← Κύπρος

ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΟΥΣΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ (ΤΙΝΑΣ) ΑΓΑΠΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 8313/11, 20/1/2017

ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΟΥΣΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ (ΤΙΝΑΣ) ΑΓΑΠΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 8313/11, 20/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8313/11 Μεταξύ: ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΟΥΣΙΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσας και ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ (ΤΙΝΑΣ) ΑΓΑΠΙΟΥ Εναγομένης Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κ. Χαβιαράς, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: κα Κώστα για Ν. Κληρίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ---------------------------------------- Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση Τροποποίησης ημερ. 24/11/2016) Στην παρούσα αγωγή μεσούσης της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα για την πλευρά της ενάγουσας και συγκεκριμένα αφού ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του, η υπόθεση ανεβλήθη με σκοπό να προετοιμάσει την αντεξέταση του ο συνήγορος της εναγόμενης. Αντί όμως η διαδικασία να προχωρήσει την επόμενη δικάσιμο ως ήταν αναμενόμενο, καταχωρήθηκε από την πλευρά της εναγόμενης - αιτήτριας (στο εξής καλούμενης «η αιτήτρια») η παρούσα αίτηση δια της οποίας αιτείται την έκδοση διατάγματος επιτρέποντος την τροποποίηση της υπεράσπισης της, δια της διαγραφής της παραγράφου 4 και αντικατάστασης της με την ακόλουθη παράγραφο νέα παράγραφο: «

  1. Η Εναγόμενη απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι κατέβαλε παν οφειλόμενο υπ' αυτής προς την Ενάγουσα ποσό και/ή το ποσό των €2.300,00 ως η μεταξύ τους συμφωνία. Επιπρόσθετα και/ή άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε σε δύο δόσεις ήτοι €1.000,00 μετρητά και €1.300,00 με επιταγή και/ή επιταγή της εταιρείας OMNIPLACE LTD της οποίας τυγχάνει διευθυντής η Εναγόμενη. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έδωσε κενή την επιταγή σε τρίτο πρόσωπο και/ή συνεργάτη και/ή αντιπρόσωπο και/ή αρμόδιο άτομο της Ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση, η Εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα». Η αίτηση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.11, Δ.12, Δ.25 θθ 1 - 5, Δ.48 Θ.Θ. 1,2,7 και 8(u), Δ.64, επί της νομολογίας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Φαίης Θεοχάρους, η οποία αναφέρει ότι είναι μια εκ των δικηγόρων της αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Έχει δε ως αναφέρει θετική, προσωπική γνώση των γεγονότων από προσωπικό χειρισμό και μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης. Για όσα δε γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει, ως αναφέρει, την πηγή των γνώσεων της. Ως αναφέρει την υπόθεση αυτή χειριζόταν αρχικά το γραφείο των κ. κ. Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. οι οποίοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους της αιτήτριας την 1/2/
  2. Ακολούθως, με την διάλυση της Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. διορίστηκαν ως δικηγόροι της αιτήτριας οι κ.κ. Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι κατόπιν σχετικών οδηγιών της αιτήτριας καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 11/2/
  3. Ως αναφέρει καμία πλευρά δεν αιτήθηκε διάταγμα αποκάλυψης ή επιθεώρησης εγγράφων. Όπως επίσης αναφέρει κατά την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης και κατόπιν συνεννόησης με την αιτήτρια, προέκυψε ότι η αιτήτρια φαίνεται να κατέβαλε το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό στην ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση (στο εξής καλούμενη «η καθ' ης η αίτηση») με επιταγή, της εταιρείας OMNIPLACE LTD, της οποίας τυγχάνει διευθυντής η αιτήτρια και η οποία δόθηκε σε τρίτο πρόσωπο ή συνεργάτη ή αντιπρόσωπο ή αρμόδιο πρόσωπο της καθ' ης η αίτηση, κάτι το οποίο δεν διευκρινίζεται ρητά στην Έκθεση Υπεράσπισης της αιτήτριας. Ως αναφέρει η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε ενώπιον του Δικαστηρίου την 22/11/
  4. Περαιτέρω ως αναφέρει για λόγους που δεν μπορεί να γνωρίζει, το γεγονός αυτό δεν αναφέρεται ξεκάθαρα ή δεν διευκρινίζεται από τους προηγούμενους δικηγόρους της αιτήτριας στην Έκθεση Υπεράσπισης, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζεται ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν όψει δε των πιο πάνω, υποστηρίζει ότι προκύπτει ανάγκη τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης, ούτως ώστε τα δικόγραφα να απεικονίζουν την πραγματική διάσταση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, προς αποπεράτωση ή επίλυση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων και διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Όπως δε υποστηρίζει η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει τα συμφέροντα της καθ' ης η αίτηση, δεν επιφέρει καμία αδικία στην άλλη πλευρά και δεν τοποθετεί την καθ' ης η αίτηση σε χειρότερη νομική ή δικονομική θέση, αφού η θέση της αιτήτριας ότι εξόφλησε το ποσό παραμένει η ίδια. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση εφόσον στη γραπτή δήλωση του κ. Αργύρη Κούσιου, η οποία ευρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου ως «Έγγραφο Α», γίνεται αναφορά για πληρωμή του ποσού €1.300,00 σε τρίτο πρόσωπο και/ή αντιπρόσωπο της Ενάγουσας. Περαιτέρω, η καθ' ης η αίτηση δεν ολοκλήρωσε τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, είναι η θέση της ότι η καθ' ης η αίτηση στο παρόν στάδιο ουδεμία ζημιά πρόκειται να υποστεί από την αιτούμενη τροποποίηση. Είναι τέλος η θέση της ότι η παρούσα αίτηση γίνεται καλόπιστα και σκοπό έχει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και πως δεν υπάρχει καμία απολύτως καθυστέρηση από μέρους της αιτήτριας στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, αφού η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ευθύς μόλις προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και νομικά αστήρικτη και παράτυπη. (β) Το αίτημα της Εναγόμενης για τροποποίηση της Υπεράσπισης γίνεται παρά πολύ καθυστερημένα, δηλαδή 5 χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητήριου εντάλματος. (γ) Η Εναγόμενη δεν προβάλλει καμιά ουσιαστική και λογική εξήγηση και/ή καμιά ικανοποιητική εξήγηση, για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος της για τροποποίηση και/ή η εξήγηση που προβάλλει είναι ανεπαρκής και ασαφής και ως τέτοια δεν δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος της. (δ) Η παρούσα αίτηση τροποποίησης γίνεται κακόπιστα και αποσκοπεί στο να εισάγει στην Υπεράσπιση νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις που σκοπό έχουν να αλλάξουν εκ βάθρων την γραμμή Υπεράσπισης της Εναγόμενης, (ε) Η εναγόμενη εκμεταλλευόμενη τεκμήρια και στοιχεία, από την κατάθεση του 1ου μάρτυρα της ενάγουσας, προσπαθεί να δημιουργήσει εκ των υστέρων νέα Υπεράσπιση ασύνδετη με τους μέχρι τώρα ισχυρισμούς της. (στ) Η αιτούμενη τροποποίηση προσβάλλει το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Ενάγουσας, με βάση τα άρθρα 30.2 και 30.3 για γρήγορη απονομή δικαιοσύνης και αποσκοπεί στην διατήρηση της εκκρεμοδικίας και παραβλάπτει τα συμφέροντα της ενάγουσας, αντιβαίνει επίσης στο άρθρο 6 της σύμβασης για τη προάσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων. (η) Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται, μετά που ο κύριος μάρτυρας της ενάγουσας έχει δώσει την κυρίως μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία και ο τρόπος παρουσίασης της υπόθεσης έγινε με βάση την ήδη υφιστάμενη Υπεράσπιση, (θ) Η εναγόμενη αλλάζοντας εντελώς την γραμμή της Υπεράσπισης, επιδιώκει να βρεθεί η ενάγουσα σε δυσμενή θέση και τα συμφέροντα της θα επηρεασθούν ριζικά και καταλυτικά, αφού η τροποποίηση μόνο σκοπό έχει την παραποίηση των πραγματικών γεγονότων και την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, (ι) Η τυχόν έγκριση του αιτήματος της εναγόμενης θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης και ζημιά στα δικαιώματα της ενάγουσας και της Δικαιοσύνης γενικά. κ) Δεν τηρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης και/ή η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένες Νομικές Αρχές και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Αργύρη Κούσιου, ο οποίος ως αναφέρει είναι διευθυντής της καθ' ης η αίτηση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, ενώ για τα νομικά σημεία έλαβε, ως αναφέρει, συμβουλή από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση. Είναι δε εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ως αναφέρει η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 16/12/2011 και η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 04/05/
  5. Ως επίσης αναφέρει από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι σήμερα, η υπόθεση ορίστηκε περίπου 16 φορές για Οδηγίες και Ακρόαση, και όπως υποστηρίζει τις πλείστες φορές η υπόθεση αναβάλλετο μετά από αίτημα της αιτήτριας. Περαιτέρω αναφέρει ότι η αλλαγή δικηγόρου έγινε πριν 2 χρόνια περίπου και από τότε, ποτέ η αιτήτρια δεν πρόβαλε τους ισχυρισμούς που προβάλλει τώρα, ούτε ανέφερε ότι ήθελε να τροποποιήσει την Υπεράσπιση της. Επισημαίνει δε ότι ο ίδιος ως διευθυντής της ενάγουσας έχει δώσει την μαρτυρία του με βάση το πλαίσιο της υφιστάμενης Υπεράσπισης. Όπως δε υποστηρίζει, η αιτήτρια είχε την ευκαιρία να προωθήσει την αίτηση για την τροποποίηση που υπέβαλε στις 24/11/2016, πολύ ενωρίτερα και κυρίως πριν την έναρξη της ακρόασης. Είναι επίσης η θέση του ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι ριζική και αλλάζει πλήρως τη γραμμή της Υπεράσπισης της αιτήτριας. Περαιτέρω προβάλλει τη θέση πως εάν τα προβαλλόμενα γεγονότα ήσαν πράγματι αληθινά, θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην αρχική της Υπεράσπιση, ή έστω σε λογικό χρονικό διάστημα από την καταχώρηση αυτής. Η δε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης είναι αδικαιολόγητη, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, αφού η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από το 2011 και δεν δικαιολογείται με την επίκληση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση και μάλιστα όχι από την ίδια την εναγόμενη, αλλά από δικηγόρο του γραφείου που την εκπροσωπεί. Ως αναφέρει πιστεύει ειλικρινά ότι με την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, έχει προσβληθεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της για γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης της και η έγκριση του αιτήματος της αιτήτριας θα συνιστά περαιτέρω παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος, κάτι που δεν μπορεί να τεθεί σε δεύτερη μοίρα και να υπερισχύσουν οι ανυπόστατοι και/ή αδικαιολόγητοι ισχυρισμοί της αιτήτριας για την δήθεν ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης. Υποστηρίζει δε περαιτέρω ότι είναι φανερό ότι οι τροποποιήσεις που επιδιώκονται, είναι προϊόν μεταγενέστερης σκέψης, που έγινε μετά που η αιτήτρια είχε την ευκαιρία να ακούσει τη μαρτυρία του ίδιου και αφότου είδε όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε ο ίδιος στο Δικαστήριο. Τέλος προβάλλει ως λόγο για απόρριψη της αίτησης και τη λανθασμένη νομική της βάση. Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψιν στο σύνολο τους. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25, θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών η οποία προβλέπει τα εξής: "
  6. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Τούτου δοθέντος ο ισχυρισμός περί λανθασμένης νομικής βάσης της αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων αρχίζω με αναφορά στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi

(1980)1 C.L.R. 1, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Στην ίδια γραμμή στο Annual Practice 1958, στη σελ. 622, διαβάζουμε τα εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Αναφορικά με το ζήτημα των αρχών που εφαρμόζονται κατά την εξέταση αιτήσεων της φύσεως που απασχολεί, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, όπου τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Πιο πρόσφατα αναφέρθηκαν τα εξής στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ.4.3.2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας διαπιστώνω τα πιο κάτω. Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ένστασης της καθ' ης η αίτηση περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τρεις άξονες. Πρώτον ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η αλλαγή της γραμμής υπεράσπισης της αιτήτριας και με τη νέα υπεράσπιση που προβάλλεται θα εκτροχιαστεί η δίκη (λόγος ένστασης (θ) και (ι)), δεύτερον ότι η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα (ήτοι 5 χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου) και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά που ο κύριος μάρτυρας έδωσε μαρτυρία στη βάση της υφιστάμενης υπεράσπισης, χωρίς να δίδεται καμία ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή, παραβιάζοντας το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση για γρήγορη απονομή δικαιοσύνης (βλ. λόγους ένστασης (β) (γ) (στ) και (η)), και τρίτον ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα αφού αποσκοπεί στο να εισαγάγει νέους ισχυρισμούς οι οποίοι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της αιτήτριας, η οποία εκμεταλλευόμενη στοιχεία και τεκμήρια από τη μαρτυρία του ΜΕ1 προσπαθεί να δημιουργήσει εκ των υστέρων νέα υπεράσπιση ασύνδετη με τους μέχρι τώρα ισχυρισμούς της. Προτού λεχθεί οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να εξεταστεί η φύση και το εύρος της αιτούμενης τροποποίησης υπό το φως των υφιστάμενων δικογράφων. Με την παρούσα αγωγή αξιώνεται από την ενάγουσα ποσό €1300 ως υπόλοιπο τιμολογίου και/ή για προσφερθείσες εργασίες. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη ανέθεσε στην ίδια να της βάψει την οικία της στην οδό Πέλλης 4, και ότι ως εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα της προσέφερε, συμφωνήθηκε το ποσό των €2300. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ίδια εκτέλεσε τις εργασίες που της ανατέθηκαν και εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο για το πιο πάνω ποσό, εκ του οποίου η εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των €1000 την 1/8/2011 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να οφείλει το ποσό των €1300. Εξετάζοντας τώρα τη φύση της υφιστάμενης υπεράσπισης διαπιστώνω ότι η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι προφορικά ανέθεσε στην ενάγουσα να βάψει τόσο την οικία της ίδιας όσο και αυτή των γονέων της, έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των €2300 και αρνείται την έκδοση οποιουδήποτε τιμολογίου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι μετά το πέρας των εργασιών κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €2300 ως η μεταξύ τους συμφωνία και ουδέν ποσό της οφείλει και συνεπώς αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Με την αιτούμενη δε τροποποίηση δεν αλλοιώνει τους ισχυρισμούς αυτούς, στους οποίους συνεχίζει να εμμένει, αλλά επιχειρεί να εισαγάγει ισχυρισμούς για να συγκεκριμενοποιήσει πώς καταβλήθηκε το ποσό €2300 που ισχυρίζετο εξ αρχής ότι κατέβαλε στην ενάγουσα, δίδοντας σχετικές λεπτομέρειες. Εξετάζοντας τα πιο πάνω υπό το φως των λόγων ένστασης που εγείρονται και στρεφόμενη πρώτα τον ισχυρισμό περί εισαγωγής νέας βάσης υπεράσπισης σημειώνω ότι στην υπόθεση Saba & Co v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάση αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Το κατά πόσο η παρούσα είναι περίπτωση όπου διαπιστώνεται κακοπιστία ή πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιά στην καθ' ης η αίτηση, είναι ζήτημα που εξετάζεται πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης των λοιπών λόγων ένστασης που προβάλλονται. Πάντως θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση και με βάση τα όσα έχουν πιο πάνω λεχθεί σε σχέση με τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης, θεωρώ ότι με αυτήν δεν αλλοιώνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η υφιστάμενη υπεράσπιση, ούτε αλλάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο η γραμμή υπεράσπισης η οποία εξακολουθεί να είναι η εξόφληση. Απλά με την τροποποίηση δίδονται περισσότερες λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο έγινε η ισχυριζόμενη εξόφληση. Επομένως θεωρώ πως αυτό που επιχειρείται με την τροποποίηση είναι να δοθεί μια πιο πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα της θέσης της αιτήτριας και όχι να διαφοροποιήσει τη βάση υπεράσπισης της, η οποία θεωρώ ότι παραμένει στην ουσία αναλλοίωτη και η οποία περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό περί εξόφλησης ολόκληρου του συμφωνηθέντος τιμήματος. Περαιτέρω και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων κρίνω ότι τα όσα, με την τροποποίηση, επιχειρείται να εισαχθούν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και ουσιαστικά τόσο για τον προσδιορισμό τους όσο και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων της. Έρχομαι τώρα στο επόμενο ζήτημα που εγείρεται με την ένσταση, αυτό της καθυστέρησης και της μη αιτιολόγησή της. Προωθείται εν ολίγοις η θέση ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, αφού τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν ήταν ή θα έπρεπε λογικά να ήταν γνωστά στην αιτήτρια ή και τους συνηγόρους της τουλάχιστον από το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης και ότι επομένως δεν μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση στο στάδιο αυτό και μετά από τόσα χρόνια καθυστέρησης και αφότου η ακροαματική διαδικασία άρχισε. Πράγματι παρατηρώ ότι τα όσα επιζητείται να εισαχθούν με την τροποποίηση θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην αιτήτρια και κατ' επέκταση στους συνηγόρους της από αρκετό καιρό προηγουμένως, αφού αφορούν γεγονότα που προφανώς είχαν ήδη λάβει χώρα πριν την έγερση της αγωγής και σίγουρα πριν από το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης και υπό αυτές τις περιστάσεις αδιαμφισβήτητα θα ήταν ορθότερο και πιο επιθυμητό να είχε υποβληθεί ενωρίτερα η αίτηση. Το λάθος ή παράλειψη αυτή όμως καθώς και η καθυστέρηση που παρατηρείται, δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος το οποίο κρίνεται αναγκαίο για να τεθούν ως και πιο πάνω ανέφερα, ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί, νοουμένου βέβαια ότι θα καταδειχθεί ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και δεν προκαλεί ζημιά στην αντίδικη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 10341, ημερ. 19.1.99 σελ. 4-5 όπου ο κ. Νικολάου Δ. αναφερόμενος στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, ανάφερε τα εξής: «Κατ' ακρίβειαν, όπως υπέμνησε ο δικαστής Edmund Davies στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση, η αρχή διατυπώθηκε με πληρότητα από το δικαστή Bown στην Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 με τα εξής (στις σελ. 710-711): ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Το ίδιο σκεπτικό αναδύεται και από την υπόθεση Ναυτοδικείου Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd & another
(1979)1 CLR 542 σελ. 551 όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Charapede & Co. v. Commercial Union Association
(1883)32 W.R. 262: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs; but if the amendment will put them into such a position that they must be injured, it ought not to be made. And at page 263, in the same judgment per Bowen, L.J. Sometimes to correct the error will lead to injustice which cannot be cured, as when a witness who could give evidence cannot be got at, or the solvency of one party is doubtful». Επίσης στην United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leaves is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Εξ άλλου στην υπόθεση SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Επίσης και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν Χαρίδη (Πολ. Εφ.50/10 ημερ.11.5.2011) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατά αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά στο 1998 δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως άρχισε και διεξαχθεί μερικώς δυο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικάζοντων Προέδρων ως δικαστών το Ανώτατου Δικαστηρίου». Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση που αφορούν την εντός ευλόγου χρόνου εκδίκαση της υπόθεσης της, στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει σαφέστατα η γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι υποβάλλεται καλόπιστα και δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση το οποίο να καταδεικνύει ότι η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά των εναγόντων ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ούτε και μπορώ να εντοπίσω κάτι τέτοιο υπό τις περιστάσεις της παρούσας. Και τούτο διότι πέραν του ότι θα δοθεί η ευχέρεια στην καθ' ης η αίτηση να απαντήσει μέσω του δικογράφου της απάντησης στους ισχυρισμούς της αιτήτριας, σημειώνω ότι δεν έχει αρχίσει η αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα που καταθέτει εκ μέρους της ενάγουσας και ως εκ τούτου είναι δυνατόν να δοθεί άδεια στο μάρτυρα αυτό να προσθέσει οτιδήποτε κρίνει αναγκαίο υπό το φως της τροποποίησης, πριν την έναρξη της αντεξέτασης. Επαναλαμβάνω επίσης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός της καθ' ης η αίτηση με την έννοια της αλλοίωσης της βάσης υπεράσπισης και εκτροχιασμού της δίκης, εφόσον ως και πιο πάνω ανέφερα, τα όσα η πλευρά της αιτήτριας επιθυμεί να προσθέσει συγκεκριμενοποιούν υφιστάμενες θέσεις της τελευταίας εν σχέση με τη διαφορά και δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να θεωρήσω ότι με τα όσα επιχειρεί να εισαγάγει, η αιτήτρια εισάγει νέα βάση υπεράσπισης ή ότι αυτά θα οδηγήσουν στον εκτροχιασμό της δίκης. Ούτε και έχει καταδειχθεί από την ενάγουσα πώς ακριβώς έχει επηρεαστεί στο τι θα κατέθετε ο πρώτος μάρτυρας της, από τη μη συμπερίληψη στην υπεράσπιση της αιτήτριας των ισχυρισμών των οποίων τώρα επιχειρείται η εισαγωγή και οι οποίοι, ως έχω ήδη κρίνει, σε καμία περίπτωση δεν αλλοιώνουν το βασικό ισχυρισμό της αιτήτριας που εξακολουθεί να είναι αυτός της εξόφλησης. Σε κάθε περίπτωση και όπως και πιο πάνω ανέφερα διαπιστώνω ότι οι τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων της αιτήτριας και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιον του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, για να μπορέσει έτσι να απονέμει δικαιοσύνη. Το γεγονός βέβαια ότι η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει δεν μου διαφεύγει, αλλά δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει, χωρίς άλλο, λόγο για απόρριψη μιας κατά τα άλλα βάσιμης αίτησης τροποποίησης, ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση που όπως και πιο πάνω αναφέρεται δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε πρόκληση ζημιάς ανεπανόρθωτης ή οποιαδήποτε επίπτωση στα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, ούτε έγινε άλλωστε κάποια συγκεκριμένη εισήγηση επί του τούτου από τους ενάγοντες -καθ' ων η αίτηση. Χαρακτηριστική επί του θέματος είναι η υπόθεση Δόμνα Νικολάου Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Ιωάννου Χριστοδούλου και άλλων, (πιο πάνω), στην οποία το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση υιοθέτησε το σκεπτικό της Nicolaides v. Yerolemi, το οποίο παρατέθηκε πιο πάνω, σύμφωνα με το οποίο μια τροποποίηση θα πρέπει να εγκρίνεται ακόμα και εάν υποβάλλεται καθυστερημένα, νοουμένου βέβαια ότι η οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται, είναι τέτοιας φύσεως που να μπορεί να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. επίσης και Περικτιόνη Χρίστου v. Αντρέα Στυλιανού Αζά, πιο πάνω). Όσον αφορά τώρα τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, ισχυρισμό τον οποίο βασίζει ουσιαστικά στο ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά στην αιτήτρια και ποτέ προηγουμένως δεν επιχείρησε την τροποποίηση ή και διότι η αιτήτρια εκμεταλλεύθηκε τους ισχυρισμούς του πρώτου μάρτυρα για την ενάγουσα και δημιούργησε εκ των υστέρων υπεράσπιση στη βάση εκ των υστέρων σκέψεων της σημειώνω τα εξής. Το βάρος για την απόδειξη ισχυρισμού κακοπιστίας βαρύνει το διάδικο που τον επικαλείται. Στην προκειμένη περίπτωση, η εισήγηση αυτή της καθ' ης η αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα πλην της θέσης της περί προώθησης ισχυρισμών από πλευράς αιτήτριας που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, θέση την οποία θεωρώ πολύ γενική και αόριστη, της δημιουργίας εκ των υστέρων νέας υπεράσπισης η οποία δεν ευσταθεί εφόσον ως έχω ήδη πει, με τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν δεν εγείρεται τέτοιο θέμα, καθώς και των θέσεων της για προηγούμενη γνώση των παραλείψεων που επιχειρεί η αιτήτρια να εισαγάγει, θέσεις οι οποίες απαντήθηκαν πιο πάνω, στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος της καθυστέρησης. Πέραν τούτου το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε διαπίστωση για κακοπιστία ούτε και οποιαδήποτε προσπάθεια για εσκεμμένη πρόκληση καθυστέρησης στην υπόθεση και συναφώς δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση περί ύπαρξης κακοπιστίας από πλευράς αιτήτριας. Αντίθετα κρίνω ότι τα όσα αναφέρονται από πλευράς αιτήτριας συνιστούν γνήσια παραδοχή κάποιων παραλείψεων και συναφώς δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να θεραπεύσει τις παραλείψεις αυτές και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι με την τροποποίηση δεν αλλοιώνεται η βάση υπεράσπισης, ούτε εκτροχιάζεται η διαδικασία και δεν καταδεικνύεται ότι η καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ή και οποιαδήποτε άλλη ζημιά που να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και θα έχει το δικαίωμα να απαντήσει σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση, ως και του γεγονότος ότι δεν έχει αρχίσει η αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα και μπορεί να δοθεί άδεια σε αυτόν να προσθέσει οτιδήποτε κρίνει αναγκαίο πριν την έναρξη της αντεξέτασης, και δεδομένου περαιτέρω του ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και πληρότητα οι θέσεις της αιτήτριας, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στην αιτήτρια η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπεράσπιση της ορθά και ολοκληρωμένα. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ότι περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για έγκριση της αίτησης. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από τη σύνταξη, και απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης στους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση. Το διάταγμα να ζητηθεί αυθημερόν. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση (ενάγουσας) και εναντίον της αιτήτριας (εναγόμενης). (Υπ.) .............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.