και αδελφός µας οδηγήθηκαν στο καφενείο και οι υπόλοιποι στο σπίτι του Μεχµέτ Χασσάν. 12. Ξηµερώµατα της 15.8.1974 µας άφησαν "ελεύθερους" και επιστρέψαµε στα σπίτια µας. 13. Ωστόσο, την ίδια µέρα στις 15.8.1974 γύρω στις 9π.µ. τα ίδια πρόσωπα δηλαδή, οι Τουρκοκύπριοι Μουσταφά Γιούπη και Χασσάν Αλή, αµφότεροι εκ Στρογγυλού, µε την δικαιολογία ότι ήθελαν να µας «προστατεύσουν» από τους Τούρκους εισβολείς, ανάγκασαν εκ νέου όλους τους εγκλωβισµένους άνδρες κατοίκους του χωριού, µεταξύ αυτών και τον αγνοούµενο αδερφό και πατέρα µου, να παρουσιαστούν και πάλι στο καφενείο του Μεχµέτ Ντικκlλέ και τα γυναικόπαιδα στην οικία του Μεχµέτ Χασσάν (Χασσανούι). 14. Οι γυναίκες και τα παιδιά αφέθησαν "ελεύθερα" περί την 11π.µ. της ίδιας µέρας ενώ οι άνδρες µεταξύ αυτών και ο αγνοούµενος αδερφός και πατέρας µου οδηγήθηκαν προς άγνωστο κατεύθυνση και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη τους και η τύχη τους αγνοείται µέχρι σήµερα. [.]». Παρουσιάζει ο ΜΕ1 το πιο πάνω περιστατικό ως κάτι που προηγήθηκε (κατά κάποιες ώρες) της άφιξης του Τουρκικού στρατού στο Στρογγυλό, χωρίς όμως να αρνείται ότι εμπίπτει σε περίοδο πολέμου. Στην παρα. 15 του Εγγράφου Α, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι꞉ 15. «Παραµείναµε αιχµάλωτοι στο χωριό µας για περίοδο οχτώ ηµερών. Τα Τούρκικα στρατεύµατα έφτασαν στο χωριό την Πέµπτη 15.8.74 το απόγευµα στις 6-7µ.µ.». Ωστόσο, στην παρα. 27 του Εγγράφου Α, ο ΜΕ1 φαίνεται να αποδέχεται ότι το πιο πάνω συμβάν έγινε «εν καιρώ εχθροπραξιών / πολέμου». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «27. Οι δράστες του στυγερού εγκλήματος της εξαφάνισης πολιτών εν καιρώ εχθροπραξιών / πολέμου έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και επειδή διαμένουν στα κατεχόμενα δεν μπορούν να τύχουν αμνηστίας. [.]». Ποιους θεωρούν οι Ενάγοντες ως ύποπτους δράστες για την απαγωγή των συγγενών τους. Στην παρα. 18 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), ο ΜΕ1 αναφέρει τα εξής꞉ «Οι Τουρκοκύπριοι Μεχµέτ Καρά Μουσταφά, ο Μουσταφά Γιούπη, ο Οξούς Γιούπη, ο Καρπέρ Τελάλι, ο Σελεϊµαν Άλη Εµίρ και ο Χασσάν Αλή, όλοι κάτοικοι του χωριού Στρογγυλός της Επαρχίας Αµµοχώστου µε την απειλή όπλων αρχικά τους έθεσαν σε παράνοµη κράτηση και στη συνέχεια τους αποµάκρυναν από την οικία και την οικογένεια τους, τους απήγαγαν και τους εξαφάνισαν.». Επικαλείται προς τούτο ότι (βλ. την παρα. 17 του Εγγράφου Α) - 16. «Όλοι οι Τουρκοκύπριοι του Στρογγυλού αλλά και οι Ελληνοκύπριες γυναίκες οι οποίες αιχµαλωτίστηκαν στο Στρογγυλό, που αφέθηκαν αργότερα ελεύθερες ήσαν µάρτυρες των γεγονότων και συγκεκριµένα, όταν οι πιο πάνω Τουρκοκύπριοι συνέλαβαν τον πατέρα και τον αδερφό µας και τους άλλους Ελληνοκύπριους συγχωριανούς µας.». Κατονομάζει ο ΜΕ1 ως μάρτυρες για το καταγγελλόμενο συμβάν τους εξής꞉ τη μητέρα του (Ενάγουσα αρ.1), τη Ζωηρώ Σταύρου Ποϊραζζή, τη Χρυσταλλού Γιαννή, τη Μαρία Χριστοφόρου και τον Παντελή Δημητρίου. Τα ονόματα αυτών ως μαρτύρων εμφαίνονται στο Συνοπτικό Δελτίο Στοιχείων και Συνθηκών Εξαφανίσεως Αγνοούμενου (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) και οι συναφείς καταθέσεις τους βρίσκονται στο φάκελο των αγνοούμενων συγγενών του ΜΕ1. Περιγραφή από τον ΜΕ1 των πληροφοριών που έφτασαν στην μητέρα του (Ενάγουσα αρ. 1 και ΜΕ5) αναφορικά με την τύχη των αγνοούμενων συγγενών τους. Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), ο ΜΕ1 αναφέρεται σε τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές πληροφορίες που περιήλθαν στην αντίληψη της μητέρας του. Τις παραθέτω꞉ Μεταφορά στο χωριό Σίντα. Στην παρα. 14 της γραπτής του δήλωσης ο ΜΕ1 αναφέρει τα εξής꞉ «14. [.] Ο γείτονας µας, ο Χασσάν Καµηλάρης, ο οποίος ήταν ο βοσκός µας ανάφερε στην µητέρα µου ότι ο Μουσταφά Youpis και άλλοι Τουρκοκύπριοι συγχωριανοί µας πήραν από το Χωριό µας τους 18 Ελληνοκύπριους αιχµαλώτους και τους µετέφεραν µε το φορτηγό του Αχµέτη Καρπασίτη στο χωρίο Σίντα. [.]. Μεταφορά στο χωριό Τζιάος. Στην παρα. 21.Γ) της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), ο ΜΕ1 παραπέμπει στην κατάθεση της μητέρας του, ημερ. 7.4.1975 (βλ. Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α), όπου εκεί, στη σελ. 3, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής꞉ «Εξέχασα να σας αναφέρω ότι το Σάββατον 24.8.74 ενώ είμασταν εγκλωβισμένες εις το χωριό μας, ήλθεν κάποιος χωριανός μας Τούρκος ονόματι Kadir Tahir και εφώναξεν τη συννύφισσα μου της οποίας ελλείπει και αυτής ο άνδρας της και της είπεν ότι έχεις χαιρετίσματα που τον άνδρα σου και με ερώτησεν τί γίνεσθε εσείς που εμείνετε εις το χωριό. Όταν δε τον ηρώτησεν η συννύφισσα μου πού είδεν τον άνδρα της, ο Kadir της είπεν ότι τους είδεν όλους εις το Τζιάος. [.]». Μεταφορά στα Άδανα της Τουρκίας. Στην παρα. 17 της γραπτής του δήλωσης, ο ΜΕ1 αναφέρει τα εξής꞉ 17. «Την Κυριακή 25.8.74, η οικογένεια µας κρατείτο αιχµάλωτη από τα Τουρκικά στρατεύµατα σε περιοχή της επαρχίας Αµµοχώστου. Η µητέρα µου τότε ρώτησε ένα Τούρκο αξιωµατικό που µιλούσε ελληνικά για την τύχη των συγγενών µας. Αυτός υποσχέθηκε σε όλους µας ότι θα µας βοηθούσε να γλιτώσουµε από τους χωριανούς µας Τουρκοκύπριους, όπως ο ίδιος είπε χαρακτηριστικά και, είπε στη µητέρα µου προσωπικά και της υποσχέθηκε να φέρει πίσω τους νεαρούς αιχµαλώτους περιλαµβανοµένου και του αδελφού µου. Ο αξιωµατικός αυτός επέστρεψε το πρωί της εποµένης. Ανέβηκε ένα ένα τα λεωφορεία στα οποία υπήρχαν εγκλωβισµένοι αναζητώντας την µητέρα µου. Όταν συναντήθηκαν, της είπε πως δεν τήρησε την υπόσχεση του γιατί ο γιος της βρισκόταν στα Άδανα. Αυτό που έπρεπε να κάνουµε όπως είπε, ήταν να πούµε στη δική µας πλευρά να µη δώσουν όλους τους Τουρκοκύπριους αιχµαλώτους, ώστε να υπάρχει πίεση στην Τουρκία για ανταλλαγή όλων των αιχµαλώτων. Η πληροφορία αυτή έκτοτε βασανίζει την οικογένεια µου αφού ο αδερφός µου, σύµφωνα µε τον εν λόγω Τούρκο Αξιωµατικό, βρισκόταν στα Άδανα Τουρκίας, όπου υπάρχει και φυλακή.». Ζωντανοί οι αγνοούμενοι συγγενείς. Στην παρα. 20 της γραπτής του δήλωσης ο ΜΕ1 κάνει αναφορά στην κατάθεση της μητέρας του, ημερ. 3.2.1975 (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), όπου αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατόπιν προσπαθειών της, στις 27.12.1974, συνάντησε ένα εκ των ενεχόμενων Τουρκοκυπρίων στη Δεκέλεια, στις ελεύθερες περιοχές, και συγκεκριμένα τον Κοινοτάρχη του χωριού Στρογγυλός, Μεχμέτ Μουσταφά Κορελί, ο οποίος τότε τη διαβεβαίωσε ότι όλοι οι συγχωριανοί τους ήταν ζωντανοί. · Προσδιορισμός του αιτήματος / της αξίωσης των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 καταλήγει να δηλώνει στην παρα. 28 του Εγγράφου Α ότι꞉ «28. Αυτό που εδώ και χρόνια ζητούµε και απαιτούµε είναι να αχθούν οι υπαίτιοι ενώπιον της δικαιοσύνης και επιτέλους να νιώσουµε ότι τουλάχιστο αυτός ο τόπος µας νοιάζεται και µας στηρίζει. Είναι απαράδεκτη η συµπεριφορά και αδράνεια από τις αρχές και γι' αυτό, χωρίς να µας αφήνουν άλλη επιλογή, καταχωρήσαµε την παρούσα αγωγή.». · Η αλληλογραφία που υπήρξε μεταξύ των Εναγόντων και αρμοδίων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με την καταγγελία της απαγωγής και την απαίτησή τους για σύλληψη και δίωξη των ενεχομένων. Στην παρα. 23 της γραπτής δήλωσής του, ο ΜΕ1 αναφέρει τα εξής꞉ 23. Παρόλο ακόµα που οι συγγενείς µας και εµείς δώσαµε καταθέσεις στις αρµόδιες Αστυνοµικές Αρχές και αποστείλαµε κατά καιρούς ενυπόγραφες καταγγελίες και ζητήσαµε τη σύλληψη των υπόπτων και προσαγωγή τους ενώπιον της Κυπριακής Δικαιοσύνης, οι αρµόδιες αρχές της Κυπριακής Δηµοκρατίας αµέλησαν και παρέλειψαν και συνεχίζουν να παραλείπουν την περαιτέρω διερεύνηση του θέµατος και τη σύλληψη ή και προσαγωγή των ως άνω υπόπτων ενώπιον της Κυπριακής Δικαιοσύνης. Καταθέτω µε την παρούσα και άλλων εγγράφων ως ακολούθως: Α) Eπιστoλή ηµερ. 16/04/97, 22/06/97, 06/05/2003, 18/06/2003, 17/10/2003, 07/01/2004, 26/04/2005, 11/03/2006, 08/09/2006 και 18/09/2006 ως Τεκμήρια 20α, 20β, 20γ, 20δ, 20ε, 20ζ, 20η, 20θ, 20ι και 20ια. Όλες αυτές οι επιστολές στάλθηκαν στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δηµοκρατίας. Επίσης, όλες αυτές οι επιστολές απευθύνουν ερωτήµατα για τη µη διερεύνηση ή ελλιπή διερεύνηση της εξαφάνισης των ανθρώπων µας. Στις επιστολές αυτές καµία απάντηση ή ουσιαστική απάντηση µας δόθηκε. Β) Επιστολές ηµερ. 18/06/2003 και 18/09/2006 ως Τεκµήρια 21 και 22 προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως του ιδίου περιεχομένου, οι οποίες έλαβαν την ίδια ανύπαρκτη ή ελλιπή απάντηση. Γ) Επιστολή ηµερ, 30/03/2006 εκ µέρους της τότε Επιτρόπου Διοικήσεως κ. Ηλιάνας Νικολάου ως Τεκµήριο 23, η οποία απλά µας ενηµερώνει ότι είναι αναρµόδια να µας βοηθήσει.» Στην παρα. 24 του Εγγράφου Α, ο ΜΕ1 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις επιστολές ημερ. 8.4.1996 και 8.11.1996 που απέστειλε ο τότε δικηγόρος των Εναγόντων, κ. Ανδρέας Αγγελίδης, τις οποίες καταθέτει ως Τεκμήρια 24 και 25 υπό Έγγραφο Α. Τις παραθέτω ενόψει του ισχυρισμού που ήγειρε ο συνήγορος των Εναγόντων όταν αντεξέταζε τον ΜΕ1 ότι (αν όχι οποιαδήποτε προγενέστερη κατάθεση της μητέρας των Εναγόντων, τουλάχιστον αυτές οι επιστολές) εμπεριέχουν την καταγγελία για ποινική διερεύνηση της υπόθεσης꞉ Η επιστολή ημερ. 8.4.1996 (Τεκμήριο 24 υπό Έγγραφο Α) αναφέρει τα εξής꞉ «Κον Λέανδρο Ζαχαριάδη Επίτροπο Ανθρωπιστικών Θεμάτων Λευκωσία 8.4.1996 Κύριε Έχω εντολή από την κα Ελένη Ιωάννου να καταγγείλω το ακόλουθο θέμα περί τους αγνοούμενους πατέρα και αδερφό της (Λοΐζο Χατζηγεωργίου έτος γέννησης 1931 και Γιώργο Χατζηγεωργίου έτος γέννησης 1956 μαθητής τότε) που οριστικά χάθηκαν ενώ βρισκόντουσαν στα χέρια Τουρκοκυπρίων προς «προστασία» τους, αφού στο χωριό του Στρογγυλός - Αμμοχώστου δεν εμφανίστηκαν καθόλου Τούρκικα στρατεύματα. Τα ονόματα των Τουρκοκυπρίων είναι γνωστά και υπάρχει περί του γεγονότος αυτού μαρτυρία. Παρακαλώ όπως διεξαχθεί σχετική έρευνα και καταγραφή μαρτυρίας. Πρόθυμος για κάθε πρόσθετη πληροφορία. Με εκτίμηση, Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δικηγόρος». Η επιστολή ημερ. 8.11.1996 (Τεκμήριο 25 υπό Έγγραφο Α) αναφέρει τα εξής꞉ «Γενικόν Εισαγγελέα Κυπριακής Δημοκρατίας Λευκωσία 8.11.96 Αγαπητέ Συνάδελφε, Την 8.4.96 υπέβαλα την επισυνημμένη επιστολή μου προς τον Επίτροπο Ανθρωπιστικών Θεμάτων που αφορά περίπτωση δύο αγνοουμένων που «χάθηκαν» ενώ ευρίσκοντο υπό την «προστασία» Τουρκοκυπρίων. Με βάση τις νεότερες εξελίξεις, έχω εντολή να ζητήσω όπως η υπόθεση αυτή ερευνηθεί με οδηγίες σας από την Αστυνομία, αφού είναι γνωστά και υπάρχει μαρτυρία περί τα ονόματα των αναμεμειγμένων Τουρκοκυπρίων. Συναδελφικά, Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δικηγόρος». Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι το μόνο αποτέλεσμα που είχε η αλληλογραφία τους με τους αρμοδίους, περιλαμβανομένου του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ήταν να καλέσουν την µητέρα και αδερφή του (Ενάγουσες 1 και 2) να δώσουν εκ νέου στην Κυπριακή Αστυνομία, στις 27.4.2005, κατάθεση για τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξαφάνιση των συγγενών τους (βλ. τα Τεκμήρια 37 και 38 υπό Έγγραφο Α). Η τοποθέτηση δύο τουλάχιστον Γενικών Εισαγγελέων (κ.