ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΛΗΔΡΑ» ΛΤΔ ν. Ειρήνης Π. Κλεοβούλου κ.α., Αρ. Αίτησης: 150/16, 26/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 150/16 Μεταξύ:- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΛΗΔΡΑ» ΛΤΔ Αιτήτριας Και
- Ειρήνης Π. Κλεοβούλου
- Βασίλη Χατζηφιλίππου Καθ' ων η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.1.17 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Μ. Φλωρίδης Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Θεοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 6.12.12 εξεδόθη διαιτητική απόφαση υπέρ των αιτητών και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Η απόφαση αφορούσε τον λογαριασμό υπ' αριθμό 7231550-5 για το ποσό των €217,674.92 πλέον τόκο 9% από 6.12.12, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δυο φορές τον χρόνο, πλέον έξοδα, που θα πληρωθούν από το προϊόν της πώλησης της υποθήκης με αρ. Υ592/12, πλέον έξοδα διαιτησίας. Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση επιδιώκεται να εγγραφεί προς εκτέλεση. Οι καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση, προβάλλοντας 12 λόγους για τους οποίους το αίτημα δεν θα πρέπει να εγκριθεί. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση 1, στην οποία εκτενώς αναλύονται και υποστηρίζονται οι λόγοι ένστασης. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση, χωρίς την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, δια γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των δυο πλευρών. Κρίνεται, προτού γίνει αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις των δυο πλευρών, ότι είναι ορθότερο να καταγραφούν τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως αυτά εξάγονται από τις ένορκες δηλώσεις και τα συνημμένα τεκμήρια, κυρίως εκείνης των αιτητών, αφού τα κύρια γεγονότα καταγράφονται στην διαιτητική απόφαση, τεκμ.
- Προκύπτει ότι την 6.12.12 εκδόθηκε απόφαση υπό του διαιτητή εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1, ως πρωτοφειλέτιδας και του καθ' ου η αίτηση 2 και ενός τρίτου προσώπου, ως εγγυητές για το πιο πάνω ποσό. Στον τίτλο της διαδικασίας αιτήτρια είναι η ΣΠΕ Καιμακλίου και καθ' ων η αίτηση, οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην παρούσα διαδικασία, καθώς και το τρίτο πρόσωπο. Εκ του πρακτικού (τεκμ.1) εξάγεται, όπως άλλωστε καταγράφεται, ότι στην διαδικασία της διαιτησίας εκτός από τους πιο πάνω, κλήθηκε μέσω των διευθυντών του και το νομικό πρόσωπο Ακίνητα Φ και Γ Χριστοδούλου Λτδ που συμμετέχει στη σύμβαση ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Προκύπτει ακόμα ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν παρουσιάστηκαν στην ακρόαση της υπόθεσης. Στην συνέχεια και σύμφωνα με τα σχετικά τεκμήρια (τεκμ.2), η απόφαση γνωστοποιήθηκε στους πιο πάνω καθ' ων η αίτηση έναντι της υπογραφής τους, ήτοι της μεν καθ' ης η αίτηση 1 γνωστοποιήθηκε γραπτώς η απόφαση του διαιτητή την 22.1.16, του δε καθ' ου η αίτηση 2 την 5.2.
- Σύμφωνα επίσης με τα συνημμένα τεκμήρια, η Σ.Π.Ε Καιμακλίου την 24.6.13 μετατράπηκε σε Νέα Σ.Π.Ε Καιμακλίου Λτδ και στην συνέχεια συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα Λτδ, που είναι η αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία. Ακολούθως, την 31.3.16, η αιτήτρια καταχώρισε την κρινόμενη αίτηση προς εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης έχουσα ως νομική βάση το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85ως έχει τροποποιηθεί, στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, άρθρα 2 και 21, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς, τις Δ.47 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τα άρθρα 86-91 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Προβάλλονται διάφοροι λόγοι προς απόρριψη της αίτησης τόσο δικονομικοί που αφορούν την παρούσα διαδικασία, όσο και σχετικοί με την λαβούσα χώρα διαδικασία διαιτησίας ενώπιον του διαιτητή. Χάριν λογικής σειράς θα εξεταστούν πρώτοι οι δικονομικοί λόγοι που προβάλλονται τόσο στην ένσταση όσο και στην αγόρευση του κ. Θεοδούλου. Σχετίζεται με την επάρκεια και την νομοτυπικότητα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση. Παρατίθεται η επίμαχη παράγραφος και στην συνέχεια θα γίνει αναφορά στην εισήγηση του κ. Θεοδούλου. Η ομνύουσα, Ελένη Νικολάου στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως αναφέρει: « Είμαι λειτουργός στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας, χειρίζομαι τους προβληματικούς λογαριασμούς των αιτητών και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση». Είναι η θέση του κ. Θεοδούλου ότι η πιο πάνω αναφορά και γενικότερα το σύνολο της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας είναι ελαττωματική για δυο λόγους. Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη, κατά παράβαση της Δ.39, Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας γιατί δεν συνοδεύεται με την προνοούμενη γραπτή σημείωση και επίσης, δεν αναγράφεται στο τέλος το όνομα της ομνύουσας. Η σχετική Διαταγή 39 Θ.6 προνοεί ότι:
- There shall be appended to every affidavit a note showing on whose behalf it is filed and no affidavit shall be filed or used without such note, unless the Court or a Judge shall otherwise direct. And before an affidavit is used in the Court for any purpose, the original shall be filed in the Court. Προβάλλεται ακόμα ένας λόγος, ότι η ομνύουσα δεν επισυνάπτει την εξουσιοδότηση της από τους αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως προς το θέμα αυτό η ομνύουσα αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη, δεν αναφέρει ότι έχει γραπτή προς τούτο εξουσιοδότηση και συνεπώς δεν υπήρχε θέμα να επισυνάψει τέτοια εξουσιοδότηση. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου,
(2006)1 Α.Α.Δ. 227, στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, υπεδείχθη η σύγχρονη προσέγγιση της νομολογίας στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, ό,τι πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.» Αναπροσαρμοζόμενα τα πιο πάνω στις ανάγκες και τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως και στην βάση όσων αναφέρει η ομνύουσα, κρίνεται ότι η εισήγηση δεν έχει έρεισμα. Άλλωστε αν αμφισβητείτο η εξουσιοδότηση της ομνύουσας, με τον τρόπο που την αναφέρει, θα έπρεπε να ζητηθεί η αντεξέταση της. Αναφορικά με την εισήγηση σε σχέση με την Δ.39, Θ.6 κρίνεται ότι η παράγραφος 1 της ενόρκου δηλώσεως αρκούντως καταγράφει ότι γίνεται κατ' εξουσιοδότηση των αιτητών και το γεγονός ότι δεν καταγράφεται σε ξεχωριστή σημείωση (note), αυτό δεν επιφέρει ακυρότητα στην διαδικασία. Εναπόκειται, σύμφωνα με την πιο πάνω διαταγή, στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να την αποδεχθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Θεσμό 15 της Δ.39, το δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί ένορκη δήλωση που μπορεί να περιέχει αντικανονικότητα στον τύπο (irregularity in the form) με την έκδοση ανάλογης οδηγίας για την καταγραφή επ' αυτής ότι λήφθηκε με τέτοια παρατυπία. Τέλος και στον βαθμό που πρόκειται για παρατυπία σχετική είναι η γενικότερη επί παρατυπιών Δ.64 καθώς και όσα νομολογήθηκαν, σε σχέση με αυτή, στην υπόθεση Wunderlich κ.ά ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Κατά συνέπεια πρόκειται για θεραπεύσιμο ζήτημα που δεν επηρέασε με κάποιο τρόπο την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, ούτε και προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και ως εκ τούτου αίρεται, δια της εκδόσεως ανάλογης διαταγής του δικαστηρίου. Προστίθεται τέλος ότι η φράση » on whose behalf it is filed» και ανεξάρτητα από όσα έχουν ήδη λεχθεί, προκύπτει ότι η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε μαζί με την αίτηση των αιτητών και προς υποστήριξή της. Προφανώς καταχωρήθηκε εκ μέρους των αιτητών και δεν μπορεί να δημιουργεί αμφιβολία ή σύγχυση στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Η πιο πάνω φράση αφορά περισσότερο ένορκες δηλώσεις που δεν συνοδεύουν κάποια αίτηση, ώστε να γνωρίζει το δικαστήριο και ο αντίδικος εκ μέρους ποίου διαδίκου καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση. Τέλος, σύμφωνα με την Δ.39, Θ.9 η ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον ομνύοντα ενώπιον του προσώπου που ορκίζεται. Δεν υπάρχει πρόνοια να καταγραφεί εκ νέου το όνομα του ομνύοντος, ως είναι η εισήγηση του κ. Θεοδούλου. Κατά συνέπεια η κρινόμενη ένορκη δήλωση πληροί όλες τις απαιτήσεις της Δ.
- Εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση προβάλλονται και διάφορες άλλες ενστάσεις, πλείστες των οποίων θα απαντηθούν μέσα από το σκεπτικό της απόφασης που παρατίθεται αμέσως στη συνέχεια. Το άρθρο 52
(4)και
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί ότι: «52.
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση του εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 που προβλέπει ότι διαιτητική απόφαση (award) κατόπιν αδείας του δικαστηρίου εκτελείται ως δικαστική απόφαση και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Το ουσιαστικό δίκαιο ρυθμίζεται από τους πιο πάνω Νόμους, η δικονομική δε πτυχή του θέματος από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η μόνη σχετική δικονομική διαταγή που παρέχει έρεισμα για την ενεργοποίηση των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών είναι η Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αφορά την εκτέλεση (enforcement) εξωδικαστικών αποφάσεων (extra-judicial orders) που εκδίδονται δυνάμει Νόμου, όπως εδώ διαιτητικής απόφασης, δυνάμει του αρ.52
(5)Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 21 του Κεφ.4. Σύμφωνα με την Δ.47 αίτηση συνοδευόμενη από την απόφαση που επιδιώκεται να εκτελεστεί, εφόσον δοθεί η άδεια του δικαστηρίου, τότε εγγράφεται στα σχετικά βιβλία. Στην υπόθεση Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, υπεδείχθη ότι η εκτέλεση δικαστικής απόφασης απαιτεί εμπλοκή του δικαστηρίου, που αφενός διατάσσει την εκτέλεση και αφετέρου την εποπτεύει. Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ως δικαστικής απόφασης, είναι θέμα τύπου και θα πρέπει με κάποιο τρόπο να καταχωρηθεί, να εγγραφεί δηλαδή στα βιβλία ως απόφαση του δικαστηρίου ώστε να προχωρήσει η εκτέλεση της. Υπεδείχθη περαιτέρω ότι ο καθ' ου η αίτηση σε τέτοια διαδικασία μπορεί να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου οτιδήποτε θέλει με αναφορά ασφαλώς προς το επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Πολ. Έφεση 87/11, ημερ. 20.6.14 καταγράφεται με σαφήνεια η ακριβής φύση της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής απόφασης, δυνάμει του Αρ.52
(5)του Νόμου, Ν.22/85. Μεταφέρεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο ομιλεί αφ' εαυτού: «Το πιο πάνω άρθρο υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Εφ. 357/2008 ηµερ. 11/4/2012, όπου το Εφετείο υπέδειξε τα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης ∆ιαιτητικής απόφασης. Αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όµως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης µέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση µόνο µε το επίδικο θέµα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέµατα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά µε την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Το εδάφιο
(4)του άρθρου 52, η σπουδαιότητα του οποίου είναι περισσότερο από εµφανής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, απασχόλησε το Εφετείο στην re ∆ηµοσθένους
(2000)1 Α.Α.∆. 1699, 1704, όπου κρίθηκε ότι η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του νόµου. Αναφέρεται σχετικά: «Η πιο πάνω διαπίστωση µου για την απαγγελία της διαιτητικής απόφασης στον αιτητή αφαιρεί το σχετικό νοµικό βάθρο. Εφόσο ο Νόµος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόµου (βλ. Husson v. Husson
(1902)3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R. 1103, 1105).» Είναι συνεπώς σαφές και ξεκάθαρο ποιο είναι το επίδικο θέμα της κρινόμενης διαδικασίας και όχι η εκ νέου, ή και εξ υπαρχής επιδίκαση θεμάτων που θα έπρεπε να εγερθούν είτε ενώπιον του διαιτητή, είτε κατ' έφεση δυνάμει των προνοιών του Αρ.52. Σχετική προς τούτου είναι και η υπόθεση Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, στην οποία, επί παρομοίου θέματος, υπεδείχθη ότι: «Θεωρώ όμως πως το αίτημα θα έπρεπε να απορριφθεί και κατ' ουσίαν. Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου. Πρόκειται για τον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν. 2/77)οι επιπτώσεις του οποίου εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι v. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποιά είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με πιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου». Εκ των προβλεπομένων στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 (αρ.21), όσο και στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών, (αρ.52
(5)), συνάγεται πως εκείνο που απαιτείται είναι διαταγή του δικαστηρίου για την εκτέλεση της απόφασης, ως εάν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, ενώ η εγγραφή, ως λέχθηκε και στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ανωτέρω, είναι ζήτημα τυπικό, με την έννοια βέβαια που έχει εξηγηθεί. Ουσιαστικά δεν υπάρχει διαδικασία αυτοτελούς εγγραφής ή καταχώρισης της διαιτητικής αποφάσεως και στην συνέχεια αφού αυτή εγγραφεί, να απαιτείται άλλη άδεια του δικαστηρίου, επί νέας ή ακόμα επί της ιδίας αιτήσεως για την εκτέλεσή της. Αν δοθεί άδεια προς εκτέλεση, τότε αυτή καταχωρείται (entry) σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.34 Θ.6. Αποτελεί συνεπώς η εγγραφή, τυπικό εξυπακουόμενο προαπαιτούμενο ώστε να περιβληθεί η διαιτητική απόφαση με δικαστική ισχύ για να μπορεί να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Επί τούτου στον Russel On Arbitration 16η εκδ. σελ.399 που παρατίθεται ο σχετικός τύπος με τον οποίο αποτείνεται ο αιτητής στο δικαστήριο προς τον σκοπό αυτό, τύπος 45, υπό τον τίτλο «Summons to Enforce Award as a Judgment», δηλαδή ως ακριβώς προνοείται στις πιο πάνω νομοθεσίες, επιζητείται διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της διαιτητικής αποφάσεως (award) με τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν δικαστική απόφαση. Στην Δ.47 Θ.3 επεξηγείται περαιτέρω ότι δεν απαιτείται να συνταχθεί η άδεια του δικαστηρίου προς εκτέλεση, αλλά όταν καταχωρηθεί (entered) το διάταγμα που επιζητείται η εκτέλεση, υπογράφεται από τον δικαστή ώστε να μπορεί να εκτελεστεί. Ο κ. Θεοδούλου παραπέμπει στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, καθώς και σε σχετικές παραπομπές στο πιο πάνω σύγγραμμα του Russel, αναφορικά με την εγκυρότητα της διαδικασίας που έλαβε χώρα ενώπιον του διαιτητή. Είναι ορθό βέβαια ότι σύμφωνα με την υπόθεση Πιττάκα ανωτέρω, το δικαστήριο κατά το στάδιο της αίτησης προς εγγραφή και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης, έχει εξουσία δυνάμει του Αρ.21 του Κεφ.6, να εξετάσει λόγους που μπορεί να προβληθούν από τον καθ' ου η αίτηση εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, που αν διαπιστωθούν, το δικαστήριο την παραμερίζει. Όμως, θα πρέπει να υποδειχθεί ότι η υπόθεση Πιττάκα ανωτέρω, αφορούσε τελικό πιστοποιητικό πληρωμής υπό του αρχιτέκτονα και η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία δυνάμει της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και η ειδοποιός διαφορά που αφορά διαιτησία κάτω από τις πρόνοιες του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και διαιτησίας σύμφωνα με το Κεφ.4. Γιατί ενώ στον Περί Διαιτησίας Νόμο δεν προβλέπεται προθεσμία προς υποβολή αιτήσεως ακυρώσεως ή εφέσεως εναντίον της απόφασης του διαιτητή, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο υπάρχει η ανατρεπτική προθεσμία των 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως της αποφάσεως του διαιτητή προς υποβολή έφεσης εναντίον της απόφασης. Και σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με το Αρ.52
(5)του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, η απόφαση του διαιτητή, αν δεν υποβληθεί έφεση, είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση του δικαστηρίου. Τέτοια όμως πρόνοια ως λέχθηκε δεν υπάρχει στον Περί Διαιτησίας Νόμο και συνεπώς οι λόγοι ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή, κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ.6, μπορεί να προβληθούν και να εξεταστούν ακόμα και στο στάδιο της εγγραφής της προς εκτέλεση. Μάλιστα σύμφωνα με τον Russel, ανωτέρω, σελ.284, η συμφωνία των μερών για διαιτησία είναι δυνατόν να προνοεί για έφεση ενώπιον Επιτροπής (appeal committee) και σε τέτοια περίπτωση η απόφαση της Επιτροπής θα θεωρείται από το δικαστήριο ως απόφαση συνήθους διαιτητή. Κρίνεται πως είναι σε αυτά τα πλαίσια που στην υπόθεση Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, υπεδείχθη ότι η εκτέλεση δικαστικής απόφασης απαιτεί εμπλοκή του δικαστηρίου, που αφενός διατάσσει την εκτέλεση και αφετέρου την εποπτεύει. Η υπόθεση, να σημειωθεί, αφορούσε εγγραφή απόφασης διαιτητή δυνάμει των προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση είχαν το δικαίωμα που τους παρέχει ο Νόμος να ασκήσουν, δυνάμει των προνοιών του Αρ.52
(4), και να υποβάλουν έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή. Η απραξία τους κατέστησε την διαιτητική απόφαση τελική. Αν υιοθετηθεί η ερμηνεία που επιχειρείται να δοθεί από τον κ. Θεοδούλου, ότι δηλαδή στο στάδιο εγγραφής διαιτητικής απόφασης κάτω από τον Περί Συνεργατικών Νόμο, το δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάζει κάθε ζήτημα και θέμα απτόμενο της ουσίας και της διαδικασίας που προηγήθηκε και στη συνέχεια έλαβε χώρα ενώπιον του διαιτητή, αυτό αναπόφευκτα θα ισοδυναμούσε με ανατροπή και παράκαμψη των προνοιών του Αρ.52 και το παρεχόμενο δικαίωμα έφεσης. Δεν θα υπήρχε καν λόγος ύπαρξης του Αρ.52
(4). Συναφώς προς τούτο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επίσης η εισήγηση ότι ο διαιτητής όφειλε να καταγράψει στην απόφαση του ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν δικαίωμα έφεσης, δυνάμει του πιο πάνω Αρ.52. Πουθενά ο Νόμος δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στον διαιτητή, όπως και σε καμιά δικαστική απόφαση δεν επιβάλλεται τέτοια υποχρέωση, πρόκειται συναφώς για δικαίωμα που παρέχει ο Νόμος σε οποιονδήποτε διάδικο και ο διαιτητής δεν είναι διάδικος στην διαδικασία. Από τα συνημμένα της αίτησης τεκμήρια διαπιστώνεται, ως λέχθηκε, ότι η απόφαση του διαιτητή γνωστοποιήθηκε στους καθ ων η αίτηση, της μεν καθ' ης η αίτηση 1 την 22.1.16, του δε καθ' ου η αίτηση 2 την 5.2.16 και η αίτηση προς εγγραφή καταχωρήθηκε την 31.3.15, ήτοι μετά την προβλεπόμενη παρέλευση των 21 ημερών για την υποβολή έφεσης και κατέστη συνεπώς τελεσίδικη. Το δικαστήριο έχει μελετήσει την απόφαση του διαιτητή, τεκμ.1 στην αίτηση. Στην υπόθεση Κυριακίδη ανωτέρω και Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, υπεδείχθησαν ότι βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Προκύπτει από το τεκμ.1 ότι φέρει τίτλο και αριθμό και αποτελείται από το πρακτικό του διαιτητή και στην συνέχεια ακολουθεί η απόφαση. Η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι η απόφαση εμπεριέχει όλα εκείνα τα αναγκαία χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τρόπο σύνταξης και δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η πιο πάνω απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του δικαστηρίου. Ειδικότερα περιέχει και καταγράφει το ποσό της απόφασης καθώς και τους τόκους, πλέον τα έξοδα και περαιτέρω ότι - τα ποσά - θα καταβληθούν από την εκποίηση της υποθήκης Υ2476/2010, υπογράφεται δε, στο τέλος αυτής από τον διαιτητή. Δεν υπάρχει κάποιος προκαθορισμένος τύπος με τον οποίο θα πρέπει να καταγράφεται η απόφαση του διαιτητή. Στο Κεφ.4, πρώτο παράρτημα, αναφέρεται ότι η απόφαση πρέπει να είναι γραπτή, ενώ στον Russel ανωτέρω, υπάρχουν διάφορα ενδεικτικοί τύποι διαιτητικών αποφάσεων, δυνάμει όμως του ισχύοντος, τότε, Αγγλικού Νόμου. Εκείνο που κρίνεται ως σημαντικό είναι ότι θα πρέπει να καταγράφονται ευκρινώς τα ποσά και οι τυχόν άλλες διαταγές ή και οδηγίες του διαιτητή. Και στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Τέλος και πριν την τελική κατάληξη, εγείρεται ακόμα ένα θέμα από τον κ. Θεοδούλου. Ειδικότερα ότι δεν υπάρχουν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου, γιατί δεν κλήθηκε και ο ενυπόθηκος οφειλέτης, ούτε και η κατονομαζόμενη στον τίτλο της απόφασης του διαιτητή καθ' ης η αίτηση 3, Ανδρούλα Κλεοβούλου. Ο μεν ενυπόθηκος οφειλέτης κλήθηκε μεν στην διαιτησία, αλλά εκ του τίτλου και της αποφάσεως του διαιτητή συνάγεται ότι δεν ήταν διάδικος, ούτε στρεφόταν εναντίον του η διαιτητική διαδικασία, εν σχέση δε με την Ανδρούλα Κλεοβούλου, δεν τίθεται, ούτε και μπορεί να εγερθεί θέμα αναγκαίου διαδίκου, αφού η διαιτητική απόφαση κατέστη τελεσίδικη και εκείνο που επιδιώκεται είναι η εγγραφή της στο δικαστήριο για την εκτέλεση της. Περί εκτελέσεως ο λόγος και τίποτε περισσότερο. Κατά συνέπεια, είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου δίδεται άδεια για καταχώριση προς εγγραφή και εκτέλεση της ρηθείσης διαιτητικής αποφάσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών και σε βάρος των καθ ων η αίτηση 1 και 2. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (ΥΠ.) ....................................... Ν.Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο