← Κύπρος

C & S American Heart Institute Ltd ν. Αντρέας Ιγνατίου, Αρ. Αγωγής: 3291/10, 11/1/2017

C & S American Heart Institute Ltd ν. Αντρέας Ιγνατίου, Αρ. Αγωγής: 3291/10, 11/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3291/10 C & S American Heart Institute Ltd Ενάγουσας και Αντρέας Ιγνατίου Εναγομένου Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Π. Βαρνάβα για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ο Εναγόμενος εμφανίζεται προσωπικά ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγομένου, το ποσό των Λ.Κ. 9,280 ισάξιο με €15.855,82 πλέον τόκους έξοδα και Φ.Π.Α. για παροχή προς τον Εναγόμενο διαφόρων ιατρικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, το κόστος των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στον Εναγόμενο ανήλθε στο συνολικό ποσό των ΛΚ.20,300 ισάξιο με €34,684.

  1. Σχετικά εκδόθηκαν 3 τιμολόγια από την Ενάγουσα, με ρητή αναφορά ότι το οφειλόμενο ποσό θα επιβαρυνόταν με τόκο προς 9% σε περίπτωση μη εξόφλησης τους εντός 30 ημερών από την έκδοσή τους. Ο Εναγόμενος κατέβαλε, μέσω του Υπουργείου Υγείας, το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 11,020 κατόπιν γραπτής εξουσιοδότησης του ημερομηνίας 2.9.
  2. Συνεπώς, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, παραμένει ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των ΛΚ 9,280 ισάξιο με €15,855.
  3. Ο Εναγόμενος μέσω της Υπεράσπισης του προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη

(2004)1 Α.Α.Δ. 576). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μου, προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν 2 μάρτυρες (Μ.Ε.). Για τον Εναγόμενο κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Μάρτυρες Ενάγουσας Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, ο οποίος από τον Νοέμβριο του 2011 είναι Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Ενάγουσα ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και είναι ιδιοκτήτες και διαχειριστές της κλινικής γνωστής με το όνομα AMERICAN HEART INSTITUTE LIMITED, με έδρα τη Λευκωσία. Στη κλινική παρέχονται, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σχετικές με καρδιοχειρουργικά, θωρακοχειρουργικά και καρδιολογικά περιστατικά. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι, μετά από παράκληση του Εναγόμενου, ο τελευταίος υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στην κλινική της Ενάγουσας στις 26.11.
  1. Η επέμβαση περιελάμβανε την προσφορά στο Εναγόμενο των εξής Ιατρικών Υπηρεσιών: α) Operation (CABG) β) 1 Operation (LV Aneurysmectomy) γ) 1 Intra Aortic Baloon Pump. Προτού παρασχεθούν οι υπηρεσίες στον Εναγόμενο, ο τελευταίος υπέγραψε στις 10.11.2003 έγγραφα συγκατάθεσης για εγχείρηση ή θεραπεία ή άλλη διαδικασία, ενώ του επεξηγήθηκε και η διαδικασία της επέμβασης από τους θεράποντες ιατρούς του. Τα εν λόγω έγγραφα συγκατάθεσης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1Α και 1Β. Ακολούθως, περί τις 13.11.2003, ο Εναγόμενος έστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Υγείας (Τεκμήριο 2) με την οποία ζητούσε από το εν λόγω Υπουργείο, όπως τύχει οικονομικής βοήθειας για κάλυψη των εξόδων της Ενάγουσας που στεγαζόταν τότε στο Απολλώνιο Νοσοκομείο. Μετά την παροχή των υπηρεσιών στον Εναγόμενο, ο θεράπων ιατρός Δρ. Μαρίνος Σωτηρίου, κατόπιν παράκλησης του Εναγομένου, ετοίμασε ιατρική έκθεση αναφορικά με την επέμβαση του Εναγομένου (Τεκμήριο 3). Συνεπεία της παροχής των πιο πάνω υπηρεσιών, η Ενάγουσα στις 18.12.2003, εξέδωσε και παρέδωσε στον Εναγόμενο τρία τιμολόγια με αριθμούς 1547, 1548 και 1588, για τα ποσά των ΛΚ 5500.00, ΛΚ14.000.00 και ΛΚ 800.00 αντίστοιχα (Τεκμήρια 4, 5 και 6 αντίστοιχα). Στα εν λόγω τιμολόγια υπήρχε ρητή αναφορά ότι σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής τους εντός 30 ημερών, τα οφειλόμενα ποσά θα επιβαρύνονται με τόκο 9%. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε περαιτέρω, ότι ο Εναγόμενος αναγνωρίζοντας τις οφειλές του βάσει των τιμολογίων, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 20.10.2004 προς το Υπουργείο Υγείας με παράκληση όπως διευθετηθούν οι οφειλές του προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 7). Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι μετά την παροχή των υπηρεσιών της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο, αυτός ανάρρωσε πλήρως. Στις 26.9.2005 το Υπουργείο Υγείας, κατόπιν εξουσιοδότησης του Εναγομένου ημερομηνίας 2.9.2005 (Τεκμήριο 8), κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.11.020, ισάξιο με €18,829 έναντι της οφειλής του Εναγομένου προς την Ενάγουσα. Παρά την καταβολή του εν λόγω ποσού ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει προς την Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.9.280 ισάξιο με €15,855.
  2. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο αναλυτική κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου (Τεκμήριο 9) Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Ε.1 παραδέχτηκε ότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που έγιναν πριν την ανάληψη καθηκόντων ως Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας. Η γνώση του για τα γεγονότα προκύπτει μέσα από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Παρά το ότι δεν έχει προσωπική γνώση, ο Μ.Ε.1 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν ήρεμος και ευθύς στις απαντήσεις του και προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα γνωρίζει από πληροφορίες που έλαβε ως οικονομικός διευθυντής της Ενάγουσας από το
  3. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι την εξέδωσε ο ίδιος αλλά ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι την παρέδωσε στον Εναγόμενο. Γενικά, ο μάρτυρας σε κανένα σημείο δεν προσπάθησε να πείσει για την πρωτογενή γνώση των γεγονότων ή να πείσει για κάτι επιπρόσθετο από αυτό που γνωρίζει. Λαμβάνοντας υπόψη την συνολική του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρας καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κρίνω ότι ο Μ.Ε.1 προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια σε σχέση με όσα γνωρίζει. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του υποστηρίζεται από τα τεκμήρια, τα οποία κατατέθηκαν άνευ της ένστασης του Εναγομένου. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ενισχύεται και επαληθεύεται σε πολλά σημεία, από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 ο οποίος επιβεβαίωσε πρωτογενώς τα όσα ο Μ.Ε.1 ανέφερε ως εξ ακοής μαρτυρία. Προχωρώ ευθύς αμέσως στην μαρτυρία του Μ.Ε.
  4. Ως Μ.Ε.2 κλήθηκε ο Δρ. Μαρίνος Σωτηρίου, η μαρτυρία του οποίου κάλυψε κατά μεγάλο μέρος τα ίδια γεγονότα με αυτήν του Μ.Ε.
  5. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο θεράπων ιατρός του Εναγομένου. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τα Τεκμήρια αρ. 1 Α και Β, ήτοι τα έγγραφα συγκατάθεσης για την επέμβαση στην παρουσία του ιδίου αλλά και στην παρουσία του Δρ. Χρίστου Χρίστου. Τα εν λόγω έγγραφα υπεγράφησαν και από τον ίδιο και τον ιατρό Χρίστου. Ο Μ.Ε.2 επεξήγησε το είδος της επέμβασης στην οποία και υποβλήθηκε ο Εναγόμενος, ενώ επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος συνέταξε την ιατρική έκθεση Τεκμήριο 3 η οποία και παραδόθηκε στον Εναγόμενο. Ο Μ.Ε.2 επιβεβαίωσε ότι όλες οι υπηρεσίες ως αναγράφονται στα τιμολόγια Τεκμήρια αρ. 4, 5, και 6 παρασχέθηκαν από τον ίδιο και βάσει των δικών του οδηγιών. Περαιτέρω, σημείωσε ότι οι υπηρεσίες αυτές ήταν αναγκαίες και απαραίτητες για την ανάρρωση του Εναγόμενου. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του Μ.Ε.2 αλληλεπικαλύπτεται από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω στην ολότητα της. Κατά την αντεξέταση, ο Εναγόμενος υπέβαλε στον Μ.