κ. Αλέκου Μαρκίδη και Σόλωνα Νικήτα) αναφορικά με την απαίτηση της οικογένειας για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης των ενεχόμενων Τουρκοκυπρίων. Μέσα από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας που είχαν οι Ενάγοντες με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κ. Σόλωνα Νικήτα, διαφαίνεται η στάση που τήρησε τόσο αυτός όσο και ο προκάτοχος της θέσης του, κ. Αλέκος Μαρκίδης. Συγκεκριμένα, στην επιστολή ημερ. 18.6.2003 (βλ. Τεκμήριο 28 υπό Έγγραφο Α), οι Ενάγοντες γράφουν προς τον κ. Νικήτα τα εξής꞉ «Η απάντηση του πρώην Γενικού Εισαγγελέα κ. Αλέκου Μαρκίδη σε παλαιότερο αίτημά μας για έκδοση ενταλμάτων σύλληψης για τους εν λόγω Τουρκοκύπριους με σκοπό τη διακρίβωση της τύχης των συγγενικών προσώπων μας ήταν ότι, αυτό δεν θα βοηθούσε σε τίποτε καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είχε τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου, καθώς επίσης η είσοδος αυτών των προσώπων στις ελεύθερες περιοχές δεν ήταν εφικτή.». Προχωρούν οι Ενάγοντες στην ίδια επιστολή ημερ. 18.6.2003 και διατυπώνουν τη δική τους άποψη ως εξής꞉ «Άποψή μας είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αμέσως μετά τα γεγονότα της Τουρκικής Εισβολής του 1974 και τις καταγγελίες που ακολούθησαν για την παράνομη σύλληψη και εξαφάνιση των Λοΐζου και Γιώργου Χατζηγεωργίου δεν εφάρμοσε τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά την έλευση εικοσιεννέα ετών από την Τουρκική εισβολή και λόγω της ένταξής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιτραπεί η ελεγχόμενη διακίνηση των Κυπρίων πολιτών προς και από τα κατεχόμενα με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μπροστά σε τεράστια διλήμματα και αδιέξοδα αφού υπάρχει πλέον μεγάλη πιθανότητα να συναντήσουμε τους εν λόγω Τουρκοκύπριους. [.] Έστω και τώρα και παρά τα λάθη τις ελλείψεις και την ανεπάρκεια που επέδειξαν οι εκάστοτε αρμόδιοι στο θέμα των αδήλωτων αιχμαλώτων και αγνοουμένων, ζητούμε την άμεση έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και την προσαγωγή των υπευθύνων για χαμό των δικών μας στη δικαιοσύνη, με σκοπό τη διακρίβωση της τύχης τους και την τιμωρία των ενόχων. [.]». Στην πιο πάνω επιστολή των Εναγόντων απάντησε ο Γενικό Εισαγγελέας, κ. Σόλων Νικήτας (βλ. την παρα. 24Ε του Εγγράφου Α), με επιστολή ημερ. 18.7.2003 (βλ. το Τεκµήριο 29 υπό Έγγραφο Α) λέγοντας ότι꞉ «Οι εξ αντικειµένου δυσκολίες διαλεύκανσης των συνθηκών των αδικηµάτων που είχατε καταγγείλει καθιστούν ουσιαστικά αδύνατη τη διερεύνησή τους. Το γεγονός αυτό είναι αποτρεπτικό για την έναρξη έρευνας, η οποία προοιωνίζεται να είναι ατελέσφορη. Τούτου δοθέντος και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε παράγοντα ο οποίος, ενδεχομένως, θα μπορούσε να προσμετρήσει στη λήψη απόφασης, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση ενταλμάτων σύλληψης, που αποτελεί το πρώτο βήμα για την προώθηση του ανακριτικού έργου.». · Η θέση του ΜΕ1 ότι η σύλληψη ενός τουλάχιστον από τους ενεχόμενους ήταν εφικτή διότι πηγαινοερχόταν στις ελεύθερες περιοχές, οι οποίες τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην παρα. 21 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), ο ΜΕ1 επικαλείται την κατάθεση του Ανδρέα Παντελή Χατζηγεωργίου (βλ. Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) όπου εκείνος αναφέρει ότι στις 23/12/1974 εκείνος, δηλαδή ο Ανδρέας Παντελή Χ"Γεωργίου µαζί µε τον Κωστάκη Κουντούρη συνάντησαν τον Μεχμέτ Μουσταφά Κουρελί, έναν εκ των συμμετεχόντων στα γεγονότα της απαγωγής, στη Δεκέλεια, όπου ο εν λόγω Τουρκοκύπριος είχε πάει για να παραλάβει το αυτοκίνητο του. Τον ρώτησαν τι έγινε µε τους συγχωριανούς τους που παρέµειναν στο χωριό και εκείνος είχε ορκιστεί ότι ήταν όλοι εν ζωή, αλλά δεν ήξερε που βρίσκονταν. Επίσης υπήρχε πληροφορία ότι το πρόσωπο αυτό θα επέστρεφε στην Δεκέλεια στις 27/12/1974. Όταν αυτός έφυγε, όλα αυτά αναφέρθηκαν στην ΚΥΠ και στις 27/12/1974 ο Ανδρέα Παντελή Χ"Γεωργίου, ένα άλλο πρόσωπο και µέλη της ΚΥΠ επισκέφθηκαν τον χώρο, αλλά δεν εντοπίστηκε τον εν λόγω πρόσωπο. Εν τέλει υπήρξε πληροφορία ότι είχε πάει την επόµενη ηµέρα. Εδόθη ακόµα µαρτυρία ότι περίπου ένα µήνα αργότερα, το εν λόγω πρόσωπο συναντήθηκε µε τον Μιχαλάκη Ανδρέου Κυριάκου, επίσης από το Στρογγυλό εντός των ελεύθερων περιοχών. · Η θέση του ΜΕ1 περί άνισης μεταχείρισης λόγω της μη έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης κατά των ενεχόμενων στην απαγωγή. Στην παρα. 24Η της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) ο ΜΕ1 αναφέρει τα εξής꞉ «Η) Καταθέτω περαιτέρω επιστoλή προς το Γενικό Εισαγγελέα και πάλι, ηµερ. 02/02/2005, ως Τεκµήριο 33. Στην εν λόγω επιστολή τονίζουµε την άνιση µεταχείριση στην οποία έχουµε υποβληθεί, ιδιαίτερα από το γεγονός ότι για άλλες υποθέσεις όπου ύποπτοι ή κατηγορούµενοι είναι Τουρκοκύπριοι που διαµένουν στα κατεχόµενα, γίνεται περαιτέρω έρευνα και εκδίδονται αλλά και εκτελούνται και εντάλµατα σύλληψης. Καταθέτω προς τούτο τη λίστα με αναζητούµενα και καταζητούµενα πρόσωπα ως την τύπωσα την 16.1.2015 από την ιστοσελίδα της Αστυνοµίας Κύπρου ως Τεκµήριο 34. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η περίληψη Τουρκοκυπρίων στη λίστα αυτή. Καταθέτω επίσης ως Τεκµήριο 35 άρθρο από την ιστοσελίδα Sigmalίve του τηλεοπτικού καναλιού Σίγµα. Το άρθρο αυτό αφορά το δολοφόνο του Σολωµού Σολωµού Κενάν Ακίν. Αναφέρεται στη δεύτερη σελίδα του άρθρου αυτού και Τρίτη παράγραφο υπό τον τίτλο «Θα τους έλεγα λυπάµαι» ότι, αυτό το πρόσωπο, που διαµένει στις κατεχόµενες περιοχές, έχει επικηρυχτεί από την Κυπριακή Δηµοκρατία για το ποσό των 250,000 Λ.Κ. ή €460,000 και, επίσης, στην πιο πάνω παράγραφο, ότι καταζητείται από την Ιντερπόλ. Καταθέτω περαιτέρω αντίγραφο φιλάδας της εφηµερίδας Σηµερινής έκδοσης 11/02/2009 ως Τεκµήριο 36. Στο εν λόγω έγγραφο, αριστερά όπως το βλέπετε, υπάρχει άρθρο µε τίτλο «Αγνοούµενοι από το χωριό Στρογγυλός» το οποίο γράφει την ιστορία των συγγενών µας. Το άρθρο αυτό καταγράφει και τα παράπονα µας για τη µη διερεύνηση της υπόθεσης των ανθρώπων µας όπως επίσης καταγράφει το γεγονός ότι η Κυπριακή Δηµοκρατία ζήτησε τη σύλληψη του Αττίλα Ολγκάτς - προσώπου για το οποίο υπάρχουν στοιχεία ή ο ίδιος παραδέχθηκε και περίγραψε µάλιστα δηµόσια πως δολοφόνησε συµπατριώτη ή συµπατριώτες µας.». Σχετική και η απαντητική επιστολή, ημερ. 15.8.2003 (βλ. Τεκμήριο 30 υπό Έγγραφο Α), που απήυθυναν οι Ενάγοντες προς τον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κ. Σόλωνα Νικήτα, όπου αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τα εξής꞉ «Επιθυµούµε να αναφερθούµε στο πιο πάνω θέµα και στην απαντητική επιστολή σας µε αρ: Γ.Ε. 75/19891Υ1121 και ηµεροµηνίας 18 lουλίου, 2003 και να σας πληροφορήσουµε ότι, ο λόγος που προβάλλεται για την µη λήψη απόφασης για έκδοση ενταλµάτων σύλληψης των εµπλεκοµένων Τουρκοκυπρίων, για διελεύκανση των συνθηκών εξαφάνισης των συγγενών µας κατά τα γεγονότα του 1974, δηλαδή ότι, η έναρξη της έρευνας προοιωνίζεται να είναι ατελέσφορη λόγω αδυναµίας διερεύνησης των συνθηκών των αδικηµάτων που είχαµε καταγγείλει αµέσως µετά την Τουρκική Εισβολή, είναι ανεπαρκής και δεν µας πείθει καθόλου, καθώς η ίδια πρακτική δεν ακολουθήθηκε στις περιπτώσεις του Τάσου lσαάκ και του Σ. Σολωµού στο οδόφραγµα της Δερύνειας. Οι συνθήκες διερεύνησης των υποθέσεων αυτών δηλαδή ότι, δεν ασκείται αποτελεσµατικός έλεγχος της Κυπριακής Δηµοκρατίας στο κατεχόµενο τµήµα της Κύπρου είναι πανοµοιότυπες µε την περίπτωση εξαφάνισης των συγγενών µας, εντούτοις, ο παράγοντας αυτός δεν στάθηκε αποτρεπτικός για την µη έκδοση ενταλµάτων σύλληψης. [.] Από τα πιο πάνω αλλά και από τον µέχρι τώρα χειρισµό του θέµατος µας από την Νοµική Υπηρεσία της Δηµοκρατίας, έχουµε εξάξει το συµπέρασµα ότι, ένα θέµα που αφορά κατάφορα παραβίαση του ιερού δικαιώµατος της ζωής, έχει µετατραπεί σε πολιτικό µε όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα, µε αποτέλεσµα να µην προχωρείτε στην έκδοση ενταλµάτων σύλληψης, επειδή στα γεγονότα εµπλέκονται Τουρκοκύπριοι και µόνο. Αυτό είναι αντίθετο προς κάθε αρχή δικαίου και αντίθετο προς την αρχή για ίση µεταχείριση των πολιτών της Κυπριακής Δηµοκρατίας.». Με Συμπληρωματική γραπτή δήλωση (βλ. το Έγγραφο Β) κατέθεσε στο Δικαστήριο διάφορα άρθρα που δημοσιεύθηκαν στη Cyprus Mail (ημερ. 19.5.2015, βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β), Cyprus Action Network (ημερ. 18.5.2015, βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β), Cyprus Property News & Articles (ημερ. 19.5.2015, βλ. Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β), και της ελληνικής ιστοεφημερίδας Κοσμος (ημερ. 26.10.2007, βλ. Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β), για να δείξει ότι εντάλματα σύλληψης που εκκρεμούσαν από το 2012 εναντίον 2 Τουρκοκυπρίων εκτελέστηκαν το Μάη 2015 παρά το ότι εκείνοι κατοικούσαν στη Μόρφου και την Κερύνεια που δεν τελούσαν υπό τον έλεγχο των Κυπριακών διωκτικών αρχών, ότι σε άλλην υπόθεση εκδόθηκαν ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης εναντίον άλλων 3 Τουρκοκυπρίων, ενώ σε άλλη περίπτωση εκδόθηκαν εντάλματα από την Ιντερπόλ εναντίον 4 Τουρκοκυπρίων. Στην παρα. ΣΤ της Συμπληρωματικής γραπτής δήλωσης (βλ. το Έγγραφο Β) του ΜΕ1 διατυπώνει τη διαφωνία των Εναγόντων με την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να δώσει ασυλία σε όσους Τουρκοκύπριους μαρτυρήσουν για τα γεγονότα του 1974. Δηλώνει, συναφώς τα εξής꞉ «ΣΤ) Όλες αυτές οι περιπτώσεις Τουρκοκυπρίων δεν έχουν καμία απολύτως διαφορά με τη δική μας περίπτωση και τους ανθρώπους που απήγαγαν τον πατέρα και αδερφό μου πλην του ότι τα εις βάρος μας αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τα γεγονότα του 1974. Προς τούτο καταθέτω ως Τεκμήριο 6 άρθρο της εφημερίδας Φιλελεύθερος έκδοσης ημερ. 11/01/2011 με τίτλο «ΜΠΛΟΦΑ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΓΙΑ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ». Στο άρθρο παρατίθεται αυτούσια επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα δια της οποίας αποφασίζει όπως δώσει ασυλία σε όσους Τουρκοκύπριους μαρτυρήσουν για τα γεγονότα του 1974. Ακόμα δηλαδή και σε απαγωγείς και φονιάδες, λόγω δημοσίου συμφέροντος όπως λέει στην επιστολή, παρέχεται ασυλία. Εγώ και η οικογένειά μου δεν αποδεχόμαστε αυτό το πράγμα. Δεν είναι δημόσιο συμφέρον η συγκάλυψη ή αγνόηση ανθρώπων που σκότωσαν, απήγαγαν, βίασαν, έκλεψαν και τόσα άλλα έκαναν στους συμπατριώτες μας. Είναι συμφέρον μόνο πολιτικό του κράτους εις βάρος των πολιτών του.». Σημειωτέον ότι αυτό που πιο πάνω περιγράφεται ως «απόφαση» του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας φαίνεται να είναι στην πραγματικότητα «γνωμοδότηση». Συγκεκριμένα, το δημοσίευμα ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Β παραθέτει φωτοαντίγραφο αποσπάσματος από επιστολή ημερ. 3/8/1990 του τότε Γενικού Εισαγγελέως, κ. Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη, προς τον κ. Paul Wurth, Τρίτο Μέλος της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους, στην οποία του αναφέρει τα εξής꞉ «Ενόψει της ύψιστης ανάγκης για διακρίβωση το ταχύτερο δυνατό της τύχης των αγνοουμένων και της επακόλουθης ανάγκης για ενθάρρυνση μαρτύρων να δώσουν μαρτυρία για το σκοπό αυτό, έχω αποφασίσει ως Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας να σας πληροφορήσω ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον, κατά την έννοια του άρθρου 113.2 του Συντάγματος, να διώκεται οποιοσδήποτε μάρτυρας ο οποίος, δίδοντας μαρτυρία στην Επιτροπή Αγνοουμένων κατά τη διάρκεια των ερευνών της, αποκαλύπτει πληροφορίες που τον ενοχοποιούν και, ως εκ τούτου, ο μάρτυρας .». · Το παράπονο των Εναγόντων περί άρνησης και/ή παράλειψης των αρμοδίων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας να τους εφοδιάσουν με το φάκελο που αφορούσε στους αγνοούμενους συγγενείς τους και/ή με το πλήρες περιεχόμενο του φακέλου. Στην παρα. 22 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) ο ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι꞉ «22. Η επί ετών συστηµατική άρνηση των αρµόδιων οργάνων της Κυπριακής Δηµοκρατίας να µας δώσουν τους φάκελους µε το µαρτυρικό υλικό των εξαφανισθέντων προσφιλών προσώπων µας είχε ως αποτέλεσµα να µας στερήσει το δικαίωµα να καταγγείλουµε την Τουρκία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η κατάθεση αγωγής της οικογένειας µας εναντίον της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τελικά έγινε µε µεγάλη καθυστέρηση. Προς υποστήριξη αυτού του γεγονότος σας καταθέτω τις ακόλουθες επιστολές - αντίγραφα αυτών αφού τα πρωτότυπα στάλθηκαν / παραλήφθηκαν: Α) Επιστολή ηµερ. 19/06/1998 ως Τεκµήριο 14 προς τον κ. Γιώργο Σεργίδη Ανώτερο Λειτουργό Ανθρωπιστικών Θεµάτων ως ήταν τότε όπου, καταγράφεται µεταξύ άλλων, πως µετά από χρόνια απαίτησης µας, µας επέτρεψαν απλά να τους ακούσουµε να µας διαβάζουν κάποια από τα έγγραφα που αφορούν τον φάκελο εξαφάνισης των ανθρώπων µας. Μάλιστα, κατά την εν λόγω ανάγνωση, κάποια από τα έγγραφα δεν µπορούσαν να διαβαστούν γιατί αφέθηκαν να φθαρούν ενώ, υπήρχαν αναφορές σε έγγραφα που δεν ήταν καν στο φάκελο. Β) Επιστολή ηµερ. 19/06/1998 εκ µέρους του τότε δικηγόρου µας κ. Ανδρέα Αγγελίδη ως Τεκµήριο 15 όπου καταγράφεται εκ νέου απαίτηση µας για επιθεώρηση των φακέλων των ανθρώπων µας. Γ) Επιστολή ημερ. 03/01/2000 εκ µέρους µας προς τον Γενικό Εισαγγελέα ως Τεκµήριο 16 όπου ζητούµε να µας δώσουν επιτέλους αυτά τα έγγραφα γιατί τα χρειαζόµασταν για τη σχετική µας προσφυγή στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων. Δ) Επιστολή ηµερ. 13/01/2000 ως Τεκµήριο 17 εκ µέρους του Γενικού Εισαγγελέα όπου µας λεν αν θεωρούµε ότι είναι αναγκαίο να µας δοθούν φωτοτυπίες των εν λόγω εγγράφων, θα πρέπει να συνεννοηθούµε σχετικά µε τον κ. Σεργίδη. Ε) Παρά τα ανωτέρω και πάλι δεν µας έδωσαν τα εν λόγω έγγραφα. Προς τούτο επισυνάπτω άλλη µια επιστολή ηµερ. 26/10/2001 ως Τεκµήριο 18 προς τον Γενικό Εισαγγελέα όπου και πάλι ζητάµε να µας προµηθεύσουν µε τα έγγραφα αυτά. ΣΤ) Ισχυρίζοµαι ότι η πιο πάνω συµπεριφορά είναι πλήρως απαράδεκτη και προσβλητική για τον οποιοδήποτε αλλά κυρίως για ανθρώπους που έχασαν πατέρα, αδελφό, παιδί και σύζυγο και ακόµα δεν γνωρίζουν τις έχουν απογίνει οι άνθρωποι τους. Αυτό οδήγησε και σε ανακοίνωση µας ηµερ. 09/11/99 την οποία και καταθέτω ως Τεκµήριο 19 και απευθύνεται σε αρµόδιους φορείς του κράτους.». Ο ΜΕ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την απόφαση του ΕΔΑΔ, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή τους (βλ. το Έγγραφο Γ). Κατά την αντεξέτασή του, παραδέχθηκε ο ΜΕ1 ότι ούτε αυτός ούτε τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του έδωσαν δείγμα γενετικού υλικού. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν έδωσαν τέτοιο δείγμα ήταν διότι «δεν απαντήθηκαν τα ερωτήματά μας». Επίσης δήλωσε ο ΜΕ1 ότι «Ουδέποτε εμείς θεωρήσαμε τους δικούς μας νεκρούς, διότι αναμέναμε ότι πρώτα θα υπήρχε διερεύνηση, αφού γνωρίζαμε ποιος τους απήγαγε, αφού ήμασταν μάρτυρες.». Το δεύτερο στοιχείο που έθεσε ο ΜΕ1 είναι ότι όταν ζητήθηκε να δοθεί δείγμα γενετικού υλικού, αυτός και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του ρώτησαν τους εμπειρογνώμονες κατά πόσο θα μπορούσε να ταυτοποιηθεί αν το λείψανο ήταν του παππού τους ή του πατέρα τους ή του αδερφού τους. Η απάντηση που έλαβαν τότε ήταν αρνητική. Ότι δεν είχαν την τεχνολογία τότε που άρχιζαν να κάνουν την τράπεζα DNA για να προβούν σε ταυτοποίηση. Υποβλήθηκε περαιτέρω στον ΜΕ1 ότι η μέθοδος που χρησιμοποιεί το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής ξεπερνά σε ακρίβεια το 99,96% ακόμη και σε περιπτώσεις δίδυμων αδερφών. Αμφισβήτησε ο ΜΕ1 αυτή τη θέση της Υπεράσπισης λέγοντας ότι από δημοσίευμα που είχε δει, δόθηκαν σε κάποια οικογένεια λείψανα από τρία διαφορετικά άτομα ως ανήκοντα δήθεν στο δικό τους αγνοούμενο πρόσωπο. Επανήλθε επί τούτου ο ΜΕ1 κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.10.2015 και είπε ότι η υπόθεση στην οποία αναφερόταν ήταν για τα λείψανα που δόθηκαν στην οικογένεια Φορή. Διευκρίνισε ο ΜΕ1 ότι το θέμα της ταυτοποίησης είναι ένα πολύ μικρό μέρος της διαδικασίας που απαιτείται από τις Διεθνείς Συμβάσεις για τα θέματα αγνοουμένων. Γι' αυτόν και την οικογένειά του «Αποτελεσματική διερεύνηση σημαίνει να μάθουμε εμείς πότε πέθαναν οι συγγενείς μας, κάτω από ποιες συνθήκες, από ποιους, γιατί κρατήθηκαν μυστικά τα αποτελέσματα της οποιασδήποτε έρευνας, αν έγινε έρευνα και αυτές οι Συμβάσεις μιλούν και για την αποτελεσματική θεραπεία, δηλαδή να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα τους και να καταδικαστούν από τα Δικαστήρια, αν όχι για ικανοποίηση των συγγενών, για παραδειγματισμό και αποφυγή παρόμοιων εξαφανίσεων στο μέλλον. Το οφείλουμε στα παιδιά μας.». Δέχτηκε ο ΜΕ1 ότι οι καταθέσεις ως τα Τεκμήρια 5 έως 15 υπό Έγγραφο Α ήταν καταθέσεις που έλαβε η Αστυνομία στο πλαίσιο διερεύνησης της «καταγγελίας» της μητέρας του. Ως «καταγγελία» ο ΜΕ1 εξήγησε ότι θεωρεί την κατάθεση της μητέρας του το 1975 (βλ. τα Τεκμήρια 8 και 9 υπό Έγγραφο Α). Είπε ο ΜΕ1 χαρακτηριστικά꞉ «Προφανώς η Αστυνομία έκαμε τη δουλειά της. Είναι η Εισαγγελία που δεν την έκαμε». Τέθηκε στον ΜΕ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι το παράπονο του στην παρα. 21 υπό παράγραφο (α) του Εγγράφου Α ότι ένας από τους κατονομαζόμενους απαγωγείς επισκέφθηκε τις ελεύθερες περιοχές στις 23/12/1974 και δεν συνελήφθηκε εκείνη τη μέρα, είναι σωστό να κριθεί υπό το φως του γεγονότος ότι αυτή του η επίσκεψη έγινε πριν ακόμη δοθεί η πρώτη κατάθεση στην Αστυνομία σε σχέση με τους δικούς του ανθρώπους. Ο ΜΕ1 απάντησε χωρίς να το διαψεύσει, λέγοντας απλώς ότι δεν θυμόταν, αφού εκείνη την περίοδο, αμέσως μετά την εισβολή, ο ίδιος φιλοξενήθηκε σε οικοτροφείο στην Ελλάδα. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η όποια μη διερεύνηση της καταγγελίας οφείλεται σε αντικειμενική αδυναμία λόγω του ότι οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκούσαν και δεν ασκούν μέχρι σήμερα αποτελεσματικό έλεγχο στο κατεχόμενο μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αντίδραση του ΜΕ1 ήταν ότι ο λόγος που δεν υπήρξε διερεύνηση ήταν ότι υπήρχε πολιτική απόφαση να μην γίνει διερεύνηση, θέση την οποία απέρριψε ή/και αρνήθηκε η συνήγορος του Εναγόμενου. Επανήλθε η συνήγορος Υπεράσπισης επί του ζητήματος της άρνησης ή παράλειψης των Εναγόντων να δώσουν δείγμα DNA. Υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι, εφόσον ο πατέρας του, αν ζούσε σήμερα θα ήταν 82 - 83 ετών και άρα τον θεωρούν μάλλον νεκρό, με το να αρνούνται να δώσουν δείγμα DNA δυσχεραίνουν τις όποιες ενέργειες της ΔΕΑ, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν γίνει για τη διερεύνηση της τύχης των δικών τους. Επανέλαβε ο ΜΕ1 τη θέση του ότι δεν τον ικανοποιεί να του πουν ότι ο αγνοούμενός τους είναι νεκρός και να του παραδώσουν τα λείψανά του꞉ θέλει να του πουν και τις συνθήκες της εξαφάνισης, αν σκοτώθηκαν, από ποιους και πότε. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι υπήρχαν «αντικειμενικές δυσκολίες» να γινόταν η διερεύνηση με τον τρόπο που εισηγείται ο ίδιος. Από πλευράς του, ο ΜΕ1 έδειξε να διερμηνεύει τη φράση «αντικειμενικές δυσκολίες» ως την ύπαρξη «πολιτικής απόφασης για μη διερεύνηση». Τοποθέτησε ο ΜΕ1 την καταχώρηση της προσφυγής από την οικογένειά του εναντίον της Τουρκίας στο ΕΔΑΔ το 1999. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι, αντίθετα προς όσα ο ίδιος δήλωσε στην παρα. 22 της γραπτής του δήλωσης, είχαν όλα τα στοιχεία στην κατοχή τους για να στοιχειοθετούσαν προσφυγή εγκαίρως στο ΕΔΑΔ και ότι θα μπορούσαν να είχαν προσφύγει νωρίτερα, όπως είχαν πράξει άλλες οικογένειες αγνοουμένων. Η απάντηση του ΜΕ1 στις υποβολές αυτές είναι ότι οι δικηγόροι τους ήταν αυτοί που τους έλεγαν ότι χρειάζονταν το υλικό για να τεκμηριώσουν την εξαφάνιση εξ υπαιτιότητας της Τουρκίας. Παρέπεμψε επίσης ο ΜΕ1 στη σελ. 5 της απόφασης του ΕΔΑΔ στην πρώτη παράγραφο. Επεσήμανε ότι το ΕΔΑΔ σχολίασε πως μέσα στο φάκελο δεν υπήρχε καμιά ένδειξη έρευνας. Ο ΜΕ1 συσχέτισε τη διεκδίκηση αποζημιώσεων με αποκατάσταση της ταλαιπωρίας που υφίσταται η μητέρα του εδώ και χρόνια από το γεγονός ότι δεν έγινε η δέουσα διερεύνηση για να ξέρει τί απέγινε ο σύζυγός της. Απαντώντας στην υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι είναι ψευδής η δήλωση του ότι δεν υπάρχουν στο φάκελο έγγραφα μετά το 1975 αφού υπήρχαν επιστολές σε αυτόν μετά το 1990 ο ΜΕ1 απάντησε πως ότι προστέθηκε στο φάκελο δεν ήταν αποτέλεσμα έρευνας του Κράτους, παρά μόνον δημοσιεύματα που η οικογένεια του εντόπισε και έστειλε επιστολές προς το Κράτος. «Το Κράτος ήταν απών», κατά την έκφρασή του. Συνέχισε λέγοντας «Εμείς προσπαθούσαμε με τα πενιχρά μέσα και με τη φθορά της υγείας μας να ενδιαφερθεί το Κράτος να μάθει τί έγιναν οι δικοί μας». Έκαμε αναφορά ο ΜΕ1 στα δημοσιεύματα που αφορούσαν την υπόθεση των αγνοουμένων του χωριού Στρογγυλός (βλ. τα Τεκμήρια 40, 41 και 47 υπό Έγγραφο Α). Ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να πει, αν από την έρευνα που έκανε προσωπικά, γνωρίζει να έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης μέχρι σήμερα εναντίον οποιουδήποτε για τα γεγονότα του 1974, είτε Ελληνοκύπριου είτε Τουρκοκύπριου. Δήλωσε ο ΜΕ1 ότι εξ' όσων αυτός ήταν σε θέση να γνωρίζει, «η Δημοκρατία έσωσε το γόητρό της» όταν καταδίκασε έναν Ελληνοκύπριο για έγκλημα δολοφονίας Τουρκοκυπρίων. Ποια ακριβώς ήταν η υπόθεση αυτή, δεν θυμόταν ο ΜΕ1 να πει και παρά το ότι υπέδειξε ότι ήταν δουλειά της Εισαγγελίας να το διερευνήσει, εντούτοις δήλωσε πρόθυμος να ψάξει ο ίδιος να βρει τα στοιχεία της υπόθεσης για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Επανήλθε πράγματι επί του θέματος αυτού ο ΜΕ1 κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.10.2015 και εξήγησε ότι η υπόθεση στην οποία αυτός είχε αναφερθεί ήταν η υπόθεση του οδηγού ταξί Βουνιώτης, ο οποίος αμέσως μετά τα τραγικά γεγονότα ανέλαβε να μεταφέρει μια οικογένεια Τουρκοκυπρίων στα κατεχόμενα και κάπου εκεί κοντά στην Άλασσα τους δολοφόνησαν εν ψυχρώ. Κατά την έκφρασή του ΜΕ1, «Η έκδοση εντάλματος σύλληψης είναι ένα σοβαρό μέσο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αλήθεια». Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι δόθηκαν δύο ευκαιρίες στην Κυπριακή Δημοκρατία να συλλάβει ή/και να κρατήσει άτομα που θα μπορούσαν να έδιδαν πληροφορίες για την τύχη των συγγενών τους. Η πρώτη φορά ήταν αμέσως μετά το 1974, όταν ήρθε ο Τουρκοκύπριος Κοινοτάρχης. Τη 2η φορά ήταν ο αδερφός Γιούπης (όχι ο ίδιος ο ενεχόμενος στην απαγωγή). Απέτυχε το Κράτος να τους θέσει υπό κράτηση και να τους ανακρίνει, παρά το ότι, κατά την άποψη του ΜΕ1, η σύλληψη και η κράτηση ήταν εφικτό να γίνουν. Η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 τη θέση ότι από το Μάη του 2015 η Αστυνομία Κύπρου διεξάγει έρευνες για τις συνθήκες της εξαφάνισης των αγνοουμένων του χωριού Στρογγυλός. Η αντίδραση του ΜΕ1 ήταν ότι αυτός και η οικογένειά του θα ήθελαν τότε να μάθουν πού και με ποιο τρόπο διεξάγονται οι έρευνες. Αν εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, θα ήταν τουλάχιστον ικανοποιημένος ότι πέτυχαν έναν τουλάχιστον από τους στόχους τους. Απώτερος τους στόχος είναι η ολοκληρωτική απονομή δικαιοσύνης. Διερωτήθηκε συγχρόνως ο ΜΕ1 αν οι έρευνες που κάνει η Κυπριακή Αστυνομία σήμερα αφορούν σε νεκρούς ή σε ζωντανούς, διότι εκείνο που η οικογένειά του κατήγγειλε ήταν την απαγωγή. Παρατήρησε ο ΜΕ1 ότι μέχρι την έναρξη της δίκης, παρά τις πληροφορίες που υπήρχαν ότι την ίδια μέρα που απήγαγαν τους δικούς τους τους σκότωσαν, εντούτοις η οικογένειά του ουδέποτε έλαβε γραπτή ενημέρωση από το επίσημο Κράτος για το αν είναι νεκροί. Γ.2. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Ο ΜΕ2 ήταν 49 ετών καθ' ον χρόνο κατέθετε στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του που διεξήχθη στις 5.11.2015 το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Δ και κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων που αναφέρονται στη δήλωσή του αυτή. Στη γραπτή του δήλωση ο ΜΕ2 κατέγραψε ως παραδεκτό το γεγονός ότι (βλ. παρα. 3 του Εγγράφου Δ) «κατά τα σχετικά γεγονότα, είχε ζητηθεί από εμάς ως οικογένεια να δώσουμε δείγμα του γενετικού μας υλικού προς ταυτοποίηση με οστά, ούτως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο, κάποια οστά που είχαν ανευρεθεί ή δοθεί στη Δ.Ε.Α. ήταν, σύμφωνα με τη Δ.Ε.Α., των συγγενών μας.». Προχώρησε ο ΜΕ2 και δήλωσε ότι «εκ του συμβάντος αυτού, ακολούθησαν κάποια γεγονότα και αλληλογραφία». Η αλληλογραφία στην οποία αναφέρεται ο ΜΕ2 έχει ως αφετηρία την επιστολή ημερ. 21/10/2011 της μητέρας του (Ενάγουσας αρ. 1) προς τη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (ΔΕΑ), η οποία διατυπώνει για πρώτη φορά τη βούληση των Εναγόντων να δώσουν, υπό την προϋπόθεση να απαντηθούν τα ερωτήματά τους, δείγμα γενετικού υλικού (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ). Παραθέτω το κείμενο της επιστολής꞉ «21 Οκτωβρίου, 2011 Ηλία Γεωργιάδη Μέλος της Διερευνητική; Επιτροπής Αγνοουµένων Κύριε Γεωργιάδη, Αναγνώριση της ταυτότητας των αγνοούµενων Λο'ϊζου κάι Γιώργου Χατζηγεωργίου από τον ΣτρσΥΥυλό·Αµµοχώστου µε τη µέθοδο του DNA Επιθυµώ να αναφερθώ στο πιο πάνω θέµα και να σας πληροφορήσω ότι, είµαι η σύζυγος του Λοϊζου Χατζηγεωργίου και µητέρα του Γιώργου Χατζηγεωργίου, οι οποίοι κατά τα τραγικά γεγονότα της Τουρκικήξ Εισβολής του 1974, συνελήφθησαν στο χωρίο Στρογγυλό και έκτοτε η τύχη τους αγνοείται. Εγώ και τα παιδία µου µετά την έλευση 37 χρόνων από την Τουρκική Εισβολή, θέλουµε να επανεξετάσουµε την αρχική απόφαση µας για µη παραχώρηση γενετικού υλικού για σκοπούς ταυτοποίησης λειψάνων αγνοούµενων προσώπων. Ωστόσο, για να µπορέσουµε να συµµετάσχουµε σε αυτή την προσπάθεια διακρίβωση; της τύχης των αγνοούµενων µας, θα θέλαµε να γνωρίζουµε προηγουµένως την παρούσα κατάσταση που επικρατεί γύρω από το θέµα, για αυτό παράκληση µας είναι όπως µας δώσετε απαντήσεις στις ακόλουθε; ερωτήσεις: 1. Επί του συνόλου των ελληνοκυπρίων αγνοούµενων/εξαφανισθέντων προσώπων κατά την Τουρκική Εισβολή του 1974, ποιο είναι το ποσοστό για τους οποίους οι συγγενείς ανταποκρίθηκαν και έδωσαν γενετικό υλικό; 2. Από την έναρξη της όλης διαδικασίας για διεξαγωγή ερευνών Ι εκταφών για εντοπισµό λειψάνων, πόσες είναι οι περιπτώσεις ελληνοκύπριων προσώπων που εντοπίστηκαν λείψανα τους; 3. Πόσες είναι οι περιπτώσεις ελληνοκυπρίων αγνοούµενων προσώπων τα οποία αναγνωρίστηκαν µε την µέθοδο της ταυτοποίησης των λειψάνων; 4. Για τους ελληνοκύπριους αγνοουµένους του Στρογγυλού έχουν συγκεντρωθεί οποιεσδήποτε πληροφορίες που να αφορούν την τύχη τους; Αν ναι, πιο ακριβώς είναι το περιεχόµενο τους; 5. Οι πληροφορίες αυτές έχουν διερευνηθεί, δηλαδή έγιναν οποιεσδήποτε επιτόπιες έρευνες / εκταφές; 6. Ποια είναι τα ευρήµατα αυτών των ερευνών / εκταφών; 7. Στη περίπτωση που ανευρέθηκαν λείψανα ατόµων που αφορούν τους αγvooύµενoυς του Στρογγυλού, έγιναν οποιεσδήποτε ταυτοποιήσεις µε την επιστηµονική µέθοδο του DNA; 8. Υπάρχουν λείψανα ατόµων που αφορούν τους αγvooύµενoυς του Στρογγυλού, για τα οποία δεν κατέστει δυνατή η ταυτοποίηση τους λόγω ανυπαρξίας του απαραίτητου γενετικού υλικού; 9. Γενικά, πόσο χρόνο παίρνει η διαδικασία ταυτοποίησης των λειψάνων; 10. Σε περίπτωση που θα αποφασίσουµε να δώσουµε γενετικό υλικό µε ποιο άτοµο (όνοµα και τηλέφωνο) πρέπει να επικοινωνήσουµε; Με τη βεβαιότητα ότι θα ανταποκριθείτε θετικά στο αίτηµα µας και αναµένοντας µια σύντοµη απάντηση, σας ευχαριστώ εκ των προτέρων. Κατά κύριο λόγο, ο ΜΕ2 επεξήγησε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του την άρνηση των Εναγόντων να παραχωρήσουν δείγμα γενετικού υλικού μέχρι και το τέλος Νοεμβρίου 2015 και αναφέρθηκε συναφώς στην ισχυριζόμενη παράλειψη της ΔΕΑ να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεταν γραπτώς προς αυτήν οι Ενάγοντες ως απαραίτητη προϋπόθεση για να έδιδαν δείγμα γενετικού υλικού. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι η ΔΕΑ θεώρησε δικαιολογημένα τα ερωτήματα των Εναγόντων, πλην όμως δεν έδωσε πλήρη απάντηση σε αυτά. Επικαλέστηκε ο ΜΕ2 την επιστολή της ΔΕΑ ημερ. 9.11.2011 (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Δ), υποδεικνύοντας ότι παρέμεινε αναπάντητο το πιο πάνω ερώτημα αρ. 8 της μητέρας του για το κάτα πόσον υπήρχαν λείψανα από αγνοούμενους του χωριού Στρογγυλός. Κρίνω πως αξίζει να παραθέσω το κείμενο της επιστολής ημερ. 9.11.2011꞉ «Αναφέροµαι στην επιστολή σας µε ηµερ. 21 Οκτωβρίου 2011, σχετικά µε το πιο πάνω θέµα και καταρχήν να σας αναφέρω ότι αποτελεί θετική εξέλιξη για τη διαδικασία των ταυτοποιήσεων, η επανεξέταση από εσάς και τα παιδιά σας, της αρχικής σας απόφασης για µη παραχώρηση γενετικού υλικού, µε σκοπό την ταυτοποίηση οστών που ανευρίσκονται στις εκσκαφές που διεξάγονται στα πλαίσια του Προγράµµατος της ΔΕΑ. Προτού προχωρήσω όµως προς τα δικαιολογηµένα ερωτήµατα που έχετε θέσει στην επιστολή σας, θα ήθελα να επισηµάνω πως οι προσπάθειες µας, ως Γραφείο του Ελληνοκύπριου Εκπρόσωπου στη ΔΕΑ, για διακρίβωση της τύχης των αγνοουµένων µας είναι συνεχείς και ασταµάτητες και θα εξακολουθήσουν να είναι, µέχρι και ο τελευταίος αγνοούµενος µας εξακριβωθεί τι απέγινε. Συµπάσχουµε µε τις οικογένειες των αγνοουµένων µας και νιώθουµε τον πόνο που περνούν, οι οποίες βεβαίως, έχουν το αναφαίρετο δικαίωµα να πληροφορηθούν την αλήθεια, δηλ. τι απέγιναν τα αγαπηµένα τους πρόσωπα. Όσον αφορά τα 10 ερωτήµατα που θέσατε στην επιστολή σας, οι απαντήσεις έχουν ως εξής: 1. Μέχρι σήµερα έχουν παραχωρήσει γενετικό υλικό γύρω στο 98% των οικογενειών των αγνοουµένων µας. Κάποιες των περιπτώσεων που έχουν παραµείνει εκρεµµείς, είναι επειδή δεν υπάρχουν κατάλληλοι συγγενείς για παραχώρηση δείγµατος, είτε αυτοί αναζητούνται. 2. Δεν έχουµε τη δυνατότητα να γνωρίζουµε εκ των προτέρων και προτού γίνουν οι απαραίτητες επιστηµονικές αναλύσεις (οστεολογικές και δικανικές) και υπάρξει ταυτοποίηση, ότι οστά που έχουν εκταφεί από συγκεκριµένο χώρο πως ανήκουν σε Ε/Κύπριο, Τ/Κύπριο αγνοούµενο ή πεσόντα ή σε ποιους ανήκουν τα ανευρεθέντα οστά. Μέχρι σήµερα από το Πρόγραµµα της ΔΕΑ, έχουν εκσκαφεί οστά που παραπέµπουν γύρω στα 650 άτοµα, που, σύµφωνα µε τα στοιχεία και πληροφορίες για να γίνουν οι εκσκαφές στους χώρους που ανευρέθησαν, φαίνεται να ανήκουν σε Ε/Κύπριους αγνοούµενους ή πεσόντες. 3. Μέχρι τώρα έχουν ταυτοποιηθεί οστά που ανήκουν σε 226 Ελληνοκύπριοι, που βρίσκονταν στον κατάλογο των αγνοουµένων που κατατέθηκε στη ΔΕΑ. 4. Οι πληροφορίες που υπάρχουν για τους Ε/Κύπριους αγνοούµενους του Στρογγυλού, είναι αυτές που βρίσκονται στην συνοπτική έκθεση τους που κατατέθηκε στη ΔΕΑ, καθώς επίσης και από καταθέσεις που πάρθηκαν κατά καιρούς από µάρτυρες που γνώριζαν ή εξασφάλισαν στοιχεία για το τι πιθανόν να έγινε. Τα πιο πάνω στοιχεία, σύµφωνα και µε απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, µπορούν να δοθούν στις οικογένειες των αγνοουµένων µας, από την Υπηρεσία Αγνοουµένων, εφόσον οι ίδιες το επιθυµούν και αυτό ζητηθεί µε γραπτό διάβηµα. 5. Πάντοτε όλες οι πληροφορίες διερευνώνται. Έχουν διεξαχθεί εκσκαφές σε διάφορους χώρους. 6. Σε εκσκαφή που πραγµατοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Τουρκοκυπριακού χωριού Σίντα, ανευρέθηκαν οστά που υπολογίζεται ότι ανήκουν σε 17 άτοµα. Όπως διαφάνηκε κατά την εκταφή, έχει γίνει µετακίνηση οστών απο το σηµειο, σε µεταγενέστερο χρόνο απο την ταφή, σε άγνωστο µέχρι τώρα χώρο. Οι προσπάθειες και οι έρευνες συνεχίζονται, για ανεύρεση του χώρου που έχουν µετακινηθεί και τα υπόλοιπα τα οστά. 7. Δεν έχουν γίνει µέχρι σήµερα οποιεσδήποτε ταυτοποιήσεις που να αφορούν τους αγνοούµενους του Στρογγυλού. 8. Δεν έχει γίνει ταυτοποίηση που να αφορά οστά που να ανήκουν στους αγνοούµενους που εξαφανίστηκαν στον Στρογγυλό τον Αύγουστο 1974. Όσον αφορά την παραχώρηση γενετικού υλικού, η προσπάθεια είναι να παραχωρήσουν όλες οι οικογένειες ή συγγενείς αγνοουµένων γενετικό υλικό. 9. Ο χρόνος δεν προσδιορίζεται. Ευχή µας είναι να γίνονται ταυτοποιήσεις σε σύντοµο χρονικό διάστηµα από την στιγµή που ανευρίσκονται οστά. Να σηµειωθεί όµως πως, στην διαδικασία ταυτοποίησης, επιβάλλεται η µέγιστη προσοχή, αφού και η παραµικρή πιθανότητα λάθους, δεν υπάρχει δυνατότητα ποτέ να δικαιολογηθεί. 10. Με τον Υπεύθυνο του Αρχείου της Υπηρεσίας Αγνοουµένων κ. Πανίκο Γεωργίου, τηλ 22304441. Τελειώνοντας, επιθυμώ να σας αναφέρω πως, ως Γραφείο του Ε/Κύπριου Εκπροσώπου στη ΔΕΑ, είμαστε στη διάθεσή σας για οτιδήποτε αναγκαίο, διευκρινιστικό ή άλλο θέμα, εσείς θεωρείτε ότι θέλετε να συζητήσετε μαζί μας.». Ακολούθησε κατά τα λεγόμενα του ΜΕ2 νέα επιστολή των Εναγόντων προς τη ΔΕΑ στις 4/6/14 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Δ) με την οποία έθεσαν νέα σειρά ερωτημάτων꞉ «Ι. Ποια τα αποτελέσματα της ταυτοποίησης λειψάνων που βρέθηκαν στο χωριό Σίντα που, όπως μας είχαν πει, αφορούν αγνοούμενους του Στρογγυλού; ii Εάν δεν έγινε ταυτοποίηση τα λοιπά ευρήματα που βρέθηκαν κατά την εκταφή καταδεικνύουν ότι επρόκειτο για ανθρώπους από το Στρογγυλό; iii Από το σύνολο των ανθρώπων που βρέθηκαν, πόσοι σκελετοί βρέθηκαν ολόκληροι και πόσοι σε σκόρπια οστά; iv. Ποιες οι ενέργειες και ποια τα αποτελέσματα σχετικά με τον εντοπισμό του χώρου στον οποίο μετακινήθηκαν τα υπόλοιπα οστά αγνοουμένων; v. Ποιες πληροφορίες υπάρχουν για το συγκεκριμένο θέμα; vi. Από τις μέχρι τώρα εκταφές, υπάρχουν περιπτώσεις αγνοουμένων των οποίων μέρος των λειψάνων έχει μετακινηθεί από τον αρχικό χώρο ταφής σε άλλο χώρο και αυτά έχουν εντοπιστεί; vii. Η Ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχεται την ταυτοποίηση μεμονωμένων οστών και παράδοσής τους στους συγγενείς; viii. Ποια τα συστατικά μιας ουσιαστικής έρευνας για την εξακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων; ix. Η Ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχεται ότι η ταυτοποίηση μεμονωμένων οστών δεν αποτελεί ουσιαστική έρευνα που να μπορεί να δικαιολογήσει στο κλείσιμο μιας υπόθεσης; x. Η Ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχεται ότι ουσιαστική έρευνα σημαίνει συγκέντρωση πληροφοριών για όλη την πορεία της ζωής των αγνοουμένων από τη στιγμή της σύλληψης τους μέχρι το θάνατό τους; xi. Μετά την ολοκλήρωση της ταυτοποίησης ποιες από τις ακόλουθες πληροφορίες περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό θανάτου; - Τοποθεσία και χώρος ταφής - Ημερομηνία θανάτου - Αιτία θανάτου - Συνθήκες θανάτου - Συνθήκες ταφής - Ημερομηνία μετακίνησης λειψάνων - Συνθήκες εκταφής και μετακίνησης λειψάνων - Καταγραφή / περιγραφή προσωπικών αντικειμένων ή και άλλων σχετικών ευρημάτων. xi. Για τα αναφερόμενα σημεία/πληροφορίες για το πιστοποιητικό θανάτου, η Ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχεται να παραμένουν κενά ή να αναγράφεται η λέξη «άγνωστη/ες»; Xii. Ειδικότερα, η Ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχεται στο σημείο αιτία θανάτου να αναγράφεται η λέξη «άγνωστη»;». Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΕ2 ότι η Δ.Ε.Α. ουδέποτε απάντησε γραπτώς στον πιο πάνω κατάλογο ερωτημάτων, παρά μόνο καλούσε τους Ενάγοντες σε κατ΄ ιδίαν συναντήσεις για προφορική συζήτηση του θέματος (σχετικές οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 υπό το Έγγραφο Δ). Εξήγησε ο ΜΕ2 στην σελ. 4 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Δ) ότι- «θέλαμε απαντήσεις στα ερωτήματά μας γιατί εμάς δεν μας αρκεί το να μας πουν ότι οι άνθρωποι μας είναι νεκροί και να κλείσει το θέμα. Θέλουμε να ξέρουμε πού, πώς, πότε και γιατί αλλά και από ποιους. Θέλουμε να ξέρουμε αν υπέφεραν, αν ο θάνατος τους ήταν σύντομος, τί προηγήθηκε του θανάτου τους και κυρίως ποιος τους σκότωσε, αν σκοτώθηκαν γιατί μπορεί να είναι και ζωντανοί. Μπορεί και σήμερα να είναι ζωντανοί και να είναι κάπου, σε κάποιο κάτεργο της Τουρκίας. [.]». Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε, επίσης, στην επιστολή που ο ίδιος απέστειλε προς τον Υπουργό Εξωτερικών, κ. Ιωάννη Κασουλίδη, το 2015, πληροφορώντας τον ότι αναμένει απαντήσεις από τη ΔΕΑ σε προηγούμενες επιστολές που της είχαν στείλει προτού προχωρήσουν να δώσουν δείγμα DNA. Η επιστολή αυτή κατατέθηκε ως τεκμήριο και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Ε». Έγινε τέλος αναφορά σε επιστολή, ημερ. 4.11.2015, προς το Γενικό Εισαγγελέα, κ. Κώστα Κληρίδη, και προς τον Επίτροπο Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέματα, κ. Φώτη Φωτίου, καθώς και προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Αγνοουμένων, κ. Χρύσανθο Χρυσάνθη, και προς τον Ελληνοκύπριο εκπρόσωπο στη ΔΕΑ, κ. Νέστωρα Νέστωρος, με την οποία επιστολή οι Ενάγοντες πληροφορούσαν τους προαναφερθέντες αξιωματούχους ότι οι Ενάγοντες αποφάσισαν να παράσχουν γενετικό υλικό για σκοπούς ταυτοποίησης τυχόν λειψάνων. Κατά την αντεξέτασή του στις αρχές Δεκεμβρίου 2015, ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε ότι οι Ενάγοντες έδωσαν δείγμα DNA στις αρχές Νοεμβρίου 2015. Επιχείρησε όμως ο ΜΕ2 ακόμη και σε αυτό το στάδιο της δίκης να αμφισβητήσει την επάρκεια ή/και ακρίβεια των αποτελεσμάτων ταυτοποίησης των λειψάνων. Ισχυρίστηκε ότι, όταν πήγαν να δώσουν το γενετικό υλικό, τους είπαν ότι «αν δεν υπάρχει ολοκληρωμένο λείψανο ή το μεγαλύτερο μέρος του λειψάνου, δεν μπορεί να υπάρξει διαβεβαίωση», δηλαδή πλήρης ταυτοποίηση του ευρεθέντος λειψάνου με το αγνοούμενο πρόσωπο στο οποίο ανήκει. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι αυτός που τους δήλωσε τα πιο πάνω ήταν ο Υπεύθυνος της Υπηρεσίας Αγνοουμένων και διερωτήθηκε, αν δεν γνωρίζει το συγκεκριμένο άτομο, τότε ποιος μπορεί να γνωρίζει καλύτερα; Έτσι, ο ΜΕ2 και η οικογένειά του συμπέραναν ότι, παίρνοντας κάποιος από τα λείψανα του παππού του ένα δακτυλάκι, θα μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί ότι ανήκε στον αγνοούμενο πατέρα ή αδερφό. Αναφέρθηκε ο ΜΕ2 σε πρόσφατη απαντητική επιστολή της ΔΕΑ, ημερ. 17.11.2015 (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ζ»), η οποία κατά την άποψή του «εξακολουθεί να μην ξεκαθαρίζει το θέμα». Πρόκειται για επιστολή που απαντά σε προηγούμενη δική του επιστολή ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Δ. Του υπεδείχθη, λοιπόν, από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι με το εν λόγω Τεκμήριο 5 δεν υποβαλλόταν προς τη ΔΕΑ το ερώτημα για το οποίο εκείνος ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε απάντηση ή/και ξεκάθαρη απάντηση. Παραδέχθηκε ο ΜΕ2 ότι δεν έθεσε ο ίδιος ρητά στην επιστολή του τέτοιο ερώτημα. Γ.3. Η μαρτυρία του ΜΕ3 Ο Σωτήρης Χατζηγεωργίου (ΜΕ3) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Η». Στη γραπτή δήλωσή του ο ΜΕ3 αναφέρθηκε στη δυσκολία του να περιγράψει τα βιώματά του και στη διαπίστωσή του ότι αυτός και η οικογένειά του αφέθηκαν από το Κράτος να ζουν «μια πλάνη η οποία εκ των πραγμάτων ήταν οργανωμένη εκ των έσω». Κατά την έκφρασή του, «Όσο περνά ο καιρός αντιλαμβάνομαι και κατανοώ καλύτερα τα γεγονότα σε σχέση με την εγκληματική απραξία του κράτους, όχι μόνον σε ότι αφορά την αποτελεσματική διερεύνηση της τύχης των δικών μου ανθρώπων, αλλά και την αδιαφορία του κράτους ως προς τα ζωντανά θύματα των αγνοουμένων, δηλαδή εμάς, οι οποίοι βιώνουμε ποικιλοτρόπως την απώλεια αυτή. Η ενοχή μου μετατρέπεται σε οργή εναντίον του Κράτους, αλλά και διαχρονικά εναντίον των ηγετών αυτού του κράτους.» Ερωτηθείς, κατά την αντεξέταση του, να πει αν γνωρίζει ότι ο φάκελος των συγγενών τους ήταν ένας από τους πρώτους δέκα φακέλους που κατατέθηκαν το 1984, ο ΜΕ3 απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Το ενδιαφέρον στοιχείο στην αντεξέταση του ΜΕ3 ήταν ότι γνώριζε ο ΜΕ3 ότι ο Παναγιώτης Ποϊράζης, που είναι ξάδερφός του από την πλευρά του πατέρα του, πήγε στα κατεχόμενα για να λάβει πληροφορίες για την τύχη των συγγενών τους, ενέργεια με την οποία ο ΜΕ3 και η οικογένειά του διαφωνούσαν για λόγους αρχής. Του υποβλήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι ο λόγος που πήγε ο ΜΕ3 ήταν για να συναντήσει τους Τουρκοκύπριους που έπιασαν τους δικούς τους και ότι ο ίδιος έδωσε ακολούθως κατάθεση στην Αστυνομία και είπε πού σκότωσαν τους αγνοούμενους συγγενείς των Εναγόντων και πού τους έθαψαν. Η αντίδραση του ΜΕ3 στην υποβολή αυτή ήταν ότι «Δεν γνωρίζω τί έπραξε ο Παναγιώτης. Εδώ το θέμα είναι τί έπραξε η Κυπριακή Δημοκρατία.». Είπε επίσης ότι «αυτό που ξέρω είναι ότι [ο Παναγιώτης] δεν δούλευε για τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της οικογένειάς.». Ότι ως οικογένεια, δεν τον εξουσιοδότησαν να ψάξει για κανένα συγγενή τους. Και ότι με τις ενέργειές του ο Παναγιώτης «βασικά προσπαθούσε να απενεχοποιήσει την Κυπριακή Δημοκρατία». Ο ΜΕ3 δήλωσε επίσης ότι για τις ενέργειες του Παναγιώτη, ο ίδιος πληροφορήθηκε από κάποιο δημοσίευμα στην εφημερίδα. Ουδέποτε μίλησε ο ΜΕ3 με τον ίδιο τον Παναγιώτη. Ζητήθηκε στη συνέχεια από τον ΜΕ3 να εξηγήσει τη φράση που χρησιμοποίησε στη γραπτή του δήλωση ότι «Ζούσαμε μια πλάνη οργανωμένη εκ των έσσω». Εξήγησε ότι «Η πλάνη είναι αυτονόητη. Αφ' ης στιγμής εγώ και η οικογένεια μου είμαστε πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως εγώ πέφτω σε ένα παράπτωμα και με διώκει η Κυπριακή Δημοκρατία, ανέμενα από αυτό το Κράτος να κάνει τα αυτονόητα. Το ελάχιστο που μπορούσε να κάμει είναι να συλλάβει αυτά τα άτομα και για παράδειγμα θα σας πω κάτι απλό. Εγώ δίνοντας κατάθεση στην Αστυνομία λόγω του ότι ύψωσα τον τόνο της φωνής μου με συλλάβατε [η Κυπριακή Δημοκρατία] για αυτόφωρο αδίκημα και με κρατήσατε 24 ώρες στον σταθμό.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ3 ότι «μόνος σας προκαλέσατε την πλάνη και τούτο διότι ενώ υπάρχει μαρτυρία για θανάτωση και χώρο ταφής, αρνείστε να τη δεχθείτε και να προχωρήσετε στο αυτονόητο που είναι η παραχώρηση δείγματος DNA για εξακρίβωση του γεγονότος του θανάτου των δικών σας». Κατόπιν όμως διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου προς τη συνήγορο Υπεράσπισης, διαφάνηκε ότι προ μηνός δόθηκε και από τον ΜΕ3 δείγμα DNA. Ο ίδιος ο ΜΕ3 άδραξε την ευκαιρία για να επισημάνει ότι αυτόν και την οικογένειά του δεν τον ενδιαφέρει «η τελική κατάληξη», δηλαδή ο θάνατος, αλλά η διερεύνηση και διακρίβωση των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε και ακολούθως η δίωξη των υπευθύνων να συλληφθούν και να λογοδοτήσουν στα Κυπριακά δικαστήρια. Ζητήθηκε από τον ΜΕ3 να εξηγήσει τί εννοούσε όταν είπε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, με το να μην διερευνήσει τις συνθήκες απαγωγής, «μου στέρησε την οικογένεια». Η απάντηση του ΜΕ3 ήταν ότι αυτός στερήθηκε τον πατέρα του με τον να μην προχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία σε διερεύνηση για να τον βρει και να τον φέρει πίσω. Η απουσία του πατέρα του είχε «αυτονόητες επιδράσεις», κατά την έκφρασή του, στη συντήρηση της οικογένειάς του. Γ.4. Η μαρτυρία της ΜΕ4 Η Σοφία Χατζηγεωργίου (ΜΕ4), η οποία είναι αδερφή των ΜΕ1, 2 και 3. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Θ». Η ίδια ήταν μόλις 13 μηνών όταν έγινε το επεισόδιο στο Στρογγυλό. Στη γραπτή της δήλωση περιέγραψε τα βιώματά της στο πλάι της μητέρας της μετά την εξαφάνιση του πατέρα και αδερφού της. Θυμάται τη μητέρα της να είναι «ζωντανή νεκρή», ψυχολογικά καταρρακωμένη. Κατέληξε η ΜΕ4 να αισθάνεται ότι στερήθηκε όχι μόνο τον πατέρα και τον αδερφό της, αλλά και την ίδια τη μητέρα της. Κατά την έκφραση της ΜΕ4, η έννοια του αγνοούμενου πατέρα αφαιρούσε όλες τις ιδιότητες του πατέρα από τη ζωή της και τις έβαζε στην κατάψυξη. Υποστήριξε και η ΜΕ4 με τη σειρά της ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μεταχειρίστηκε την οικογένειά της όπως όφειλε. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις προχώρησαν στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης, στη δική τους περίπτωση παρέμειναν αδρανείς και διαιώνησαν την οδύνη τους. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ4 αρνήθηκε την υποβληθείσα από τη συνήγορο Υπεράσπισης θέση ότι «η οικογένειά σας αρνήθηκε τις έρευνες σε σχέση με την τύχη των δικών σας». Απάντησε η ΜΕ4 λέγοντας ότι «Η δική μου θέση είναι ότι εγώ ουδέποτε αρνήθηκα να συνεργαστώ με τη ΔΕΑ. Εγώ τώρα στο Δικαστήριο έχω πληροφορηθεί ότι μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να έχει στοιχεία που πιστοποιούν ότι οι δικοί μας είναι νεκροί. Αντιλαμβάνεστε τούτο το θέμα είναι πάρα πολύ σοβαρό, ας πούμε για τη δική μας ψυχολογία, τζιαι θα απαιτούσα, αν έχετε ως Κράτος αυτές τις πληροφορίες να μας ενημερώσετε άμεσα». Υποβλήθηκε στην ΜΕ4 ότι η συγκεκριμένη πληροφορία βρίσκεται ήδη στη μαρτυρία που υπάρχει στο φάκελο των αγνοουμένων συγγενών τους και ειδικότερα στην κατάθεση που έδωσε ο Παναγιώτης Ποϊράζης στην Αστυνομία. Η ΜΕ4 απάντησε λέγοντας ότι η ίδια ενημερώθηκε μέσα από δημοσιεύματα για όσα δήλωσε ο Παναγιώτης Ποϊράζης χωρίς όμως αυτή να έχει ποτέ ενημερωθεί ότι υπάρχει «νομική κατάθεση» του ιδίου στην Αστυνομία και κατά πόσο τη θεωρεί «έγκυρη» η Κυπριακή Δημοκρατία. Διευκρίνισε μάλιστα η ΜΕ4 ότι οι δημοσιεύσεις που η ίδια έχει δει ήταν καταγεγραμμένες από μια Τουρκοκύπρια, η οποία ήταν σε διάλογο με αυτόν τον συγγενή. Έτσι όπως τες διάβασε η ίδια η ΜΕ4, δεν αντιλήφθηκε αν είναι ξεκάθαρη αυτή η μαρτυρία, αν είναι έγκυρη. Πρόσθεσε η ΜΕ4 τα εξής꞉ «Δηλαδή αντιλαμβάνεστε το να μου λέτε τώρα ότι κάποιος ξάδερφος πήγε και διερεύνησε και βρήκε πληροφορίες, τούντο πράμα διαιωνίζει την απώλεια μας, διότι εμείς θέλουμε έγκυρες πληροφορίες και θέλουμε πληροφορίες οι οποίες να είναι γραπτές και να μας δίνουν κάποια αποτελέσματα. Δηλαδή τούτο είναι σαν να σκάβεις την πληγή που έχουμε, τούτες οι πληροφορίες και τούτος ο τρόπος διερεύνησης μεγεθύνει την πληγή μας και τον πόνο μας. Δηλαδή τούντο πράγμα πρέπει να σταματήσει κάποτε, θέλουμε έγκυρες και γραπτές πληροφορίες. Όχι από τον ξάδερφο μας, αλλά από το Κράτος μας.». Γ.5. Η μαρτυρία της ΜΕ5. Η Μαρία Χατζηγεωργίου (ΜΕ5) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Ι». Σε αυτήν περιέγραψε όσα συνέβησαν στο Στρογγυλό στις 15.8.1974 και ακολούθως σκιαγράφησε την δεινή οικονομική θέση στην οποία η ίδια βρέθηκε, ώστε από αρχόντισσα να αισθάνεται δούλα και να κάνει τρεις δουλειές, από το πρωί ως τη νύχτα, για να επιβιώσει και να συντηρήσει τα παιδιά της. Αισθάνθηκε, όπως δήλωσε, ότι δεν είχε την πραγματική στήριξη του Κράτους, ψυχολογική και οικονομική. Για δεκαετίες κτυπούσε τις πόρτες των αρμοδίων να μάθει για την τύχη των αγαπημένων της αλλά με ελάχιστες εξαιρέσεις τις έβρισκε κλειστές. Πιστεύει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία την έχει αδικήσει διότι δεν έχει προβεί στη σύλληψη όσων βιοπράγησαν εναντίον της οικογένειάς της ούτε έχει προχωρήσει σε ικανοποιητική έρευνα για την εξαφάνισή τους. Σε άλλες περιπτώσεις Τουρκοκυπρίων εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης, ενώ στη δική τους περίπτωση όχι. Επίσης έχει παράπονο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία την εμπόδισε να προσφύγει έγκαιρα στο ΕΔΑΔ για να διεκδικήσει τα δικαιώματά της. Κατά την αντεξέτασή της, αρνήθηκε η ΜΕ5 ότι γνώριζε ότι ο Παναγιώτης Ποϊράζης πήγε στα κατεχόμενα και αν έμαθε εκείνος τί απέγιναν οι αγνοούμενοι δικοί τους στο Στρογγυλό. Αρνήθηκε επίσης η ΜΕ5 την υποβληθείσα σε αυτήν θέση ότι η ίδια έλαβε επιδόματα για την ίδια και για κάθε ανήλικο τέκνο της από το 1974 και μετέπειτα από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Προνοίας για τους Αγνοούμενους (ΛΚ15 η ίδια και ΛΚ6 για κάθε παιδί). Ισχυρίστηκε η ΜΕ5 ότι δεν θα έκαμνε τρεις δουλειές η ίδια αν λάμβανε τα επιδόματα αυτά. Σε κατοπινό, όμως, στάδιο της αντεξέτασής της, η ΜΕ5 ανέφερε ότι μόλις τα παιδιά της κατατάσσονταν στο στρατό για να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, το Κράτος τους έκοβε τα επιδόματα αυτά, προβαίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο σε έμμεση παραδοχή. Σε κάθε άλλη ερώτηση που υποβλήθηκε στην ΜΕ5, αυτή απάντησε ότι δεν θυμόταν και ότι συμφωνεί με όσα ανέφεραν τα παιδιά της. Γ.6. Η μαρτυρία της ΜΕ6 Η Αντρούλα Ιωάννου Αντωνίου (ΜΕ6) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο ΙΑ». Η μαρτυρία της ΜΕ6 αποσκοπούσε στο να δείξει ότι και αυτή η μάρτυρας έχει συγγενείς αγνοούμενους από το ίδιο περιστατικό στο Στρογγυλό, ότι έδωσε από καιρό δείγμα DNA η ίδια, αλλά εξακολουθεί να μην έχει λάβει καμία ενημέρωση για την τύχη τους από το Κράτος. Το μόνο που θυμόταν η ΜΕ6 να πει κατά την αντεξέτασή της ήταν ότι, όταν η μητέρα της, η οποία είχε μείνει εγκλωβισμένη για 15 μέρες, ήρθε πίσω στις ελεύθερες περιοχές, τις περίγραψε τί έγινε στο Στρογγυλό και ακολούθως αυτή γέμισε τις φόρμες για τους αγνοούμενούς τους. Αν ήταν στην Αστυνομία που πήγαν ή αν ήταν οι ίδιες φόρμες με τα Τεκμήρια 3, 4 και 9 υπό Έγγραφο Α, δεν θυμόταν να πει. Δήλωσε η ΜΕ6 ότι αυτή, από τότε που ιδρύθηκε η Υπηρεσία Αγνοουμένων, τηλεφωνούσε για να μάθει για τον αγνοούμενο αδερφό της. Πότε έκαμε τα τηλεφωνήματα αυτά, δηλαδή σε ποιες ημερομηνίες, δεν θυμόταν η ΜΕ6 να πει. Επίσης, δεν θυμόταν να πει πώς λεγόταν αυτός με τον ποιον μίλησε, αν και θυμόταν ότι ήταν με κοπέλα που συνομίλησε. Τελικά, δεν θυμόταν να πει αν έλαβε κάποια πληροφορία από την Υπηρεσία Αγνοουμένων. Ό,τι άκουγε ήταν από άλλους συγγενείς αγνοουμένων. Από τον Αντρέα Χατζηγεωργίου έμαθε ότι βρέθηκε κάποιος τάφος, αλλά καμία επίσημη ειδοποίηση δεν είχε. Σημείωσε η ΜΕ6 ότι «πριν λίγες μέρες» αυτή ξανατηλεφώνησε στην Υπηρεσία και της είπαν ότι βρέθηκαν οστά μόνο για 17 άτομα, αλλά δεν είναι σίγουροι στην Υπηρεσία αν αφορούν στην περίπτωση του Στρογγυλού, διότι εκεί ήταν 20 οι αγνοούμενοι. Η ΜΕ6 διευκρίνισε ότι η ίδια δεν έχει καταχωρίσει αγωγή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, αντίστοιχη με την παρούσα που εκδικάζεται. 'Εκλεισαν οι Ενάγοντες την υπόθεσή τους στη βάση της μαρτυρίας των ΜΕ1 έως ΜΕ6. Γ.7. Η μαρτυρία του ΜΥ1. O MY1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο ΙΒ». Στο πλαίσιο της δήλωσής του, ο ΜΥ1 αποκάλυψε το περιεχόμενο του φακέλου των αγνοούμενων συγγενών των Εναγόντων για να δείξει το σύνολο των πληροφοριών που η Υπηρεσία του συγκέντρωσε αναφορικά με την τύχη του. Περαιτέρω, προσδιόρισε πότε χρονικά δόθηκε προς τους Ενάγοντες πλήρης πρόσβαση στο φάκελο των συγγενών τους. Ο φάκελος με αριθμό ΑΦΑ838 κατατέθηκε από τον ΜΥ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ. Διατύπωσε, επίσης, ο ΜΥ1 ορισμένες προσωπικές εκτιμήσεις αναφορικά με αιτιάσεις των Εναγόντων και το πρωτότυπο της παρούσας αγωγής. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της γραπτής δήλωσης του ΜΥ1 (οι επικεφαλίδες τίθενται από το Δικαστήριο για χάρις ευκολίας μελέτης)꞉ - Αναφορικά με το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο των αγνοουμένων. «Ονοµάζοµαι Χρύσανθος Χρυσάνθης και είµαι ο Προϊστάµενος της Υπηρεσίας Αγνοουµένων από τον Ιανουάριο του 2015. Στην Υπηρεσία Αγνοουµένων από της ιδρύσεως της, δηλαδή από το 1977, τηρούνται προσωπικοί φάκελοι για όλα τα δηλωµένα από τις οικογένειες τους αγνοούµενα πρόσωπα. Στην Υπηρεσία µου τηρούνται φάκελοι και για τους Λοίζο Χατζηγεωργίου Ποϊράζη µε ΑΦΑ 839 και Γεώργιο Λοίζου Ποϊράζη µε ΑΦΑ 838. Στους εν λόγω φακέλους καταχωρούνται όλα τα στοιχεία τα οποία περιέρχονται εις γνώσιν της υπηρεσίας αγνοουµένων και αφορούν τον κάθε αγνοούµενο. Εξ όσων είµαι σε θέση να γνωρίζω οι φάκελοι ΑΦΑ 838 και 839 περιέχουν όλα τα σχετικά µε τους Λοίζο Χατζηγεωργίου Ποϊράζη και Γεώργιο Λοίζου Ποϊράζη στοιχεία τα οποία προέκυψαν κατά τη διερεύνηση των συνθηκών εξαφάνισης τους. Από της ιδρύσεως της Υπηρεσίας αγνοουµένων µέχρι και περίπου το 2000, οι οικογένειες αγνοουµένων είχαν δικαίωµα και δυνατότητα να ενηµερώνονται από αστυνοµικό ερευνητή της Υπηρεσίας για το περιεχόµενο των φακέλων και την πορεία των ερευνών σε σχέση µε το δικό τους πρόσωπο. Στοιχεία που περιέχονταν στους φακέλους σε συνδυασµό µε τις συνθήκες που επικρατούσαν στη µεταπολεµική Κύπρο, συχνά δεν επέτρεπαν την πλήρη αποκάλυψη στοιχείων των φακέλων στους συγγενείς. Από το 2000 περίπου όµως, οι οικογένειες έχουν δικαίωµα πλήρους πρόσβασης και εξασφάλισης φωτοαντιγράφου του φακέλου, εάν και εφόσον το ζητήσουν. Σε σχέση µε την οικογένεια Χατζηγεωργίου, δηλαδή τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, εξ όσων προκύπτει από το φάκελο που τηρείται στην Υπηρεσία της οποίας προΐσταµαι, φαίνεται να έχουν δοθεί αντίγραφα το 2001. Έκτοτε, δεν προκύπτει από το φάκελο µας οι συγγενείς να είχαν ζητήσει οποιαδήποτε περαιτέρω ενηµέρωση από την Υπηρεσία µου. Όσον αφορά τον ισχυρισµό των εναγόντων περί, πρώτον, άρνησης της δικής µας πλευράς να δώσει το µαρτυρικό υλικό στην οικογένεια :αλλά και ότι τούτο τους στέρησε το δικαίωµα κρταγγελίας της Τουρκίας στο ΕΔΑΔ θεωρώ ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των ερευνών που διεξάγει ή δεν διεξάγει η Κυπριακή Δηµοκρατία σε σχέση µε τα αγνοούµενα πρόσωπα, µε την παραβίαση των όποιων δικαιωµάτων της οικογένειας από την Τουρκία την οποία προτίθεντο να καταγγείλουν στο ΕΔΑΔ. Εξ όσων είµαι σε θέση να γνωρίζω ως νοµικός και Προιστάµενος της Υπηρεσίας Αγνοουµένων αλλά και εξ όσων έχω συζητήσει µε τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, η καταγγελία στο ΕΔΑΔ µπορεί να γίνει µε την αποστολή επιστολής- παραπόνου και µόνο, ή µε τη συµπλήρωση συγκεκριµένου εντύπου και δεν απαιτείται η προσκόµιση οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού στοιχείου, ιδιαιτέρως δε που να αφορά έρευνες που διεξάγει άλλη από την καταγγελλόµενη στο ΕΔΑΔ χώρα.». - Αναφορικά με την άρνηση των Εναγόντων να συνεργαστούν για να δώσουν δείγμα γενετικού υλικού. «Από την αλληλογραφία που υπάρχει στο φάκελο, από ένα σηµείο και µετά κρίνω ότι η οικογένεια επέδειξε απροθυµία έως και άρνηση συνεργασίας µε την Υπηρεσία Αγνοουµένων, ακόµα και µετά τις δικές µας εκκλήσεις και παραινέσεις για να δοθεί από την οικογένεια δείγµα γενετικού υλικού για εξακρίβωση συγκεκριµένων πληροφοριών περί ενδεχοµένου χώρου ταφής των δικών τους ανθρώπων. Η συγκεκριµένη περίπτωση, πάλιν εξ όσων είµαι σε θέση να γνωρίζω είναι ίσως η µοναδική περίπτωση όπου συναντήσαµε αυτού του είδους την άρνηση, η οποία πάντοτε προξενούσε στην Υπηρεσία µας ερωτηµατικά. Παράδειγµα τούτου είναι η επιστολή της οικογένειας ηµερ. 18 Σεπτεµβρίου του 2006 προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Αρχηγό Αστυνοµίας µε την οποία εκφράζουν τόσο τη διαφωνία τους µε το ενδεχόµενο εκταφών όσο και τη θέση τους πως θεωρούν τους δικούς τους ανθρώπους ζωντανούς (Τεκµήριο 22 υπό Έγγραφο Α).». - Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγόντων για αμέλεια του Κράτους να διερευνήσει την τύχη των αγνοούμενων συγγενών τους. «Σε σχέση µε τα δικόγραφα τα οποία έχω µελετήσει και τους εκατέρωθεν ισχυρισµούς των διαδίκων για τους οποίους έχω ενηµερωθεί από τη δικηγόρο της Δηµοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση οφείλω να αναφέρω πως διαφωνώ µε τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και κυρίως διαφωνώ πως µε οποιονδήποτε τρόπο έχουν παραβιαστεί οποιαδήποτε Συνταγµατικά ή άλλα δικαιώµατα των εναγόντων από την Κυπριακή Δηµοκρατία. Περαιτέρω, συµφωνώ µε τα όσα προβάλλονται ως Υπεράσπιση και κυρίως το ότι λόγω της υφιστάµενης κατάστασης στην Κυπριακή Δηµοκρατία αλλά και λόγω του ότι το νόµιµο κράτος ουδέν αποτελεσµατικό έλεγχο ασκεί επί του κατεχοµένου εδάφους, κάποιες ενέργειες ή έρευνες εκ µέρους της Κυπριακής Δηµοκρατίας καθίστανται δυσχερείς και/ή αδύνατες. Οι φάκελοι που τηρούνται στην Υπηρεσία µου σε σχέση µε τους Λοίζο Χατζηγεωργίου Ποϊράζη µε ΑΦΑ 839 και Γεώργιο Λοΐζου Ποϊράζη µε ΑΦΑ 838, περιέχουν ταυτόσηµο υλικό αφού όλες οι µαρτυρίες καταδεικνύουν ότι τα εν λόγω άτοµα χάθηκαν µαζί. Παρά το ότι εξ όσων έχω πληροφορηθεί έχει ήδη κατατεθεί αριθµός τεκµηρίων - εγγράφων από τους φακέλους, οι φάκελοι δεν έχουν κατατεθεί αυτούσιοι, γεγονός το οποίο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και για να διαπιστώσει το Δικαστήριο την πορεία και το συνεχές των ερευνών κρίνω απαραίτητο. Ζητώ λοιπόν να κατατεθεί αντίγραφο του ΑΦΑ 838 ως τεκµήριο 1 για να δείξω τα όσα έγιναν σε σχέση µε τα υπό αναφορά αγνοούµενα πρόσωπα. Ο ΑΦΑ 839, επαναλαµβάνω, περιέχει ακριβώς τα ίδια έγγραφα και είναι στη διάθεση του οποιουδήποτε κρίνει πως πρέπει να ελέγξει τον ισχυρισµό αυτό. Κρίνω απαραίτητο να επισηµάνω από το περιεχόµενο των φακέλων τα πιο κάτω: α. Στις 03.02.1975 η Μαρία Χατζηγεωργίου Ποϊράζη συµπλήρωσε έντυπο της Υπηρεσίας Δι' Αγνοούµενους και Δι' Ανθρωπιστικά θέµατα Εγκλωβισµένων, µε το οποίο δήλωνε ότι ο υιός και σύζυγός της συνελήφθηκαν από τους Τούρκους στις 15.08.1974, δίδει δε περιγραφή του περιστατικού (Τεκµήριο 3 υπό έγγραφο Α). Με τη συµπλήρωση του εντύπου αυτού, δηµιουργήθηκαν και οι φάκελοι των αγνοουµένων. β. Αντίστοιχες δηλώσεις έγιναν και στον Ερυθρό Σταυρό (Τεκµήρια 1 και 2 υπό έγγραφο Α). γ. Ακολούθησε η λήψη καταθέσεων από την Αστυνοµία σε µία προσπάθεια διερεύνησης της ·τύχης των ελλειπόντων προσώπων. Η Μαρία Χατζηγεωργίου έδωσε κατάθεση στις 07.04.1975 στην οποία και περιγράφει τα γεγονότα που συνέβησαν στις 14 και 15 Αυγούστου 1974 ως επίσης και τις ενέργειες στις οποίες προέβη και τις πληροφορίες που έλαβε αργότερα. Η εν λόγω κατάθεση έχει ήδη επισυναφθεί ως Τεκµήριο 8 υπό Έγγραφο Α. Άλλη κατάθεση δόθηκε από την ίδια στις 2.12.1975 (Τεκµήριο 9), όπου αναφέρεται στην εξέλιξη των γεγονότων και πληροφορίες πως οι δικοί της είναι ζωντανοί. Δεν είµαι σε θέση να γνωρίζω ποία ήταν η πρόθεση της κυρίας Μαρίας Χατζηγεωργίου όταν έδιδε τις εν λόγω καταθέσεις, ούτε µπορώ να αντιληφθώ πώς πολλά χρόνια µετά οι ενάγοντες θεώρησαν την κατάθεση που έδωσαν στην αστυνοµία ως καταγγελία ποινικού αδικήµατος, αφού αντίστοιχη λήψη καταθέσεων έγινε για όλες τις περιπτώσεις όπου υπήρχαν ελλείποντα πρόσωπα και παρόµοιες. καταθέσεις έδωσε η συντριπτική πλειοψηφία των συγγενών των αγνοουµένων. Επαναλαµβάνω πως τέτοιες καταθέσεις έλαβε η Αστυνοµία και είναι καταχωρηµένες στους φακέλους του κάθε αγνοουµένου προσώπου και τούτο γινόταν στα πλαίσια της προσπάθειας που έγινε την τότε εποχή από την Αστυνοµία να συλλέξει πληροφορίες για την τύχη όσων είχαν δηλωθεί ως αγνοούµενοι και να αρχίσουν να συµπληρώνονται οι αντίστοιχοι φάκελοι τους. δ. Δε θεωρώ σκόπιµο να αναφερθώ σε κάθε κατάθεση ξεχωριστά, θεωρώ όµως ορθό, για σκοπούς πληρότητας της µαρτυρίας µου να αναφερθώ στις πιο κάτω καταθέσεις οι οποίες δίδουν την εικόνα τόσο του περιστατικού εξαφάνισης των Γιώργου και Λοΐζου Χατζηγεωργίου Ποϊράζη, αλλά και τις συνθήκες υπό τις οποίες η Κυπριακή Δηµοκρατία έπρεπε να διεξάγει τις οποιεσδήποτε έρευνες. Επισηµαίνω λοιπόν τα ακόλουθα: i. Κατάθεση Ελένης Σάββα Κωνσταντή Ποϊράζη, ηµεροµηνίας 12.3.1975, µε την οποία αναφέρει την προσπάθεια της οικογένειας Ποϊράζη να εγκαταλείψει το Στρογγυλό και την αποτροπή της από τους Τουρκοκύπριους συγχωριανούς, οι οποίοι και κατονοµάζονται (Τεκµήριο 10 - Α). ii. Καταθέσεις λήφθησαν από αρκετούς συγχωριανούς που περιγράφουν τα ίδια γεγονότα και περιέχονται στους φακέλους, δε θεωρώ σκόπιµο να αναφερθώ στο περιεχόµενο της κάθε µίας ξεχωριστά, αναφέρω όµως πως καταθέσεις λαµβάνονταν, σύµφωνα µε το περιεχόµενο του δικού µου φακέλου µέχρι και το 2007 όταν προέκυπταν νέα στοιχεία. iii. Σηµειώνω επίσης την κατάθεση του Ερτέν Μεχµέτ Τσιεβηκελέρ

(1982), µε την οποία αναφέρει ότι πληροφορήθηκε από τη µητέρα του ότι οι Ελληνοκύπριοι µεταφέρθηκαν µε φορτηγό από το Καραµεχµέτ σε σπήλαιο έξω από το Στρογγυλό, όπου εκτελέστηκαν. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρεται και απόρρητο έγγραφο της ΚΥΠ ηµεροµηνίας 14.08.1982, το οποίο βρίσκεται στο φάκελο που σας καταθέτω. iν. Προκύπτει επίσης από το φάκελο πως έγιναν έρευνες για εντοπισµό των κατονοµασθέντων Τουρκοκυπρίων, πλην όµως τούτο δεν κατέστη εφικτό. Σχετική είναι η επιστολή ηµεροµηνίας 06.06.1984 του David Vogelsanger προς τον Ελληνοκύπριο εκπρόσωπο κύριο Πέτρο Μιχαηλίδη, στην οποία αναφέρεται ότι δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισµός του υπόπτου προσώπου Οξούζ Γιουπί, ο οποίος εµπλέκεται στην εξαφάνιση των αγνοουµένων προσώπων. ν. Επιστολή του Ελληνοκύπριου εκπροσώπου προς τον Τουρκοκύπριο εκπρόσωπο της ΔΕΑ, ηµεροµηνίας 14.6.1984, η οποία αναφέρεται σε τηλεφωνική επικοινωνία που µεσολάβησε µεταξύ τους. Από την επιστολή προκύπτει ότι ένας από τους Τουρκοκύπριους που εµπλέκεται στην υπόθεση, εντοπίστηκε. νi. Κατάθεση Παντελή Χατζηγεωργίου ηµεροµηνίας, 19.7.1984, µε την οποία γίνεται αναφορά στην κατάθεση του Καρά Μεχµέτ Αχµέτ, οδηγού του φορτηγού που µετέφερε τους αγνοουµένους του Στρογγυλού. Σύµφωνα µε την κατάθεση του οδηγού, οι αγνοούµενοι θανατώθηκαν από Ελληνοκύπριους κατά λάθος, γιατί νόµιζαν ότι επρόκειτο για Τουρκοκύπριους. Ο οδηγός υποστήριξε ότι τα πιο πάνω, τα είχε µεταφέρει και στη Μαρία Ποϊράζη. Ο Παντελής Χατζηγεωργίου αρνήθηκε κατηγορηµατικά ότι η οικογένεια γνώριζε τα εν λόγω περιστατικά. νii. Κατάθεση Μαρίας Λοιζου Χατζηγεωργίου, ηµεροµηνίας 19.07.1984, µε την οποία αναφέρει ότι συνάντησε τον Καρά Μεχµέτ, ο οποίος της είπε πως µετέφερε τους αγνοούµενους, µεταξύ άλλων και τους δικούς της, στη Σίντα. Επίσης είπε ότι στις 17.08.1974 είδε τον Κατίρ, Τουρκοκύπριο βοσκό που της είπε ότι είδε τον άντρα της και τον Σταύρο Ποϊράζη, αλλά δεν ξέρει τί απέγιναν οι αγνοούµενοι. νiii. Κατάθεση Παντελή Δηµητρίου, ηµεροµηνίας 24.11.1986, µε την οποία κατονοµάζονται οι εµπλεκόµενοι στη σύλληψη των αγνοουµένων. Στην κατάθεση αναφέρεται ότι ο Π. Δηµητρίου συνάντησε τον Εµέρ Τελί Αχµέτ ο οποίος του είπε ότι σκότωσαν τους αγνοούµενους. Μάλιστα, ο ίδιος αναφέρει ότι έµαθε ότι οι αγνοούµενοι µεταφέρθηκαν στην τοποθεσία γνωστή ως «Κρεβατίνη», όπου τους εκτέλεσαν και ο Καρά Μεχµέτ ήταν αυτόπτης µάρτυρας. ix. Έκθεση - Report οn twenty cases of Greek Cypriot missing persons submitted to the committee οn missing persons for investigation οn 2 and 7 May 1984, η οποία αναφέρει ότι οι 17 ελληνοκύπριοι που µεταφέρθηκαν από το Στρογγυλό στη Σίντα και οι οποίοι κατονοµάζονται στην αναφορά, θανατώθηκαν. Στον εν λόγω κατάλογο περιλαµβάνονται και οι αγνοούµενοι Λοΐζος Χατζηγεωργίου Ποϊράζης και Γεώργιος Λοίζος Ποϊράζης. x. Σηµείωµα του Υπαστυνόµου Λάρδου ηµεροµηνίας 6.10.1997, όπου αναφέρεται ότι ο προϊστάµενος της υπηρεσίας αγνοουµένων έδωσε οδηγίες να ενηµερωθούν οι Έλενα Ιωάννου και Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου για το περιεχόµενο των φακέλων των αγνοούµενων συγγενών τους, στις 3.10.
  1. Τα εν λόγω πρόσωπα ενηµερώθηκαν για όλα τα όσα αναφέρω πιο πάνω αλλά και για ό, τι άλλο περιείχε ο φάκελος προφορικά. xi. Επιστολή του Προϊσταµένου της Υπηρεσίας Αγνοουµένων προς την Έλενα Ιωάννου, ηµεροµηνίας 22.6.1998, µε την οποία την πληροφορεί για τον καθιερωµένο τρόπο ενηµέρωσης των συγγενών των αγνοουµένων. Στην επιστολή τονίζεται ότι όλες οι οικογένειες ενηµερώνονται κατά τον ίδιο τρόπο. xii. Επιστολή δικηγόρου της Δηµοκρατίας ηµεροµηνίας 22.12.1999, η οποία αναφέρει ότι είναι δυνατή η εκ νέου επιθεώρηση των σχετικών φακέλων από την οικογένεια, κατόπιν συνεννόησης µε τον Προϊστάµενο της Υπηρεσίας Αγνοουµένων. xiii. Επιστολή των Ζαχαρία και Έλενας Χατζηγεωργίου προς το Γενικό Εισαγγελέα και τον Επίτροπο Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέµατα ηµεροµηνίας 3.1.2000 (Τεκµήριο 16 υπό Έγγραφο Α) µε την οποία γνωστοποιεί ότι έγινε δεκτή από το ΕΔΑΔ η υποβολή προσφυγής από την οικογένεια και ως εκ τούτου η οικογένεια θεωρεί ότι η πρόσβαση και η ουσιαστική ενηµέρωση της αναφορικά µε το περιεχόµενο των φακέλων είναι απαραίτητη. Στην επιστολή επισυνάπτεται και επιστολή του ΕΔΑΔ µε την οποία ζητείται η συµπλήρωση του εντύπου και η επισύναψη των εγγράφων που επιθυµούν οι αιτητές να καταθέσουν. Επαναλαµβάνω εδώ πως η προσφυγή στρεφόταν εναντίον της Τουρκίας. xiv. Επιστολή Τούλας Πολυχρονίδου (Ανώτερης Δικηγόρου της Δηµοκρατίας) προς την Έλενα Ιωάννου και τον Ζαχαρία Χατζηγεωργίου ηµεροµηνίας 13.1.2000 (Τεκµήριο 17 υπό Έγγραφο Α) στην οποία αναφέρεται ότι, εάν η οικογένεια θεωρεί αναγκαίο να δοθούν οποιεσδήποτε φωτοτυπίες εγγράφων, αυτό είναι εφικτό εφόσον γίνει σχετική συνεννόηση µε τον Προϊστάµενο της Υπηρεσίας Αγνοουµένων. xν. Επιστολή Επιτρόπου Προεδρίας για ανθρωπιστικά θέµατα προς την οικογένεια ηµεροµηνίας 5.12.2001, µε την οποία αποστέλλει αντίγραφα των εγγράφων που ζήτησαν οι συγγενείς. xνi. Επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα προς το τρίτο µέλος της ΔΕΑ, ηµεροµηνίας 3.8.1990, µε την οποία εκφράζεται η θέση πως δε θα διώκεται οποιοσδήποτε µάρτυρας, ο οποίος δίδοντας µαρτυρία στην Επιτροπή Αγνοουµένων κατά τη διάρκεια των ερευνών της, αποκαλύπτει πληροφορίες που τον ενοχοποιούν. Τούτο έγινε σε µία προσπάθεια ενθάρρυνσης ατόµων, τα οποία γνώριζαν περιστατικά εξαφάνισης αγνοουµένων προσώπων να δώσουν τις µαρτυρίες αυτές χωρίς το φόβο της ποινικής δίωξης. Κρίθηκε πιο σηµαντική η διακρίβωση της τύχης του κάθε αγνοουµένου προσώπου ούτως ώστε να δοθεί τέλος στο δράµα των οικογενειών, αντί η προσαγωγή των πληροφοριοδοτών στο Δικαστήριο εάν αυτοί είχαν οποιαδήποτε εµπλοκή στην εξαφάνιση. xνii. Επιστολή Προϊσταµένου Υπηρεσίας Αγνοουµένων προς τον Γενικό Εισαγγελέα ηµερ. 21.1.1997, µε την οποία τον πληροφορεί πως οι περιπτώσεις των Γιώργου και Λοΐζου Ποϊράζη περιλαµβάνονται στις πρώτες 20 που τέθηκαν ενώπιον της ΔΕΑ για έρευνα από τον Μάιο του
  2. xνiii. Επιστολή Επιτρόπου Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέµατα προς τον Πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής Αγώνα για τους Αγνοούµενους, ηµερ. 3.6.1998, µε την οποία τον πληροφορεί για την πλήρη και λεπτοµερή ενηµέρωση της οικογένειας Χατζηγεωργίου σε σχέση µε το περιεχόµενο των φακέλων των δικών τους ανθρώπων, αναφέρεται δε και στις οδηγίες - διαδικασία που ακολουθείται για τον τρόπο ενηµέρωσης των οικογενειών. xix. Κατάθεση Παναγιώτη Ποϊράζη, ηµεροµηνίας 7.5.2003, µε την οποία αναφέρει ότι το 2003 µετέβηκε στην Άσσια όπου εντόπισε τον Εµέρ Εγέντη, ο οποίος του είπε ότι οι συγχωριανοί από το Στρογγυλό µεταφέρθηκαν στην περιοχή τράχωνα σε σπήλαιο για να εκτελεστούν, ενώ ακολούθως µεταφέρθηκαν στο «λάκκο του Δηµητράκη». xx. Κατάθεση Ζαχαρία Παντελή Χατζηγεωργίου ηµεροµηνίας 2.9.2003, στην οποία ο ίδιος αναφέρει ότι επισκέφτηκε µαζί µε τον Παναγιώτη Ποϊράζη την περιοχή όπου εκτελέστηκαν και τάφηκαν οι συγγενείς τους. Στην κατάθεση ο Ζ. Π. Χατζηγεωργίου υποδεικνύει µέσω συγκεκριµένων οδηγιών, οι οποίες περιλαµβάνουν φωτογραφίες και βίντεο, τον τόπο στον οποίο βρίσκονται οι συγγενείς τους. xxi. Για πρώτη φορά µε κατάθεση της, ηµεροµηνίας 27.04.2005, η κυρία Μαρία Χατζηγεωργίου θέτει θέµα καταγγελίας των αρµοδίων αρχών για τη µη διερεύνηση της υπόθεσης, όπως αναφέρει και τη µη έκδοση ενταλµάτων σύλληψης εναντίον των εµπλεκοµένων. xxii. Κατάθεση Παναγιώτη Ποϊράζη, ηµερ. 18.12.2007, ο οποίος αναφέρεται σε επίσκεψη του στα κατεχόµενα όπου του υπεδείχθη ο πιθανός τόπος ταφής των αγνοουµένων του Στρογγυλού. xxiii. Πλείστα από τα πιο πάνω ήταν εις γνώσιν των εναγόντων αφού όπως προανέφερα είχαν ενηµερωθεί αρµοδίως, αλλά και από το 2001 έλαβαν φωτοαντίγραφα του περιεχοµένου των φακέλων. Καταθέσεις ή και άλλο υλικό µεταγενέστερο του 2001 θα µπορούσε να τεθεί υπόψιν των εναγόντων αν αυτοί το ζητούσαν. xxiν. Έχω την άποψη πως από την µελέτη των φακέλων προκύπτουν αντιφατικές µαρτυρίες σε σχέση µε το περιστατικό εξαφάνισης των Γιώργου και Λοΐζου Χατζηγεωργίου σε βαθµό που να µην κριθούν αξιόπιστες και να µη µπορεί κάποιος να βασιστεί πάνω τους και να εξάξει ασφαλή συµπεράσµατα επί ποινικών ευθυνών. Ιδιαίτερα τονίζω την µαρτυρία που αναφέρω στο (νί) πιο πάνω περί θανάτωσης των συγχωριανών από ελληνοκυπρίους, µαρτυρίες οι οποίες µπορούν να θεωρηθούν ακόµα και υποβολιµαίες. xxv. Λόγω του ότι η υπό εξέταση περίπτωση εµπίπτει στις αρµοδιότητες της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουµένων, τηρούνται άλλοι φάκελοι µε το υλικό που η ΔΕΑ είναι σε θέση να γνωρίζει λόγω των όρων εντολής της.». - Αναφορικά με το παράπονο των Εναγόντων για παράλειψη διεξαγωγής ποινικής έρευνας ή/και έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης κατά των κατονομσθέντων Τουρκοκυπρίων. «Εξ όσων έχω πληροφορηθεί, ανεξαρτήτως των αντιφατικών µαρτυριών αλλά και των αντικειµενικών δυσκολιών που ανακύπτουν, η Αστυνοµία έχει αναλάβει την πρωτοβουλία προς ηθική ικανοποίηση της οικογένειας και βρίσκεται σε διαδικασία διερεύνησης, δεν είµαι όµως σε θέση να γνωρίζω σε ποίο στάδιο βρίσκονται οι όποιες ενέργειες της Αστυνοµίας, ποία ενδεχοµένως προβλήµατα ανακύπτουν λόγω του ότι οι κατονοµαζόµενοι βρίσκονται σε περιοχή εκτός του αποτελεσµατικού ελέγχου της Κυπριακής Δηµοκρατίας αλλά και λόγω του ότι στο περιστατικό εµπλέκονται πολλά άτοµα µε ό,τι τούτο σηµαίνει σε σχέση µε την πολυπλοκότητα της διερεύνησης. Από έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο, κρίνω ότι υπάρχει εύλογη µαρτυρία ότι πιθανότατα τα υπό αναφορά πρόσωπα ήταν νεκρά, παραπέµπω δε στα πιο κάτω έγγραφα τα οποία και είναι ή θα µπορούσαν να είναι εις γνώσιν των εναγόντων: α. Κατάθεση του Ερτέν Μεχµέτ Τσιεβηκελέρ
(1982). β. Report Οn twenty cases of Greek Cypriots missing persons submitted to the Committee οn Missing Persons for lnvestigation on 2 and 7 of May
  1. γ. Κατάθεση του Παναγιώτη Ποϊράζη ηµεροµηνίας 7.5.
  2. δ. Κατάθεση του Ζαχαρία Παντελή Χατζηγεωργίου ηµεροµηνίας 2.9.
  3. Εξ όσων γνωρίζω δεν υπάρχει άλλη περίπτωση όπου αντίστοιχα περιστατικά διερευνήθηκαν ποινικά ή και που άτοµα προσκοµίστηκαν στη δικαιοσύνη για όποια αδικήµατα τυχόν διέπραξαν κατά την εµπόλεµη περίοδο του
  4. Όσον δε αφορά ισχυρισµούς ότι Ελληνοκύπριοι αγνοούµενοι που δεν επέστρεψαν βρίσκονται σε φυλακές της Τουρκίας, είµαι υποχρεωµένος να αναφέρω ότι έγινε διερεύνηση µε βάση τους σχετικούς καταλόγους του Ερυθρού Σταυρού, εκπρόσωποι του οποίου µετέβησαν επί τόπου, από την οποία διερεύνηση ουδεµία τέτοια πληροφορία επιβεβαιώθηκε.». - Αναφορικά με το παράπονο των Εναγόντων ότι δεν έτυχαν οικονομικής στήριξης από το Κράτος. «Επειδή έχω πληροφορηθεί τη θέση των εναγόντων ότι η Κυπριακή Δηµοκρατία δεν τους βοήθησε οικονοµικά και παρά το ότι τούτο δεν είναι επίδικο, θέλω να αναφέρω πως από το 1974 βρίσκονται σε ισχύ σχετικοί κανονισµοί που ρυθµίζουν τα επιδόµατα ή και άλλα οφέλη των οικογενειών αγνοουµένων τα οποία, εξ όσων γνωρίζω, η οικογένεια Χατζηγεωργίου ως δικαιούχος ελάµβανε. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, επαναλαµβάνω τη θέση πως δεν τίθεται θέµα παραβίασης των ισχυριζόµενων δικαιωµάτων των εναγόντων και δη στη µη διερεύνηση της όποιας καταγγελίας όποτε κι αν αυτή έγινε κι όπως κι αν αυτή συνάγεται, θεωρώ δε την παρούσα αγωγή πρωτότυπη αλλά και παντελώς αβάσιµη.». Αξιοσημείωτες είναι οι διευκρινίσεις που έδωσε ο ΜΥ1 απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου Υπεράσπισης, αλλά και κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο των Εναγόντων. Αναφορικά με την πρόσβαση στο φάκελο, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι μέχρι το 2000 υπήρχε δικαίωμα ενημέρωσης των συγγενών και μετά άρχισε να υπάρχει δικαίωμα λήψης αντίγραφου του φακέλου. Αυτούσια η αιτιολογία που έδωσε ο ΜΥ1 παρατίθεται꞉ «Νομίζω ότι για να καταλάβουμε, θα πρέπει να μεταφερθούμε νοερά στην τότε εποχή, δηλαδή την εποχή αμέσως μετά το 1974 και για μία εικοσαετία, εικοσιπενταετία μετά. Είχαμε να κάνουμε με ένα λαό, ο οποίος ένιωθε πληγωμένος, θυμωμένος, πικραμένος. Τα πολιτικά πάθη ήταν σε έξαρση. Υπήρχε η προσμονή της επιστροφής των αγνοουμένων, κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό, οπότε αντιλαμβάνεστε ότι η Υπηρεσία ήταν σε μια πολύ δύσκολη και ευαίσθητη θέση, πώς θα διαχειριστεί αυτόν τον κόσμο. Μέσα στους φακέλους υπάρχουν μαρτυρίες για βιασμούς, υπάρχουν μαρτυρίες για εκτελέσεις, υπάρχουν μαρτυρίες για βασανιστήρια, υπάρχουν αλληλοκαρφώματα ουσιαστικά μεταξύ συγχωριανών ή συγγενών, σε πολλές περιπτώσεις για πολιτικούς λόγους. Διότι, να μην ξεχνούμε, η εισβολή ήταν αμέσως μετά από μία εμφύλιο‑πολεμική κατάσταση στην Κύπρο, από το 1971 ως το
  5. Επομένως, το να υπήρχε η δυνατότητα λήψης αντιγράφων από τον φάκελο θεωρήθηκε, την τότε εποχή, ότι ήταν παρακινδυνευμένο. Μπορούσε να εξάψει περισσότερο τα πάθη. Να πληγώσει περισσότερο τους ανθρώπους. Ήταν και ο λαός πιο ανώριμος να δεχτεί κάποιες καταστάσεις, κακά τα ψέματα σιγά σιγά ωριμάσαμε. Επομένως μέχρι το 2000 η πρακτική που ακολουθείτο ήταν να ενημερώνονται προφορικά οι συγγενείς, από τους ερευνητές, τους αστυνομικούς ερευνητές της υπηρεσίας. Από το 2000 και μετά, οπότε και κρίθηκε ότι ωρίμασαν οι συνθήκες, υπάρχει η δυνατότητα σε οποιονδήποτε να πάρει το φάκελο στα χέρια του, εντός της Υπηρεσίας βεβαίως, και να φωτοτυπήσει οτιδήποτε κρίνει ο ίδιος ότι τον ενδιαφέρει.». Επιβεβαίωσε ο ΜΥ1 ότι υπήρχε μια πληροφορία ότι ο Τουρκοκύπριος που ενέχεται στην υπόθεση Στρογγυλός είχε περάσει στις ελεύθερες περιοχές. Ο λόγος που δεν έγινε κάποια ενέργεια για σύλληψή του επεξηγήθηκε από τον ΜΥ1 ως εξής꞉ «Υπήρχε μια πληροφορία, ότι είχε περάσει στις ελεύθερες περιοχές, για λόγους υγείας. Συγκεκριμένα απ΄ ό,τι πληροφορήθηκα ήταν καρκινοπαθής και ήρθε στις ελεύθερες περιοχές για να λάβει θεραπεία, διότι αντιλαμβάνεστε ότι στα κατεχόμενα δεν υπήρχε η δυνατότητα της κατάλληλης θεραπείας και υποθέτω ότι μέσω του Ερυθρού Σταυρού πρέπει να ήρθε για θεραπεία. Δεν έγινε οποιαδήποτε σύλληψη ή προσπάθεια σύλληψης του και ούτε ποτέ υπήρξε τέτοια προσπάθεια για οποιονδήποτε έχει κατηγορηθεί ότι εκτέλεσε ή βασάνισε ή οτιδήποτε Ελληνοκύπριους αγνοούμενους. Ο λόγος είναι απλός. Κρίθηκε από την αρχή ότι το πρόβλημα των αγνοουμένων είναι ένα πρόβλημα ανθρωπιστικό πρώτιστα. Στόχος μας είναι η διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων. Τούτο για να επιτευχθεί χρειαζόμαστε πληροφόρηση. Αντιλαμβάνεστε, μάλιστα, ότι η πληροφόρηση που παίρνουμε είναι με το σταγονόμετρο, διότι έχουμε να κάνουμε με ένα μόρφωμα κατ' αρχάς, από την άλλη πλευρά, στο οποίο δεν έχουμε πρόσβαση, δεν ελέγχεται. Οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι, επομένως η πληροφόρηση μας είναι με το σταγονόμετρο. Έτσι κρίθηκε ότι σημαντικότερο ήταν και είναι να δώσουμε την ευχέρεια σε αυτούς που γνωρίζουν να μας δώσουν πληροφορίες και όχι να μπούμε στη διαδικασία του κυνηγητού. Διότι σε αυτή την περίπτωση καμιά πληροφορία δεν θα μπορούμε να πάρουμε. Έχουν περάσει πολλά χρόνια, οι μαρτυρίες λιγοστεύουν, οι άνθρωποι πεθαίνουν, τα κατεχόμενα οικοδομούνται, οι εποχές αλλάζουν. Επομένως αντιλαμβάνεστε, και ακόμα να σας πω ότι είμαστε στο 1/3 περίπου του δρόμου για την εξακρίβωση των αγνοουμένων. Επομένως αντιλαμβάνεστε ότι είμαστε, όχι στο παρά πέντε, μπορώ να σας πω ότι είμαστε σε τελείως οριακό σημείο, έτσι κρίθηκε πολιτικά, ότι προτεραιότητα είναι η εξακρίβωση της τύχης, η συλλογή πληροφοριών και όχι οτιδήποτε άλλο.». Εξήγησε, επίσης, ο ΜΥ1 για ποιο λόγο θεωρεί πρωτότυπη την παρούσα αγωγή꞉ «Την θεωρώ πρωτότυπη υπό την έννοια ότι ουδέποτε οποιοσδήποτε άλλος θεώρησε ότι η μαρτυρία που έδωσε την τότε εποχή ήταν καταγγελία στην οποία έπρεπε η Αστυνομία να λάβει οποιαδήποτε μέτρα, έτσι; Ήταν καταθέσεις, οι οποίες δίδονταν ακριβώς για να δημιουργηθούν και να στοιχειοθετηθούν οι φάκελοι των αγνοουμένων. Ακόμα ψάχναμε ποιοι ήταν αγνοούμενοι τότε που δόθηκαν όλες αυτές οι καταθέσεις. Επομένως, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς εκλήφθηκε ως έτσι αυτή η κατάθεση που δόθηκε. Γι΄ αυτό τη θεωρώ πρωτότυπη, επειδή ακριβώς κανένας άλλος δεν την θεώρησε έτσι και ούτε πιστεύω, ότι οποιοσδήποτε άλλος την αντιλήφθηκε εν πάση περιπτώσει ως καταγγελία, εκείνη την κατάθεση που έδωσε.». Υπέδειξε ο ΜΥ1 ότι - «Η διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων δεν είναι θέμα μεμονωμένο του καθενός, ούτε είναι θέμα επιθυμίας ή προσδοκίας του καθενός, ούτε θέμα συμφέροντος κανενός, αλλά είναι εθνικό θέμα που μας αφορά όλους και η συνεργασία πέραν από οποιεσδήποτε ενστάσεις ή επιφυλάξεις υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, είναι υποχρέωση να συνεργαζόμαστε για τα συγκεκριμένα θέματα.». Ο ΜΥ1 εξήγησε ότι γνωρίζει πώς και ποιοι έκαναν τις εκκλήσεις προς τους Ενάγοντες για να παραχωρήσουν DNA, παρά το ότι ο ίδιος μόλις το 2015 ανέλαβε τη θέση του Υπευθύνου στην Υπηρεσία Αγνοουμένων, «Διότι τις λήψεις γενετικού υλικού, είναι η Υπηρεσία μας που τις κάνει, επομένως έχω ενημέρωση πλήρη για το τι έγινε προηγουμένως». Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι η πάγια πρακτική της Υπηρεσίας του ήταν να μην στέλνονται επιστολές, αλλά να γίνονται τηλεφωνήματα και οχλήσεις προς τους συγγενείς αγνοουμένων για να δώσουν γενετικό υλικό. Σχολίασε ο ΜΥ1 ότι «είναι καλά γνωστό σε όσους όσοι ασχολούνται με τα θέματα των αγνοουμένων, ότι έχουν γίνει αμέτρητες οχλήσεις προς την οικογένεια και δεν ανταποκρίθηκε». Σχολιάζοντας τη θέση που εξέφρασε ο συνήγορος των Εναγόντων, ότι δηλαδή «οι περιπτώσεις παράδοσης λανθασμένων οστών είναι και ο λόγος που πολλοί συγγενείς αγνοουμένων δεν παρέχουν DNA γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη», ο ΜΥ1 δήλωσε τα εξής꞉ «Τώρα, είναι το λιγότερο αστείος ο ισχυρισμός, ότι είναι γι' αυτόν τον λόγο που οι συγγενείς οι συγκεκριμένοι, δεν έχουν δώσει γενετικά δείγματα, διότι το συγκεκριμένο πρόβλημα με τους 13 [Ελλαδίτες] που αναφύηκε, που δημιουργήθηκε πριν 3 ή 4 μήνες ή 5 μήνες και για κάποιο χρονικό διάστημα, δεν έχει δημοσιοποιηθεί για εύλογους λόγους. H άρνηση της οικογένειας είναι εδώ και δεκαετίες, επομένως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, επαναλαμβάνω, είναι το λιγότερο λανθασμένος. [.]». Όσον αφορά τα ερωτήματα που οι Ενάγοντες έθεταν προς τη ΔΕΑ ως προϋπόθεση για να έδιδαν γενετικό υλικό, ο ΜΥ1 συμφώνησε με το περιεχόμενο της απαντητικής επιστολής ημερομηνίας 17/11/2015, ως το Έγγραφο Ζ, και υπέδειξε ότι τα ερωτήματα (ήτοι το κατά πόσον θα ασκούνταν ποινικές διώξεις ή αν θα διεξαγόταν θανατική ανάκριση μετά που τυχόν να εντοπίζονταν τα λείψανα των αγνοούμενων συγγενών τους και ταυτοποιούνταν με αυτούς), δεν ενέπιπταν στην αρμοδιότητα της ΔΕΑ για να τα απαντήσει. Δεν θα έπρεπε οι Ενάγοντες να ανέμεναν από τη ΔΕΑ να τα απαντήσει. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που διατύπωσε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι για την περίπτωση του Στρογγυλού υπήρχε περίπου απόφαση πολιτικής να μην γίνει ταυτοποίηση λειψάνων στο παρελθόν και ότι δεν πρόκειται να γίνει ούτε στο άμεσο μέλλον, ο ΜΥ1 αντέδρασε έντονα λέγοντας τα εξής꞉ «Από πού και ως πού να γίνει διαχωρισμός της συγκεκριμένης περίπτωσης που τις υπόλοιπες που δίνουμε μάχες καθημερινά για να διαπιστωθεί η τύχη των αγνοουμένων; Η συγκεκριμένη περίπτωση γιατί να μην τύχει του ίδιου χειρισμού; Εμείς προσπαθούμε να βάλουμε προσκόμματα; Τούτο το πρόβλημα, για το οποίο κατηγορείται η υπηρεσία μου με όλο τον σεβασμό είναι πρωτοφανές, προσβλητικό, για να μην χρησιμοποιήσω άλλους χαρακτηρισμούς. Ό,τι ισχύει για όλους ισχύει και για τη συγκεκριμένη περίπτωση και δεν έχει να κάνει η δουλειά μου με το τί πιστεύουν ή τί δεν πιστεύουν οι συγγενείς των αγνοουμένων, για το πώς μας συμπεριφέρονται ή πώς δεν μας συμπεριφέρονται. Εμείς εκτελούμε ένα λειτούργημα, ως Υπηρεσία Αγνοουμένων κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες στο πιο ανθρωπιστικό κομμάτι του Κυπριακού προβλήματος και απορρίπτω κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς.». Υιοθέτησε ο ΜΥ1 ενώπιον του Δικαστηρίου ως ορθό το περιεχόμενο της παρα. 6(ιι) της Έκθεσης Υπεράσπισης, όπου δικογραφείται ότι «η σύλληψη των κατονομαζόμενων προσώπων δεν ήταν εφικτή, γιατί δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο οι επικρατούσες συνθήκες, αφού οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση που θα τους επέτρεπε τη διερεύνηση στο κατεχόμενο μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας». Ο συνήγορος των Εναγόντων υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι δεν ισχύουν τα όσα εκεί δικογραφούνται, εφόσον υπάρχει μαρτυρία ότι ένας εκ των εμπλεκομένων Τουρκοκυπρίων ήρθε από τα κατεχόμενα στην Πύλα για να πουλήσει γάλα, και ο άλλος ήρθε για να τύχει θεραπείας για καρκίνο, ο ένας το 1984 και ο άλλος το
  6. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι υπήρξαν αυτές οι δύο περιπτώσεις, αλλά επανέλαβε ότι είναι ιδιάζουσα η κατάσταση στην Πύλα, εφόσον είναι το μοναδικό μεικτό χωριό της Κύπρου, και όσον αφορά την περίπτωση του Τουρκοκύπριου που ήρθε για θεραπεία επεσήμανε ότι και εκείνου η περίπτωσή του ήταν ιδιάζουσα εφόσον ήρθε μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Συμπλήρωσε ο ΜΥ1 λέγοντας ότι ο ίδιος έχει μιλήσει με την Αστυνομία και δεν υπάρχει σε αυτήν καταχωρημένη οποιαδήποτε κράτηση οποιουδήποτε ατόμου με το όνομα ενός εξ αυτών των πέντε, οι οποίοι είναι οι φερόμενοι δράστες της απαγωγής των συγγενών των Εναγόντων. Παρατήρησε ο ΜΥ1 ότι, όπως του επεσήμανε η Κυπριακή Αστυνομία, υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις Τουρκοκύπριων, οι οποίοι αναφέρονται με πλαστά ονόματα όταν έρχονται στις ελεύθερες περιοχές. Κατά την έκφρασή του, «δεν μπορεί να βάλει το χέρι της στη φωτιά η Αστυνομία ότι δεν ήρθε ο συγκεκριμένος με άλλο όνομα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, και να έγινε τούτο το πράγμα, δεν ήταν σε θέση η Αστυνομία να γνωρίζει ποιος ακριβώς ήταν». Πρόσθεσε ο ΜΥ1 ότι «Το πρόβλημα του διαχωρισμού, της αδυναμίας είτε λήψης πληροφοριών είτε άσκησης διοίκησης στα κατεχόμενα, εξακολουθεί να υφίσταται.». Εξήγησε, λοιπόν, ότι οι όποιες μαρτυρίες από Τουρκοκύπριους υπάρχουν είναι αυτές που λήφθηκαν από την ψευδοαστυνομία και τον Τουρκοκύπριο εκπρόσωπο στη ΔΕΑ και μέσω της ΔΕΑ διοχετεύτηκαν και στο γραφείο του Ελληνοκύπριου εκπροσώπου. Έπειτα, ο συνήγορος των Εναγόντων αντεξέτασε τον ΜΥ1 υποβάλλοντάς του τη θέση ότι ουδεμία ενέργεια έγινε για διερεύνηση των πληροφοριών που καταγράφονται στο έγγραφο της κατάθεσης του Ερτέν Μεχμέτ Τσιεβηκελέρ και στο απόρρητο έγγραφο της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών ημερομηνίας 14/08/1982, στα οποία δύο έγγραφα ο ίδιος αναφέρθηκε στο πλαίσιο της παρα. 9δ.iii της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο ΙΒ) και τα οποία έγγραφα υπάρχουν μέσα στο φάκελο ΑΦΑ 838 (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ). Ο ΜΥ1 απάντησε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο εκτίμησης της ΚΥΠ, συνήθως είναι έγκυρο, δηλαδή συνήθως η συγκεκριμένη μαρτυρία είναι σωστή. Ωστόσο, υπέδειξε ο ΜΥ1 ότι υπήρχε απόφαση το 1990 του Γενικού Εισαγγελέα, κ. Τριανταφυλλίδη, η οποία επαναλήφθηκε το 2003 από τον κ. Σόλωνα Νικήτα, η οποία ουσιαστικά αμνηστεύει όσους δίνουν πληροφορίες και από τη γνωμάτευση αυτή διαφαίνεται γενικά ότι το θέμα των αγνοουμένων είναι ένα θέμα το οποίο είναι πολιτικό. Παρέπεμψε ο ΜΥ1 σε απόφαση του Ανώτατου στην Αναθεωρητική Έφεση 103/2008, όπου ελέχθη ότι το θέμα των αγνοουμένων είναι μέρος του πολιτικού προβλήματος. Το πολιτικό πρόβλημα είναι θέμα κυβέρνησης, ενεργειών και κυβερνητικών χειρισμών, άρα το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ασκεί αναθεωρητικό έλεγχο σε ό,τι αποτελεί πράξεις κυβερνήσεως. Υπεβλήθη ειδικότερα στον ΜΥ1 από το συνήγορο των Εναγόντων ότι «οφείλατε να διερευνήσετε ακόμα και αυτήν τη θέση που λέει αυτή η έκθεση, για φόνο των αγνοουμένων που τους ίδιους τους Ελληνοκύπριους, έστω εάν αν τη θεωρείτε υποβολιμαία». Η αντίδραση του ΜΥ1 ήταν ότι «Ήταν η μαρτυρία, είναι δικαίωμα μου να την κρίνω ως υποβολιμαία, είναι προσωπική μου άποψη. Αλίμονο εάν δεχόμουν, χωρίς οποιανδήποτε βάση της λογικής, αιτιάσεις οποιουδήποτε» και «θα ήταν αστείο να γίνει δεκτή μια τέτοια πληροφορία, πραγματικά θα ήταν αστείο αλλά εν πάση περιπτώσει, σας παραπέμπω σε εκείνα που είπα, δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω κάτι.». Δεν αρνήθηκε ο ΜΥ1 τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος των Εναγόντων ότι οι καταθέσεις των Παναγιώτη Ποϊράζη και Ζαχαρία Παντελή Χατζηγεωργίου, τις οποίες αναφέρει ο ΜΥ1 στις παραγράφους 9.δ.xix και 9.δ.xx της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο ΙΒ) δεν αποτελούν έρευνα του κράτους, αλλά μαρτυρία αυτών των ανθρώπων που πήγαν και έκαναν μόνοι τους μια διερεύνηση και, σωστά πράττοντας, ενημέρωσαν και την Υπηρεσία Αγνοουμένων. Κατά την έκφραση του ΜΥ1, «προφανώς οι άνθρωποι που μια εντελώς διαφορετική θεώρηση, οι οποίοι είναι και συνεργάσιμοι άνθρωποι, προσπαθούν να βοηθήσουν και αντιλαμβάνομαι ότι ζητούν να βρεθούν τα οστά και όχι να πολεμούν ή να φτύνουμε στα ίδια μας τα μούτρα». Ο συνήγορος των Εναγόντων, θέλοντας να αμφισβητήσει την αιτιολογία που έδωσε ο ΜΥ1 περί της μη έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης κατά των Τουρκοκύπριων φερόμενων ως ενεχόμενων στην απαγωγή των αγνοούμενων συγγενών των Εναγόντων, λόγω «έξαψης» που υπήρχε, αντέταξε στον ΜΥ1 ότι το 1993 εκδόθηκε από την Κυπριακή Αστυνομία ένταλμα σύλληψης σχετικά με τον φόνο των Ισαάκ και Σολωμού , παρά το ότι υπήρχε η ισχυριζόμενη «έξαψη». Παραθέτω αυτούσια την απάντηση του ΜΥ1꞉ «Μιλούμε για τελείως δύο διαφορετικά πράγματα. Το 1974 ήταν πόλεμος, από το 1974 υπάρχει ένα υποχρεωτικό πρόβλημα, το οποίο συνεχίζεται, στο οποίο η ανθρωπιστική πτυχή του είναι το θέμα των αγνοουμένων και μέσα στα πλαίσια της πολιτικής όλων των Προέδρων έχει πρωτεύοντα ρόλο και θέλω να σημειώσω να κάνω μια παρένθεση, όλοι οι πρόεδροι ανεξαρτήτως ιδεολογικής καταβολής την ίδια πολιτική είχαν σε τούτα ούλλα που αναφέρω και θέλω να το σημειώσω ότι δεν μπορώ να δεχτώ ότι όλοι οι Πρόεδροι που περάσαν από τη Δημοκρατία και όλοι οι Γενικοί Εισαγγελείς είχαν λάθη. Εν πάση περιπτώσει, για να επανέλθω στο θέμα του κυρίου Γεωργίου, η δολοφονία των Ισαάκ του Σολωμού, έγινε σε μια ειρηνική εκδήλωση σε περίοδο ειρήνης, την οποία αναμετάδιδε η τηλεόραση και ο δολοφόνος του Σολωμού, ο φερόμενος ως Υπουργός Γεωργίας του ψευδοκράτους, Κενάν Ακίν, μπροστά στα μάτια πυροβόλησε και σκότωσε τον Σολωμού. Ξέρουμε ποιος τον σκότωσε, τον είδαμε ποιος ήταν που τον σκότωσε και εν πάση περιπτώσει, ο συγκεκριμένος ήταν "Υπουργός". Το θέμα κατ' εξοχήν είναι πολιτικό, το οποίο προφανώς η κυβέρνηση βρήκε σωστά την ευκαιρία να εκμε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.