ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΙΔΗ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1138/09, 18/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1138/09 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΙΔΗ Ενάγοντoς και
- ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ
- HELLENIC DISTRIBUTION AGENCY (CYPRUS) LTD Εναγομένων _________________ Ημερομηνία: 18/1/2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Παγιάσης, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 - 3: κα Κάλια Γεωργίου, για Κάλια Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιοί εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή λίβελλο σε βάρος του που περιέχεται στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» στην έκδοση της ημερομηνίας 31/12/08 υπό τον τίτλο «Όταν οι ακαδημαϊκοί δεν ανέχονται να ακούσουν την άλλη άποψη», ή /και διάταγμα (injunction) που να εμποδίζει τους εναγόμενους από το να συνεχίσουν να γράφουν, κυκλοφορούν ή διανέμουν τα ίδια ή παρόμοια δυσφημιστικά δημοσιεύματα σε βάρος του. Τέλος αιτείται και τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, πλέον τόκους και έξοδα. Το επίδικο δημοσίευμα Προτού αναφερθεί οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το επίμαχο δημοσίευμα της 31/12/2008, το οποίο παρατίθεται και στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντος, τονίζοντας με έμφαση τα σημεία στα οποία ο ενάγων εστίασε την προσοχή του τόσο στο δικόγραφο του όσο και στην τελική αγόρευση του συνηγόρου του: «Όταν οι ακαδημαϊκοί δεν ανέχονται να ακούσουν την άλλη άποψη Το άρθρο του ακαδημαϊκού κυρίου Κώστα Μαυρίδη, που δημοσιεύθηκε στο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ στις 27/12/2008, παρουσιάζει θέσεις που είναι εξόφθαλμα δογματικές και ακραίες. Σε κανένα σημείο του άρθρου του δεν προβάλλει οποιοδήποτε σοβαρό επιχείρημα για να στηρίξει τη στάση του σε σχέση με το θέμα της συγγραφής της ιστορίας, που εμπίπτει στο ευρύτερο θέμα της εφαρμογής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Αντίθετα, με σοφιστείες, για να μην πω με αστειότητες, μεταφέρει τη συζήτηση σε άλλα θέματα. Προσπαθεί τεχνηέντως να αποπροσανατολίσει, να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό άλλων προσώπων, καθώς και να απαξιώσει την "κομματική συναίνεση" ως κομματικό παζάρι. Εκφράζεται δε επιδεικνύοντας μη ανοχή στην άλλη άποψη ή, ακόμα χειρότερα, επιδιώκοντας να την ενοχοποιήσει, καταλογίζοντας της "υστεροβουλία και σκοπιμότητες". Θεωρώ ότι τέτοιες προσεγγίσεις είναι εντελώς λανθασμένες και άκρως επικίνδυνες για την κοινωνία, πόσο μάλλον για τον ακαδημαϊκό χώρο. Ο προβληματισμός και η διεξαγωγή ενός ανοικτού και ελεύθερου διαλόγου με την κοινωνία και τους φορείς της είναι πηγή δύναμης σε μια δημοκρατία. Θα προσπαθήσω όμως να σχολιάσω παρακάτω πιο αναλυτικά το περιεχόμενο του άρθρου. Σε κάποιο σημείο του προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Υπουργός Παιδείας και οι άλλοι που υποστηρίζουν την "επανασυγγραφή της Ιστορίας" αλλάζουν συνεχώς επιχειρηματολογία μπροστά στην "αντίθετη επιχειρηματολογία της κοινωνίας των πολιτών". Σε άλλο σημείο του άρθρου αναφέρεται ότι η στάση της πολιτικής εξουσίας παραπέμπει σε φαινόμενα που παρατηρούνται σε "ολοκληρωτικά καθεστώτα", με στόχο να υπάρξει "προσαρμογή της Ιστορίας κατά πώς βολεύει κάποιους". Νομίζω ότι ο κ. Μαυρίδης έχει παρεξηγήσει και το ρόλο του ως ακαδημαϊκού και τις έννοιες. Είναι παράλογο και ακραίο να διατυπώνεται στο άρθρο του η θέση ότι η πολιτική εξουσία του τόπου, που έλαβε πολύ πρόσφατα λαϊκή εντολή, λειτουργεί κατά τρόπο που δεν εκφράζει τα "δημοκρατικά πολιτεύματα". Αυτή η θέση αποτελεί βάναυση προσβολή προς τον ίδιο το λαό που εξάσκησε το ιερό δικαίωμα της ψήφου του πριν από μόνο 10 μήνες. Ποιοι αποτελούν, κατά την άποψη σας, κ. Μαυρίδη, την "κοινωνία των πολιτών"; Μήπως μόνο όσοι ενστερνίζονται τις προσωπικές σας θέσεις; Εγώ θεωρώ ότι "η κοινωνία των πολιτών" σε μεγάλο βαθμό εκφράζεται μέσα από τις πολιτικές δυνάμεις. Θα ανέμενα ότι κάποιος ακαδημαϊκός θα ήταν υπέρ του κοινωνικού διαλόγου για οποιοδήποτε ζήτημα. Φαίνεται όμως ότι ο κ. Μαυρίδης τάσσεται ενάντια στο διάλογο, αποφασίζοντας από μόνος του τι συνιστά ιστορική αλήθεια. Με απόλυτη αλαζονεία και δογματισμό θεωρεί ότι η όποια "επιστημονική ομάδα" δεν μπορεί να εξετάσει τέτοια ζητήματα διότι ως δόγμα έχουν αποφασιστεί. Δηλαδή, για να καταλάβω, δεν υπάρχουν άλλοι επιστήμονες πλην του κ. Μαυρίδη; Είναι ο εις και μόνος που κατέχει την απόλυτη αλήθεια; Θα του θυμίσω το λόγο του αρχαίου φιλόσοφου Σωκράτη "Εν οίδα ότι ουδέν οίδα", υποδεικνύοντας του να μην είναι τόσο απόλυτος για τη γνώση της αλήθειας. Ορισμένες χώρες έχουν θεσμοθετήσει την ασυλία των πανεπιστημίων για να κατοχυρώσουν την ακαδημαϊκή και πνευματική ελευθερία. Ο κ. Μαυρίδης δεν γνωρίζω πώς τοποθετείται έναντι αυτού του μέτρου. Στο άρθρο του πάντως τάσσεται ενάντια στο διάλογο διότι, κατά τον ίδιο, είναι "παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης". Και τον ερωτώ: αφού απεχθάνεται τόσο τα κόμματα, γιατί διεκδίκησε βουλευτική έδρα μέσω των ψηφοδελτίων ενός κόμματος, του ΔΗΚΟ; Τι έχει δε να απαντήσει στη θέση που διατύπωσε ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ κ. Καρογιάν ότι "σε ό, τι αφορά τα θέματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, αλλά και τα ευρύτερα θέματα της παιδείας θα πρέπει μέσα από έναν εξαντλητικό διάλογο να βρεθούν εκείνες οι συνθετικές λύσεις που θα βοηθήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα και θα το καταστήσουν ανταγωνιστικό". Είναι και ο κ. Κάρογιάν μέρος του κομματικού παζαριού στο οποίο αναφέρεται ο κ. Μαυρίδης; Η αναφορά του κ. Μαυρίδη στο Δημοψήφισμα του 2004 είναι πιστεύω άτοπη και αναδεικνύει την αδυναμία του να προβάλει βάσιμα και πειστικά επιχειρήματα για τους ισχυρισμούς του επί του θέματος που συζητά. Κανένας δεν νομίζω ότι νομιμοποιείται να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού, ασχέτως της θέσης που πήρε στο δημοψήφισμα, ούτε φυσικά και ο κ. Μαυρίδης. Καταλήγοντας, θέλω να στηρίξω ανεπιφύλακτα τις προσπάθειες που γίνονται για να εφαρμοστεί το ταχύτερο η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Δυστυχώς, η δημόσια εκπαίδευση, κατά την άποψη μου, έχει τα χάλια της, όπως και η κοινωνία. Η σωστή επένδυση στην παιδεία χωρίς περαιτέρω χρονοτριβή μπορεί να αναπτερώσει τις ελπίδες για την κοινωνική αναγέννηση. Ο διάλογος μεταξύ όλων των φορέων της κοινωνίας και η σύνθεση των διαφορετικών απόψεων μπορούν να λειτουργήσουν θετικά στο άνοιγμα νέων οριζόντων. Η συγγραφή της ιστορίας πρέπει να ξεπεράσει δογματισμούς και ιδεοληψίες από όλους. Τα δικόγραφα Ο ενάγων στην έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους προς την παρούσα αγωγή και μέχρι σήμερα είναι ακαδημαϊκός, δημόσιο και γνωστό πρόσωπο, οικογενειάρχης και πατέρας ενός παιδιού. Η εναγόμενη 1 ενάγεται ως η ιδιοκτήτης ή και εκδότης της ημερήσιας εφημερίδας «Πολίτης» η οποία, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, έχει ευρεία κυκλοφορία παγκυπρίως και στο εξωτερικό και η οποία δημοσίευσε το επίδικο δημοσίευμα στην έκδοση της ημερομηνίας 31/12/2008 στη σελίδα
- Ο εναγόμενος 2 ενάγεται ως ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος, και η εναγόμενη 3 ως το πρακτορείο μέσω του οποίου κυκλοφόρησε και διανεμήθηκε η έκδοση της εν λόγω εφημερίδας ημερομηνίας 31/12/
- Όπως ο ενάγων αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του θα στηριχθεί στη λογική και/ή φυσική και/ή συνήθη και/ή κατά κυριολεξία και/ή συμπερασματική σημασία των λέξεων και φράσεων του επίδικου δημοσιεύματος και θα ισχυρισθεί ότι αυτά συνιστούν, μεταξύ άλλων, δυσφήμιση ή/και λίβελο για τον ίδιο[1]. Συνακόλουθα, ισχυρίζεται ότι στο υπό αναφορά δημοσίευμα περιέχονται επιζήμιες ψευδολογίες ή/και ψευδοϋπαινιγμοί, ή/και συκοφαντίες, ή/και κακόβουλα ψεύδη ή/και σχόλια που υπερβαίνουν τα όρια της εύλογης κριτικής και σκοπό έχουν την υπόσκαψη της προσωπικότητας ή/και του ήθους ή/και της φήμης ή/και της επαγγελματικής ιδιότητας του. Προχωρεί δε και καταγράφει συγκεκριμένα σημεία που θεωρεί δυσφημιστικά επεξηγώντας και το λόγο. Πρόκειται για τα σημεία τα οποία σημειώνονται με έμφαση πιο πάνω, στο μέρος όπου παρατίθεται αυτούσιο το επίδικο δημοσίευμα. Επίσης, ισχυρίζεται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι γραμμένο με χαρακτηριστικό και έντονο τίτλο και αποκλειστικό σκοπό έχει να πλήξει τον ίδιο στην επαγγελματική του ιδιότητα ή/και υπόσταση ή/και να τον περιαγάγει σε δημόσιο εξευτελισμό ή/και μίσος ή/και αποτροπή ή/και να πλήξει το κύρος και την αξιοπιστία του. Περαιτέρω ο ενάγων αναφέρει ότι στο υπό αναφορά δημοσίευμα παραποιούνται ή/και διαστρεβλώνονται ή/και ερμηνεύονται με παράλογο τρόπο τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε δικό του δημοσίευμα ημερομηνίας 27/12/2008 στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος». Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν εσκεμμένα και/ή κακόπιστα και/ή παράνομα και έξω από κάθε κώδικα δημοσιογραφικής και/ή οποιασδήποτε άλλης δεοντολογίας και/ή συμπεριφοράς και/ή έρευνας και ως αποτέλεσμα του επίδικου δημοσιεύματος, ο ίδιος υπέστη μείωση της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής του αξιοπρέπειας, υπέστη ζημιά στην τιμή, την υπόληψη και τον χαρακτήρα του και εξετέθη και/ή περιήλθε και/ή ηδύνατο να περιέλθει σε δημόσια κατάκριση, περιφρόνηση, μίσος, γελοιοποίηση και αποφυγή και/ή επιπρόσθετα ο σκοπός και η επιδίωξη του δημοσιεύματος ήταν να πλήξει ή/και να καταστρέψει την επιτυχή επαγγελματική ή/και κοινωνική ή και άλλως πως δραστηριότητα ή/και απασχόληση του ενάγοντα ή/και για να αυτοπροβληθούν οι ίδιοι οι εναγόμενοι 1, 2 και
- Η εναγόμενη 1 καταχώρησε υπεράσπιση με την οποία εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον της, είναι επιπόλαια, ενοχλητική, καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης η εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι ο ενάγων είναι ακαδημαϊκός και δημόσιο και γνωστό πρόσωπο και περαιτέρω παραδέχεται τα όσα ο ενάγων ισχυρίζεται για την υπόσταση της ίδιας της εναγόμενης 1, όπως και για την υπόσταση της εναγομένης 3, καθώς τους ισχυρισμούς ότι το επίδικο άρθρο συντάχθηκε από τον εναγόμενο 2 και ότι αυτό δημοσιεύθηκε στη σελίδα 46 της εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 31/12/2008 και προσθέτει ότι η εν λόγω σελίδα έφερε τίτλο «Πολίτης με άποψη» και περιείχε επιστολές ή κείμενα ή απόψεις πολιτών ή αναγνωστών. Αρνείται όμως όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος με τους οποίους ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο δυσφημιστικό ή και ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν κακόπιστα ή και ότι το δημοσίευμα προκάλεσε στον ενάγοντα οποιαδήποτε βλάβη ή και ζημιά και τέλος απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δικαιούται σε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις ή και στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Όπως όμως ισχυρίζεται εάν ήθελε φανεί ότι το επίμαχο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, τότε προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τούτο είναι προνομιούχο υπό επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα και αφού παραθέτει τις σχετικές λεπτομέρειες, ισχυρίζεται ότι προέβη στη δημοσίευση του λόγω καθήκοντος και/ή υποχρέωσης όπως προκύπτει από τους σχετικούς νόμους και/ή τις διεθνείς συμβάσεις να πληροφορήσει το κοινό και του αντίστοιχου δικαιώματος του κοινού να πληροφορείται. Ίδιου περιεχόμενου υπεράσπιση καταχώρησε και ο εναγόμενος 2 με τη διαφορά ότι στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, ο ίδιος προβάλλει, (δίδοντας μάλιστα και σχετικές λεπτομέρειες), την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος (και συγκεκριμένα του θέματος της επανασυγγραφής της ιστορίας) που έγινε καλόπιστα και συγκεκριμένα σχολίου επί των θέσεων του ενάγοντος στην επιστολή και/ή δημοσίευμα στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» ημερ. 27/12/2008 με τίτλο «Ιστορία Μέσω Κομματικής Συναίνεσης». Επίσης ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι απέστειλε την επιστολή του με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σε διάφορα έντυπα, κάποια από τα οποία, συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης 1, τη δημοσίευσαν. Επίσης ισχυρίζεται ότι προέβη στη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, όπως προκύπτει από τους σχετικούς νόμους και συμβάσεις. Ανάλογη υπεράσπιση καταχώρησε και η εναγόμενη 3 με τη διαφορά ότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, η εναγόμενη 3 προβάλλει την υπεράσπιση ότι η δημοσίευση και/ή η διανομή του από την ίδια έγινε μέσα στα πλαίσια της συνήθους εργασίας της και/ή χωρίς γνώση της ύπαρξης οποιουδήποτε τυχόν λιβέλλου, και/ή άνευ οποιασδήποτε αμέλειας εκ μέρους της και/ή άνευ οποιασδήποτε πρόθεσης να δυσφημίσει τον ενάγοντα. Ο ενάγων καταχώρησε απαντήσεις στις υπερασπίσεις κάθε ενός από τους εναγόμενους ξεχωριστά, με τις οποίες αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του κάθε εναγόμενου, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που συνθέτουν την κάθε ειδική υπεράσπιση που προβάλλει έκαστος από τους εναγόμενους. Η διαδικασία Για την πλευρά του ενάγοντος κατέθεσαν 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα ο ίδιος ο ενάγων (ΜΕ1) καθώς και ο Γιάννης Νεοφύτου (ΜΕ2) εκ μέρους της εταιρείας που διαχειρίζεται στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «Πολίτης». Για την πλευρά των εναγομένων κατέθεσαν 3 μάρτυρες ήτοι ο κ. Χριστόφορος Ηρακλείδης (ΜΥ1) εκ μέρους της εναγόμενης 3, ο εναγόμενος 2 και συγγραφέας του επίδικου δημοσιεύματος Γιώργος Περικλέους (ΜΥ2) και ο Διονύσιος Διονυσίου (ΜΥ3) εκ μέρους της εναγόμενης
- Περαιτέρω κατατέθηκαν συνολικά 17 τεκμήρια μεταξύ των οποίων το επίδικο δημοσίευμα (βλ. Τεκμήριο 2), ως και το άρθρο του ενάγοντος το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» στις 27/12/2008 (βλ. Τεκμήριο 5). Σύνοψη της μαρτυρίας ακολουθεί. Η μαρτυρία Ο ενάγων, (ΜΕ1), στα πλαίσια της μαρτυρίας του υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 1 με την οποία στην ουσία επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και κατέθεσε το επίδικο άρθρο ως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Πολίτης» την 31/12/2008 (βλ. Τεκμήριο 2) καθώς και το επίδικο άρθρο ως δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του «Πολίτη» (βλ. Τεκμήριο 3). Περαιτέρω κατέθεσε και το δικό του άρθρο, του οποίου η δημοσίευση είχε προηγηθεί στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» στις 27/12/2008 (βλ. Τεκμήριο 5), ενώ επίσης αναφέρθηκε και στις πωλήσεις της εφημερίδας «Πολίτης» στην έντυπη της μορφή κατά την 31/12/2008 (βλ. Τεκμήριο 4 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε). Ανέφερε επίσης ότι ουδείς επικοινώνησε προηγουμένως μαζί του ούτε και μετέπειτα για σκοπούς απολογίας. Ο ενάγων αντεξετάστηκε σε σχέση με τον ισχυρισμό του περί κακοπιστίας και κακοβουλίας των εναγομένων όπου και ανέφερε ότι στο συμπέρασμα αυτό ο ίδιος οδηγήθηκε από τον πηχυαίο τίτλο, το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου ως και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν ενδιαφέρθηκαν να ελέγξουν το περιεχόμενο του και να εξακριβώσουν αν αυτό ήταν ορθό ή αληθές ή επιβλαβές για τον ίδιο. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με τη ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστη για να του υποβληθεί ότι ουδεμία ζημιά υπέστη εξ αιτίας του εν λόγω δημοσιεύματος. Επίσης ερωτήθηκε πως αντιλαμβάνεται τον ισχυρισμό του στην έκθεση απαίτησης ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν μεταξύ άλλων δημόσιο και γνωστό πρόσωπο όπου ανέφερε, με αναφορά στο χρόνο εκείνο, ότι θεωρεί τον εαυτό του πρόσωπο με αναγνωρισιμότητα στην κοινωνία λόγω των παρεμβάσεων του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης για επιστημονικά, οικονομικά και πολιτικά θέματα και λόγω της ιδιότητας του να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο. Παραδέχθηκε επίσης ότι το 2006 είχε κατέλθει ως αριστίνδην υποψήφιος βουλευτής με την κομματική παράταξη του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗ.ΚΟ), χωρίς όμως να επιτύχει να εκλεγεί τότε. Επίσης δέχθηκε ότι υπέβαλε υποψηφιότητα για εκλογή ως βουλευτής με την ίδια παράταξη το 2011 και ότι από το 2014 είναι Ευρωβουλευτής. Ο ΜΕ2, Γιάννης Νεοφύτου, διευθυντής, της εταιρείας που ανέπτυξε την ιστοσελίδα της εφημερίδας «Πολίτης», και είχε τη διαχείριση της, κλήθηκε ουσιαστικά για να καταθέσει αναφορικά με την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας «Πολίτης» κατά τον κρίσιμο χρόνο. Δέχθηκε ότι το επίδικο άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα «Πολίτης» ως το Τεκμήριο 3, αλλά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τον αριθμό μοναδικών επισκέψεων της εφημερίδας και της ανάγνωσης του επίδικου άρθρου, αφού όπως ανέφερε δεν έχει αυτά τα στοιχεία διότι πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, άλλαξε στο μεταξύ η ιστοσελίδα, (με την έννοια ότι από το Μάρτιο του 2009 δεν περιλαμβάνει πλέον όλη την ύλη, δηλαδή μέχρι και το τελευταίο άρθρο που κυκλοφορούσε σε έντυπη μορφή όπως πριν), και επειδή δεν υπάρχει αρχείο δεν έχουν κρατηθεί πουθενά. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει και η PDF έκδοση της εφημερίδας, δηλαδή αυτούσιο το φύλλο της εφημερίδας σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο. Δεν μπορούσε όμως να αναφερθεί στον αριθμό των "downloads" της εφημερίδας τη συγκεκριμένη ημερομηνία επειδή ποτέ δεν τους είχε ζητηθεί να κρατούν τέτοια στοιχεία. Ερωτηθείς για σημερινά δεδομένα επισκεψιμότητας της εν λόγω ιστοσελίδας, επικαλέστηκε σύμφωνο εμπιστευτικότητας που έχει με την εναγόμενη 1 και ανέφερε ότι δεν μπορεί να δώσει αυτά τα στοιχεία. Ως πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Χριστόφορος Ηρακλείδης, (ΜΥ1) διευθυντής της εναγόμενης 3 ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (βλ. Τεκμήριο 6) στην οποία μεταξύ άλλων απεδέχθη ότι η εναγόμενη 3 διένειμε την εφημερίδα «Πολίτης» στις 31/12/2008, στην οποία περιείχετο το επίδικο άρθρο. Αναφέρθηκε στον τρόπο που η εναγόμενη 3 διεξάγει την εργασία της διανομής και κυκλοφορίας του τύπου, συμπεριλαμβανομένης και της εφημερίδας «Πολίτης» κατά τον ουσιώδη χρόνο, τονίζοντας ότι οι εφημερίδες παραλαμβάνονται από το τυπογραφείο στο οποίο τυπώνονται κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες και η εναγόμενη 3 οφείλει να τις διανέμει εγκαίρως στα σημεία πώλησης, τα οποία έχουν εκ των προτέρων προσδιοριστεί από τους ιδιοκτήτες των εντύπων. Όπως υποστήριξε το περιεχόμενο του κάθε εντύπου δεν είναι εκ των προτέρων γνωστό στην εναγόμενη 3 και η τελευταία δεν έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στη σύνταξη των εντύπων αυτών ή γνώση για το περιεχόμενο τους, αλλά ο ρόλος τους περιορίζεται στη διανομή. Ούτε έχουν πρόθεση να δυσφημίσουν τον οποιονδήποτε. Ως ανέφερε όλα τα πιο πάνω ισχύουν και σ' ότι αφορά την παρούσα υπόθεση. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι από τη στιγμή που θεωρούν το έντυπο ως ένα σωστό και αναγνωρισμένο έντυπο, δεν θα το λογοκρίνουν με το να αρνηθούν τη διανομή. Επίσης προώθησε τη θέση ότι με δεδομένο ότι οι εφημερίδες είναι έτοιμες στο τυπογραφείο γύρω στις 2.00 π.μ. και βάσει της σύμβασης πρέπει να είναι στα σημεία πώλησης στις 6.00π.μ., δεν είναι πρακτικά δυνατόν να διαβάζουν όλα τα άρθρα για να δουν οι ίδιοι κατά πόσον, ως πρακτορείο, πιστεύουν ότι υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως δυσφημιστικό. Ως ΜΥ2 κατέθεσε ο εναγόμενος 2 ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 7), στην οποία αναφέρθηκε στη μόρφωση και το επάγγελμα του (λογιστής), αναφέροντας ότι από τις 02/04/1996 εργάζεται στην Υπηρεσία ΦΠΑ. Ως επίσης ανέφερε, δίδοντας και σχετικές λεπτομέρειες, ήταν ανέκαθεν ενεργός πολίτης και κοινωνικά ευαισθητοποιημένος και τακτικά, όταν υπήρχαν θέματα που τον ενδιέφεραν, αρθρογραφούσε σε εφημερίδες για διάφορα θέματα, επιδιώκοντας μέσω της αρθρογραφίας του την ελεύθερη έκφραση της άποψης του, χωρίς να έχει οποιοδήποτε άλλο κίνητρο. Ως ανέφερε αυτή είναι η πρώτη αγωγή που κινήθηκε εναντίον του ή εναντίον εφημερίδας στην οποία αρθρογράφησε. Ως ανέφερε αφορμή για να γράψει την επίδικη επιστολή, υπήρξε το άρθρο του ενάγοντα στον «Φιλελεύθερο»(βλ. Τεκμήριο 5), αφού όπως υποστήριξε όταν το διάβασε έκρινε ότι υπήρχαν κάποια πράγματα σε αυτό με τα οποία διαφωνούσε και αποφάσισε να συντάξει το δικό του κείμενο, για να καταγράψει τις θέσεις και τις διαφωνίες του με αυτό. Προχωρεί δε και επεξηγεί τις αναφορές του στο επίδικο δημοσίευμα συσχετίζοντας το με το άρθρο του κ. Μαυρίδη το οποίο είχε προηγηθεί. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί παραποίησης και διαστρέβλωσης του νοήματος του άρθρου του από τον ίδιο στο επίδικο δημοσίευμα, και υποστήριξε ότι προσέγγισε το κείμενο αντικειμενικά και με κάθε καλή διάθεση και το σχολίασε και το έκρινε στο δικό του επίδικο κείμενο, όπως ο ίδιος το αντιλήφθηκε και το εξέλαβε. Απέρριψε επίσης και τους ισχυρισμούς περί κακοβουλίας και τόνισε ότι δεν έχει τίποτε το προσωπικό εναντίον του κ. Μαυρίδη, τον οποίο δεν γνωρίζει προσωπικά και τον οποίο συνάντησε τυχαία, κοινωνικά μια φορά, εντός του
- Απέρριψε επίσης και τη θέση του ενάγοντος ότι ενήργησε εσκεμμένα, κακόπιστα ή παράνομα ή ότι ο σκοπός του και η επιδίωξη του ήταν να πλήξει και να καταστρέψει τη δραστηριότητα του ή να αυτοπροβληθεί ή ότι προσπαθούσε να τον προσβάλει επί προσωπικού και να τον διαπομπεύσει σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Κατά την αντεξέταση του υπεραμύνθηκε του άρθρου επαναλαμβάνοντας τις πιο πάνω τοποθετήσεις του και επεξηγώντας την αντίθετη άποψη που προσπάθησε να προωθήσει. Ως ΜΥ3 κατέθεσε ο Διονύσης Διονυσίου δημοσιογράφος και σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας «Πολίτης», ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αυτός αφού αναφέρθηκε στις σπουδές του (Ελληνική Φιλολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ακολούθως μαθήματα Αγγλικής Φιλολογίας και Ιστορίας στο Queen's College της Νέας Υόρκης), εξήγησε ότι η εφημερίδα «Πολίτης» έχει ξεχωριστή, επίσημη άποψη που γράφεται καθημερινά στη σελίδα 12 με τίτλο «Πολίτης με άποψη». Ως επίσης ανέφερε η εφημερίδα «Πολίτης» διατηρεί επίσης ξεχωριστή σελίδα στην οποία φιλοξενεί απόψεις, άρθρα, γνώμες και επιστολές αναγνωστών της και πολιτών γενικά, με τίτλο «Πολίτες με άποψη», στο περιεχόμενο των οποίων δεν επεμβαίνει, ούτε λογοκρίνει, ούτε ελέγχει αν τα όσα αναφέρονται είναι αληθή, και τα οποία δημοσιεύει ανεξαρτήτως αν η εφημερίδα, συμφωνεί ή διαφωνεί με το περιεχόμενο τους. Αυτή η σελίδα θεωρούν ότι είναι ένα βήμα για τους αναγνώστες της εφημερίδας και για τους πολίτες γενικά και είναι σε αυτή τη σελίδα που δημοσιεύθηκε και το επίδικο δημοσίευμα. Αναφερόμενος στο επίδικο δημοσίευμα υποστήριξε ότι αυτό είναι μια επιστολή ενός πολίτη, ο οποίος σχολιάζει άρθρο του ενάγοντος, που είχε δημοσιευθεί στον «Φιλελεύθερο» λίγες μέρες προηγουμένως. Αφορούσαν και τα δυο αυτά κείμενα, όπως υποστήριξε, το ζήτημα της επανασυγγραφής της ιστορίας, ένα ζήτημα που τότε απασχολούσε ευρύτερα την κοινωνία, τους πολιτικούς, το αρμόδιο Υπουργείο, τα κόμματα και τους πολίτες. Διεξαγόταν όπως είπε, ένας ανοικτός διάλογος σε διάφορα επίπεδα. Ταυτόχρονα, ο κος Μαυρίδης ήταν τότε ακαδημαϊκός, υποψήφιος σε βουλευτικές εκλογές, πολιτικός, πρόσωπο με συχνότατες δημόσιες παρεμβάσεις στα ΜΜΕ, για διάφορα ζητήματα. Έτσι έκριναν ότι η επίδικη επιστολή έπρεπε να δημοσιευθεί αφού θα προσέφερε περαιτέρω στο δημόσιο διάλογο. Τη δημοσίευσαν δε αυτούσια, ως ανέφερε διότι το κριτήριο τους σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, δεν είναι αν αυτά που λέει ο συντάκτης της επιστολής είναι ορθά, αλήθειες ή ψέματα, ούτε αν συμφωνούν με τους χαρακτηρισμούς, αλλά εάν αυτός ο πολίτης έχει να πει κάτι για ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, το οποίο να ενδιαφέρει έστω και ένα μέρος της κοινωνίας. Διαφώνησε με τους ισχυρισμούς περί κακοπιστίας της εφημερίδας απέναντι του ενάγοντος και υποστήριξε ότι ως εφημερίδα κάλυπταν κατά καιρούς ζητήματα που αφορούσαν τον ενάγοντα όποτε προέκυπταν. Επίσης απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι δεν κατέβαλαν εύλογη επιμέλεια και φροντίδα ως δημοσιογράφοι ή ότι δεν έλεγξαν το περιεχόμενο του επίδικου και προώθησε τη θέση ότι επειδή επρόκειτο για επιστολή γνώμης τρίτου, δεν είχαν υποχρέωση να επαληθεύσουν το περιεχόμενο της. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στο ζήτημα της επισκεψιμότητας της εφημερίδας «Πολίτης» προωθώντας στην ουσία τις θέσεις που προώθησε ο και ΜΕ
- Περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία του γίνεται πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του προς αποφυγή επαναλήψεων. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Όπως φαίνεται τόσο από την παράθεση των δικογράφων όσο και από τη σύνοψη της μαρτυρίας που παρατέθηκε πιο πάνω, μεγάλο μέρος των ουσιωδών γεγονότων είναι παραδεκτό. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στο ότι:
- Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ενάγων είναι ακαδημαϊκός (κάτοχος πτυχίου και μεταπτυχιακού στη λογιστική και οικονομικά ως επίσης και Διδακτορικού στη Διοίκηση με ειδίκευση τη Χρηματοικονομική), οικογενειάρχης και πατέρας ενός παιδιού και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν πρόσωπο με αναγνωρισιμότητα λόγω των παρεμβάσεων του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση, ραδιόφωνο και εφημερίδες) για θέματα επιστημονικά, οικονομικά, πολιτικά καθώς και λόγω της θέσης του ως ακαδημαϊκού ο οποίος δίδασκε στο Πανεπιστήμιο. Επίσης αποτέλεσε κοινό τόπο ότι κατά το 2006 ο ενάγων ήταν αριστίνδην υποψήφιος βουλευτής με την εκλογική παράταξη του Δημοκρατικού Κόμματος, χωρίς όμως να επιτύχει την εκλογή του κατά το στάδιο εκείνο. Επίσης ήταν κοινώς αποδεκτό ότι υποψηφιότητα υπέβαλε ανεπιτυχώς και το 2011 με την ίδια παράταξη, καθώς και ότι το 2014 εξελέγη ως Ευρωβουλευτής με την ίδια παράταξη.
- Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος 2 συνέταξε το επίδικο άρθρο το οποίο απέστειλε τόσο στην εναγόμενη 1 όσο και σε άλλα έντυπα προς δημοσίευση.
- Δεν αμφισβητήθηκε ότι η εναγόμενη 1 δημοσίευσε το εν λόγω άρθρο στην έντυπη μορφή της εφημερίδας «Πολίτης» της οποίας είναι εκδότης, στις 31/12/2008 στη σελίδα 46 και περαιτέρω ότι το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα http://www.politis.com.cy που ανήκει στην εναγόμενη 1 με κωδικό άρθρου 844144 (βλ. Τεκμήριο 3). Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι η εφημερίδα κυκλοφόρησε κατά την εν λόγω ημερομηνία και σε μορφή PDF.
- Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι η εφημερίδα «Πολίτης» στις 31/12/2008 διανεμήθηκε σε διάφορα σημεία πώλησης εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας από την εναγόμενη 3 δυνάμει συμφωνίας της τελευταίας με την εναγόμενη
- Συγκεκριμένα κυκλοφόρησαν 9,242 φύλλα, πωλήθηκαν 6,749 φύλλα και επεστράφησαν 2,493 φύλλα (βλ. Τεκμήριο 4).
- Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι της δημοσίευσης του επίδικου άρθρου είχε προηγηθεί η δημοσίευση, άρθρου που συνέταξε ο ενάγων και το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» στις 27/12/2008 (βλ. Τεκμήριο 5) με τίτλο «Ιστορία μέσω κομματικής συναίνεσης;».
- Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι τον τίτλο του επίδικου δημοσιεύματος τον είχε επιλέξει ο εναγόμενος 2, ο οποίος όμως δεν καθόρισε το μέγεθος ή τη γραμματοσειρά, τα οποία καθόρισε η εναγόμενη 1 η οποία προέβη μόνο σε συντακτική και ορθογραφική διόρθωση του κειμένου. Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα καθώς και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δυσφήμισης επί του οποίου εδράζεται στην ουσία η αγωγή, καταλήγω ότι το μοναδικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος της δυσφήμισης το οποίο αμφισβητείται, είναι το κατά πόσον το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Και εξηγώ. Το τι συνιστά δυσφήμιση προκύπτει από το άρθρο 17
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «17
(1)Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο: - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Έγκλημα σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη με βάση οποιοδήποτε νομοθέτημα που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς επίσης και πράξη που τελέσθηκε σε άλλη χώρα η οποία αν τελείτο στη Δημοκρατία θα ήταν αξιόποινη. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δυσφήμισης είναι η δημοσίευση, η οποία πρέπει να αναφέρεται στο πρόσωπο του ενάγοντα και να είναι δυσφημιστική. Το άρθρο 18[2] του Κεφ. 148 δίδει τον ορισμό της δημοσίευσης η οποία περιλαμβάνει τις ενέργειες τόσο του εναγόμενου 2 που ήταν ο συγγραφέας και το απέστειλε ως είναι παραδεκτό στην εναγόμενη 1 προς δημοσίευση στην εφημερίδα της, όσο και της εναγόμενης 1 η οποία δημοσίευσε το επίμαχο άρθρο στην εφημερίδα της και το κατέστησε γνωστό στο κοινό, αλλά και της εναγομένης 3 η οποία ως είναι παραδεκτό προέβη στη διανομή της εν λόγω εφημερίδας. Eπίσης δεν αμφισβητείται ότι το δημοσίευμα αυτό αναφέρεται ονομαστικά στον ενάγοντα, πράγμα το οποίο άλλωστε προκύπτει αβίαστα και από το ίδιο το περιεχόμενο του επίδικου άρθρου. Έτσι προκύπτει ότι το μόνο εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που επικαλείται ο ενάγων το οποίο αμφισβητείται είναι το κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Δεδομένου βέβαια του τρόπου με τον οποίο, ως έχει νομολογιακά καθοριστεί, κρίνεται το ζήτημα του κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, είναι σαφές ότι δεν ενέχει σημασία η όποια μαρτυρία προσάγεται σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ούτε μπορεί να ληφθεί υπόψη η γνώμη του ενάγοντος ή άλλων προσώπων για το συγκεκριμένο ζήτημα[3]. Στη βάση των πιο πάνω μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που επιχείρησε να εισαγάγει ο ίδιος ο ενάγων δια της οποίας επιθυμούσε να εξηγήσει γιατί ο ίδιος θεωρεί το επίδικο δημοσίευμα δυσφημιστικό (βλ. παρ. 11 της γραπτής δήλωσης του ενάγοντος Τεκμήριο 1) δεν επετράπη να εισαχθεί, πλην όμως σημειώνω σε σχέση με την όποια τυχόν μαρτυρία έχει παρεισφρήσει σε σχέση με το θέμα αυτό κατά την διά ζώσης μαρτυρία είτε του ενάγοντος είτε των μαρτύρων υπεράσπισης, ότι δεν τίθεται θέμα να ληφθεί υπόψη ή να αξιολογηθεί αφού κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σφάλμα ως προκύπτει από την απόφαση Γαληνιώτης (βλ. υποσημείωση 3 ανωτέρω)[4] όπου λέχθηκε συγκεκριμένα ότι: «η αξιολόγηση των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς αυτή την πτυχή, κατά πόσο, δηλαδή, το κείμενο ήταν ή όχι δυσφημιστικό δεν ήταν δόκιμη. Μάλιστα, πρέπει να λεχθεί, με όλη την εκτίμηση και προς το πρωτόδικο Δικαστήριο και προς την επιχειρηματολογία αμφοτέρων των συνηγόρων, ότι λανθασμένα ασχολήθηκαν με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, θα είχε σημασία μόνο σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη να αποφασιστεί ζήτημα κακοβουλίας ή αποζημιώσεων.» Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω δεν κρίνω σκόπιμο όπως προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά θεωρώ ορθό όπως προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και ακολούθως και εφόσον κριθεί αναγκαίο να αξιολογήσω τη μαρτυρία ανάλογα για σκοπούς εξέτασης των υπερασπίσεων ή τυχόν αποζημίωσης. Είναι το δημοσίευμα δυσφημιστικό; Για το ζήτημα του κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, επισημαίνω ότι, ως έχει ήδη λεχθεί με αναφορά στη Γαληνιώτης (ανωτέρω), το ζήτημα του κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, είναι ζήτημα πραγματικό και το κριτήριο που εφαρμόζεται αντικειμενικό. Δεν τίθεται δηλαδή θέμα ερμηνείας υπό τη νομική έννοια[5]. Εν ολίγοις το κριτήριο του τι θεωρείται δυσφημιστικό είναι το "arbitrum boni", η άποψη δηλαδή που θα ελάμβαναν οι συνηθισμένοι καλοί πολίτες ή οι ορθά σκεπτόμενοι άνθρωποι. Χαρακτηριστικά είναι τα λεχθέντα του Λόρδου Reid στην υπόθεση Lewis and another v. Daily Telegraph, Ltd.
(1963)2 All ER 151 ο οποίος ανέφερε τα εξής στη σελίδα 155: «... Ordinary men and women have different temperaments and outlooks. Some are unusually suspicious and some are unusually naive. One must try to envisage people between these two extremes and see what is the most damaging meaning that they would put on the words in question.» Όπως επεξηγείται με σαφήνεια στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος v. Δώρος Γεωργιάδης Πολ. Εφ. 118/08 ημερομηνίας 4/3/2011[6], το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο, ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων, αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκαν τα εξής στοιχεία που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την κρίση του κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό με αναφορά στην Jeynes v. New Magazines Ltd [2008] EWCA Civ. 130[7]. Περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση όπου το επίμαχο άρθρο συντάχθηκε ως απάντηση σε προγενέστερο άρθρο που είχε συντάξει ο ενάγων, επιβάλλεται η επισήμανση ότι κάποιο δημοσίευμα κρίνεται δυσφημιστικό στο βαθμό που ο μέσος αναγνώστης μπορεί να το εκλάβει ως τέτοιο, ακόμα και εάν αυτός δεν έχει αναγνώσει τυχόν προγενέστερα ή μεταγενέστερα σχετικά δημοσιεύματα. Σχετικά παραπέμπω στο Σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης»,Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, Λευκωσία,
(2013), σελ. 223, όπου γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Telnikoff v Matusevitch
(1991)4 ALL ER 817[8]. Προτού λεχθεί οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ένα δημοσίευμα είναι δυνατόν να είναι δυσφημιστικό είτε με βάση τη συνήθη και φυσική σημασία των λέξεων η οποία καλύπτει και τη συμπερασματική έννοια τους όπως προκύπτει από το δημοσίευμα και η οποία συμπερασματική έννοια καλείται και ψευδοϋπαινιγμός ("popular" or "false" innuendo)[9], είτε λόγω των ειδικών γεγονότων και περιστάσεων που γνωρίζουν αυτοί προς τους οποίους δημοσιεύεται, που το καθιστούν όμως μη κατανοητό από όλους (νομικός ή πραγματικός υπαινιγμός - "true" or "legal" innuendo). Σχετικό είναι στο σημείο αυτό και το εδάφιο 4 του άρθρου 17 το οποίο εισάγει την έννοια της δυσφήμισης με υπαινιγμό. Στην προκειμένη περίπτωση όπως έχει ήδη λεχθεί είναι σαφές ότι, συνεπεία και της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 10/12/2009 (με άλλη βέβαια σύνθεση τότε) με την οποία διαγράφηκαν από την έκθεση απαίτησης του ενάγοντος οι ισχυρισμοί του σε σχέση με το ότι το επίδικο δημοσίευμα περιέχει νομικούς και/ή πραγματικούς δυσφημιστικούς υπαινιγμούς, ο ενάγων παρέμεινε να στηρίζεται στη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων, η οποία ως έχει λεχθεί περιλαμβάνει εκτός από την κατά κυριολεξία έννοια και την συμπερασματική που είναι συμφυής με την κατά κυριολεξία έννοια. Προτού προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον το κείμενο είναι δυσφημιστικό στα σημεία που υποστηρίζει ο ενάγων, σημειώνω ότι έχω κατά νου ότι στη διεργασία αυτή θα πρέπει να εξισορροπηθούν δύο σημαντικά δικαιώματα[10], ήτοι: α. Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, όπως αυτό παρατίθεται και διασφαλίζεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από το άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. β. Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας, υπόληψης και καλής φήμης του ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης και το οποίο πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Όπως επεξηγείται από τη νομολογία μας (βλ. υποσημείωση 10 ανωτέρω) και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και είναι δικαιώματα καίριας σημασίας σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα. Με άλλα λόγια θα πρέπει να τυγχάνουν αυστηρού σεβασμού από τους πάντες και, ασφαλώς, να τυγχάνουν της ανάλογης με τη σημασία τους προστασίας από τη Δικαιοσύνη. Ο ενάγων στην έκθεση απαίτησης του παραπονείται συγκεκριμένα ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 με τις αναφορές πως «Σε κανένα σημείο του άρθρου του δεν προβάλλει οποιοδήποτε σοβαρό επιχείρημα για να στηρίξει τη στάση του σε σχέση με το θέμα της συγγραφής της ιστορίας» και ότι, «με σοφιστείες, για να μην πω με αστειότητες, μεταφέρει τη συζήτηση σε άλλα θέματα» και ότι, «Η αναφορά του κ. Μαυρίδη [...] αναδεικνύει την αδυναμία του να προβάλει βάσιμα και πειστικά επιχειρήματα» εννοούσαν ή και μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσαν ότι (α) ο ενάγων στερείται σοβαρότητας και/ή είναι γελοίος ή/και άξιος χλευασμού ή/και απαξίωσης ή/και κοροϊδίας και/ή άλλως πως είναι προβληματικός χαρακτήρας και (β) ο ενάγων είναι χαμηλής πνευματικής ή/και διανοητικής ικανότητας ή/και ότι είναι αμφιβόλου διανοητικής ικανότητας. Περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με τις αναφορές ότι «τέτοιες προσεγγίσεις είναι εντελώς λανθασμένες και άκρως επικίνδυνες για την κοινωνία, πόσο μάλλον για τον ακαδημαϊκό χώρο» και ότι «ο κ. Μαυρίδης έχει παρεξηγήσει και το ρόλο του ως ακαδημαϊκού και τις έννοιες» και ότι «δεν υπάρχουν άλλοι επιστήμονες πλην του κ. Μαυρίδη», εννοούσαν ή και μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσαν ότι (α) ο ενάγων αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία ή/και ότι δεν επιτελεί ορθά το καθήκον του ως ακαδημαϊκός ή/και ότι ο ενάγων δεν είναι άξιος να θεωρείται ως ακαδημαϊκός ή/και ότι είναι παράδειγμα προς αποφυγή (β) ο ενάγων ενεργεί ή και άλλως πως συμπεριφέρεται με τρόπο που είναι ανέντιμος ή/και ασυμβίβαστος με την ιδιότητα του ή και τη θέση του στη κοινωνία (γ) ο ενάγων καταχράται της αναφερόμενης ιδιότητας του ως ακαδημαϊκός ή/και ενεργεί επικίνδυνα ή/και αυθαίρετα ή/και κακόβουλα ή/και κακόπιστα και (δ) ο ενάγων προσπαθεί, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως ακαδημαϊκός, να επηρεάσει δυσμενώς το κοινωνικό σύνολο. Επίσης ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με τις αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα πως «Προσπαθεί τεχνηέντως να αποπροσανατολίσει, να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό άλλων προσώπων» και ότι, «ο κ. Μαυρίδης τάσσεται ενάντια στο διάλογο αποφασίζοντας από μόνος του τι συνιστά ιστορική αλήθεια», και ότι «αφού απεχθάνεται τόσο τα κόμματα», και ότι, «Με απόλυτη αλαζονεία και δογματισμό θεωρεί ότι [...]», και ότι «Κανένας δεν νομίζω ότι νομιμοποιείται να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού [....] ούτε φυσικά και ο κ. Μαυρίδης», εννοούσαν ή και μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσαν ότι, (α) ο ενάγων είναι φανατισμένος ή/και ρατσιστής ή/και εθνικιστής ή/και σωβινιστής ή/και ότι δεν επιδιώκει το συμφέρον της πατρίδας του ή/και ότι ο ενάγων προκαλεί ζημία στην πατρίδα του ή/και στο κοινωνικό σύνολο, (β) ο ενάγων είναι αλαζόνας ή/και δογματικός ή/και πρόσωπο που δεν μπορεί να συζητήσει ή/και να συνεννοηθεί κάποιος μαζί του, (γ) ο ενάγων είναι πρόσωπο ανέντιμο και/ή κοινωνικά και/ή επαγγελματικά ανάξιος και/ή κατακριτέος και/ή απορριπτέος και (δ) ότι ο ενάγων θεωρεί πως οποιοσδήποτε έχει διαφορετικές από τις δικές του πολιτικές απόψεις, δεν είναι πατριώτης ή είναι λιγότερο πατριώτης από τον ίδιο. Έχοντας κατά νου τις αρχές που λαμβάνονται υπόψιν κατά την αξιολόγηση του ζητήματος του κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, καθώς και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών εξέτασα με κάθε προσοχή το επίδικο δημοσίευμα. Θα πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι αυτό φέρει τον τίτλο «Όταν οι ακαδημαϊκοί δεν ανέχονται να ακούσουν την άλλη άποψη», στοιχείο το οποίο αναμφίβολα προδιαθέτει το μέσο λογικό αναγνώστη ο οποίος θα το διαβάσει, αφενός ότι αυτό αναφέρεται σε κάποιον ακαδημαϊκό, δηλαδή πρόσωπο σχετιζόμενο με την τριτοβάθμια εκπαίδευση και αφετέρου ότι αυτός δεν είναι πρόσωπο ανεκτικό στην αντίθετη άποψη από τη δική του. Από την πρώτη κιόλας γραμμή του, εξατομικεύεται το άρθρο, αποκαλύπτοντας ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο ενάγων. Στη συνέχεια του καταλογίζεται ότι παρουσιάζει θέσεις εξόφθαλμα δογματικές και ακραίες. Παρόμοιοι χαρακτηρισμοί απαντώνται και στη συνέχεια του άρθρου, όπου του καταλογίζεται ότι εκφέρει άποψη με απόλυτη αλαζονεία και δογματισμό. Στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη,
(1998)στη σελίδα 524 η λέξη «δογματικός» ερμηνεύεται ως αυτός που αποφαίνεται για κάτι με απόλυτο αξιωματικό τρόπο, χωρίς να δέχεται αντιρρήσεις. Επίσης η λέξη «δογματισμός» ερμηνεύεται ως η αξιωματική αποδοχή και διατύπωση απόψεων χωρίς αιτιολόγηση ή απόδειξη, η αναγωγή μιας προσωπικής συνήθως θέσεως σε απόλυτη, αδιαμφισβήτητη αλήθεια με παράλληλη απόρριψη κάθε αντίθετης άποψης και αντιρρήσεως. Στο ίδιο λεξικό «ακραίος» με τη μεταφορική έννοια της λέξης, που είναι με αυτήν προφανώς την έννοια που γίνεται αντιληπτό από το μέσο συνετό αναγνώστη ότι χρησιμοποιείται η λέξη, ορίζεται ως αυτός που αναφέρεται σε υπερβολικές ή απίθανες καταστάσεις, ιδέες κ.α.. «Αλαζονεία» στο ίδιο λεξικό (σελίδα 115) ορίζεται ως η υπερβολική και περιφρονητική προς τους άλλους έπαρση. Ως δε συνώνυμο της λέξης αυτής ορίζεται η υπεροψία, η ξιπασιά και ο κομπασμός. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι δεν προβλήθηκε κανένα σοβαρό επιχείρημα για να στηρίξει τη στάση του στο θέμα της επανασυγγραφής της ιστορίας, θέση η οποία σαφέστατα κατατάσσει τα επιχειρήματα του ενάγοντος ως αστεία, ή ανάξια λόγου και η οποία διασυνδέεται και με την επόμενη αναφορά στο άρθρο όπου αναφέρεται σε σοφιστείες του ενάγοντα ή αστειότητες μέσω των οποίων, ως η θέση του συγγραφέα, ο ενάγων μεταφέρει τη συζήτηση σε άλλα θέματα. Και τούτο διότι «σοφιστεία» στο λεξικό που προαναφέρθηκε ορίζεται ως η τέχνη του σοφιστή ή το σόφισμα, δηλαδή ο ηθελημένα εσφαλμένος αλλά και λογικοφανής συλλογισμός που οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Σοφιστής όπως αναφέρεται στο λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη (ανωτέρω) με την έννοια που η λέξη είχε στην κλασσική αρχαιότητα είναι ο ευρυμαθής δάσκαλος που επί πληρωμή προσέφερε τις γνώσεις του σε διάφορους τομείς και σε διάφορες πόλεις. Δεν είναι όμως με αυτή την έννοια που γίνεται αντιληπτή η χρήση της λέξης από το μέσο συνετό πολίτη, αλλά με την «κακόσημη έννοια», σύμφωνα με την οποία η λέξη σοφιστής αναφέρεται σε αυτόν που καταφεύγει σε σοφίσματα για να πείσει να πείσει ή που χρησιμοποιεί σκοπίμως παραπλανητικά επιχειρήματα ή λόγια, ή αυτόν που εξαπατά με τις λέξεις. Ως δε συνώνυμα της λέξης αυτής ορίζονται οι λέξεις απατεώνας, κατεργάρης, πλανευτής. Για τη λέξη «αστειότητα» δεν χρειάζεται να λεχθούν και πολλά αφού προέρχεται από τη λέξη «αστείος», η οποία παραπέμπει σε αυτόν που προκαλεί γέλιο και κατ' επέκταση σε αυτόν ο οποίος στερείται σοβαρότητας, το γελοίο. Επίσης κατ' επέκταση, σημαίνει και τον ανάξιο λόγου, δηλαδή τον ασήμαντο. Σε απόλυτη συνάφεια με τις αναφορές σε σοφιστείες και αστειότητες, ο μέσος συνετός αναγνώστης αντιλαμβάνεται και τις επόμενες αναφορές στο εν λόγω άρθρο, όπου καταλογίζεται στον ενάγοντα ότι τεχνηέντως προσπαθεί να αποπροσανατολίσει και να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό άλλων προσώπων. Η λέξη τεχνηέντως σημαίνει σύμφωνα με το ίδιο λεξικό «με επιδέξιο χειρισμό» και ως συνώνυμο της ορίζεται η λέξη επιτηδείως και έντεχνα. Η λέξη αυτή δεν έχει κατά την κρίση μου απαραίτητα αρνητική υφή ή νόημα, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιείται σε σχέση με μια αρνητική ενέργεια που επίσης αποδίδεται στον ενάγοντα και συγκεκριμένα αυτήν του αποπροσανατολισμού και της αμφισβήτησης του πατριωτισμού των συμπολιτών του δίδοντας ξεκάθαρα την εντύπωση ότι ο ενάγων με επιτήδειο τρόπο αποπροσανατολίζει, δηλαδή παραπλανεί ή αποσπά την προσοχή κάποιου από τα όντως σοβαρά ζητήματα (βλ. ερμηνεία της λέξης «αποπροσανατολίζω» στο Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη (ανωτέρω)) και ότι με τον ίδιο τρόπο αμφισβητεί τον πατριωτισμό των συμπολιτών του. Πέραν των πιο πάνω και σε συνέχεια με τον τίτλο, του αποδίδει ότι εκφράζεται χωρίς ανοχή στην άλλη άποψη και πιο κάτω στο άρθρο προωθείται η θέση ότι φαίνεται να τάσσεται εναντίον του διαλόγου, ότι απεχθάνεται τα κόμματα και ότι οι προσεγγίσεις του είναι άκρως επικίνδυνες για την κοινωνία, αλλά ιδιαίτερα για τον ακαδημαϊκό χώρο στον οποίο ανήκει. Όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να ιδωθούν υπό το πρίσμα του ότι ο ενάγων αλλά και οι λοιποί πολίτες προς τους οποίους ουσιαστικά απευθύνεται το δημοσίευμα, αποτελούν μέρος μιας δημοκρατικής κοινωνίας, βασικό στοιχείο της οποίας είναι ο διάλογος και η ανοχή στην αντίθετη άποψη, και τα πολιτικά κόμματα ενεργό μέλος ενός εκ των οποίων μάλιστα ήταν και ο ίδιος ενάγων από τότε, αφού είχε υποβάλει υποψηφιότητα (ανεπιτυχώς το 2006) για εκλογή ως βουλευτής με την παράταξη ΔΗ.ΚΟ. Περαιτέρω θα πρέπει να ιδωθούν υπό το πρίσμα του ότι ο ενάγων ανήκει στην κοινότητα των ακαδημαϊκών από τους οποίους ο μέσος συνετός αναγνώστης αναμένει ή θεωρεί ως καθήκον τους την αντικειμενική επιμόρφωση και διαπαιδαγώγηση αυτών τους οποίους αναλαμβάνουν να επιμορφώσουν, καθώς και την ανοχή στην αντίθετη άποψη αλλά και την προώθηση και καλλιέργεια του διαλόγου ως μέσο για την επίλυση διαφορών σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ιδωμένα λοιπόν όλα όσα του καταλογίζονται στο σύνολο τους και υπό το πιο πάνω πρίσμα και πάντοτε χωρίς αναφορά στο άρθρο του ενάγοντος που προηγήθηκε, ως προτάσσει η νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω (βλ. Telnikoff ανωτέρω), είναι κατά την κρίση μου προφανές ότι είναι τέτοια που θα οδηγήσουν το μέσο συνετό πολίτη με την πρώτη ανάγνωση του δημοσιεύματος να αντιληφθεί αυτό ως δυσφημιστικό, αφού παρουσιάζει τον ενάγοντα ως ένα πρόσωπο με χαρακτηριστικά που ο μέσος συνετός πολίτης ενδέχεται να αποστρεφόταν ή και να περιφρονούσε ή και να απέφευγε, αλλά και διότι τείνει να βλάψει τη φήμη και την υπόληψη του ενάγοντα τόσο ως πολίτη και πολιτικού, αλλά και ως ακαδημαϊκού που είναι η απασχόληση ή εργασία ή το επάγγελμα του ενάγοντος. Και τούτο διότι παρουσιάζει τον ενάγοντα ως ένα πρόσωπο που όπως και ο τίτλος του δημοσιεύματος αναφέρει, δεν ανέχεται την άλλη άποψη στάση μη αποδεκτή σε μια δημοκρατική κοινωνία και ιδιαίτερα από ένα ακαδημαϊκό. Ως πρόσωπο που διατυπώνει απόψεις χωρίς σοβαρότητα, αιτιολόγηση ή απόδειξη, που είναι ανάξιος λόγου, μη σοβαρός, που αναγάγει τις προσωπικές του θέσεις σε απόλυτη, αδιαμφισβήτητη αλήθεια απορρίπτοντας παράλληλα κάθε αντίθετη άποψη και αντίρρηση, ως πρόσωπο που επιδεικνύει υπερβολική και περιφρονητική προς τους άλλους έπαρση, εν ολίγοις αλαζόνας και υπερόπτης, ως πρόσωπο που με επιτήδειο τρόπο αποπροσανατολίζει δηλαδή παραπλανεί ή αποσπά την προσοχή κάποιου από τα όντως σοβαρά ζητήματα ή που χρησιμοποιεί σκοπίμως παραπλανητικά ή και λανθασμένα επιχειρήματα ή λόγια για να πείσει, που εξαπατά με τις λέξεις, ή και που χρησιμοποιεί τα σοφίσματα ως τρόπο για να πείσει, ιδιότητες οι οποίες σίγουρα δε συνάδουν με την καλώς νοούμενη έννοια του πολίτη, του πολιτικού ή και ακαδημαϊκού, όπως την αντιλαμβάνεται ο μέσος συνετός πολίτης και θα πρέπει να θεωρηθούν ότι θα εκληφθούν υπό δυσφημιστική έννοια από το μέσο συνετό πολίτη, αφού ενδέχεται να εκθέσουν οποιοδήποτε πρόσωπο και σίγουρα και τον ενάγοντα σε περιφρόνηση ή μίσος ή χλεύη ή και να προκαλέσουν την αποστροφή ή αποφυγή του από τους άλλους. Ιδιαίτερα στέκομαι στην αναφορά σε σοφιστείες όρος ο οποίος με την έννοια που γίνεται αντιληπτός αναπόφευκτα συσχετίζεται με την ακαδημαϊκή ιδιότητα του ενάγοντος και ο οποίος όρος σε συνάρτηση με τη θέση που επίσης προβάλλεται στο δημοσίευμα ότι οι θέσεις του ενάγοντος είναι δογματικές και οι προσεγγίσεις του άκρως επικίνδυνες για την κοινωνία αλλά ιδιαίτερα για τον ακαδημαϊκό χώρο στον οποίο ο ενάγων ανήκει, είναι κατά την κρίση μου βέβαιο ότι εκλαμβάνεται υπό δυσφημιστική έννοια από το μέσο συνετό πολίτη, αφού ο εναγόμενος με αυτό τον τρόπο μειώνει το κύρος και την υπόληψη του εφεσίβλητου ως ακαδημαϊκού. Επομένως κρίνω ότι τα σημεία για τα οποία παραπονείται ο ενάγων είναι πράγματι δυσφημιστικά. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 17
(1)δεν είναι απαραίτητο η δυσφήμιση να έχει πράγματι προκαλέσει τα όσα διαλαμβάνονται σε οποιαδήποτε εκ των υποπαραγράφων (δ) και (ε) του άρθρου 17, αλλά να ενδέχεται να επιφέρει τα όσα εκεί αναφέρονται ή να τείνει να επιφέρει τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο (γ) και επομένως καταλήγω πως πράγματι το επίδικο δημοσίευμα κρινόμενο στο σύνολο του[11] είναι δυσφημιστικό εν τη εννοία των υποπαραγράφων (γ), (δ) και (ε) του άρθρου 17
(1). Εφόσον το επίδικο δημοσίευμα κρίνεται δυσφημιστικό στα σημεία που προαναφέρθηκαν προκύπτει τώρα η ανάγκη για εξέταση των υπερασπίσεων που προβάλλονται. Υπερασπίσεις 1. Έντιμο Σχόλιο - Fair Comment Το άρθρο 19 του Κεφ. 148 προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση - (α) ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... . (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος: Νοείται ότι όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται: Νοείται περαιτέρω ότι βάσει της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνει αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου 2 του Άρθρου 21 του Νόμου αυτού.» Το άρθρο 21
(2)του ιδίου Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «
(2)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει από πρόσωπο εντός της έννοιας του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, αν καταδειχθεί ότι- (α) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές· ή (β) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού· ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου δια το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο.». Στην υπόθεση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου v. Καψού
(2009)1(Β) A.A.Δ. 1175, λέχθηκε πως για να εφαρμοστεί η πιο πάνω υπεράσπιση πρέπει το επίδικο δημοσίευμα να συνιστά σχόλιο και να περιλαμβάνει στοιχεία υπεράσπισης (
- i)ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, (
- ii)ότι αποτελούν έντιμο ή δίκαιο (fair) σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και (iii) ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Ταυτοχρόνως όμως όταν ο ενάγων αποδείξει ότι το δημοσίευμα έγινε κακόπιστα, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 21
(2)του Κεφ. 148, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου αποτυγχάνει (Γαληνιώτης v. Εκδόσεις "Αρκτίνος Λτδ" κ.ά.
(2009)1(Α) A.A.Δ. 577 και Μακάριου Δρουσιώτη κ.α. v. Σ. Παπασάββα Πολ. Έφ. 236/11, 6/3/15). Εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν αυτήν την πολύ σημαντική υπεράσπιση έγινε και στην υπόθεση Πετρίδης v. Εκδοτικός Οίκος Διας Λτδ
(2013)1Β Α.Α.Δ 1464, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η σύγχρονη διατύπωση της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, την οποία και υιοθετούμε, εντοπίζεται στην υπόθεση Spiller & Anorv. Joseph& Anors [2010] UKSC 53, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση, όπως συνοψίζονται στην WaiChun Paulv. AlbertCheng [2001] E.M.L.R. 31 από τον δικαστή Lord Nicholls of Birkenhead στο ακόλουθο απόσπασμα: «[i] First, the comment must be on a matter of public interest. .. [ii] Second, the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere, for example, justification or privilege. Much learning has grown up around the distinction between fact and comment. For present purposes it is sufficient to note that a statement may be one or the other, depending on the context. Ferguson J gave a simple example in the New South Wales case of Myerson v. Smith's Weekly
(1923)24 SR (NSW) 20, 26 : 'To say that a man's conduct was dishonourable is not comment, it is a statement of fact. To say that he did certain specific things and that his conduct was dishonourable is a statement of fact coupled with a comment.' [iii] Third, the comment must be based on facts which are true or protected by privilege: see, for instance, London Artists Ltd v Littler [1969] 2 QB 375 , 395. If the facts on which the comment purports to be founded are not proved to be true or published on a privilege occasion, the defence of fair comment is not available. [iv] Next the comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, the facts on which it is based. [v] Finally, the comment must be one which could have been made by an honest person, however prejudiced he might be, and however exaggerated or obstinate his views: see Lord Porter in Turner v Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All ER 449 , 461, commenting on an observation of Lord Esher MR in Merivale v Carson
(1888)20 QBD 275 , 281. It must be germane to the subject-matter criticised. Dislike of an artist's style would not justify an attack upon his morals or manners. But a critic need not be mealy-mouthed in denouncing what he disagrees with. He is entitled to dip his pen in gall for the purposes of legitimate criticism: see Jordan CJ in Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 ,
- These are the outer limits of the defence. The burden of establishing that a comment falls within these limits, and hence within the scope of the defence, lies upon the Defendant who wishes to rely upon the defence. [vi] A Defendant is not entitled to rely on the defence of fair comment if the comment was made maliciously» Επομένως και σύμφωνα με τα ανωτέρω αλλά και γενικότερα την επί του προκειμένου νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και την αγγλική αλλά και του Ε.Δ.Α.Δ., προκύπτουν οι εξής κατευθυντήριες γραμμές:
- Το σχόλιο πρέπει να είναι σε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος αφού όπως επεξηγείται και στην Μακάριος Δρουσιώτης v. Νικόλας Παπαδόπουλος
(2012)1 Α.Α.Δ 102 η φράση του Αγγλικού κειμένου του νόμου "of public interest" στην παράγραφο (β), πρέπει εδώ να μεταφράζεται «δημοσίου ενδιαφέροντος» και όχι «δημοσίου συμφέροντος» όπως αναφέρεται στην παράγραφο (β) του ελληνικού κειμένου. Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου περιορίζεται στα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, και τη διαγωγή δημοσίων προσώπων ή και θέματα κεντρικής ή τοπικής διοίκησης (Papastratis v. HadjiEfthymiou a.o.
(1986)1 C.L.R. 905, T.M.P. Agents v. Saba & Co (T.M.P.)
(2007)1 A.A.Δ. 448). 2. Για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, η επίμαχη δήλωση πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων. Εάν κριθεί ότι πρόκειται για δήλωση γεγονότων τυχόν υπεράσπιση θα πρέπει να αναζητηθεί είτε στο πεδίο της υπεράσπισης της αλήθειας ή του προνομίου. Η εξήγηση για τη διάκριση σε γεγονότα ή σχόλια είναι ότι οι δυσφημιστικές δηλώσεις οι οποίες αντικατοπτρίζουν καθαρά τις υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις του συγγραφέα δεν εκλαμβάνονται από τους αναγνώστες ως ευαγγέλιο, αλλά αντιθέτως οι τελευταίοι έχουν τη δυνατότητα να εκτιμήσουν τα γεγονότα από μόνοι τους και να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη ("Media Law", των Robertson και Nicol, 4η έκδοση, σελ. 121). Γενικά ομιλούντες, γενικοί ισχυρισμοί σε υποτίτλους και ειδήσεις εκλαμβάνονται μάλλον ως γεγονότα, ενώ η κριτική που εκφράζεται σε προσωπικά άρθρα είναι πιο κοντά στο να θεωρηθεί ως άποψη, ειδικά όταν εμφανίζεται να είναι συμπέρασμα το οποίο εξάγει ο αρθρογράφος από γεγονότα στα οποία έχει γίνει αναφορά (βλ. σύγγραμμα "Media Law", ανωτέρω, σελ. 120). Η δυσκολία στην κατάταξη μιας δήλωσης στη μια ή την άλλη κατηγορία γίνεται πιο εύκολα κατανοητή αν αναλογιστεί κανείς ότι οι ίδιες λέξεις σε ένα κείμενο μπορεί να συνιστούν δήλωση γεγονότος και σε άλλο έκφραση γνώμης, η οποία και δεν απαιτεί απόδειξη ορθότητας, με κριτή πάντοτε το μέσο συνετό αναγνώστη και το πώς αυτός θα αντιλαμβάνετο τις λέξεις. Για να αποφασίζεται το ομολογουμένως δύσκολο αυτό ζήτημα, αυτή η δήλωση θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο (βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958 και Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) παράγραφος 12.10[12]). Όταν όμως υπάρχουν προηγούμενα ή μεταγενέστερα κείμενα η εξέταση του κατά πόσον η επίμαχη ή οι επίμαχες δηλώσεις αποτελούν ισχυρισμούς γεγονότων ή σχόλια θα πρέπει να εξετάζεται χωρίς αναφορά στα προηγούμενα κείμενα (βλ. Telnikoff v. Matusevitch (ανωτέρω)). Όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση αναφορά στο προγενέστερο κείμενο μπορεί να γίνει μόνο στην περίπτωση που κριθεί ότι πράγματι οι επίμαχες δηλώσεις αποτελούν σχόλια και με σκοπό να αποφασιστεί αν τα σχόλια είναι έντιμα[13]. Στην υπόθεση Ανδρέα Πετρίδη (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο ακολουθώντας μια ευρεία ερμηνεία του όρου «σχόλιο» υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Joseph v. Spiller [2009] EWHC 1152: "the defence is wide enough to embrace not only expressions of opinion in the more common sense but also, in some cases, inferences of fact where it is clear they are not objectively verifiable: see eg Gatley on Libel and Slander, 11th ed
(2008), at para 12.7. For example, where a conclusion is expressed by the commentator in circumstances where it is obvious to the reader that he cannot know the answer (eg in relation to someone's secret motives), it could be taken as comment rather than fact." Η τάση για διεύρυνση της έννοιας του σχολίου φαίνεται και από την υπόθεση British Chiropractic Association v. Singh
(2010)EWCA Civ 350, όπου στο επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία που να υποστηρίζει μια συγκεκριμένη ιατρική θέση. Το Αγγλικό Εφετείο διαφωνώντας με το πρωτόδικο Δικαστήριο που κατέταξε την αναφορά ως αναφορά γεγονότος, τόνισε πως στην ουσία το επίδικο δημοσίευμα συνιστούσε στην ολότητα του έκφραση άποψης και όχι παράθεση γεγονότων. Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Kimargo Fishfarming Ltd v. Παντελή Μεταξά Πολ. Εφ. 16/08 ημερ. 10/2/2011, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στην ουσία θεώρησε ότι δεν θα έπρεπε να απομονωθούν οι λέξεις ή οι φράσεις του δημοσιεύματος αλλά να ιδωθεί στην ολότητα του. Εκεί ένας περιβαλλοντιστής κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής ανέφερε «Έχει επιβαρύνει τη θάλασσα, είναι νεκρά θάλασσα κάτω από το ιχθυοτροφείο, και τολμώ το λέω ευθαρσώς, ως πρώην εργαζόμενος, συνεργαζόμενος με τη μονάδα και διαπιστώνοντας τα περιβαλλοντικά προβλήματα αυτής της μονάδας . ήταν και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο εγκατέλειψα». Παρά το ότι η δήλωση του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι θα μπορούσε να επιτύχει η συγκεκριμένη υπεράσπιση εφόσον «αν και η παρουσίαση της θέσης του για νεκρή θάλασσα είναι απόλυτη, συγκεκριμενοποιείται στη συνέχεια στην άποψη ότι οι ενάγοντες έχουν επιβαρύνει τη θάλασσα και έχουν περιβαλλοντολογικά προβλήματα. Στην πραγματικότητα, ενόψει της φύσης του προβαλλόμενου θέματος πρόκειται ουσιαστικά για άποψη και όχι για παρουσίαση γεγονότος». 3. Για να έχει ο εναγόμενος το πλεονέκτημα της υπεράσπισης του ευλόγου σχολίου, θα πρέπει να έχει δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' αυτών. (βλ. Μαυρίδης ν Παπαδόπουλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 136, Ανδρέας Πετρίδης ανωτέρω). Όπως όμως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου (ανωτέρω) στη σελίδα 226, είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι δεν απαιτείται από το συγγραφέα του επίδικου δημοσιεύματος να αναγράφει σε αυτό ρητά και αναλυτικά όλα τα γεγονότα τα οποία σχολιάζει. Το ουσιαστικό ζητούμενο σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία, είναι να υπάρχει επαρκής «υποδομή γεγονότων» στο κείμενο που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής για δυσφήμιση, η οποία να επιτρέπει στον αναγνώστη να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας του κειμένου προβαίνει σε σχολιασμό. Όπως επεξηγείται στο ίδιο σύγγραμμα «υποδομή» ή το αναγκαίο βάθρο μπορεί να μην προκύπτει από το ίδιο το δημοσίευμα, αλλά από τις περιστάσεις της υπόθεσης, έστω και από τη γενική δημοσιότητα που είχε λάβει το θέμα που αναλύει το επίδικο δημοσίευμα. Ως τέτοιο παράδειγμα τίθεται η υπόθεση Kemsley v. Foot
(1952)A.C. 345 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής[14]: «But if the matter is before the public, as in the case of a book, a play, a film or a newspaper, then I think different considerations apply. Comment may then be made without setting out the facts on which the comment is based if the subject matter of the complaint is plainly stated.» Από την υπόθεση αυτή προκύπτει ότι όταν ο ενάγων απευθύνεται στο κοινό ή λαμβάνει μέρος σε κάποια δημόσια δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα όταν αρθρογραφεί σε εφημερίδα, τότε κάποιο σχόλιο από ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί σαν έντιμο έστω και αν δεν υπάρχει αναφορά σε γεγονότα ή δεδομένα που να το υποστηρίζουν. Η βάση για αυτή την προσέγγιση φαίνεται να στηρίζεται στο ότι οι αναγνώστες του σχολίου έχουν τουλάχιστον την ευχέρεια να εξακριβώσουν οι ίδιοι το αντικείμενο επί του οποίου έγινε το σχόλιο[15]. Όπως δε επίσης επισημαίνεται στο ίδιο σύγγραμμα (Π. Πολυβίου ανωτέρω), πρόσφατα έχει υπάρξει περαιτέρω χαλάρωση μεταξύ των εννοιών του σχολιασμού και της κριτικής αφενός και των γεγονότων που αποτελούν το αντικείμενο του επίδικου σχολίου ή κριτικής αφετέρου. Σχετική είναι η παραπομπή στην απόφαση Joseph v. Spiller
(2010)UKSC 53 η προσέγγιση της οποίας υιοθετήθηκε στην Ανδρέας Πετρίδης v. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ Πολ. Εφ. 232/09 18/7/2013, όπου στην ουσία αναφέρθηκε ότι το σχόλιο δεν χρειάζεται να καθορίζει τους λόγους στους οποίους εδράζεται με τέτοια λεπτομέρεια ώστε να δίδει στον αναγνώστη την ευχέρεια να αξιολογήσει ο ίδιος εάν το σχόλιο έχει καλή βάση, αλλά είναι αρκετό να καθορίζει σε γενικές γραμμές τι είναι αυτό που τον οδήγησε στο να προβάλει το σχόλιο ή την κριτική του. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Where adverse comment was made generally or generically on matters that were in the public domain it was not a prerequisite of the defence of fair comment that the readers should be in a position to evaluate the comment for themselves. The comment need not identify the matters on which it is based with sufficient particularity to enable the reader to judge for himself whether it was well founded; the comment had to, however, identify at least in general terms what it was that had led the commentator to make the comment so that the reader could understand what the comment was about and the commentator could, if challenged, explain by giving particulars of the subject matter of the comment why he had expressed the views that he did.» (η έμφαση δική μου) 4. Τα γεγονότα επί των οποίων ερείδεται το σχόλιο θα πρέπει να είναι αληθή ή ουσιωδώς αληθή ή να προστατεύονται από προνόμιο. Όταν δηλαδή το σχόλιο βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση, για να επιτύχει η υπεράσπιση πρέπει να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα είναι αληθή. (Eteria Ellinike Ekdosis «Glafx Ltd» v. Loizia
(1984)1 C.L.R. 729). Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν παύει να είναι διαθέσιμη επειδή στα γεγονότα του δημοσιεύματος υπάρχουν κάποιες μικροανακρίβειες ή παραλείψεις (Βλ. Andrews v Chapman
(1853)3 C & K 286 at 290 και Qadir v. Associated Newspapers Ltd
(2013)E.M.L.R. 15, Ανδρέας Πετρίδης ανωτέρω). 5. Το σχόλιο πρέπει να είναι έντιμο. Από την πρόσφατη νομολογία (βλ. Θεοφάνης Καραβιας v. Σταύρου
(2012)1Α Α.Α.Δ. 469[16]) φαίνεται να προκύπτει ότι το ζήτημα της εξέτασης της εντιμότητας του σχολιασμού διέπεται από δύο προϋποθέσεις μια αντικειμενική που αφορά στο δίκαιο ή εύλογο του σχολίου και μια άλλη υποκειμενική που αναφέρεται στο έντιμο αυτού (βλ. και σύγγραμμα Π. Πολυβίου σελ. 250). Το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση έχει ως εξής: «...Αν, όμως, ο ενάγοντας δείξει ότι το σχόλιο δεν έγινε έντιμα ή ότι αυτό έγινε κακόβουλα, τότε η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει - (βλ. Gatley on Libel and Slander, Eighth Edition, The Common Law Library, Number 8, παραγράφους 693-748, σελ. 291-326). Είναι, επίσης, θεμελιωμένο ότι το σχόλιο πρέπει να είναι δίκαιο και, για να είναι τέτοιο, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ένας έντιμος άνθρωπος θα μπορούσε να έχει αυτές τις απόψεις. .» Όπως γίνεται αντιληπτό το υποκειμενικό κριτήριο απαντάται με το ερώτημα κατά πόσον το σχόλιο αποτελεί την έντιμη έκφραση της γνήσιας άποψης του σχολιαστή και όχι μια απλή κατάχρηση ή ύβρι υπό το πέπλο της κριτικής (βλ. Ατταλίδης v. Ροδούλης
(2004)1 Α.Α.Δ. 1690). Έντιμο μπορεί να θεωρηθεί όταν αποτελεί την έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του εναγόμενου, έστω και αν μεταδίδει το νόημα πως η διαγωγή του ενάγοντος ήταν ανέντιμη, ανειλικρινής ή υποκριτική (Slim and Others v. Daily Telegraph Ltd and Another
(1968)1 All E.R. 497, Μακάριος Δρουσιώτης v. Παπαδόπουλου 2012 1Α Α.Α.Δ, 102). Κατά το αντικειμενικό κριτήριο το σχόλιο πρέπει να είναι τέτοιο που να μπορούσε εύλογα να μπορούσε να είχε γίνει από ένα έντιμο άνθρωπο όσο προκατειλημμένος και αν ήταν και όσο υπερβολικές και αν μπορούν να θεωρηθούν οι απόψεις του (Duncan and Neil on Defamation σελ. 131, Telnikoff v. Matusevitch (ανωτέρω) και σύγγραμμα Π. Πολυβίου στη σελίδα 247). 6. Ένας εναγόμενος δεν δικαιούται να βασισθεί στην υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου εάν το σχόλιο έγινε κακόβουλα. Το βάρος απόδειξης κακοβουλίας, από μέρους του εναγόμενου, βαρύνει τον ενάγοντα. Η συρροή παραγόντων όπως αναδύονται μέσα από τη δημοσίευση ή όπως διαφαίνεται από τη γενική συμπεριφορά του εναγόμενου και την όλη στάση του απέναντι στον ενάγοντα πριν από τη δίκη και καθ' όλη την εκδίκαση της υπόθεσης, όπως και η χρήση των συγκεκριμένων λέξεων μπορεί αφ' εαυτής να είναι τέτοια που να οδηγεί σε συμπεράσματα κακοβουλίας (βλ. Κώστας Μαυρή v. Eκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ.α ECLI:CY:AD:2015:A365, Πολιτική Έφεση 198/2010 ημερομηνίας 22/5/2015). Μεταξύ άλλων ένα δημοσίευμα θεωρείται ότι έγινε κακή τη πίστη όταν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα σε βαθμό σχετικά μεγαλύτερο, με τρόπο σχετικά διαφορετικό του ευλόγως αναγκαίου. (Ονουφρίου v. Εταιρεία Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 742) Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Πετρίδης (ανωτέρω) με αναφορά στην Joseph v. Spiller (ανωτέρω), η εμβέλεια της κακοβουλίας έχει πλέον στενέψει σημαντικά. Το γεγονός ότι το κίνητρο του εναγόμενου μπορεί να ήταν ο φθόνος (spite) ή η κακή πίστη δεν είναι πλέον ουσιώδες. Το μόνο ζήτημα είναι κατά πόσον αυτός πίστευε ότι το σχόλιο του ήταν δικαιολογημένο. Στην ίδια υπόθεση Πετρίδης τονίστηκε ότι ακόμη και αν ο σκοπός του εφεσίβλητου 4 ήταν για να ψέξει την πολιτική ανηθικότητα του εφεσείοντος ή χρησιμοποίησε σκληρές εκφράσεις και επιθετική γλώσσα για τον εφεσείοντα, όπως παραπονείτο στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων, αυτό δεν καταδείκνυε κακοβουλία εν τη εννοία της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου και δεν εξουδετέρωνε την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Ο εναγόμενος δικαιούται να δώσει μαρτυρία περί της έντιμης σκέψης του και να εξηγήσει για ποιο λόγο το βασικό κίνητρο του, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε αντιπάθειας τυχόν αισθάνεται για τον ενάγοντα, ήταν να σχολιάσει επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος (βλ. Κimargo Fishfarming (ανωτέρω). Τα δικαστήρια επανειλημμένως έχουν τονίσει πως ο παραλογισμός, η ανοησία και η ισχυρογνωμοσύνη του δημοσιεύσαντος δεν συνιστούν κακοπιστία (Media Law, των Robertson και Nicol, 4η έκδ. σελ. 124).
- Η υπέρασπιση του έντιμου σχολίου στην ουσία αποτελεί αναγνώριση και επιβεβαίωση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Η δε σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το εν λόγω Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 όπου το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων και εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν, αφού αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Α.Δ., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου
- Κατά το στάθμισμα των δύο οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος. (βλ. και Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149 [1991] 13 E.H.R.R, 493, στην παρα. 29) Για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των δύο αυτών συμφερόντων το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων.
- Εκτός από την αρχή της αναλογικότητας μια άλλη παράμετρος του όλου θέματος είναι και αυτή του τι συνιστά αναγκαία προστασία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσον η προστασία της φήμης του επηρεαζομένου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις. (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Νίκου Παπαευσταθίου
(2007)1Β Α.Α.Δ 856 η οποία υιοθετήθηκε μεταγενέστερα στην Κώστα Γενάρης) 9. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ, πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα θα πρέπει να ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική. Στην υπόθεση Krone Verlag GmBH & Co Kg v. Austria, App. Νο. 34315/96, ημερ. 26.2.02 (βλ. Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, σελ. 724), το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο ενάγων, που ήταν πολιτικός, είχε εισέλθει στο δημόσιο στίβο και θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες. (βλ. επίσης μεταξύ άλλων, Μακάριος Δρουσιώτης v. Νικόλας Παπαδόπουλος
(2012)1 Α.Α.Δ 102, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863 (Ολομέλεια), Stoll v. Switzerland, Application 69698/01, ημερομηνίας 25.04.06 (Ολομέλεια), Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 856, Ονουφρίου κ.ά. ν. Εταιρείας «Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ
(2006)1(Α)Α.Α.Δ. 742, Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Jameel v. Wall Street Journal Europe
(2006)4 All.E.R. 609).
- Είναι θεμελιωμένο από τη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. ότι όσο πιο προκλητική είναι η δήλωση την οποία σχολιάζει μια εφημερίδα τόσον πιο σκληρό και δυνατό μπορεί να είναι και το σχόλιο (βλ. Oberschilck v. Austria, App. No. 11662/85, Ser. A, vol. 204, [1995] 19 E.H.R.R., 389, Gatley, ανωτέρω, 10η έκδοση σελ. 732).
- Tο επίδικο δημοσίευμα θα πρέπει να εξετάζεται με φόντο τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν όταν αυτό διενεργήθηκε. Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407, Κώστας Γενάρης (ανωτέρω).
- Είναι η αδύνατη η επαλήθευση μιας αξιολογικής κρίσης (value judgment) επομένως το να απαιτείται η επαλήθευση της παραβιάζει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (Lingens v. Austria (πιο πάνω) και Joseph v. Spiller
(2010)UKSC 53). Όπως λέχθηκε στην Joseph v. Spiller (ανωτέρω): "There is a significant distinction between a statement of fact and a value judgement. A statement of fact will be true or untrue and the law can properly place restrictions on making statements of fact that are untrue. A value judgment is not susceptible of proof so that a requirement to prove the truth of a value judgment is impossible to fulfill , and thus infringes art. 10." Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι θα πρέπει σε πρώτο στάδιο να εξεταστεί κατά πόσον τα σημεία του άρθρου για τα οποία παραπονείται ο ενάγων αποτελούν δηλώσεις γεγονότων ή σχόλια. Εάν πρόκειται για γεγονότα δεν τίθεται θέμα επίκλησης της υπεράσπισης του έντιμου σχολίου, ως έχει επεξηγηθεί. Κατά την εξέταση αυτή, ως έχει υποδειχθεί, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν το δημοσίευμα στο σύνολο του και όχι αποσπασματικά, αλλά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν το άρθρο του ενάγοντος το οποίο είχε προηγηθεί (βλ. Telnikoff v. Matusevtich, ανωτέρω). Οι φράσεις για τις οποίες στην ουσία παραπονείται ο ενάγων είναι, με τη σειρά που απαντώνται στο επίδικο δημοσίευμα, οι εξής:
- Ο τίτλος «Όταν οι ακαδημαϊκοί δεν ανέχονται να ακούσουν την άλλη άποψη»
- «Σε κανένα σημείο του άρθρου δεν προβάλλει οποιοδήποτε σοβαρό επιχείρημα για να στηρίξει τη στάση του σε σχέση με το θέμα επανασυγγραφής της ιστορίας»
- «. με σοφιστείες για να μην πω με αστειότητες μεταφέρει τη συζήτηση σε άλλα θέματα.
- «Προσπαθεί τεχνηέντως να αποπροσανατολίσει και να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό άλλων προσώπων»
- «.τέτοιες προσεγγίσεις είναι άκρως επικίνδυνες για την κοινωνία πόσο μάλλον για τον ακαδημαϊκό χώρο»
- « . ο κ. Μαυρίδης έχει παρεξηγήσει το ρόλο του ως ακαδημαϊκού και τις έννοιες.»
- « ...ότι ο κ. Μαυρίδης τάσσεται ενάντιο στο διάλογο αποφασίζοντας από μόνος του τι συνιστά ιστορική αλήθεια.»
- «Με απόλυτη αλαζονεία και δογματισμό θεωρεί ότι .»
- «. αφού απεχθάνεται τόσο τα κόμματα .»
- Η αναφορά του κ. Μαυρίδη . αναδεικνύει την αδυναμία του να προβάλει βάσιμα και πειστικά επιχειρήματα»
- «Κανένας δεν νομίζω ότι νομιμοποιείται να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού . ούτε φυσικά και ο κ. Μαυρίδης» Έχοντας κατά νου τις αρχές και τη νομολογία, όπως έχει διαμορφωθεί σε σχέση με το τι μπορεί να θεωρηθεί πλέον σχόλιο και το πώς αποφασίζεται το ζήτημα αυτό (βλ. Ανδρέα Πετρίδη, Joseph v. Spiller , British Chripractic Association v. Singh , Kirmago Fishfarming Ltd v. Παντελή Μεταξά (ανωτέρω) σημειώνω τα εξής. Τα όσα πιο πάνω παρατέθηκαν ως τα κατ΄ ισχυρισμόν δυσφημιστικά σημεία του άρθρου, αποτελούν βέβαια αποσπάσματα του άρθρου και στις πλείστες περιπτώσεις δεν περιλαμβάνουν καν την πλήρη πρόταση της οποίας αποτελούν μέρος. Ως όμως έχει ήδη λεχθεί αυτά θα πρέπει να εξεταστούν όχι απομονωμένα, αλλά υπό το φως του συνόλου του επίδικου άρθρου. Έτσι επισημαίνω ότι πριν την αναφορά υπό στοιχείο 5 αναφέρεται η φράση «Θεωρώ ότι» πριν από την αναφορά υπό στοιχείο 6 αναφέρεται από τον εναγόμενο 2 η φράση «Νομίζω ότι» και πριν από την αναφορά υπό στοιχείο 7 η φράση «Φαίνεται όμως». Οι φράσεις αυτές που παραλείπονται δεικνύουν κατά την κρίση μου ξεκάθαρα ότι τα όσα ακολουθούν στις σχετικές προτάσεις αποτελούν την κρίση ή το σχόλιο του εναγόμενου και παραπέμπουν το μέσο συνετό αναγνώστη στο να αντιληφθεί ότι πρόκειται περί σχολίων και όχι γεγονότων. Τούτη η εντύπωση μεταδίδεται ακόμα πιο έντονα όταν ιδωθεί στο σύνολο του το ίδιο το δημοσίευμα το οποίο ήταν σε δημοσιευμένο σε μια στήλη όπου πολίτες καταγράφουν τις απόψεις τους και το οποίο από την αρχή καθιστά σαφές ότι τα όσα ακολουθούν αναφέρονται στο άρθρο που συνέγραψε ο ενάγων, το οποίο μάλιστα σε κάποιο σημείο του άρθρου ρητώς ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι προτίθεται να σχολιάσει αναλυτικά. Μέσα σε αυτό το πρίσμα θεωρώ ότι η αναφορά υπό στοιχείο 8 (όπου ο συντάκτης αναφέρει ότι ο ενάγων στο δικό του άρθρο εκφράζεται με απόλυτη αλαζονεία και δογματισμό), εκλαμβάνεται ως μια αξιολογική κρίση του εναγόμενου 2 επί του άρθρου του ενάγοντος, ο οποίος εκλαμβάνει αλαζονικές και δογματικές τις θέσεις του ενάγοντος και επομένως και αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως σχόλιο και όχι ως έκφραση γεγονότος. Κατά τον ίδιο τρόπο και οι αναφορές υπό στοιχεία 2, 3, 4 και 10 και πάλιν εκλαμβάνονται από το μέσο συνετό αναγνώστη ως ένα σχόλιο, μια κρίση του εναγόμενου 2 όσον αφορά το άρθρο του ενάγοντος. Ανεξαρτήτως εάν έχει διαβάσει το προηγηθέν άρθρο ή όχι καταλαβαίνει ότι ο εναγόμενος 2 θεωρεί τις εκεί προβαλλόμενες θέσεις μη σοβαρές, αστήρικτες και εν γένει ότι το άρθρο στερείται πειστικών επιχειρημάτων. Η δε αναφορά υπό στοιχείο 11 ότι «κανένας δεν νομίζω ότι νομιμοποιείται να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού . ούτε φυσικά και ο κ. Μαυρίδης» και πάλι θεωρώ ότι θα πρέπει να εκληφθεί ως σχόλιο εφόσον συναρτάται με τη θέση που εκφράζεται ενωρίτερα στο άρθρο (βλ. αναφορά 3) ότι δηλαδή ο ενάγων στο δημοσίευμα του αμφισβητεί τον πατριωτισμό άλλων προσώπων κατά τρόπο που οδηγεί τον μέσο συνετό αναγνώστη να το αντιληφθεί ως μια μεταφορική έκφραση χρησιμοποιούμενη για να τονίσει ο συγγραφέας την άποψη του ότι ο ενάγων με το άρθρο του αμφισβητεί τον πατριωτισμό προσώπων. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση που εκφράζεται σε άλλο σημείο του δημοσιεύματος και σε σχέση με την οποία αντεξετάστηκε ο εναγόμενος 2, ότι δηλαδή «Στο άρθρο του πάντως τάσσεται ενάντια στο διάλογο διότι, κατά τον ίδιο είναι "παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης"». Και αυτή η θέση θα πρέπει να θεωρηθεί ως σχόλιο και τούτο διότι αφενός η πρόταση αυτή συναρτάται προς την προηγηθείσα τοποθέτηση για το ίδιο θέμα (βλ. αναφορά 7 - «Φαίνεται όμως ότι ο κ. Μαυρίδης τάσσεται ενάντια στο διάλογο») η οποία λόγω της λέξης «Φαίνεται» παραπέμπει τον μέσο συνετό αναγνώστη να την αντιληφθεί ως έκφραση γνώμης και όχι ως δήλωση γεγονότος και συναφώς θεωρώ ότι σε αυτό το πλαίσιο ο μέσος συνετός αναγνώστης θα αντιληφθεί και την μετέπειτα τοποθέτηση την οποία παρέθεσα πιο πάνω, επίσης ως έκφραση γνώμης. Αφετέρου και εν πάση περιπτώσει η εξειδίκευση που ακολουθεί και συγκεκριμένα η φράση «διότι κατά τον ίδιο είναι παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης» καταδεικνύει ότι πρόκειται για την έκφραση της γνώμης του συγγραφέα στη βάση των απόψεων που προβάλλει ο ενάγων και όχι για έκφραση γεγονότος. Υπενθυμίζω ότι ανάλογη ήταν η προσέγγιση στην Kimargo (ανωτέρω) όπου η δήλωση θεωρήθηκε ως σχόλιο δεδομένης της επεξήγησης που ακολουθούσε. Στην πραγματικότητα και εδώ όπως και στην Kimargo (ανωτέρω) ενόψει της φύσης του προβαλλόμενου θέματος πρόκειται ουσιαστικά για έκφραση άποψης και όχι για έκφραση γεγονότος. Εν γένει θεωρώ ότι όλες οι ουσιώδεις λέξεις, όπως και αν παρουσιάζεται ή παραφράζεται το νόημα τους είναι σαφές, εάν ιδωθούν υπό το φως του συνόλου του δημοσιεύματος όπως επιβάλλεται από τη νομολογία, αποτελούν εκφράσεις γνώμης ή αξιολογικές κρίσεις του εναγόμενου
- Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση στην Ανδρέας Πετρίδης v. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 232/09 ημερ. 18/7/2013 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Εχοντας υπόψιν τα πιο πάνω το αντικείμενο του επίδικου δημοσιεύματος και το πλαίσιο του (context), θεωρούμε πως οι ουσιώδεις λέξεις όπως και αν παρουσιάζεται ή παραφράζεται το νόημα τους είναι εκφράσεις γνώμης ή αξιολογικές κρίσεις. Πρόκειται δηλαδή για αξιολόγηση των ενεργειών και της συμπεριφοράς του εφεσείοντα και όχι για δηλώσεις γεγονότων». Ως προς το ότι ο εναγόμενος που επικαλείται την υπεράσπιση θα πρέπει να έχει δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' εαυτών σημειώνω τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας εξετάσει προσεκτικά το επίδικο δημοσίευμα καταλήγω ότι ο εναγόμενος 2 δεν παραθέτει οτιδήποτε στο άρθρο του που να μπορεί να θεωρηθεί ως παράθεση γεγονότος, αφού στο άρθρο του παραθέτει εν γένει την άποψη του επί του άρθρου του ενάγοντος. Παρά το ότι όμως δεν εντοπίζονται γεγονότα στο επίδικο κείμενο, αυτό δεν οδηγεί στην προκειμένη περίπτωση την υπό εξέταση υπεράσπιση σε αποτυχία. Και τούτο διότι έχοντας υπόψιν ότι στο επίδικο δημοσίευμα ο εναγόμενος 2 καθιστά σαφές ότι αναφέρεται και σχολιάζει το άρθρο του ενάγοντος, δίδοντας μάλιστα και λεπτομέρειες ως προς το που και πότε αυτό δημοσιεύθηκε, σε συνάρτηση με τα λεχθέντα στην Kemsley v. Foot
(1952)A.C. 345 (ανωτέρω) και δη ότι όταν το ζήτημα είναι ενώπιον του κοινού, όπως στην περίπτωση μεταξύ άλλων εφημερίδας, εφαρμόζονται διαφορετικά κριτήρια έτσι ώστε το σχόλιο να μπορεί να γίνει χωρίς να επιβάλλεται να παρατεθούν τα γεγονότα επί των οποίων το σχόλιο βασίζεται, εάν το αντικείμενο του σχολιασμού προσδιορίζεται ξεκάθαρα, καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επιβάλλετο να παρατεθούν τα γεγονότα για να μπορεί να επιτύχει η συγκεκριμένη υπεράσπιση. Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση στην Joseph v. Spiller
(2010)UKSC 53 (η οποία υιοθετήθηκε στην Ανδρέας Πετρίδης (ανωτέρω)), όπου στην ουσία αναφέρθηκε ότι σε αυτό το πλαίσιο είναι αρκετό εάν το πρόσωπο που έχει προβεί στο σχόλιο υποδεικνύει ή καθιστά σαφές σε γενικές γραμμές τι είναι το αντικείμενο του σχολιασμού του ή τι είναι αυτό που τον οδήγησε στο να προβάλει το σχόλιο ή την κριτική του, χωρίς να χρειάζεται να δοθούν τέτοιες λεπτομέρειες που να επιτρέπουν στον αναγνώστη να κρίνει ο ίδιος το εύλογο του σχολίου. Στην προκειμένη περίπτωση από την αρχή κιόλας του δημοσιεύματος καθίσταται σαφές ότι αυτό που τίθεται υπό σχολιασμό είναι το άρθρο του ενάγοντος το οποίο θεωρείται (σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία) ότι ευρίσκεται ενώπιον του κοινού εφόσον είχε δημοσιευθεί προγενέστερα και το οποίο προσδιορίζει πλήρως ο εναγόμενος 2 στο άρθρο του, τόσο από απόψεως του πού και πότε αυτό δημοσιεύθηκε όσο και από απόψεως θέματος. Πέραν τούτου και παρά το ότι ο εναγόμενος 2 στην αρχή του άρθρου του προβαίνει σε κάποια γενικά σχόλια, ακολούθως δίδει σε γενικές γραμμές τη δική του εξήγηση, παραθέτει δηλαδή κάποιο υπόβαθρο, ως προς τα γιατί προβαίνει στα σχόλια αυτά καθώς και τις μετέπειτα τοποθετήσεις του. Για παράδειγμα η θέση του ότι εκφράζεται χωρίς ανοχή στην αντίθετη άποψη φαίνεται ότι εδράζεται στο ότι ο ενάγων της καταλογίζει υστεροβουλία και σκοπιμότητες, ενώ η ίδια αυτή η θέση ότι εκφράζεται χωρίς ανοχή στην αντίθετη άποψη αποτελεί το υπόβαθρο για τη θέση του ότι οι προσεγγίσεις του είναι επικίνδυνες για την κοινωνία και τον ακαδημαϊκό χώρο. Ως προς την αναφορά του σε ακραίες θέσεις και ότι παρεξήγησε τις έννοιες φαίνεται να στηρίζεται στο ότι, όπως ο εναγόμενος 2 αναφέρει, ο ενάγων στο άρθρο του διατυπώνει τη θέση ότι η πολιτική εξουσία του τόπου λειτουργεί κατά τρόπο που δεν εκφράζει τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Η δε αναφορά του σε πιστοποιητικά πατριωτισμού έχει ως υπόβαθρο την αναφορά του κ. Μαυρίδη του στο άρθρο του στο Δημοψίφισμα του 2004, το οποίο ο ενάγων θεωρεί άσχετο με το θέμα που πραγματεύεται το άρθρο, που ήταν η επανασυγγραφή της ιστορίας. Ανάλογες αναφορές στο άρθρο συνοδεύουν και την άποψη του ότι ο ενάγων τάσσεται κατά του διαλόγου και ότι εκφράζεται με αλαζονεία και δογματισμό. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος 2 έχει παραθέσει διαστρεβλωμένα τα όσα ο ίδιος προώθησε στο δικό του άρθρο, καθιστώντας έτσι σαθρό το όποιο υπόβαθρο του σχολιασμού του, πλην όμως θεωρώ ότι αυτή η θέση δεν μπορεί να μεταβάλει το γεγονός ότι όλα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 2 στο επίδικο άρθρο αποτελούν την άποψη του ως προς το πως αντελήφθη και σχολίασε το επίδικο άρθρο του ενάγοντος και επομένως θεωρώ πως το κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί η θέση αυτή περί διαστρέβλωσης είναι το στάδιο εξέτασης της εντιμότητας του σχολιασμού του, οπόταν και θα είναι πλέον επιτρεπτό να εξεταστεί το επίδικο δημοσίευμα κατ' αντιπαραβολή με το δημοσίευμα του ενάγοντος. Εφόσον δε έχει κριθεί ότι το άρθρο του ενάγοντος στην ολότητα του αποτελεί έκφρασης γνώμης (βλ. και British Chiropractic ανωτέρω), δεν τίθεται θέμα εξέτασης της προϋπόθεσης η οποία θέλει τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται το δημοσίευμα να είναι ουσιωδώς αληθή (βλ. ανάλογη ήταν η προσέγγιση και στην Kimargo Fishfarming ανωτέρω). Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον τα όσα ο ενάγων παραπονείται μπορούν να θεωρηθούν σχόλια επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, εν τη εννοία της νομολογίας (βλ. T.M .P. Agents v. Saba & Co (T.M.P.)
(2007)1Α Α.Α.Δ. 448, 454[17]) σημειώνω κατ' αρχάς ότι αποτέλεσε κοινό τόπο ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε εξέλιξη δημόσιος διάλογος ή εν πάση περιπτώσει συζητείτο σε διάφορα επίπεδα το ζήτημα της επανασυγγραφής της ιστορίας, το οποίο εμπίπτει στο ευρύτερο θέμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρώ ότι το ζήτημα της επανασυγγραφής της ιστορίας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος εν τη εννοία της πιο πάνω νομολογίας. Το δε γεγονός ότι αυτό πραγματεύεται το επίδικο δημοσίευμα είναι σαφές από το περιεχόμενο του γενικά, ιδιαίτερα δε από τις πρώτες του γραμμές από τις οποίες προκύπτει αβίαστα ότι ο συγγραφέας προβαίνει σε σχολιασμό συγκεκριμένου άρθρου του ενάγοντος που πραγματεύετο και αυτό με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ζήτημα της επανασυγγραφής της ιστορίας. Το γεγονός ότι με το επίδικο δημοσίευμα σχολιάζονται και παρεμφερείς τοποθετήσεις ή παραδείγματα που προέβαλε ο ενάγων στο δικό του άρθρο, δεν θεωρώ ότι μεταβάλλει το αδιαμφισβήτητο γεγονός που αντιλαμβάνεται ο μέσος συνετός αναγνώστης, ότι δηλαδή ο εναγόμενος 2 μέσω του άρθρου του επιθυμούσε να σχολιάσει το άρθρο του ενάγοντος, επειδή προφανώς διαφωνούσε με τον όλο τρόπο προσέγγισης του ζητήματος της επανασυγγραφής της ιστορίας από τον ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένων και των παρεμφερών τοποθετήσεων του. Άλλωστε όπως ήδη λέχθηκε ως θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος λογίζεται και η στάση δημοσίων προσώπων (βλ. Τ.Μ.Ρ. ανωτέρω) και επομένως εφόσον ο ενάγων ήθελε θεωρηθεί ως δημόσιο πρόσωπο η κρίση της στάσης του ή των κινήτρων του ή των τοποθετήσεων του στο άρθρο που ο ίδιος συνέταξε για ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι θέμα που ενδιαφέρει και αυτό εν πάση περιπτώσει το κοινό. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Branson v. Bower
(2002)Q.B. 735, 747 όπου λέχθηκε ότι «In a modern democracy all those who venture into public life, in whatever capacity must expect to have their motives subjected to scrutiny and discussed». Και στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα τέτοιο δημόσιο πρόσωπο, παρ' όλο που ο συνήγορος του εισηγήθηκε ότι αυτός δεν εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία εν τη εννοία της σχετικής νομολογίας. Στην υπόθεση Μακάριου Δρουσιώτη κ.α. v. Σ. Παπασάββα ECLI:CY:AD:2015:A158, Πολ. Έφ. 236/11 , 6/3/2015 επεξηγήθηκε ότι: «Ο κύκλος των δημοσίων προσώπων δεν περικλείει μόνο τους πολιτικούς ή όσους ασχολούνται εν γένει με τα δημόσια πράγματα, αλλά περιλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία ως εκ της θέσης και των ενεργειών τους μπορούν να υπαχθούν στη δημόσια σφαίρα (Βασιλάκης ν. Ελλάδας, Προσφ. Αρ. 25145/05 ημερ. 17.1.08 του ΕΔΑΔ). Ή, όπως θα το εκφράζαμε εμείς, δημόσιο είναι κάθε πρόσωπο το οποίο επέλεξε με την εν γένει κοινωνική του παρουσία ή την ενασχόληση του με τα δημόσια πράγματα να αυτοπροσδιορισθεί ως δημόσιο πρόσωπο. (η έμφαση δική μου) Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι έπραξε ο ενάγων, δηλαδή επέλεξε με την εν γένει κοινωνική του παρουσία και την ενασχόληση του με τα δημόσια πράγματα να αυτοπροσδιορισθεί ως δημόσιο πρόσωπο. Και τούτο διότι ως ο ίδιος ανέφερε είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο αναγνωρισιμότητα, μεταξύ άλλων και λόγω των παρεμβάσεων του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στην τηλεόραση και τις εφημερίδες για διάφορα ζητήματα μεταξύ των οποίων και πολιτικά. Περαιτέρω είχε περί το 2006 υποβάλει υποψηφιότητα μέσω της παράταξης ΔΗ.ΚΟ, για εκλογή ως βουλευτής. Επομένως μπορεί πράγματι ο ενάγων να μην είχε την αναγνωρισιμότητα που έχει τώρα, όπου βρίσκεται στο δημόσιο στίβο περισσότερα χρόνια και μάλιστα διεκδίκησε εκλογή και το 2011 ως βουλευτής με την παράταξη του ΔΗ.ΚΟ και το 2014 εξελέγη ευρωβουλευτής, όμως ήταν κατά την κρίση μου από τότε δημόσιο πρόσωπο εν τη εννοία της νομολογίας, εφόσον είχε ήδη αρχίσει την ανάμειξη του στην πολιτική και εν πάση περιπτώσει αποδεδειγμένα και παραδεκτά λάμβανε μέρος σε δημόσιες συζητήσεις για διάφορα θέματα και σε διάφορα επίπεδα. Εξάλλου το ότι ο ίδιος είναι δημόσιο πρόσωπο προκύπτει και από τους σχετικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς του οι οποίοι είναι μάλιστα παραδεκτοί και ο ίδιος εν πάση περιπτώσει δεν το αμφισβήτησε στην ουσία. Επομένως κρίνω πως και η προϋπόθεση που θέλει τα σχόλια να είναι επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος πληρούται. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι η διαπίστωση αυτή, ότι δηλαδή ο ενάγων θα πρέπει να θεωρηθεί δημόσιο πρόσωπο, είναι ουσιαστικής σημασίας και κατά την κρίση του κατά πόσον τα σχόλια του εναγόμενου 2 μπορούν να θεωρηθούν έντιμα. Και τούτο διότι όπως επεξηγείται στην υπόθεση Κώστας Κωνσταντίνου και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v Αικατερίνης Καραμεσίνη, Πολιτική Έφεση Αρ. 216/08, ημερ. 08/04/2011: «.Το περιθώριο και η έκταση της άσκησης δημόσιας κριτικής μεγεθύνεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, όχι διότι τα δημόσια πρόσωπα έχουν λιγότερη υπόληψη, αλλά διότι τα ίδια, εν γνώσει τους, εισέρχονται στο δημόσιο βίο, ως πολιτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, γνωστοί επιχειρηματίες, που εμπλέκονται σε μεγάλες δημόσιες εταιρείες, ή πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε δημόσιες συζητήσεις.» (βλ. και Nilsen and Johnsen v. Norway Appl. 23118/93, ημερ. 25.11.1999). ...». Προχωρώ λοιπόν τώρα να εξετάσω κατά πόσον τα επίμαχα σημεία αποτελούν έντιμα ή εύλογα σχόλια, στάδιο στο οποίο είναι πλέον επιτρεπτό με βάση τη νομολογία (βλ. Telnikoff (ανωτέρω)) να γίνει αναφορά και στο αρχικό άρθρο του ενάγοντος, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω στο σημείο αυτό για σκοπούς ευχερέστερης αντίληψης της παρούσας απόφασης. «Ιστορία μέσω κομματικής συναίνεσης; Του Κώστα Μαυρίδη* Η ευρηματικότητα των επιχειρημάτων υπέρ της επανασυγγραφής της Ιστορίας είναι απίστευτη. Ξεκίνησε ως «εκσυγχρονισμός» και σήμερα παρουσιάζεται ως «συναίνεση κομμάτων». Κάθε φορά που ένα επιχείρημα γίνεται διάτρητο από την αντίθετη επιχειρηματολογία της κοινωνίας των πολιτών, εμφανίζεται άλλο. Για να εγκαταληφθεί κι αυτό όταν αποδειχθεί αβάσιμο. Η εναλλαγή των επιχειρημάτων από μόνη της, δείχνει υστεροβουλία και σκοπιμότητες. Αρχικώς η Ιστορία έπρεπε δήθεν να εκσυγχρονιστεί ώστε να προωθεί την ειρηνική συμβίωση με τους Τ/κ. Όταν επισημάνθηκε ότι η Ιστορία διέπεται από επιστημονικούς νόμους και δεν προσαρμόζεται στις εντολές της εξουσίας, όταν υποδείχθηκε ότι η Ιστορία ως επιστήμη στοχεύει στην καλλιέργεια της συλλογικής αυτογνωσίας και δεν υπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες, το επιχείρημα εγκαταλείφθηκε. Για να αναδειχθεί νέο, με τον υπουργό Παιδείας να διαπιστώνει «νέα ευρήματα» τα οποία επιστημονική ομάδα, που θα διορίσει προφανώς ο ίδιος, θα ενσωματώσει την Ιστορία. Εν ολίγοις ο ρόλος της επιστημονικής ομάδας θα επικεντρωθεί στην ενσωμάτωση των «νέων ευρημάτων». Μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα η πολιτική εξουσία προβαίνει σε «επιστημονικές» διαπιστώσεις τις οποίες διορίζεται από την ίδια εξουσία «επιστημονική» ομάδα με εντολή να τις ενσωματώσει. Σε δημοκρατικά πολιτεύματα τέτοια προσέγγιση είναι εξ ορισμού απορριπτέα. Με αυτά είναι σαφές ότι ο εκσυγχρονισμός δεν είναι ο σκοπός αλλά μανδύας για προσαρμογή της Ιστορίας κατά πώς βολεύει κάποιους. Άλλωστε ποιος νουνεχής αντιτάσσεται στον εκσυγχρονισμό; Το πιο πρόσφατο επιχείρημα προέρχεται από το βουλευτή Τ. Χατζηγεωργίου, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι οι αντιδράσεις γίνονται χωρίς λόγο διότι οι όποιες αλλαγές θα γίνουν από «επιστημονική ομάδα» που θα εγκρίνουν τα κόμματα μέσα από συναίνεση (Πρόγραμμα του Λ. Μαύρου). Και πού πάει η ιστορική αλήθεια; Που πάει ο σκοπός της Ιστορίας ως επιστήμης; Μάλλον κι αυτά θα παραμεριστούν, διότι η Ιστορία θα γράφεται πλέον μέσω κομματικής συναίνεσης! Υποθετικά, εάν συμφωνήσουν ο Τ. Χατζηγεωργίου (ΑΚΕΛ) με τον Ν. Τορναρίτη (ΔΗΣΥ) σε κοινή αντίληψη των ιστορικών γεγονότων κι εφόσον εκπροσωπούν την πλειοψηφία στη Βουλή, αυτό θα είναι το κριτήριο της ιστορικής αλήθειας; Δηλαδή, με κομματική συναίνεση (μέσω της «επιστημονικής» ομάδας) μπορεί να αποφασιστεί ότι το Δημοψήφισμα του 2004 δεν έγινε; Μπορεί να καταγραφεί ότι και οι δύο τους συντάχθηκαν με την κοινωνία των πολιτών που οδήγησε στο 76% και δεν ήταν από τους υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν; Στην εκπομπή λέχθηκε ότι ο Τ. Χατζηγεωργίου εξέφρασε την άποψη ότι θα έπρεπε να στηθεί άγαλμα του Ντε Σότο για τις υπηρεσίες του στη διαμόρφωση του σχεδίου Ανάν. Προσωπικά νομίζω ότι είχε εισηγηθεί την ονομασία ενός δρόμου προς τιμήν του Ντε Σότο. Είτε το ένα είτε το άλλο, προφανώς δεν έχει σημασία εφόσον όλα θα περάσουν από το φιλτράρισμα της κομματικής συναίνεσης. Αν και οι δυο τους υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν, θα μπορούσε η Ιστορία να γραφτεί διαφορετικά. Διότι στη «Νέα Ιστορία» δυνατό να μην έχει σημασία τι έγινε, αλλά το τι αποδέχεται η κομματική συναίνεση ότι έγινε! Με αυτό το σκεπτικό, όπου υπάρχει κομματική σύγκλιση θα καταγράφεται ως μέρος της Ιστορίας κι όπου δεν υπάρχει θα καταγράφεται ως προβληματική Ιστορία ή θα διαγράφεται. Έτσι, θα μπορούσε να προκύψει και κάποιο παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης: Να διαγραφεί ο ρόλος του Γρίβα στην Εοκαβήτα και ως αντάλλαγα να διαγραφεί η «απόδραση» του Εζ. Παπαϊωάννου το 55-59, που αν και καταζητούμενος στην Κύπρο, βρέθηκε στην Αγγλία. Μετά τα σχολικά εγχειρίδια για την Ιστορία, προτείνω να εξετάσουν την προσαρμογή των Μαθηματικών: πως το 82% εξισώνεται με το 18%. *Ο Κώστας Μαυρίδης είναι ακαδημαϊκός.» Εν ολίγοις από το άρθρο του ενάγοντος προκύπτει ότι κατά το χρόνο εκείνο υπήρχε μια δημόσια συζήτηση γύρω από το ζήτημα της επανασυγγραφής της ιστορίας και ότι ο ίδιος υποστήριζε τα εξης:
- Ότι αυτοί που επεδίωκαν τότε την επανασυγγραφή της ιστορίας (μεταξύ των οποίων ήταν και ο τότε Υπουργός Παιδείας) προέβαιναν στην εναλλαγή επιχειρημάτων για να πείσουν για την ανάγκη για επανασυγγραφή της ιστορίας, έχοντας ως πραγματικό σκοπό όχι τον εκσυγχρονισμό ή τα άλλα επιχειρήματα που προέβαλλαν, αλλά να προσαρμόσουν την ιστορία κατά πως τους βολεύει.
- Δεύτερον ότι η προσέγγιση του τότε Υπουργού Παιδείας ο οποίος προέβαλε ως επιχείρημα τη διαπίστωση νέων ευρημάτων, τα οποία θα ενσωμάτωνε στην ιστορία επιστημονική ομάδα, που ως ο ενάγων εικάζει θα διόριζε ο ίδιος ο Υπουργός, είναι ανάλογη με την προσέγγιση της εξουσίας σε ολοκληρωτικά καθεστώτα και είναι απορριπτέα σε δημοκρατικά καθεστώτα.
- Τρίτον ότι ο διορισμός επιστημονικής ομάδας που θα ενέκριναν τα κόμματα με κομματική συναίνεση με σκοπό την επανασυγγραφή της ιστορίας, (που ήταν ένα εκ των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν για να καθησυχάσουν όσους αντιτίθοντο), θα οδηγούσε στο να γράφεται η ιστορία μέσω κομματικής συναίνεσης, πράγμα που θα οδηγούσε σε ένα αποτέλεσμα που δεν θα ήταν επιστημονικά αποδεκτό[18], και στην ενσωμάτωση γεγονότων απλώς και μόνο επειδή θα ήταν το προϊόν της κομματικής συναίνεσης ή και κάποιου παζαριού κομματικής αλληλοκατανόησης που θα μπορούσε να προκύψει. Από τη θέση του δε ότι ο διορισμός επιστημονικής ομάδας από τα κόμματα θα οδηγήσει στο να γράγεται η ιστορία μέσω κομματικής συναίνεσης, προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς μια αμφισβήτηση του κύρους της. Επίσης πρέπει να πω ότι, έχοντας υπόψιν τα όσα προκύπτουν από το άρθρο του ενάγοντος και λαμβανομένου υπόψιν του ότι ο ενάγων κατά το χρόνο που συνέγραψε το επίδικο άρθρο ήταν μεν ακαδημαϊκός, αλλά είχε αρχίσει και την ανάμειξη του στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας, αφού είχε από το 2006 υποβάλει υποψηφιότητα για εκλογή ως βουλευτής με την παράταξη του ΔΗ.ΚΟ., θεωρώ ότι εύλογα το άρθρο του ενάγοντα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως ένα άρθρο, αν όχι με καθαρές πολιτικές προεκτάσεις, σίγουρα με έντονη πολιτική χροιά. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ο αιχμηρός και επικριτικός του λόγος προς την εκτελεστική εξουσία και συγκεκριμένα τον Υπουργό Παιδείας, τις ενέργειες του οποίου σε κάποιο σημείο παραλληλίζει με προσεγγίσεις ολοκληρωτικών καθεστώτων, καθώς και τα στοχευμένα παραδείγματα που δίδει προς το τέλος του άρθρου, τα οποία είναι διανθισμένα με έκδηλη υπερβολή και στα οποία «πρωταγωνιστούν» δημόσια πρόσωπα από τον πολιτικό χώρο. Εξ άλλου η πολιτική χροιά του δημοσιεύματος του ενάγοντος είναι έκδηλη και από το ότι στο ίδιο το Τεκμήριο 5 (το αντίγραφο της σελίδας του Φιλελεύθερου όπου φιλοξενήθηκε το άρθρο του ενάγοντος) προβάλλεται ως η ουσία του δημοσιεύματος το εξής μέρος του άρθρου «Είναι σαφές ότι ο εκσυγχρονισμός δεν είναι ο σκοπός αλλά ο μανδύας για προσαρμογή της ιστορίας κατά πώς βολεύει κάποιους». Το μέρος αυτό αναπαράγεται στο μέσο περίπου του άρθρου με λίγο μεγαλύτερα γράμματα από τα γράμματα του κυρίως κειμένου, για να δείξει προφανώς ότι εδώ έγκειται η ουσία του άρθρου, στο να κατακρίνει δηλαδή εκείνους που επιθυμούσαν τότε την επανασυγγραφή της ιστορίας, επί τω ότι τα κίνητρα τους δεν ήταν αγνά, μεταξύ των οποίων και την εκτελεστική εξουσία του τόπου (βλ. αναφορά στον τότε Υπουργό Παιδείας). Πέραν της διαπίστωσης πολιτικής χροιάς στο άρθρο του ενάγοντος πρέπει να πω ότι διαπιστώνω ότι πολλές λέξεις τίθενται σε εισαγωγικά[19]. Στο λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη (ανωτέρω) αναφέρεται ότι λέξεις τοποθετούνται σε εισαγωγικά μεταξύ άλλων όταν ο συγγραφέας δηλώνει ότι μεταφέρει αυτούσια τα λόγια άλλου ή όταν σχολιάζει δυσμενώς ειρωνικά μειωτικά, υποτιμητικά, ή με διάθεση αμφισβήτησης διάφορες έννοιες. Έχοντας υπόψιν το άρθρο στο σύνολο του θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι λέξεις τοποθετούνται σε εισαγωγικά όχι μόνο διότι ήταν λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν από άλλους στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου που διεξαγόταν, όπως υποστήριξε ο ενάγων, αλλά και για να δείξουν την αποστασιοποίηση του συγγραφέα από αυτές, αλλά και την αμφισβήτηση του ή και ειρωνεία με την οποία εξάλλου σε πολλά σημεία είναι εμποτισμένο το άρθρο του ενάγοντος. Για παράδειγμα η θέση που προβάλλεται σε σχέση με την «επιστημονική ομάδα» που θα διορίσουν τα κόμματα, ότι δηλαδή θα οδηγήσει στο να γράφεται η ιστορία με κομματική συναίνεση, στην ουσία αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι το όποιο αποτέλεσμα της επιστημονικής ομάδας θα είναι καθοδηγούμενο από τα κόμματα που θα την διορίσουν, αμφισβητώντας έτσι το κύρος της και εν ολίγοις υποτιμώντας την. Παρομοίως και η λέξη «νέα ευρήματα» εύλογα μπορεί να εκληφθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, εφόσον είναι προφανές από το σύνολο του άρθρου ότι η ύπαρξη «νέων ευρημάτων» αμφισβητείται από το συγγραφέα, αφού παρουσιάζεται ως ένα εκ των επιχειρημάτων που εναλλάσσονται με σκοπό να πείσουν οι υποστηρικτές της επανασυγγραφής για την ανάγκη εκσυγχρονισμού και επανασυγγραφής της ιστορίας, ενώ ο πραγματικός σκοπός αυτών που προβάλλουν το επιχείρημα περί νέων ευρημάτων είναι «η προσαρμογή της ιστορίας κατά πως βολεύει κάποιους». Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, παραμένει βέβαια προς εξέταση το κατά πόσον τα σχόλια του εναγόμενου 2 για το άρθρο του ενάγοντος είναι έντιμα. Ως τέτοια, σχόλια δηλαδή, σίγουρα δεν υπόκεινται σε επαλήθευση εφόσον κάτι τέτοιο θα παραβίαζε το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης σύμφωνα με τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω (βλ. Lingens v. Austria ανωτέρω). Είναι όμως έντιμα; Το κριτήριο όπως έχει ήδη λεχθεί είναι κατά πόσον το σχόλιο είναι τέτοιο που θα μπορούσε να γίνει εύλογα από ένα έντιμο άνθρωπο όσο προκατειλημμένος και αν είναι και όσο υπερβολικές και αν μπορεί να θεωρηθούν οι απόψεις του (αντικειμενικό κριτήριο) και κατά πόσον αποτελεί την ειλικρινή άποψη του εναγόμενου (υποκειμενικό κριτήριο). Παραπονείται ο ενάγων ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν έντιμα και εύλογα σχόλια τα όσα παραπονείται, εφόσον ο εναγόμενος 2 δεν προβάλλει καμία θέση στο άρθρο του, αλλά προβαίνει μέσω αυτού σε επίθεση εναντίον του (που ξεπερνά τα επιτρεπτά όρια) τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο και διαστρεβλώνει και παραποιεί τις θέσεις που προώθησε ο ίδιος ο ενάγων στο δικό του άρθρο. Τέθηκε μάλιστα στον εναγόμενο 2 ότι αποκλείεται ο ίδιος να αντελήφθη το άρθρο με τον τρόπο που το έχει σχολιάσει, ενώ σε άλλο σημείο του τέθηκε πως είτε δεν κατάλαβε τι έλεγε ο ενάγων είτε συνειδητά το διαστρέβλωσε. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι τα επίμαχα δεν μπορούν να θεωρηθούν έντιμα και εύλογα σχόλια, επειδή αποτελούν διαστρέβλωση των όσων ο ίδιος ανέφερε αφού, πουθενά ο ίδιος δεν προώθησε τη θέση στο άρθρο του ότι τάσσεται εναντίον του διαλόγου ή ότι δεν ανέχεται να ακούσει την αντίθετη άποψη ή ότι απεχθάνεται τα κόμματα ή ότι αμφισβητεί τον πατριωτισμό ατόμων ή μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού. Αρχίζω από τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος 2 δεν συνέγραψε το άρθρο για να εκφράσει κάποια θέση επί του θέματος της επανασυγγραφής της ιστορίας, αλλά χρησιμοποίησε το άρθρο του ενάγοντος ως πρόφαση για να του επιτεθεί τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Κατ΄ αρχάς o εναγόμενος 2 ανέφερε ότι σκοπός του ήταν τόσο να απαντήσει στα σχόλια του ενάγοντος τα οποία εξέλαβε ως έχοντα πολιτικό υπόβαθρο, αλλά και για να εκφράσει την άποψη του και παρέπεμψε στις τελευταίες δύο προτάσεις του άρθρου για να δείξει ποια είναι η δική του άποψη για το θέμα και τόνισε ότι θέση του είναι ότι χρειάζεται πολιτική συναίνεση για να βρεθεί το σχέδιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και να εφαρμοστεί. Και θεωρώ ότι πράγματι αυτό έπραξε. Όπως προκύπτει από την τελευταία παράγραφο του άρθρου, στην οποία παρέπεμψε και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 κατά τη μαρτυρία του, ο τελευταίος φαίνεται να έχει μια διαφορετική αντίληψη για την προσέγγιση του ζητήματος της επανασυγγραφής της ιστορίας. Φαίνεται λοιπόν από τα όσα εκεί αναφέρει, ότι σε σχέση με το ζήτημα της επανασυγγραφής της ιστορίας και εν γένει της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, τάσσεται υπέρ της σύνθεσης διαφορετικών απόψεων και υπέρ του διαλόγου μεταξύ όλων των φορέων της κοινωνίας, προφανώς συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών δυνάμεων μέσω των οποίων, ως αναφέρει ενωρίτερα στο άρθρο του, θεωρεί ότι εκφράζεται «η κοινωνία των πολιτών». Φαίνεται λοιπόν ότι ο εναγόμενος 2, κατ' αντίθεση με τη θέση του συνηγόρου του ενάγοντα, προωθεί κάποια άποψη στο άρθρο του και μάλιστα διαφορετική από αυτήν του ενάγοντος, εφόσον ο εναγόμενος 2 δεν φαίνεται να θεωρεί μεμπτή τη συμμετοχή των κομμάτων, ως φορέων της κοινωνίας, στη διαδικασία της επανασυγγραφής της ιστορίας και εν γένει της εκπαιδευτικής μεταρρυθμισης. Η δε θέση που προωθεί ο εναγόμενος 2 στο άρθρο του, φαίνεται να έχει ως υπόβαθρο τη θέση που προώθησε με τη μαρτυρία του ο ίδιος και την οποία φάνηκε από τη μαρτυρία του ότι πράγματι πιστεύει και υποστηρίζει ειλικρινά και ο ίδιος, ότι δηλαδή η ιστορία αποτελεί μεν καταγραφή γεγονότων σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο με κάποιες διαδικασίες, αλλά έχει πάντα την οπτική γωνία εκείνου που την γράφει. Γι' αυτό και όπως ανέφερε ο εναγόμενος 2 κάποιοι μιλούν για την ιστορία που γράφεται από τους νικητές και γι' αυτό υπάρχουν διάφορες συζητήσεις για διάφορα ιστορικά γεγονότα. Γι' αυτό και υποστήριξε ότι παρόλο που συμφωνεί ότι υπάρχουν κανόνες για τη συγγραφή της ιστορίας, τούτο δεν σημαίνει ότι ρόλο στη συγγραφή παίζουν μόνο μορφωμένοι ή επιστήμονες, αλλά ρόλο και δικαίωμα έκφρασης έχει ο καθένας διότι στο τέλος αυτό που κρίνεται είναι η διαφορετική άποψη. Εν ολίγοις φαίνεται ότι ο ίδιος πράγματι πιστεύει ότι χρειάζεται διάλογος και πολιτική συναίνεση για να βρεθεί το σχέδιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και να εφαρμοστεί. Φαίνεται δηλαδή ότι ο εναγόμενος 2 πραγματικά έχει μια διαφορετική προσέγγιση στο όλο ζήτημα αυτό από τον ενάγοντα, ο οποίος φαίνεται να θεωρεί ότι τα κόμματα δεν θα πρέπει να έχουν ανάμειξη στο ζήτημα αυτό και ότι δεν είναι θέμα συμφωνίας ή συναίνεσης τα ιστορικά γεγονότα. Προχωρώ τώρα στα περί διαστρέβλωσης και υπέρβασης από τον ενάγοντα το εύλογου ορίου κριτικής. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη εφόσον τα όσα παραπονείται ο ενάγων ως έχω ήδη αναφέρει εκλαμβάνονται από το μέσο συνετό αναγνώστη ως σχόλια, τα οποία έχουν κάποιο υπόβαθρο και εφόσον συναρτηθούν προς τα όσα ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε στο δικό του άρθρο οδηγούν στην κατάληξη ότι τα σχόλια του είναι της φύσεως που θα μπορούσαν να γίνουν από έναν έντιμο άνθρωπο. Ο δε εναγόμενος 2 ως διεφάνη από τη μαρτυρία του, πράγματι έτσι αντελήφθη το άρθρο και το σχολίασε προβάλλοντας την ειλικρινή προσωπική του άποψη. Εν ολίγοις στην προκειμένη περίπτωση τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό κριτήριο που πρέπει να ικανοποιηθεί κατά την εξέταση της εντιμότητας του σχολιασμού πληρούται. Και τούτο διότι έχοντας ακούσει τον εναγόμενο 2 να καταθέτει πρέπει να πω ότι σχημάτισα την εντύπωση ότι πρόκειται πράγματι περί ενός ατόμου το οποίο ενδιαφέρεται για τα πολιτικά πράγματα, προβληματίζεται και εν γένει συμμετέχει ενεργά στα της κοινωνίας και πως εξ ανέκαθεν αρθρογραφούσε και πως σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση του να απαντήσει στο άρθρο του ενάγοντα, αφού είχε μια άλλη άποψη την οποία ήθελε να προβάλει. Επίσης έχω πειστεί ότι δεν γνώριζε τον ενάγοντα ούτε και είχε κάποιο προηγούμενο ή διαφορά μαζί του ή κάποιο αλλότριο κίνητρο το οποίο να τον υποκίνησε στη συγγραφή του επίδικου άρθρου. Κατά τη σθεναρή δε και σχολαστική αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη σε σχέση με την κάθε θέση που προέβαλε στο άρθρο του, παρατήρησα πως με αμεσότητα και φυσικότητα έδιδε τις θέσεις του ως προς το τι τον ώθησε να γράψει το κάθε σχόλιο, με αναφορά στις θέσεις που προέβαλε ο ενάγων στο δικό του άρθρο, ασχέτως βέβαια του εάν κάποιος θα συμφωνούσε με αυτές. Παρέμεινε δε σταθερός σε αυτές καθ' όλη τη μαρτυρία του, τα όσα δε κατέθετε συνήδαν με τις θέσεις που προέβαλε στο επίδικο άρθρο του. Για τους λόγους δε που θα εξηγήσω πιο κάτω, θεωρώ οτι οι απόψεις του παρόλο που μπορεί να θεωρηθούν σε ορισμένα σημεία έως και υπερβολικές, θα πρέπει έστω και μεταχμιακά να θεωρηθούν ως σχόλια της φύσεως που θα μπορούσαν να γίνουν από ένα έντιμο άνθρωπο, ο οποίος σχολίαζε ένα άρθρο με πολιτική χροιά το οποίο είχε συνταχθεί από ένα δημόσιο πρόσωπο, ένα πρόσωπο με πολιτική δραστηριότητα ως ήταν ο ενάγων σε ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Ένα από τα κύρια σχόλια του εναγόμενου 2, είναι ότι ο ενάγων δεν ανέχεται την άλλη άποψη. Σχετική είναι η αναφορά στον τίτλο αλλά και στο άρθρο όπου αναφέρει «Εκφράζεται δε μη επιδεικνύοντας ανοχή στην αντίθετη άποψη ή ακόμα χειρότερα, επιδιώκοντας να την ενοχοποιήσει, καταλογίζοντας της «υστεροβουλία και σκοπιμότητες»». Γίνεται δε αντιληπτό ότι ο εναγόμενος 2 καταλήγει ότι ο ενάγων δεν ανέχεται την άλλη άποψη επειδή της καταλογίζει υστεροβουλία και σκοπιμότητες. Διαβάζοντας κάποιος και τα δύο άρθρα αντιλαμβάνεται ότι η θέση αυτή προβάλλεται από τον εναγόμενο 2, επειδή θεωρεί ότι ο ενάγων δεν μπορεί να δεχθεί ότι οι υποστηρικτές της επανασυγγραφής της ιστορίας μπορεί γνήσια να έχουν την άποψη ότι η ιστορία θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί με τον τρόπο που επιχειρούν να το πράξουν οι υποστηρικτές της, δηλαδή μέσω επιστημονικής ομάδας που θα διορίσουν τα κόμματα ή ο υπουργός παιδείας και καταλογίζει σε αυτούς υστεροβουλία και σκοπιμότητες, ότι δηλαδή επιχειρούν την επανασυγγραφή μόνο και μόνο για να προσαρμόσουν την ιστορία κατά πως τους βολεύει. Μπορεί η άποψη αυτή να είναι παράλογη, ή λανθασμένη, περισσότερο δε μπορεί να φαίνεται σε κάποιον ή ακόμη και στο ίδιο το Δικαστήριο ως υπερβολική, όμως δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να θεωρήσω ότι είναι μια άποψη που κανένας έντιμος άνθρωπος όσο προκατειλημμένος και υπερβολικός και να ήταν δεν θα μπορούσε να έχει σε μια δημοκρατική κοινωνία, σε σχέση μάλιστα με κάποιο πρόσωπο το οποίο, ως ο ενάγων, εκούσια ενέταξε τον εαυτό του στη σφαίρα των δημοσίων προσώπων, τα οποία σύμφωνα με τη νομολογία αναμένεται να είναι πιο ανεκτικά στην κριτική. Ιδιαίτερα δε αν ληφθεί υπόψη το ύφος και ο χαρακτήρας του δημοσιεύματος του ενάγοντος αναφορά στο οποίο έγινε πιο πάνω και το οποίο είχε πολιτική υφή, όπως βέβαια πολιτική υφή είχε και η απάντηση που έλαβε μέσω του επίδικου άρθρου. Είμαι δε πεπεισμένη έχοντας ακούσει τον εναγόμενο 2 να καταθέτει ότι πραγματικά ο ίδιος αυτό πίστευε όταν έγραφε το άρθρο του. Μου φαίνεται δε ότι γνήσια έδωσε και αυτόν τον τίτλο στο δημοσίευμα, αφού όπως ανέφερε ο εναγόμενος 2 κατά τη μαρτυρία του, ο ενάγων υπέγραφε το άρθρο ως ακαδημαϊκός ενώ κατέθεσε ένα πολιτικό άρθρο με το οποίο εξέφραζε, κατά την άποψη του πάντοτε, μηδενική ανοχή στην αντίθετη άποψη. Άλλο σχόλιο του εναγόμενου 2 είναι ότι ο ενάγων φαίνεται να τάσσεται κατά του διαλόγου αποφασίζοντας από μόνος του τι συνιστά ιστορική αλήθεια, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι ο ενάγων τάσσεται κατά του διαλόγου στο άρθρο του επειδή κατά τον ίδιο είναι παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης. Κατ' αρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι από τα όσα προηγούνται των πιο πάνω αναφορών του εναγόμενου 2 στο άρθρο του, ότι φαίνεται ότι ο τελευταίος όταν μιλά για διάλογο αναφέρεται σε κοινωνικό διάλογο («Θα ανέμενα ότι κάποιος ακαδημαϊκός θα ήταν υπέρ του κοινωνικού διαλόγου για οποιοδήποτε ζήτημα»). Εάν δε τούτο συναρτηθεί προς το άρθρο του ενάγοντος, γίνεται αντιληπτό ότι ο εναγόμενος 2 προβαίνει στο εν λόγω σχόλιο, επειδή θεωρεί ότι ο ενάγων στο άρθρο του τάσσεται εμμέσως πλην σαφώς κατά της κομματικής συναίνεσης για το θέμα αυτό αφού, φαίνεται να θεωρεί (ο ενάγων) ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κομματικό παζάρι. (βλ. αναφορά στο άρθρο του ενάγοντος «Με αυτό το σκεπτικό όπου υπάρχει κομματική σύγκλιση θα καταγράφεται ως μέρος της Ιστορίας κι όπου δεν υπάρχει θα καταγράφεται ως προβληματική Ιστορία ή θα διαγράφεται. Έτσι θα μπορούσε να προκύψει και κάποιο παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης»). Εν ολίγοις φαίνεται ότι η προώθηση από πλευράς ενάγοντος της θέσεως ότι η κομματική συναίνεση δεν είναι κάτι σωστό, οδηγεί τον ίδιο στο να εκλάβει αυτή του τη θέση ως ένδειξη ότι δεν δέχεται τον διάλογο. Η θέση αυτή βέβαια πέραν του ότι εκφράζεται κάπως γενικευμένα, προϋποθέτει και μια νοητική διεργασία, κάποιο συνειρμό τον οποίο φαίνεται ότι κάνει ο εναγόμενος 2, ότι δηλαδή η κομματική συναίνεση προϋποθέτει διάλογο και εφόσον ο ενάγων τάσσεται κατά αυτής, σημαίνει ότι τάσσεται και κατά του διαλόγου. Με αυτή την έννοια μπορεί η άποψη αυτή να είναι παράλογη, ή λανθασμένη, ακόμη και βλακώδης περισσότερο δε μπορεί να φαίνεται σε κάποιον ή ακόμη και στο Δικαστήριο ως υπερβολική ή ανόητη ή έστω και κάπως «τραβηγμένη», όμως και πάλιν θεωρώ έστω και με κάποιο σκεπτικισμό, έστω και μεταιχμιακά ότι είναι μια άποψη της φύσεως που θα μπορούσε να έχει ένας έντιμος άνθρωπος σε μια δημοκρατική κοινωνία, για τους ίδιους λόγους που και πιο πάνω επεξήγησα, ιδιαίτερα έχοντας κατά νου τον επικριτικό λόγο του ίδιου του ενάγοντος στο άρθρο του, την πολιτική χροιά που ο ίδιος έδωσε στο άρθρο του αλλά κυρίως την ιδιότητα του ως δημόσιο πρόσωπο. Είμαι δε πεπεισμένη έχοντας ακούσει τον εναγόμενο 2 να καταθέτει ότι πραγματικά ο ίδιος αυτό πίστευε όταν έγραφε το άρθρο του, αφού όπως ανέφερε για τον ίδιο η κομματική συναίνεση προϋποθέτει διάλογο και επομένως το να μην την αποδέχεται ο ενάγων, εκλαμβάνεται από τον ίδιο ως μη αποδοχή του διαλόγου. Τα ίδια ισχύουν και για την αναφορά στο επίδικο άρθρο ότι ενάγων αποφάσισε μόνος του τι συνιστά ιστορική αλήθεια, θέση στην οποία φαίνεται να οδηγείται ο εναγόμενος 2 από το γεγονός ότι ο ενάγων απορρίπτει το διορισμό επιστημονικής ομάδας από τα κόμματα θεωρώντας ότι θα οδηγήσει στην καταγραφή της ιστορίας μέσω κομματικής συναίνεσης[20] ή και σε παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης, με αποτέλεσμα να ενσωματώνει γεγονότα που δεν έγιναν απλώς και μόνο επειδή είναι το προϊόν της κομματικής συναίνεσης, πράγμα που δεν είναι επιστημονικά ορθό. Εν ολίγοις είναι η εκ προοιμίου απόρριψη του αποτελέσματος της επιστημονικής ομάδας από τον ενάγοντα, που τον οδηγεί τον εναγόμενο να εκφράσει αυτή την άποψη. Και αυτή η άποψη μπορεί να εκληφθεί ως παράλογη ή και υπερβολική, αλλά και πάλιν για τους ίδιους λόγους θα έκρινα ότι θα μπορούσε να εκφραστεί από κάποιο έντιμο άνθρωπο σε σχέση με ένα δημόσιο πρόσωπο, πολιτικά δραστηριοποιημένο. Πολλές δε από τις μετέπειτα αναφορές του εναγόμενου 2 φαίνεται να απορρέουν από τις πιο πάνω ουσιαστικές τοποθετήσεις του, όπως το ότι καταλογίζει στον ενάγοντα ότι εκφράζεται με δογματισμό και αλαζονεία ή και ότι έχει παρεξηγήσει το ρόλο του ως ακαδημαϊκός, ρόλος ο οποίος διαχρονικά διασυνδέεται με την προώθηση του διαλόγου και την ανοχή της αντίθετης άποψης. Το λέει άλλωστε ρητά ότι θα ανέμενε από κάποιον ακαδημαϊκό να είναι υπέρ του κοινωνικού διαλόγου για οποιοδήποτε ζήτημα. Την ίδια βάση γίνεται αντιληπτό ότι έχει και η θέση ότι οι απόψεις του ενάγοντος είναι επικίνδυνες για την κοινωνία αλλά ιδιαίτερα για τον ακαδημαϊκό χώρο, αφού η άποψη αυτή εκφράζεται αμέσως μετά το σχόλιο ότι ο ενάγων εκφράζεται χωρίς ανοχή στην αντίθετη άποψη. Ως προς την αναφορά του εναγόμενου 2 ότι ο ενάγων παρεξήγησε τις έννοιες φαίνεται και από τα όσα ακολουθούν την αναφορά αυτή στο επίδικο άρθρο ότι αυτή πηγάζει από τον χαρακτηρισμό που έδωσε ο ενάγων στην κυβέρνηση που είχε εκλεγεί με δημοκρατικές διαδικασίες 10 μήνες πρίν ως ολοκληρωτικό καθεστώς, αναφερόμενος προφανώς στον παραλληλισμό της προσέγγισης του Υπουργού Παιδείας με προσεγγίσεις της εξουσίας σε ολοκληρωματικά καθεστώτα, θέση την οποία φαίνεται επισης ο εναγόμενος 2 να θεωρεί ως ακραία. Και αυτή θεωρώ είναι μια άποψη την οποία θα μπορούσε να έχει ένας έντιμος άνθρωπος κατά τον τρόπο που ανέφερα και πιο πάνω και πράγματι αυτή ήταν η άποψη του εναγόμενου 2, την οποία επανέλαβε κατά τη μαρτυρία του. Επίσης του καταλογίζει ότι απεχθάνεται τα κόμματα, θέση η οποία φαίνεται να έχει ως υπόβαθρο το ότι εναγόμενος 2 θεωρεί ότι ο ενάγων με το άρθρο του απαξιώνει τα κόμματα τα οποία θεωρεί ικανά να εμπλακούν σε παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης. Η άποψη αυτή φαίνεται να στηρίζεται στη θέση του ενάγοντος ως προκύπτει από το δικό του άρθρο, ότι τα κόμματα εξυπηρετώντας δικά τους συμφέροντα δυνατόν να επιτρέψουν τη συγγραφή της ιστορίας κατά τρόπο που να διαστρεβλώνει πραγματικά γεγονότα (βλ. την αναφορά στο άρθρο του ενάγοντος «Αν και οι δύο τους υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν, θα μπορούσε η Ιστορία να γραφτεί διαφορετικά. Διότι στη «Νέα Ιστορία» δυνατόν να μην έχει σημασία τι έγινε αλλά το τι αποδέχεται η κομματική συναίνεση ότι έγινε! ... Έτσι θα μπορούσε να προκύψει και κάποιο παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης »). Απ' αυτήν την άποψη, ότι δηλαδή ο ενάγων απαξιώνει τα κόμματα, οδηγείται ο εναγόμενος 2 και στο ότι ο ενάγων απεχθάνεται τα κόμματα εξ ου και τον καλεί να του δώσει απάντηση γιατί ο ίδιος πολιτεύεται. Και αυτές οι απόψεις σίγουρα μπορεί να χαρακτηριστούν, ανόητες ή παράλογες ή βλακώδεις ή και υπερβολικές, όμως θεωρώ έστω και μεταχμιακά και πάλιν για τους ίδιους λόγους ότι είναι της φύσεως που θα μπορούσαν να εκφραστούν από ένα έντιμο άνθρωπο ο οποίος σχολιάζει ένα άρθρο με πολιτική υφή το οποίο και αυτό ήταν αιχμηρό και ήταν φανερό ότι είχε καταγραφεί με πολύ κριτική διάθεση. Συναρτώντας τις δε με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, δεν έχω δε καμία αμφιβολία ότι αυτές αποτελούσαν την γνήσια, πολιτική σε κάποιο βαθμό, άποψη του εναγόμενου
- Ως προς την αναφορά του σε σοφιστείες και αστειότητες επισημαίνω ότι αυτή συνοδεύεται από την αναφορά ότι με αυτές ο ενάγων μεταφέρει τη συζήτηση σε άλλα θέματα, έτσι που με την αντιπαραβολή των δύο άρθρων να γίνεται αντιληπτό ότι ο εναγόμενος 2 θεωρεί ως σοφιστείες και αστειότητες τα παραδείγματα που δίδει προς το τέλος του άρθρου του ο ενάγων όπως:
(1)«Αν και οι δύο τους υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν θα μπορούσε να γραφτεί διαφορετικά. Διότι στη «Νέα Ιστορία» δυνατόν να μην έχει σημασία τι έγινε αλλά το τι αποδέχεται η κομματική συναίνεση ότι έγινε! Με αυτό το σκεπτικό όπου υπάρχει κομματική σύγκλιση θα καταγράφεται ως προβληματική Ιστορία ή θα διαγράφεται. Έτσι θα μπορούσε να προκύψει και κάποιο παζάρι κομματικής αλληλοκατανόησης: Να διαγραφεί ο ρόλος του Γριβα στην Εοκαβήτα και ως αντάλλαγμα να διαγραφεί η «απόδραση» του Εζ. Παπαϊωάννου το 55-59 που αν και καταζητούμενος στην Κύπρο, βρέθηκε στην Αγγλία»
(2)«Δηλαδή με κομματική συναίνεση (μέσω της «επιστημονικής ομάδας») μπορεί να αποφασιστεί ότι το Δημοψήφισμα του 2004 δεν έγινε; Μπορεί να καταγραφεί ότι και οι δυο τους συντάχθηκαν με την κοινωνία των πολιτών που οδήγησε στο 76% και δεν ήταν από τους υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν;
(3)Μετά τα σχολικά εγχειρίδια για την ιστορία, προτείνω να εξετάσουν την προσαρμογή των μαθηματικών: πως το 82% εξισώνεται με το 18%» Άλλωστε ο ίδιος ο εναγόμενος 2 αντεξετασθείς σε σχέση με τις αναφορές του σε σοφιστείες και αστειότητες παρέπεμψε μεταξύ άλλων στα πιο πάνω μέρη του άρθρου του ενάγοντος, μη αφήνοντας καμία αμφιβολία και πάλιν ότι τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό κριτήριο ικανοποιείται πλήρως. Ως προς την αναφορά του περί του ότι ο ενάγων μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού, αυτή διασυνδέεται με την αναφορά του ενάγοντος στο δικό του άρθρο στο Δημοψήφισμα του 2004, το οποίο ο εναγόμενος 2 θεωρεί άσχετο με το ζήτημα που πραγματεύετο το άρθρο του ενάγοντα. Αντιπαραβάλλοντας δε τα δύο άρθρα είναι σαφές ότι εξέλαβε το άρθρο του ενάγοντα ως ένα με πολιτικό χαρακτήρα στο οποίο με πρόσχημα το ζήτημα της επανασυγγραφής της ιστορίας γίνονταν μέσω «των σοφιστειών», με έμμεσο τρόπο επιθέσεις σε συγκεκριμένα πρόσωπα για τη στάση που τήρησαν στο δημοψήφισμα του 2004, ζήτημα το οποίο φαίνεται ότι ο εναγόμενος 2 να θεωρεί άσχετο με το θέμα που πραγματευόταν το άρθρο που ήταν η επανασυγγραφή της ιστορίας, εξ ου και το κατέκρινε στο άρθρο του προβαίνοντας στην αναφορά ότι τεχνηέντως αμφισβητεί τον πατριωτισμό προσώπων ή και ότι μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού. Η θέση του ότι θεωρεί την αναφορά στο δημοψήφισμα ως άσχετη φαίνεται και από το ότι σε κάποιο σημείο αναφέρει ότι «Η αναφορά του κ. Μαυρίδη στο δημοψίσμα του 2004 είναι άτοπη και καταδεικνύει την αδυναμία του να προβάλει βάσιμα και πειστικά επιχειρήματα». Και αυτή του η θέση μπορεί πάλι να είναι υπερβολική αλλά για ίδιους λόγους που ανέφερα και προηγουμένως θεωρώ πως θα πρέπει να θεωρηθεί μια άποψη που θα μπορούσε να έχει ένας έντιμος άνθρωπος σε μια δημοκρατική κοινωνία, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη και το ειρωνικό στοιχείο που χαρακτήριζε τα παραδείγματα του. Πραγματικά δε, θεωρώ ότι ο ίδιος ο εναγόμενος 2 πίστευε ότι ο ενάγων με τα παραδείγματα του αμφισβητούσε τον πατριωτισμό προσώπων και χρησιμοποίησε μια μεταφορική έκφραση για να τονίσει την άποψη του αυτή. Όπως άλλωστε εξήγησε και με τη μαρτυρία του προέβη στην αναφορά αυτή αφού θεώρησε ότι η αναφορά «Μπορεί να καταγραφεί ότι και οι δύο τους συντάχθηκαν με την κοινωνία των πολιτών που οδήγησε στο 76% και δεν ήταν από τους υποστηριχτές του Σχεδίου Ανάν;» ήταν ένας τρόπος να διακωμωδήσει τη στάση των προσώπων αυτών (Τ. Χατζηγεωργίου και Ν. Τορναρίτη) και στην ουσία να καταδείξει στην κοινωνία ότι αυτοί δεν ήταν πατριώτες διότι πήραν τη συγκεκριμένη θέση. Εν γένει πιστεύω πραγματικά, ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε κάποιο κίνητρο πέραν της έκφρασης των ειλικρινών του απόψεων του για να γράψει το κείμενο αυτό και πράγματι γράφοντας το επιχείρησε να γράψει την άποψη του. Ο ίδιος όπως φαίνεται τόσο από τη μαρτυρία του αλλά και από το περιεχόμενο του επίδικου άρθρου είδε το άρθρο του ενάγοντος και όχι αδικαιολόγητα ως ένα πολιτικό άρθρο και ως τέτοιο το μεταχειρίστηκε όταν το σχολίασε. Το άρθρο του εναγόμενου 2 είχε σίγουρα και αυτό πολιτικό χαρακτήρα και ήταν αδιαμφισβήτητα καυστικό. Οι απόψεις του εναγόμενου 2 στο επίδικο άρθρο, όπως έχω ήδη πει, δυνατόν να είναι παράλογες, ανόητες, βλακώδεις ή λανθασμένες, ακόμα και ως έχω αναφέρει υπερβολικές. Δεν είναι όμως αυτό που έχει σημασία, όπως δεν έχει σημασία εάν συμφωνεί οποιοσδήποτε με τις απόψεις αυτές ή ακόμα και το ίδιο το Δικαστήριο. Ο μέσος λογικός πολίτης τις αναγνωρίζει ως τέτοιες και είναι σε θέση συνεκτιμώντας το υπόβαθρο το οποίο θεωρείται ότι ευρίσκεται ενώπιον του κοινού σύμφωνα με τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, εφόσον έχει δημοσιευθεί σε εφημερίδα, να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα και κρίσεις. Κατ' αναλογία δε των όσων λέχθηκαν στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου (ανωτέρω) κρίνω πως και στην παρούσα πρόκειται για οξεία και σκληρή κριτική κατά του ενάγοντος από τον εναγόμενο 2, η οποία όμως στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας μπορεί να γίνει ανεκτή από ένα πρόσωπο που είχε ήδη εμπλακεί στα πολιτικά πράγματα του τόπου υποβάλλοντας υποψηφιότητα ως βουλευτής, ένα δημόσιο, δηλαδή, πρόσωπο ως θεωρώ ότι ήταν ο ενάγων για τους λόγους που προανέφερα και μάλιστα για ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην κατάληξη μου αυτή δεν παρέλειψα να λάβω υπόψη και την καυστική γλώσσα και τα στοχευμένα παραδείγματα που χρησιμοποίησε και ο ίδιος ο ενάγων στο δικό του άρθρο, παράγοντας ο οποίος σύμφωνα με τη νομολογία που προανέφερα λαμβάνεται υπόψιν στα πλαίσια αυτά. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Θεοφάνης Καραβίας v. Σταύρου (ανωτέρω) τα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουν τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του σε θέματα δημοσίου