Ε.2 ότι δεν διενέργησε αυτός τον καθετηριασμό αλλά κάποιος κύριος Ζαμπάρτας από το Γενικό νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι ως καρδιοχειρουργός δεν διεκπεραιώνει ο ίδιος καθετηριασμούς, αλλά ο γιατρός Χρίστος Χρίστου τον οποίο εξουσιοδότησε ο Εναγόμενος στις 10.11.2003 δυνάμει του Τεκμηρίου 1Α. Σε υποβολή του Εναγομένου ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ του κύριου Ζαμπάρτα και του Υπουργείου Υγείας, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι ο Εναγόμενος προσήλθε από μόνος του στην Ενάγουσα για να χειρουργηθεί και εκ των υστέρων ζήτησε οικονομική βοήθεια από το Υπουργείο Υγείας. Η Ενάγουσα δεν είχε εμπλακεί προ-εγχειριτικά σε οποιαδήποτε τηλεφωνική συζήτηση είτε με τον κύριο Ζαμπάρτα είτε με το Υπουργείο Υγείας για τη διεκπεραίωση του περιστατικού του Εναγομένου. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου για σύμβαση της Ενάγουσας με Υπουργείο Υγείας θα ίσχυε μόνο σε περίπτωση παραπομπής περιστατικού απευθείας από το Υπουργείο Υγείας, κάτι που κατά τον Μ.Ε.2, δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ο Μ.Ε.2 επεξήγησε επίσης ότι το Υπουργείο Υγείας συνήθως πληρώνει μέρος του ποσού που οφείλεται σε περιπτώσεις ασθενών που τυγχάνουν θεραπείας από μόνοι τους χωρίς επίσημη παραπομπή και οι οποίοι ζητούν να ξοφληθεί κάποιο μέρος των οφειλόμενων ποσών εκ των υστέρων. Τα ποσά τα οποία οφείλονταν προς την Ενάγουσα ήταν ξεκάθαρα ευθύς εξαρχής. Τα διεκδικούμενα με την παρούσα αγωγή ποσά αφορούν υπηρεσίες οι οποίες δόθηκαν βάσει της φόρμας του τεκμηρίου 1Β δηλαδή για υπηρεσίες αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, διόρθωση ανευρύσματος αριστερής κοιλίας, εισαγωγή ενδοαορτικής αντλίας για στήριξη της καρδίας. Σε υποβολές του Εναγόμενου ότι ο τελευταίος μεταφέρθηκε για επέμβαση στην κλινική της Ενάγουσας χωρίς να έχει επαφή με την πραγματικότητα και ότι ήταν αναίσθητος και σχεδόν νεκρός, ο Μ.Ε.2 επεξήγησε με αναφορά στην ιατρική έκθεση Τεκμήριο 3, ότι ο Εναγόμενος είχε πόνο σε κόπωση και δύσπνοια, κάτι που πόρρω απέχει από το νεκρός και αναίσθητος. Επανέλαβε τέλος ότι ο Εναγόμενος δεν είχε παραπεμφθεί από τον κύριο Ζαμπάρτα ή από το Υπουργείο Υγείας. Η οποιαδήποτε επαφή με τους πιο άνω έγινε εκ των υστέρων. Ο Μ.Ε.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω αμφιβολία ότι ήρθε με σκοπό να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και να παρουσιάσει τα αληθή γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν διαγράφοντας την εξέλιξη των γεγονότων. Ήταν επίσης σταθερός στις θέσεις του, ενώ η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Σε κανένα σημείο δεν διαφάνηκε ότι προσπαθούσε να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα. Σημειώνω επίσης ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε σε σημαντικές πτυχές της μαρτυρίας του, όπως για το ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τα Τεκμήρια 1Α και 1Β στην παρουσία του Μ.Ε.
  6. Παράλληλα με τα πιο πάνω ο Μ.Ε.2 αναγνώρισε τα κατατεθέντα τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων συνάδει και με την προφορική του μαρτυρία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ ο Εναγόμενος άφησε στα πλαίσια της αντεξέτασης του Μ.Ε.2 να νοηθεί ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν είναι σε αυτόν που παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες έκλεισε την αντεξέταση ευχαριστώντας μεταξύ άλλων τον κ. Μαρίνο Σωτηρίου, ο οποίος συνέτεινε στην εγχείρηση του με αποτέλεσμα να ζει σήμερα. Μαρτυρία Εναγόμενου Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα παρουσίασε την υπόθεση του ο Εναγόμενος, δίνοντας προφορική μαρτυρία ο ίδιος. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ουδέποτε έδωσε την συγκατάθεση του για να υποβληθεί σε επέμβαση στην κλινική της Ενάγουσας και ότι δεν θυμόταν πως βρέθηκε στην κλινική της Ενάγουσας. Θέση του ήταν ότι την όλη διαδικασία της επέμβασης του την ανέλαβε το Γενικό νοσοκομείο Λευκωσίας, σε συνεργασία με κάποιο γιατρό Ζαμπάρτα, το Υπουργείο Υγείας και την Ενάγουσα. Προτού προχωρήσω στα όσα ο Εναγόμενος ανέφερε κατά την αντεξέταση του, οφείλω στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου ότι την όλη διαδικασία της επέμβασης του ανέλαβε το Γενικό νοσοκομείο Λευκωσίας σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας δεν δικογραφούνται. Η πλευρά της Ενάγουσας επεσήμανε το γεγονός αυτό κατά την ακροαματική διαδικασία. Όντως, ο Εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε, προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Δεν αντιτάσσει όμως κάτι διαφορετικό. Είναι νομολογημένο ότι η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν συνεπάγεται και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου εκφεύγουν των δικογραφημένων του θέσεων. Μετά από αυτή την επισήμανση προχωρώ στα λεχθέντα κατά την αντεξέταση του Εναγομένου. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι έχουν περάσει περίπου δεκατρία χρόνια από τότε που υποβλήθηκε στην επέμβαση. Θυμάται, ότι έκανε εγχείρηση αλλά δεν θυμάται τίποτα πριν την επέμβαση. Εντούτοις, θυμόταν με βεβαιότητα ότι ουδέποτε του έφεραν να υπογράψει έγγραφα συγκατάθεσης για να υποβληθεί σε επέμβαση. Ο Εναγόμενος, δεν απαντούσε ευθέως στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με την υπογραφή των τεκμηρίων 1Α και 1Β, ήτοι των συγκαταθέσεων. Όταν του υποδείχθηκαν τα εν λόγω τεκμήρια απαντούσε με υπεκφυγές, ήτοι ότι δεν υπάρχει υπογραφή μαρτύρων ή η υπογραφή του γιατρού επί του τεκμηρίου 1Α. Σε σχέση με την ουσία του ζητήματος, ήτοι κατά πόσον η υπογραφή στην θέση υπογραφής του ασθενούς ήταν δική του, απέφυγε να απαντήσει και ανέφερε απλώς ότι ήταν σχεδόν μελλοθάνατος και δεν μπορεί να θυμάται. Του υποδείχθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει ημερομηνία 10.11.2003 και του ζητήθηκε να αναφέρει την ημερομηνία της επέμβασης του. Ο Εναγόμενος αφού πρώτα σχολίασε ότι η ημερομηνία στο Τεκμήριο 1Α μπορεί να τέθηκε σε άγνωστο χρόνο, ακολούθως είπε ότι δεν θυμάται πότε έγινε η επέμβαση. Δεν μπορούσε ούτε καν τον αριθμό ταυτότητας του να θυμηθεί. Γενικά, ο Εναγόμενος δεν μου άφησε καλή εντύπωση μέσα από τις απαντήσεις του και την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα. Φαινόταν να τελεί υπό σύγχυση σε σχέση με τα γεγονότα, ενώ διαπίστωσα, ηθελημένη σιωπή όταν δεν ήταν σε θέση να δώσει μια λογική εξήγηση για τις θέσεις που του υποβάλλονταν, όπως λόγου χάρη όταν ερωτήθηκε κατά πόσον εγχειρήθηκε από τους Ενάγοντες χωρίς την συγκατάθεση του. Ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του, παραδέχτηκε ότι έστειλε τις επιστολές, Τεκμήριο 2 και 7, στο Υπουργείο Υγείας καθώς επίσης και την υπογραφή του στο τεκμήριο 8, ήτοι την εξουσιοδότηση στο Υπουργείο Υγείας. Επισημαίνω στο σημείο αυτό τον αλλοπρόσαλλο χειρισμό της υπόθεσης από τον Εναγόμενο, ο οποίος κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 αμφισβήτησε ότι απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 2 και υπέβαλε ότι δεν είναι ο ίδιος που υπέγραψε την επιστολή Τεκμήριο
  1. Εν πάση περιπτώσει, στην επιστολή Τεκμήριο 2 η οποία φέρει ημερομηνία 13 Νοεμβρίου 2013 αναφέρονται τα εξής: «Η συμβουλή των Ιατρών μου είναι να εγχειρισθώ αμέσως και μου όρισαν ημ. τις 27 Νοεμβρίου 2003 στο Απολλώνιο Λευκωσία. Η εγχείριση είναι ανοικτής καρδίας και όπως πληροφορήθηκα κοστίζει πολύ ακριβά. Λόγω ψυχολογικών καταστάσεων δεν μπορώ να εγχειριστώ εις το Νοσοκομείο διότι και οι δύο μου γονείς έχουν πεθάνει μέσα στο Νοσοκομείο . σας παρακαλώ όπως τύχω μερικής βοήθειας από το Υπουργείο σας δια να πληρώσω την Κλινική.» Η επιστολή αυτή καταρρίπτει την όποια θέση του Εναγομένου ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε πριν την εγχείριση. Είχε ήδη επισκεφτεί την κλινική της Ενάγουσας η οποία τότε στεγαζόταν στο Απολλώνιο Νοσοκομείο και είχε ήδη προγραμματίσει χειρουργική επέμβαση. Δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην εν λόγω επιστολή για την εμπλοκή είτε του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας είτε του κ. Ζαμπάρτα. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι παρέλαβε τα τιμολόγια τεκμήρια 4, 5 και 6 και επεσήμανε ότι αυτά δεν έχουν καμία υπογραφή. Ερωτήθηκε στην συνέχεια γιατί εξουσιοδότησε το Υπουργείο Υγείας να πληρώσει την οφειλή, αφού όπως ισχυρίζεται, δεν παρέλαβε τα τιμολόγια και δεν γνώριζε για την οφειλή. Ο Εναγόμενος δεν απάντησε με σαφήνεια. Παρέπεμψε γενικά και αόριστα στο Τεκμήριο
  2. Κατ' αρχήν, επισημαίνω ότι η θέση του Εναγομένου ότι δεν οχλήθηκε από την Ενάγουσα για τις οφειλές του, καταρρίπτεται από την επιστολή ημερομηνίας 20.10.2004, που ο ίδιος ο Εναγόμενος απέστειλε στο Υπουργείο Υγείας (Τεκμήριο 7). Στην εν λόγω επιστολή αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Αφού έχει περάσει περίπου ένας χρόνος και νομιζόμενος ότι έχετε διευθετήσει τα έξοδα της εγχείρισης μου όπως μου υποσχεθήκατε επήρα επιστολή από το American H.I. και με πληροφορούν ότι το Υπουργείο δεν πληρώνει τίποτε.» Υποδείχθηκε στον Εναγόμενο ότι στο Τεκμήριο 8, αναγράφεται ότι εξουσιοδοτείται το Υπουργείο να καταβάλει το ποσό των £11,020 «προς εξόφληση μέρους του λογαριασμού» κάτι που υποδηλώνει ότι υπήρχε υπόλοιπο. Τότε, ο Εναγόμενος προσπάθησε να υποστηρίξει ότι δεν έγραψε ο ίδιος την επιστολή αλλά απλώς την υπέγραψε. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι η μαρτυρία του Εναγομένου δεν αποσκοπούσε στο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη και πραγματικά γεγονότα αλλά ήταν εν πολλοίς επιτηδευμένη. Συνεπώς, καταλήγω στο να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Βάση της αγωγής της Ενάγουσας αποτελεί η παροχή υπηρεσιών προς όφελος του Εναγομένου και η παράλειψη εκ μέρους του, να καταβάλει την συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή της πρώτης. Σύμφωνα με πάγια νομολογία η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο εκάστοτε Ενάγων, αυτός πρέπει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Από την προφορική μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο αλλά και από τα κατατεθέντα τεκμήρια προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με τα επίδικα θέματα: Η Ενάγουσα ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ιδιοκτήτρια και διαχειριστής της κλινικής, γνωστής με το όνομα AMERICAN HEART INSTITUTE LIMITED, με έδρα τη Λευκωσία. Στη κλινική παρέχονται, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σχετικές με καρδιοχειρουργικά, θωρακοχειρουργικά και καρδιολογικά περιστατικά. Στις 10.11.2003 ο Εναγόμενος υπέγραψε έγγραφα συγκατάθεσης για εγχείριση, θεραπεία ή άλλη διαδικασία σχετικά με αορτοστεφανιαία παράκαμψη που θα διενεργούταν από τον Δρα. Μαρίνο Σωτηρίου. Παράλληλα του επεξηγήθηκε και η διαδικασία της επέμβασης από τους θεράποντες ιατρούς. Δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο η αναγκαιότητα υποβολής του στην επέμβαση. Αντιθέτως, ο Εναγόμενος ευχαρίστησε τους θεράποντες ιατρούς που του έσωσαν την ζωή. Πριν την επέμβαση και ειδικότερα στις 13.11.2003, ο Εναγόμενος έστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Υγείας με την οποία ζητούσε από το εν λόγω Υπουργείο, όπως τύχει οικονομικής βοήθειας για κάλυψη των εξόδων της Ενάγουσας. Ο ιατρός Δρ. Μαρίνος Σωτηρίου προέβη σε χειρουργική επέμβαση στον Εναγόμενο στην κλινική της Ενάγουσας στις 26.11.2003. Οι ιατρικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν αφορούσαν α). Operation (CABG) β) 1 Operation (LV Aneurysmectomy) γ) 1 Intra Aortic Baloon Pump και στέφθηκαν με επιτυχία αφού ο Εναγόμενος ανάρρωσε πλήρως. Συνεπεία της παροχής των πιο πάνω υπηρεσιών, η Ενάγουσα εξέδωσε στις 18.12.2003, τρία τιμολόγια με αριθμούς 1547, 1548 και 1588, για τα ποσά των ΛΚ 5500.00, ΛΚ14.000.00 και ΛΚ 800.00 αντίστοιχα ήτοι συνολικά για το ποσό των Λ.Κ.20.300. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσω ότι η κατάρτιση τιμολογίων, η γνησιότητα και η αλήθεια των οποίων αμφισβητείται, δεν δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και ούτε δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ύπαρξης χρηματικής οφειλής. Οι καταστάσεις λογαριασμού και τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Αποτελούν σημειώσεις, η αξιοπιστία των οποίων συναρτάται με τη γνώση και την αξιοπιστία του προσώπου το οποίο τα καταρτίζει (βλ. Θεοδώρου ν. Χριστάκης Χ¨Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1492.) Τα τιμολόγια συνεκτιμούνται στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962). Επισημαίνεται επίσης, ότι το κατά πόσο έχει συναφθεί σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δεδομένα κάθε ξεχωριστής περίπτωσης και τις αρχές που η νομολογία έχει αναγνωρίσει διαχρονικά (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, παραγρ.41, σελ. 21). Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι η Ενάγουσα απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι συνάφθηκε συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου με την οποία η πρώτη παρείχε στον δεύτερο ιατρικές υπηρεσίες. Πέρα από το ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε την σχετική συγκατάθεση για υποβολή σε χειρουργική επέμβαση, η συμφωνία μπορεί να συναχθεί από το ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε αμφισβήτησε το γεγονός ότι παρασχέθηκαν σε αυτόν οι προσφερόμενες υπηρεσίες. Στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts, 30η εκδ., παρα. 2-030, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Acceptance by conduct. An offer may be accepted by conduct. For example an offer for goods can be accepted by supplying them .........an offer contained in a request for services can be accepted by beginning to render them......». Από την πλευρά της Ενάγουσας όμως, δεν υπήρξε καμία μαρτυρία ότι με τον Εναγόμενο συμφώνησαν εκ των προτέρων την αμοιβή τους για τις υπηρεσίες που θα προσέφεραν σε αυτόν. Η αξίωση επομένως της Ενάγουσας, όπως εκφράζεται σε ποσό στην έκθεση απαίτησης της, πρέπει να θεωρηθεί ότι ζητείται ως αποτελούσα την εύλογη αμοιβή. Η αρχή της εύλογης αμοιβής υιοθετείται από τη νομολογία μας, ως φαίνεται και στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύυγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελίδα 485 που υιοθετείται στην υπόθεση Βασιλαράς κ.α. ν. Α/φοι Θράσου & Συνεργάτες
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1754: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum». Περαιτέρω σχετικά με το θέμα αυτό στην Χ'Παναγιώτου ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 173 λέχθηκε ότι όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, αν και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή και θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Στην υπόθεση Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759 p. 766A αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "The question of the amount to which the appellant is entitled is left at large, and the court must do the best it can to arrive at a figure which seems to it fair and reasonable to both parties, on all the facts of the case. One aspect of the facts to be considered is found in the communings of the parties while the business was going on. Evidence of this nature is admissible to show what the parties had in mind, however indeterminately, with regard to the basis of remuneration. On those facts, the court may be able to infer, or attribute to the parties, an intention that a certain basis of payment should apply". Στην προκειμένη περίπτωση, από την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία και κυρίως από τα κατατεθέντα τεκμήρια 2, 7 και 8 προκύπτει ότι ο Εναγόμενος γνώριζε περί της οφειλής του προς την Ενάγουσα και την αποδέχτηκε. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος στις 20.10.2004 απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Υγείας με παράκληση όπως διευθετηθεί μέρος των εν λόγω οφειλών και ακολούθως στις 2.9.2005 ο ίδιος εξουσιοδότησε το Υπουργείο Υγείας να πληρώσει στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.11.020 προς εξόφληση μέρους του λογαριασμού του. Κατόπιν της πιο πάνω εξουσιοδότησης, το Υπουργείο Υγείας, στις 26.9.2005 κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.11.020, ισάξιο με €18,829 έναντι της οφειλής του Εναγομένου προς την Ενάγουσα. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλα ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο ότι οι χρεώσεις που αφορούν τις υπηρεσίες που δέχτηκε δεν ήταν οι ενδεδειγμένες ή ήταν υπερβολικές. Εκείνο που αμφισβήτησε ήταν ότι του παραδόθηκαν τα τιμολόγια και ότι υπόχρεος για πληρωμή δεν ήταν ο ίδιος αλλά το Υπουργείο Υγείας. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στην Ενάγουσα για το ύψος του οφειλόμενου ποσού ασχέτως αν αυτό ήταν οφειλόμενο από τον ίδιο είτε από το Υπουργείο Υγείας ως ήταν η θέση του. Τέλος, ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέβαλε στου μάρτυρες την θέση ότι η χρέωση των επεμβάσεων ως αυτές εμφαίνονται επί των τιμολογίων δεν είναι εύλογη. Δεν έδωσε με αυτό τον τρόπο την ευκαιρία στην Ενάγουσα να αντιτάξει τα δικά της επιχειρήματα και ενδεχομένως να προσκομίσει επιπρόσθετη μαρτυρία. Εν όψει των πιο πάνω και έχοντας κατά νου τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι η αμοιβή που απαιτούν οι Ενάγοντες για υπηρεσίες που παρείχαν στον Εναγόμενο είναι εύλογη. Έτσι μετά την πληρωμή από το Υπουργείο Υγείας του πιο πάνω ποσού παρέμεινε ως υπόλοιπο οφειλόμενο προς την Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.9.280 ισάξιο με €15.855,82. Το ποσό αυτό εξακολουθεί να το οφείλει ο Εναγόμενος προς την Ενάγουσα. Σε σχέση με το ποσοστό επιτοκίου που απαιτεί η Ενάγουσα, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι το ποσοστό αυτό έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Το γεγονός και μόνο της αναγραφής του εν λόγω ποσού επί των τιμολογίων δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι το ποσοστό επιτοκίου αποτελούσε συμβατικό όρο μεταξύ των διαδίκων. Όπως ήδη λέχθηκε ανωτέρω, τα τιμολόγια αποτελούν απλά σημειώσεις χωρίς αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €15.855,82 με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.