ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 4185/08, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4185/08 Μεταξύ: ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΛΤΔ Εναγόντων -και- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.1.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Αρ. Γεωργίου Για Εναγόμενη: κα. Τσαγγάρη Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα της παρούσας υποθεσης είναι παραδεκτά. Προκύπτουν όχι μόνο από τα δικόγραφα, αλλά και από μεγάλο αριθμό εγγράφων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Αντικατοπτρίζουν τα γεγονότα της υπόθεσης και αποτελούν ασφαλή οδηγό για την καταγραφή όσων έλαβαν χώρα και οδήγησαν τελικά στην έγερση της παρούσης αγωγής για αναζήτηση αποζημιώσεων των εναγόντων από τον εναγόμενο. Αναφορά σε λεπτομέρειες επί των δικογράφων θα γίνει στη συνέχεια. Στις 3.10.05 το Υπουργείο Γεωργίας απέστειλε επιστολή στους ενάγοντες και τους πληροφορούσε ότι η αίτηση τους για άδεια παραγωγής αυγών ειδικών κατηγοριών, ήτοι ελευθέρας βοσκής εγκρίθηκε υπό συγκεκριμμένους όρους. Συνημμένη της επιστολής ήταν η άδεια παραγωγής «Αυγών Ελεύθερης Βοσκής» (τεκμ.2(α) και (β)). Ομοίως το Υπουργείο με επιστολή του ιδίας ημερομηνίας πληροφορούσε τους ενάγοντες ότι η αίτηση τους για την έκδοση άδειας κέντρου συκευασίας αυγών ειδικής κατηγορίας εγκρίθηκε (τεκμ.2(γ)), με την ταυτόχρονη αποστολή άδειας για σήμανση «Αυγών Ελεύθερης Βοσκής». Στις 2.1.06, έγινε από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες παθολογική εξέταση στα κοτόπουλλα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 Γλαύκο Σχίζα, διευθυντή των εναγόντων (γραπτή δήλωση έγγραφο Α), την 11.1.06 τηλεφωνικώς, αλλά και με επιστολή, το Υπουργείο τον πληροφορούσε ότι από την δειγματοληψία υπήρχε υποψία για προσβολή της φάρμας από την επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία ασθένεια «Salmonella Typhimurium». Τους καλούσε να μην διαθέσουν οποιαδήποτε αυγά στην αγορά. Συγκεκριμένα του αναφέρθη να μην διαθέσει αυγά από τον θάλαμο Β μέχρι τελικής διάγνωσης. Τα τεκμήρια 3, 4 και 5 είναι σχετικά. Με την επιστολή τεκμ.4 ημερ.11.1.06, ο Διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ενημέρωνε τους ενάγοντες πως «επειδή ένα από τα σμήνη αυγοπαραγωγής που έχετε στον θάλαμο Β βρέθηκε σε δειγματοληψία ύποπτο για salmonella typhimurium», μέχρι την τελική διάγνωση, τους παρακαλούσε να μην διαθέσουν οποιαδήποτε αυγά στην αγορά και να υποβοηθήσουν τις υγειονομικές υπηρεσίες για την απόσυρση τους. Επίσης τους πληροφορούσε ότι με την τελική επιβεβαίωση της ασθένειας, θα επικοινωνούσαν μαζί τους για τα περαιτέρω και σε θετική διάγνωση, το μολυσμένο κοπάδι θα θανατωθεί και τα αυγά θα καταστραφούν. Με την επιστολή τεκμ.6 ημερ.12.1.06 ο αναπληρωτής Διευθυντής του Τμήματος Γεωργίας ακύρωσε τις σχετικές άδειες των εναγόντων. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 την 12.1.2006 έγινε απόσυρση όλων των αυγών από τα σημεία πώλησης σε όλη την Κύπρο. Η πληροφορία αυτή διέρρευσε και δημοσιεύτηκε αμέσως στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με δηλώσεις των εναγομένων, ήτοι του κ. Νεoφύτου, τότε διευθυντή του τμήματος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ΜΕ1 να υποστούν ζημιές στην επιχείρηση και οι πωλήσεις να σταματήσουν. Το τεκμ.7 (CD) περιέχει δελτία ειδήσεων τηλεοπτικών σταθμών, στα οποία γίνεται αναφορά σε ανακοίνωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών σε σχέση με το επίδικο θέμα και σε δυο εξ΄αυτών φιλοξενούνται σχετικές δηλώσεις του διευθυντή κτηνιατρικών υπηρεσιών. Ειδικότερα, ότι έχει εντοπιστεί σαλμονέλλα στη φάρμα των εναγόντων και σε κάποια άλλη φάρμα, και καλείτο το κοινό να μην καταναλώσει αυγά συγκεκριμένης σήμανσης μέχρι νεοτέρας ειδοποιήσεως, και ότι οι εξετάσεις θα συνεχιστούν για επιβεβαίωση της ασθένειας και θα εκδοθεί σχετική ανακοίνωση μόλις συμπληρωθούν οι εξετάσεις. Στις 16.1.16 το Υπουργείο ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι μετά από σχετικό έλεγχο των δειγμάτων ήρθησαν τα επιβληθέντα μέτρα. Σύμφωνα με το σχετικό τεκμήριο 8, που είναι επιστολή του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ημερ.17.1.16, μετά από περαιτέρω διερεύνηση δεν επιβεβαιώθηκε η παρουσία οποιουδήποτε παθογόνου οργανισμού στο ύποπτο σμήνος της πτηνοτροφικής μονάδας των εναγόντων και ως εκ τούτου αίρονται όλα τα μέτρα που επιβλήθηκαν από την Υπηρεσία. Ταυτόχρονα εξέφραζαν την λύπη τους για την ταλαιπωρία, η οποία όμως προήλθε από το συνεχές ενδιαφέρον για την διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, σύμφωνα με τον ΜΕ1, ζήτησαν την ανάκληση της ακύρωσης της άδειας, αλλά υπήρξε άρνηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών. Τελικά οι ενάγοντες πέτυχαν την επανέκδοση της άδειας τους στις 8.2.
- Σύμφωνα με τον ΜΕ1 για να εκδοθεί εκ νέου η άδεια, έπρεπε να επιθεωρηθούν από ανεξάρτητο φορέα, που τότε δεν υπήρχε στην Κύπρο και αναγκάστηκαν να τον φέρουν από την Ελλάδα. Ουσιαστικά οι ενάγοντες υπέβαλαν εκ νέου αίτηση προς έκδοση των σχετικών αδειών. Το τεκμ.11, είναι ανακοίνωση του Υπουργείου Γεωργίας, σύμφωνα με την οποία και με αναφορά σε προηγούμενη ανακοίνωση του ημερ.11.1.06 για την ανεύρεση σαλμονέλλας σε σμήνος αυγοπαραγωγών ορνίθων, πληροφορούν το κοινό ότι μετά από περαιτέρω διερεύνηση στο ύποπτο σμήνος της πτηνοτροφικής μονάδας του Γλαύκου Σχίζα από την Ευρύχου - είναι ο ΜΕ1 - δεν επιβεβαιώθηκε η παρουσία οποιουδήποτε μικροοργανισμού. Ως εκ τούτου το καταναλωτικό κοινό μπορεί να συνεχίσει να καταλώνει τα αυγά της πιο πάνω εταιρείας. Για το θέμα της ανάκλησης της άδειας των εναγόντων ανταλλάγηκε επιστολή μεταξύ των δικηγόρων των εναγόντων με το Υπουργείο Γεωργίας (τεκμ.26 και 27). Αυτά προκύπτουν μέσα από τα σχετικά τεκμήρια και γίνονται ευρήματα του δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 η ανακοίνωση (τεκμ.10) φέρει μεν ημερομηνία 16.1.06, αλλά η ημερομηνία δημοσίευσης ήταν άλλη. Σχετικές είναι οι δημοσιεύσεις των τεκμ.12 και 23 το κόστος των οποίων πληρώθηκε από τους ενάγοντες. Το τεκμ.23 αποτελεί δημοσίευση σε εφημερίδα ημερ.20.1.
- Σχετικό επίσης είναι και το τεκμ.24, επιστολή του Τμήματος Γεωργίας ημερ.27.1.06, απευθυνόμενη στους ενάγοντες με κοινοποίηση στην εφημερίδα Φιλελεύθερος και με αναφορά σε ανακοίνωση του ΜΕ1 σε ευρείας κυκλοφορίας έντυπα, επισυνάπτεται το σχετικό δημοσίευμα μαζί με την ανακοίνωση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών (τεκμ.10), τον πληροφορούσε ότι η ανακοίνωση/διαφήμιση έγινε χωρίς την έγκριση της αρμοδίας αρχής και παραβαίνει την οριζόντια οδηγία ΕΚ 13/
- Ως «τελευταία προειδοποίηση» καλείτο να μην επαναληφθεί παρόμοια ενέργεια, γιατί θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την καταγγελία τόσο του ιδίου, όσο και της εφημερίδας για παραπλάνηση των καταναλωτών. Και ο λόγος είναι γιατί ο όρος «προιόντα υγιεινής διατροφής» που αναφέρεται στην ανακοίνωση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για αυγά ελευθέρας βοσκής. Η ουσία επί του προκειμένου, είναι ο ΜΕ1 κατέθεσε το πιο πάνω τεκμήριο για να καταδείξει ότι αυτός κατέβαλε το κόστος της διαφήμισης και της ανακοίνωσης του Υπουργείου Γεωργίας και ότι έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερ.16.1.06 που έφερε η ανακοίνωση (τεκμ.10). Τέλος κατατέθηκε ως τεκμ.14 τιμολόγιο της εφημερίδας Πολίτης ημερ.22.1.06 «για ανακοίνωση Γλαύκου Σχίζα», η οποία και επισυνάπτεται, για το ποσό των Λ.Κ.1.131.
- Προκύπτει επίσης από τα σχετικά τεκμήρια ότι οι ενάγοντες, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, αποζημιώθηκαν από τον εναγόμενο με το ποσό των Λ.Κ.15.
- Σχετικό είναι το τεκμήριο 25 που φέρει σφραγίδα με ημερομηνία 13.2.
- Ο υπολογισμός για το ποσό αυτό προκύπτει, για μεν τα αυγά στην βάση της χονδρικής τιμής πωλήσεως τους, ήτοι Λ.Κ.0.90 ανά εξάδα, επί 104.580 καταχεθέντων αυγών. Για δε τις θανατωθείσες όρνιθες η τιμή εκποίησης υπολογίστηκε σε Λ.Κ.1.25 κατά όρνιθα. Στην συνέχεια ανταλλάγηκε αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου των εναγόντων και του Υπουργείου Υγείας (τεκμ.16, 17 και 19-22). Για ότι αφορά εδώ, ο δικηγόρος των εναγόντων απαίτησε το ποσό των Λ.Κ.75.000 ως αποζημιώσεις που υπέστη από τα ρηθέντα γεγονότα. Το Υπουργείο δι΄απαντητικής επιστολής του, τεκμ.22, με αναφορά στην σχετική νομοθεσία υπέδειξε ότι δεν προνοείται αποζημίωση για οποιεσδήποτε άλλες απώλειες, πλην εκείνων που κατέβαλαν στους ενάγοντες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει η εξής παρατήρηση. Ο εναγόμενος στην παράγραφο 10 της τροποποιημένης υπεράσπισης αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι έχει αποζημιώσει πλήρως τους ενάγοντες, οι οποίοι συμφώνησαν στο ύψος και τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης με αποτέλεσμα να κωλύονται να ισχυρίζονται ζημιά πέραν εκείνης που έχουν αποζημιωθεί. Στην αγόρευση της κας Τσαγγάρη το θέμα προωθείται με την έννοια ότι οι ενάγοντες αποζημιώθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, Ν.276
(1)/
- Σχετικό είναι το τεκμ.
- Αφορά την εκτίμηση της αξίας των ορνίθων και των αυγών των εναγόντων. Είναι επιστολή της επιτροπής που συστάθηκε για τον σκοπό αυτό και στην 2η σελίδα, αφού καταγράφεται το σύνολο του ποσού της αποζημίωσης, ήτοι των Λ.Κ.15.762, στην συνέχεια υπογράφεται από τα μέλη της επιτροπής. Ακολούθως είναι καταγραμένο το εξής. « Ο κάτωθι υπογράφων ιδιοκτήτης δηλώνω ότι δεν έχω ένσταση για τη θανάτωση των ορνίθων, όπως και για το ποσό της αποζημίωσης». Ακολούθως χειρόγραφα προστέθηκε, «όσον αφορά το ως άνω θέμα» και μετά υπογράφει ο ΜΕ
- Η διαδικασία αυτή έλαβε χώρα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρ.11 του Νόμου Περί της Υγείας των Ζώων Ν.109
(1)/01 ως έχει τροποποιηθεί. Η αποζημίωση αφορά τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που απαριθμούνται στο αρ.11
(1)(α)-(στ) και όχι για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Οι ενάγοντες δεν απαιτούν οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση δυνάμει του άρθρου αυτου. Ως ανέφερε και ο ΜΕ1 αντεξεταζόμενος επί του συγκεκριμένου, το πιο πάνω ποσό αντιπροσώπευε τα αυγά και τις όρνιθες που θανατώθηκαν και όχι την υπόλοιπη ζημιά που υπέστη. Περαιτέρω εκ της εκθέσεως απαιτήσεως προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν αξιώνουν αποζημίωση για τον θάνατο των ορνίθων και των κατασταστραφέντων αυγών. Κατά συνέπεια δεν εγείρεται θέμα κωλύματος προς αναζήτηση άλλων αποζημιώσεων δυνάμει του Αστικού Αδικήματος της αμέλειας και της δυσφήμισης. Σχετικές είναι οι παραγράφοι 11 και 12 της εκθέσεως απαιτήσεως. Ο ΜΕ3 Αλέξανδρος Ιορδάνου, απόφοιτος πανεπιστημίου στη διοίκηση επιχειρήσεων προσφέρει υπηρεσίες συμβούλου επιχειρήσεων. Συνεργάζεται με τους ενάγοντες από το 2004 και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία CBA. Ετοίμασαν το εγχειρίδιο λειτουργίας, διαδικασιών λειτουργίας και περιγραφής θέσεων εργασίας των εναγόντων. Ετοίμασαν επίσης κτηνιατρικό σχέδιο υγείας, την μελέτη HACCP για ολοκληρωμένη διαχείριση φάρμας καθώς και τα έντυπα που χρειάζονταν για την εφαρμογή του συστήματος και διεκπεραίωσαν τις αιτήσεις για την έκδοση των σχετικών αδειών. Μετά το περιστατικό ο ΜΕ1 τον κάλεσε για να βοηθήσει στο δημιουργηθέν θέμα. Έγινε έλεγχος για εντοπισμό μέσα από τα αρχεία που τηρούνταν των παραδόσεων των αυγών. Κοίταζαν από τον φάκελο των παραδόσεων τα τιμολόγια και τηλεφωνούσαν τους παραλήπτες. Στις 12.1.06 αγόρασε δοχεία για αντιδείγματα και πήγε στο κτηνιατρείο και πήραν δείγματα της 2ης δειγματοληψίας τα οποία έδωσε προς φύλαξη σε συγκεκριμμένες συνθήκες. Επικοινώνησε με διάφορα εργαστήρια του εξωτερικού για να λάβει προσφορές για τις αναλύσεις που χρειάζονταν. Τελικά δεν έγιναν γιατί η σαλμονέλλα δεν επιβεβαιώθηκε. Παρόλα αυτά οι ενάγοντες θα έπρεπε να υποβάλουν νέα αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες προς έκδοση νέας άδειας. Προς αυτό τον σκοπό ετοίμασαν νέα αίτηση η οποία υποβλήθηκε στο Τμήμα Γεωργίας την 24.1.16 και στις 8.2.06 παρέλαβαν επιστολή με την νέα άδεια ημερ.30.1.
- Για την εργασία που ανέλαβε από τις 11.1.06 μέχρι και την επανέκδοση της άδειας χρέωσε και πληρώθηκε Λ.Κ.
- Δεν είχε την απόδειξη πληρωμής για το ποσό των Λ.Κ.800 γιατί πέρασαν από τότε 10 χρόνια. Ο ΜΕ4 Μάριος Γεωργιάδης, γεωπόνος, εργάζεται από το 2008 στο τμήμα γεωργίας, στον κλάδο χοιροτροφίας-πτηνοτροφίας. Γνώρισε τους ενάγοντες κατά τους ελέγχους που διενεργούσε. Κατά την επίσκεψη του στους ενάγοντες έλεγχε τα διάφορα μητρώα και δεν μπορούσε να θυμηθεί αν έγινε κάποια καταγγελία σε βάρος των εναγόντων. Παρατηρήσεις γίνονταν για μικρές μη συμμορφώσεις και έλεγχαν αν συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις και συμμορφώνονταν. Έκαναν, μεταξύ άλλων ελέγχων, και έλεγχο παραγωγής αυγών ημερησίως. Για το 2008 που γνώριζε, δεν παρατήρησαν μη συμμόρφωση αναφορικά με τον αριθμό της μέσης ημερήσιας παραγωγής αβγών που μπορούσαν να παράξουν. Οι ενάγοντες έπρεπε να υποβάλλουν έντυπα πωλήσεων αβγών ανά εβδομάδα καθώς και το σημείο πωλησης. Τα έντυπα παραγωγής τα έλεγχαν στην μονάδα και οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να τα στέλλουν στο Υπουργείο, παρόλο που έτυχε να τους στείλουν τέτοια έντυπα. Με αυτά έλεγχαν τον αριθμό των αβγών που πωλούσαν για να βλέπουν αν συμμορφωνόταν με την άδεια παραγωγής. Γίνοταν έλεγχοι αιφνιδιαστικά και δειγματοληπτικά περί τις 4 φορές τον χρόνο. Βρήκε κάποια μητρώα που τους απέστελλε η ενάγουσα, τεκμ.34, και διευκρίνησε διάφορα θέματα εξ αυτών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το τεκμ.34 είναι μέρος των ελέγχων που γίνονταν σε μονάδες παραγωγής και συσκευασίας και η τήρηση μητρώων πηγάζει από τη νομοθεσία. Ο παραγωγός υποχρεούται να φυλάσσει το τιμολόγιο για ένα χρόνο. Τον Ιούνιο του 2005 οι ενάγοντες δήλωσαν πωλήσεις αξίας Λ.Κ.13.497, αλλά με τους δικούς του υπολογισμούς οι πωλήσεις ήταν Λ.Κ.10.876,
- Για τον Αύγουστο του 2005 με βάση υπλογισμούς που έκαμε, βρήκε μια διαφορά ύψους Λ.Κ.2.275 λιγότερα από όσα δήλωσαν και για τον Σεμπτέμβριο μια διαφορά Λ.Κ.1.
- Αυτά, σε σχέση με το τεκμ.18 που είναι οι πωλήσεις που κατέθεσε ο ΜΕ
- Σύμφωνα με τον φάκελο που τηρούν για τους ενάγοντες, από την 17.1.06 συνεχιζόταν η πώληση αυγών χωρίς να εκδοθούν οι άδειες. Λήφθηκαν αυγά από την υπεραγορά Metro με σήμανση 17 και 21 Ιανουαρίου. Δεν κατάγγειλαν τους ενάγοντες για το θέμα αυτό. Κατέθεσε την απόδειξη παραλαβής τους από την υπεραγορά Metro (τεκμ.42). Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό παραλήφθηκαν 2 εξάδες αυγών των εναγόντων. Ο Χριστόφορος Χριστοφή, λογιστής ελεγκτής (ΜΕ2), είναι ο ελεγκτής των εναγόντων. Παράλληλα τηρούσε και τα βιβλία για σκοπούς του φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α. Ετοίμασε έκθεση, τεκμ.28, βάση των στοιχείων που έλαβε από τον ΜΕ1 και οι πωλήσεις επιβεβαιώνονται από τα τιμολόγια πωλήσεων. Αναφέρθηκε στην έκθεση που ετοίμασε και κατέθεσε τους ελεγμένους λογαριασμούς των εναγόντων για τα έτη 2005-
- Εξήγησε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση διάφορα στοιχεία και δεδομένα εκ των ελεγμένων λογαριασμών. Κατά την άποψη του οι ενάγοντες θα έπρεπε να απαιτούν αποζημιώσεις και για τα επόμενα χρόνια, γιατί υπήρξε δυσφήμιση στο όνομα της εταιρείας. Σύμφωνα με το τεκμ.28, χρόνο με τον χρόνο υπήρχε άνοδος στις πωλήσεις. Το 2006 που έγινε η δυσφήμιση οι πωλήσεις έπεσαν κατακόρυφα κατά 40%, ζημιά που ακολούθησε και το
- Επί σχετικής ερωτήσεως επί των οικονομικών καταστάσεων του 2006 ως προς το ποιο θα ήταν το καθαρό κέρδος πριν την φορολογία, απάντησε ότι οι ενάγοντες απαιτούν αποζημίωση και δεν υπήρχε λόγος να υπολογίσει το κέρδος που θα είχαν αν δεν υπήρχε η δυσφήμιση. Η διαφορά στα εισοδήματα θα ήταν καθαρό κέρδος. Η μείωση του κόστους δεν έχει καμιά σχέση με την απαίτηση των εναγόντων. Εκείνο που υπολόγισε είναι το κόστος πωλήσεων με βάση τα τιμολόγια, που είναι πραγματικοί αριθμοί. Υπολόγισε τα χαμένα εισοδήματα που προέκυψαν από την σαλμονέλλα. Αφορά συγκεκριμένη παραγωγή που δεν πωλήθηκε. Διευκρίνισε τέλος ότι εκείνο που απαιτούν οι ενάγοντες είναι η παραγωγή επί της τιμής πωλήσεως. Δεν απαιτούν το κέρδος αλλά τα χαμένα εισοδήματα, που είναι το ίδιο με το κέρδος επί του οποίου θα κατέβαλλαν και τον ανάλογο φόρο. Ο Χρίστος Σκοπελίτης (ΜΕ5) είναι ο διευθυντής της υπεραγοράς Metro. Αναφέρθηκε στην απόσυρση των αυγών των εναγόντων την επίδικη περίοδο λόγω της σαλμονέλλας. Ουσιαστικά η μαρτυρία του περιστράφηκε μετά που οι ενάγοντες επανήλθαν στην αγορά. Το αγοραστικό κοινό ήταν συγκρατημένο και δύσπιστο ως προς την ποιότητα του προιόντος. Όπως γίνεται και με άλλα προιόντα που κατόπιν ανακοίνωσης του Κράτους αποσύρονται, παίρνει μεγάλο χρονικό διάστημα να ανακάμψουν οι πωλήσεις. Αναφέρθηκε σε παραδείγματα άλλων προιόντων και ότι οι πωλήσεις των εναγόντων τον πρώτο χρόνο ήταν μειωμένες κατά 35%. Η εντύπωση του ήταν ότι χρειάστηκαν περίπου 3 χρόνια για να επανέλθουν. Αντεξετάστηκε επί του τεκμ.18, μηνιαία κατάσταση πωλήσεων ανά υπεραγορά που κατέθεσε ο ΜΕ1, και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις επί διαφόρων ερωτήσεων που του τέθηκαν. Τελευταίος μάρτυρας (ΜΕ6) ήταν ο Πανίκκος Θεοφάνους, ιδιοκτήτης της υπεραγοράς Golden Star. Κατέθεσε συνοπτική συγκριτική έκθεση πωλήσεων αυγών των εναγόντων προς την εταιρεία τους για τα έτη 2005 και
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι πωλήσεις του 2006 συγκριτικά με το 2005 έπεσαν κατά 35-40%. Αντεξεταζόμενος έδωσε διάφορες εξηγήσεις επί του σχετικού τεκμηρίου και σε σχετική υπόδειξη ότι οι αριθμοί που κατέθεσε διαφέρουν από το τεκμ.18 που κατέθεσε ο ΜΕ1, απάντησε ότι το ποσοστό μείωσης των πωλήσεων είναι στην βάση των δικών του εγγράφων και όχι αυτών του ΜΕ
- Η πλευρά του εναγομένου δεν προσκόμισε κανένα μάρτυρα και οι δικηγόροι προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις. Πριν γίνει περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία και στις θέσεις των δυο πλευρών όπως αυτές προβάλλονται στις αγορεύσεις τους, κρίνεται κατάλληλο να γίνει αναφορά στην νομική βάση της απαίτησης των εναγόντων. Έχει γίνει αναφορά στις παραγράφους 11 και 12 της εκθέσεως απαιτήσεως. Στην μεν παράγραφο 11 γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, σε δυσφήμιση των προιόντων (αυγών) των εναγόντων που προκλήθηκε από δηλώσεις/ανακοινώσεις του τμήματος κτηνιατρικών υπηρεσιών με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά και/ή απώλεια εισοδημάτων για ολόκληρο το 2006 ύψους Λ.Κ.76.696.
- Στην παράγραφο 12 είναι η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος ενέργησε επιπόλαια και δεν προχώρησε σε σωστούς ελέγχους δειγματοληψίας. Ακολούθως καταγράφονται λεπτομέρειες αμελείας του εναγομένου, ως ακολούθως: (α) Έγινε λάθος δειγματοληψία και δεν άφησαν αντιδείγματα (β) Από την 2.1.06 που λήφθηκαν τα δείγματα δόθηκαν στο κρατικό χημείο στις 8.1.06 (γ) Δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για ασφαλή φύλαξη των δειγμάτων (δ) Προχώρησαν σε ενημέρωση με δηλώσεις στα Μ.Μ.Ε χωρίς να ολοκληρωθούν οι τελικοί έλεγχοι. Είναι η θέση του εναγομένου ότι η απόσυρση των προιόντων από την αγορά είναι επιτακτική για την προστασία του κοινού και επιβάλλεται από την σχετική νομοθεσία (δες παρα.6). Επίσης, ότι αποτελεί θέμα δημοσίου συμφέροντος και υποχρέωση που πηγάζει από τον νόμο η ενημέρωση του κοινού για τέτοια αποτελέσματα, που σκοπεί στην προστασία του ευρύτερου κοινού από τυχόν μολύνσεις από επικίνδυνες ασθένειες (παρα.8 και 9). Στην παράγραφο 14 (δ) αναφέρεται ότι η ενημέρωση του κοινού έγινε στα πλαίσια προστασίας της Δημόσιας Υγείας και σύμφωνα με το αρ.16Α του Περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμος, Ν.54
(1)/96. Το γεγονός ότι σε επόμενες δειγματοληψίες δεν επιβεβαιώθηκε το αρχικά θετικό αποτέλεσμα, δεν καθιστά το αρχικό λανθασμένο. Κατά τα λοιπά αρνείται τις απαιτήσεις των εναγόντων. Στις αγορεύσεις, ο μεν κ. Γεωργίου αναφέρεται στην προσκομισθείσα μαρτυρία και στην ροή των γεγονότων όπως αναδύεται μέσα από τα διάφορα τεκμήρια. Είναι η θέση του ότι στις 2.1.06 υπάλληλοι των κτηνιατρικών υπηρεσιών έλαβαν δείγματα προς έλεγχο χωρίς να τηρήσουν τις διαδικασίες του Νόμου για την λήψη, φύλαξη και ανάλυση των δειγμάτων και χωρίς να δώσουν αντιδείγμα στους ενάγοντες. Η μη τήρηση του Αρ.16 του Περί Τροφίμων Νόμου, Ν.54
(1)/96 και η διαρροή των αποτελεσμάτων και στην συνέχεια οι δηλώσεις δυσφήμιζαν τους ενάγοντες και τα προιόντα τους, συνιστά δε και επιζήμια ψευδολογία, γεγονός που φαίνεται από την διαφορετική ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στα διάφορα τεκμήρια. Ο τρόπος, οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν και το ύφος των δηλώσεων της 11.1.06 - σχετικό είναι το τεκμ.7 - που μεταδόθηκαν έντονα και στις ειδήσεις των τηλεοράσεων και ραδιοφώνων περί σαλμονέλλας και της απόσυρσης των αυγών, προκάλεσε σοβαρή δυσφήμιση στους ενάγοντες. Είναι επίσης η θέση του ότι ο εναγόμενος δεν παρουσίασε τα αποτελέσματα των εξετάσεων για να πείσει περί της ορθότητας τους. Η κα Τσαγγάρη από την πλευρά της αναφέρει ότι τηρήθηκαν όλες οι διαδικασίες του Νόμου και σε κανένα στάδιο δεν απεδείχθη ότι έγινε λάθος εκ μέρους των κτηνιατρικών υπηρεσιών. Εκείνο που συνέβηκε είναι ότι δεν επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του συγκεκριμένου μικροβίου και όχι ότι επρόκετο περί λάθους. Με αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως είναι η θέση της ότι η βάση της αγωγής είναι η αμέλεια και στην βάση των λεπτομερειών που παρατίθενται, δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Έχουν παρατεθεί τα ουσιώδη σημεία της εκθέσεως απαιτήσεως. Καθόσον αφορά την δυσφήμιση και ως προς τον τρόπο δικογράφησης, στην υπόθεση Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 474, 491, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τέλος, υπό τύπο σχολίου και γενικότερης καθοδήγησης, λόγω του ότι παρατηρείται γενικώς μια λανθασμένη δικογραφική καταγραφή στις αξιώσεις και τις υπερασπίσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης, πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά την αγωγή θα πρέπει το δημοσίευμα να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοια του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα (Gatley on Libel and Slander 6η έκδ. σελ. 442)». Στην προκειμένη περίπτωση πλην της καταγραφής της απαίτησης της δυσφήμισης, δεν υπάρχει δικογραφημένο οτιδήποτε άλλο, ούτε η ανακοίνωση του Υπουργείου Υγείας, ούτε και οι κατ' ισχυρισμό δηλώσεις του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση. Από την άλλη η επιζήμια ψευδολογία, έχει έρεισμα στο Αρ.25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Για ότι αφορά εδώ το Αρ.25 προβλέπει ότι: «25.-
(1)Επιζήμια ψευδoλoγία συvίσταται στηv κακόβoυλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά- (α) Τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ ή (β) τα αγαθά άλλoυ ή (γ) τov τίτλo κυριότητας άλλoυ: Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(2), καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για επιζήμια ψευδoλoγία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά». Εγείρεται και εδώ, ζήτημα ορθής εκ μέρους των εναγόντων δικογράφησης της αξίωσης καθόσον αφορά την καταγραφή λεπτομερειών. Αντί άλλης αναφοράς, το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο το παρόν δικαστήριο υιοθετεί πλήρως, από την απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Ματσάκη ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά Αρ. Αγωγής 1089/04 στις σελ.6-7 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Η αγωγή βασίζεται, σύμφωνα με το γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο, σε δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Η συμπερίληψη αυτή στη γενική οπισθογράφηση είναι δυνατή, όμως στην έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε μετά η σύζευξη της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας είναι λανθασμένη διότι απαντάται μόνο ως μέρος της θεραπείας κάτω από την παρ. 16Α και ως εναλλακτική μάλιστα θεραπεία. Καμία απολύτως εξειδίκευση ή αναφορά στο ίδιο το σώμα της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει για την επιζήμια ψευδολογία σε αντιδιαστολή με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Οι δύο θεραπείες όμως είναι εντελώς ξεχωριστές διότι η μεν δυσφήμιση ορίζεται στο άρθρο 17 του Κεφ. 148, η δε επιζήμια ψευδολογία ορίζεται στο άρθρο 25 του Κεφ.
- Χρειαζόταν επομένως η επιζήμια ψευδολογία να εμπεριέχετο σε ξεχωριστές παραγράφους με τις αναγκαίες λεπτομέρειες της, ώστε ως θέμα ορθής δικογράφησης να καθιστούσαν δυνατή την εξέταση της και δεν επαρκεί η απλή αναφορά στο καταληκτικό αιτητικό. Στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, 16η Έκδ., σελ. 405, αναφέρεται ακριβώς ότι: "This wrong of injurious falsehood is to be distinguished not only from the wrong of deceit, but also from that of defamation, to which it is analogous, but from which it is distinct. Both in defamation and in injurious falsehood the defendant is liable because he has made a false and hurtful statement respecting the plaintiff; but in one case the statement is an attack upon his reputation, and in the other it is not." Στη συνέχεια, στη σελ. 407 αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, το ίδιο δε απαντάται και στον Gatley on Libel and Slander, 10η Έκδ., σελ.
- Η επιζήμια ψευδολογία ("injurious falsehood"), όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο του Κεφ. 148) και που είναι περίπου το αντίστοιχο malicious falsehood που αναφέρεται στα Αγγλικά συγγράμματα, συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση της ψευδούς δήλωσης, μεταξύ άλλων για το επάγγελμα κάποιου και εκτός τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το εδάφιο 2 του άρθρου 25, ουδείς τυγχάνει αποζημίωσης, εκτός αν εξαιτίας της επιζήμιας ψευδολογίας υπέστη ειδική ζημιά. Από αυτά και μόνο είναι φανερό ότι χρειάζεται εξειδικευμένη δικογραφική αναφορά με την παροχή των αναγκαίων λεπτομερειών τόσο για την κακοβουλία όσο και για τις ζημιές, όπως υποδεικνύει και το σύγγραμμα Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12 Έκδ., σελ. 444-7, και τα εκεί αναφερόμενα πρότυπα, καθώς και ο Gatley - supra - , 10η Έκδ., σελ. 1111-1113, όπου στο πρότυπο Α1.19 δίνεται επίσης ο τρόπος της ορθής δικογράφησης της επιζήμιας ψευδολογίας.» Έπεται συνεπώς, στην απουσία ορθής δικογράφησης, η απαίτηση εδραζόμενη επί δυσφήμισης, αλλά και η θέση του κ. Γεωργίου για επιζήμια ψευδολογία, δεν μπορεί να επιτύχει. Παραμένει συνεπώς προς εξέταση το ζήτημα της αμέλειας, στη βάση όσων καταγράφονται ως καταλογιζόμενες λεπτομέρειες αμελείας. Μια εκ των ενεργειών του εναγομένου που τους καταλογίζεται ως αμελής πράξη, είναι ότι έγινε λάθος δειγματοληψία και δεν άφησαν αντιδείγματα. Το επιχείρημα στηρίζεται στο Αρ.16 του Περί Τροφίμων Νόμου, Ν.54
(1)/96. Η θέση της κας Τσαγγάρη είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί το γεγονός αυτό, αλλά και αν ακόμα άφηναν αντιδείγματα, είναι η θέση της ότι δεν έχει καταδειχθεί πως αυτό θα επηρέαζε την ορθότητα της διαδικασίας και τα αποτελέσματα. Οι Αρχές, σε σχετική επιστολή προς τους ενάγοντες τους ενημέρωναν ότι βρέθηκε σε δειγματοληψία ύποπτο για salmonella typhimurium και μέχρι την τελική διάγνωση τους παρακαλούσε να μην διαθέσουν οποιαδήποτε αυγά στην αγορά. Στην συνέχεια οι ενάγοντες ενημερώθηκαν, την 17.1.16, ότι μετά από περαιτέρω διερεύνηση δεν επιβεβαιώθηκε η παρουσία οποιουδήποτε παθογόνου οργανισμού στο ύποπτο σμήνος της πτηνοτροφικής τους μονάδας και ως εκ τούτου ήρθησαν όλα τα μέτρα που επιβλήθηκαν. Πουθενά στην σχετική αλληλογραφία οι Αρχές αναφέρονται σε λάθος, ούτε και ότι η δειγματοληψία αποδείχθηκε λανθασμένη. Αν η θέση των εναγόντων είναι πως το αποτέλεσμα της ανάλυσης που έγινε ήταν λανθασμένο, έφεραν και το βάρος να το αποδείξουν. Θα έπρεπε να προσκομίσουν το αποτέλεσμα της ανάλυσης και να καταδείξουν, με κατάλληλη μαρτυρία, το εσφαλμένο της. Αν από την άλλη το λάθος εντοπίζεται στην λήψη αυτού καθ' αυτού του δείγματος, ότι δηλαδή δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες δειγματοληψίας και πάλι θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία πως έγινε η δειγματοληψία, ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο έγινε από τους αρμόδιους λειτουργούς και αν ο τρόπος αυτός παραβίαζε κάποια συγκεκριμένη νομοθεσία ή κανονισμό. Αν τέλος, θεωρούν ότι το λάθος έγκειται στην δικογραφημένη θέση τους ότι δεν άφησαν αντιδείγματα και συνεπώς αυτό από μόνο του συνιστά λάθος που παραπέμπει σε αμέλεια και πάλι έφεραν το βάρος να αποδείξουν το γεγονός αυτό. Ουσιαστικά οι ενάγοντες πέραν της σχετικής αλληλογραφίας που είχαν με τις αρμόδιες υπηρεσίες, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση και κυρίως ως προς την συγκεκριμμένη αυτή πτυχή της αμελείας που καταλογίζουν στον εναγόμενο. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως ακριβώς έγινε η δειγματοληψία, ούτε και αν τηρήθηκαν οι πρόνοιες των Αρ.15 και 16 της Νομοθεσίας. Αντίθετα, εκείνο που συμπεραίνεται από την μαρτυρία του ΜΕ3, είναι ότι στις 12.1.06 αγόρασε δοχεία για αντιδείγματα και πήγε στο κτηνιατρείο και έλαβε δείγματα της 2ης δειγματοληψίας τα οποία έδωσε προς φύλαξη σε συγκεκριμμένες συνθήκες. Από την μαρτυρία αυτή εξάγεται ότι έγιναν δυο δειγματοληψίες και οι ενάγοντες έλαβαν αντιδείγματα για να προβούν σε δικό τους έλεγχο και ανάλυση, ανεξάρτητα αν αυτό δεν έγινε τελικά. Από την μαρτυρία πάντως του ΜΕ3 εγείρεται και θέμα για ποια δειγματοληψία καταλογίζεται το λάθος, ή η αμέλεια των αρμοδίων αρχών. Πέραν των πιο πάνω, και ως προς το υπό στοιχείο (β) των λεπτομερειών αμελείας, δεν υπάρχει μαρτυρία πότε δόθηκαν τα δείγματα στο χημείο για ανάλυση, αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, μέχρι και την 11.1.06 που ο διευθυντής των κτηνιατρικών υπηρεσιών ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι το δείγμα ήταν ύποπτο για salmonella, οι ενάγοντες πωλούσαν κανονικά τα προιόντα τους. Ή τουλάχιστον δεν έχει καταδειχθεί το αντίθετο. Ως προς το υπό στοιχείο (γ) των λεπτομερειών αμελείας των εναγομένων, δεν έχει καταδειχθεί ποια ήταν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή φύλαξη των δειγμάτων και τι μέτρα έλαβαν οι αρμόδιες αρχές προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να διαφανεί αν ήταν αμελείς ως προς την φύλαξη των δειγμάτων. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι παρόμοια, αν όχι ακριβώς τα ίδια, με ίδια νομικά σημεία με τα γεγονότα της υπόθεσης Χρ. Ηλία & Υιός ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2011)1 Α.Α.Δ. 1970, σελ.1977 επ. Θα παρατεθεί μεγάλο μέρος της απόφασης αυτής γιατί δίνονται απαντήσεις σε όλα τα εγειρόμενα ζητήματα, ακόμα και στην περίπτωση που η αγωγή θα μπορούσε να θεωρηθεί, ή έχουσα ως βάση την δυσφήμιση και την επιζήμια ψευδολογία. «Πράγματι, η ανακοίνωση που εξέδωσαν οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν περιέχει οποιοδήποτε ψεύδος και περιορίζεται στην παράθεση χωρίς σχόλια των πραγματικών γεγονότων. Το πρωτόδικο δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν έχει υπάρξει περί του αντιθέτου καμιά αξιόπιστη μαρτυρία. Οι αρμόδιες αρχές, υπό τις περιστάσεις, είχαν τη δυνατότητα ή ακόμα και την υποχρέωση να προβούν στη δημοσίευση μιας τέτοιας ανακοίνωσης λόγω του άρθρου 16Α του περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμου του 1996, Ν.54(Ι)/1996αλλά και του Κανονισμού (ΕΚ) 178/
- Υπό τις περιστάσεις οι ενέργειές τους ήταν εύλογες και δεν υπερβαίνουν το απόλυτα αναγκαίο για την προστασία των πολιτών. Ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002, το οποίο προβλέπει ότι όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας ότι τρόφιμο ή ζωοτροφή ενδεχομένως ενέχει κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου ή των ζώων, τότε, ανάλογα με τη φύση, σοβαρότητα και την έκταση του κινδύνου αυτού, οι δημόσιες αρχές προβαίνουν στις κατάλληλες διαδικασίες ώστε να ενημερώσουν το ευρύ κοινό σχετικά με τη φύση του κινδύνου όσον αφορά την υγεία, παρέχοντας όσο το δυνατό περισσότερα στοιχεία για την αναγνώριση του τροφίμου ή της ζωοτροφής και καθορίζοντας τον κίνδυνο που ενδεχομένως αυτό ενέχει καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται ή που πρόκειται να ληφθούν για την αποφυγή, μείωση ή εξάλειψη του κινδύνου αυτού. Το Κεφάλαιο ΙΙ του Κανονισμού στο οποίο υπάγεται στο άρθρο 10, αφορά σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής τροφίμων και περιέχει τις γενικές αρχές που πρέπει να ακολουθούνται όταν λαμβάνονται σχετικά μέτρα. Το άρθρο 10 του Κανονισμού έχει ενσωματωθεί στη νομοθεσία μας με το Ν.27(Ι)/2005(άρθρο 16Α) με τον οποίο τροποποιείται ο Ν.54(Ι)/
- Ο τροποποιητικός αυτός νόμος είχε τεθεί σε ισχύ στις 18.3.2005, δηλαδή πριν τη δημιουργία του κατ' ισχυρισμόν αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντος στις 14.4.
- Οι αρχές ανακοίνωσαν ότι τα χαλούμια παρουσίαζαν δυσάρεστη οσμή, η οποία ενδεχομένως να οφείλεται στην αλλοίωση του προϊόντος. Άνκαι δεν είχε ολοκληρωθεί ο μικροβιολογικός έλεγχος, εν τούτοις οι αρχές είχαν δικαίωμα να ενεργήσουν ως έπραξαν, για προστασία της δημόσιας υγείας. Στο σημείο αυτό θα παραπέμψουμε και πάλι στο άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 το οποίο προβλέπει ότι στις περιπτώσεις όπου εντοπίζεται πιθανότητα βλαβερών επιπτώσεων στην υγεία, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα, μπορούν να ληφθούν τα προσωρινά μέτρα διαχείρισης του κινδύνου που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας που έχει επιλεγεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέχρι να υπάρξουν περαιτέρω επιστημονικές πληροφορίες για μια πιο εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του κινδύνου. Τα μέτρα που λαμβάνονται είναι ανάλογα και όχι πιο περιοριστικά για το εμπόριο από όσο απαιτείται για την επίτευξη του υψηλού επιπέδου προστασίας που έχει επιλεγεί, ενώ παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψιν η τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα. Υπό τις περιστάσεις οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούσαν να περιμένουν τα αποτελέσματα του μικροβιολογικού ελέγχου των προϊόντων πριν προειδοποιήσουν το αγοραστικό κοινό για την ύπαρξη προβλήματος και ενδεχομένων κινδύνων για την υγεία. Προειδοποίησαν απλώς για την ύπαρξη του προβλήματος το οποίο ήταν η δυσάρεστη οσμή. Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν ότι τα χαλούμια είχαν δυσάρεστη οσμή κατ' έφεση, αλλά, όπως παρατηρεί και το πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε ο διευθυντής των εφεσειόντων δεν αμφισβήτησε ούτε προς στιγμή τη βάση του παραπόνου για την ύπαρξη δυσάρεστης οσμής, πολύ δε περισσότερο δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού. Έστω κι' αν οι μικροβιολογικές εξετάσεις έδειξαν στη συνέχεια την καταλληλότητά τους, δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο της ανακοίνωσης ήταν αναληθές ή ότι τα χαλούμια που βρέθηκαν στην υπεραγορά δεν είχαν δυσάρεστη οσμή. Με τα πιο πάνω απαντάται και απορρίπτεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης, όπου υποστηρίζεται ότι το συμπέρασμα του δικαστηρίου πως οι αρμόδιες υπηρεσίες κατά την εξέταση της υπόθεσης ενήργησαν νομίμως και μέσα στα πλαίσια των εξουσιών και αρμοδιοτήτων τους με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την περιφρούρηση της δημόσιας υγείας, είναι λανθασμένο. Όπως έχουμε δει και προηγουμένως οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να ειδοποιήσουν το κοινό, γιατί λόγω της δυσάρεστης οσμής υπήρχαν βάσιμοι λόγοι υποψίας ότι το συγκεκριμένο τρόφιμο ενείχε κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Είναι φανερό ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν μπορούσαν να περιμένουν τα αποτελέσματα των μικροβιολογικών ελέγχων ξέροντας ότι ποσότητες από τη συγκεκριμένη παρτίδα χαλουμιών είχαν ήδη πωληθεί και θα καταναλώνονταν, πιθανόν, από τους καταναλωτές. Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ακόμα ότι το δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει θέματα αμέλειας, αλλά και την παραβίαση συνταγματικών τους δικαιωμάτων όπως περιέχονταν στα δικόγραφα. Υποστηρίζουν ότι υπήρξε έκδηλη κατάχρηση εξουσίας και παράλειψη να εφαρμόσουν τους Νόμους και Κανονισμούς ως είχαν υποχρέωση. Ως προς την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των εφεσειόντων υποστηρίζουν ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος ή απασχόλησης, αφού υπήρξε επέμβαση σ' αυτό από τις πράξεις ή παραλείψεις των αρμοδίων υπαλλήλων. Και αυτός ο λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί. Κατ' αρχάς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει θέματα αμέλειας ή παραβίασης δήθεν του συνταγματικού δικαιώματος της άσκησης επαγγέλματος, αφού με την προηγούμενη ανάλυση που έκανε, ουσιαστικά απαντούσε και στα θέματα αυτά. Οι αρμόδιοι λειτουργοί αυταπόδεικτα δεν επέδειξαν αμέλεια αφού, όπως είδαμε, σύμφωνα με τις ορθές διαπιστώσεις του δικαστηρίου, εφάρμοσαν απλώς την κειμένη νομοθεσία και ασφαλώς δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος άσκησης επαγγέλματος. Οι εφεσείοντες δεν παρεμποδίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην απασχόλησή τους. Οι εφεσίβλητοι απλώς εξέδωσαν ανακοίνωση ότι συγκεκριμένη παρτίδα χαλουμιών παραγωγής των εφεσειόντων, είχε δυσάρεστη οσμή και προέτρεπαν το κοινό προληπτικά και προς χάρη της δημόσιας υγείας να μην καταναλώσει τα χαλούμια από τη συγκεκριμένη παρτίδα που τυχόν είχαν αγοράσει. Σε καμιά περίπτωση δεν κρίνουμε ότι ακόμα και αν υπήρχε επέμβαση στα δικαιώματα των εφεσειόντων, αυτή ήταν δυσανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού». Στην απουσία απόδειξης των καταλογιζόμενων λεπτομερειών αμελείας σε βάρος του εναγομένου, αλλά και για τους γενικότερους λόγους που εκτενώς αναλύονται στην πιο πάνω υπόθεση, η ενασχόληση με το κατά πόσο οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά και κατά πόσο την απέδειξαν είναι άνευ αντικειμένου. Αναφορικά με τα έξοδα επενέκδοσης της άδειας που αξιώνουν οι ενάγοντες, σύμφωνα με το Αρ.4
(8)του Περί Εφαρμογής Προδιαγραφών για την Παραγωγή, Ταξινόμηση, Σήμανση και Εμπορία Βρώσιμων Αυγών, Ν.276
(1)/04, η δοθείσα άδεια μπορεί να ανακληθεί από την εντεταλμένη υπηρεσία και πριν την εκπνοή της, αν ο ιδιοκτήτης ή το πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο στο κέντρο συσκευασίας ή στο κέντρο συλλογής, παραβεί τους όρους των σχετικών Ευρωπαικών Κανονισμών ή οποιουσδήποτε από τους όρους της άδειας. Κατά συνέπεια ο Διευθυντής του Τμήματος Γεωργίας δυνάμει του πιο πάνω Νόμου και στην βάση των γεγονότων που έχουν εκτεθεί, είχε εξουσία ανάκλησης της άδειας των εναγόντων, ανάκληση ή και ακύρωση να υπομνησθεί, ότι φέρει και περιβάλλεται με το τεκμήριο της νομιμότητας. Ως προς τα έξοδα διαφήμισης και δημοσίευσης της ανακοίνωσης του Υπουργείου, τα οποία έγιναν από τους ενάγοντες, προκύπτει ότι ήταν επιλογή των εναγόντων να διαφημίσουν τα προιόντα τους και ως εκ τούτου δεν εγείρεται θέμα καταβολής των εξόδων αυτών εκ μέρους της Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια και για τους πιο πάνω λόγους η απαίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτετται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων και προς όφελος του εναγομένου. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο