ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Indigo Travel Retail Holding Limited ν. INDIGO TRAVEL RETAIL GROUP LIMITED, Αρ. Αίτησης: 800/2015, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 800/2015 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 και ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ INDIGO TRAVEL RETAIL GROUP LIMITED και ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Indigo Travel Retail Holding Limited για διάλυση της εταιρείας INDIGO TRAVEL RETAIL GROUP LIMITED Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Σ. Ευαγγέλου με κ. Μ. Τσικουρή για Σ.Α. Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Γεωργίου για Γ. Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εκκαθαριστή: κ. Δ. Βάκης για Pyrgou Vakis LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 6.5.2016) ΙΣΤΟΡΙΚΟ Στις 20.11.2015 η Indigo Travel Retail Holding Limited, ήτοι οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα (και έτσι θα αναφέρονται στο εξής), καταχώρησαν Αίτηση για εκκαθάριση της Indigo Travel Retail Group Limited (στο εξής αναφερόμενη ως «η Αιτήτρια»). Με την Αίτηση Εκκαθάρισης οι Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι είναι μέτοχοι κατά 35% του μετοχικού κεφαλαίου της Αιτήτριας, ισχυρίστηκαν ότι δάνεισαν στην τελευταία το ποσό των €8.000.000 πληρωτέο εντός 5 ετών από 9.4.2012 ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο κατ' επιλογή των Καθ' ων η Αίτηση. Σε κάποιο χρονικό σημείο και ειδικότερα από τον Οκτώβριο του 2014, η Αιτήτρια σταμάτησε να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό προς αποπληρωμή του δανείου και έτσι οι Καθ' ων η Αίτηση ζήτησαν με επιστολή ημερομηνίας 10.8.2015, την καταβολή του υπολοίπου ποσού που ανερχόταν τότε σε €5.560.111,
- Η Αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε, παρά την επίδοση της ως άνω επιστολής στο εγγεγραμμένο γραφείο της στις 14.8.
- Ακολούθως, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν ενυπόγραφη ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 με την οποία η Αιτήτρια εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί εντός 3 εβδομάδων από την ημερομηνία επίδοσης της. Η αίτηση Εκκαθάρισης επιδόθηκε τόσο στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη όσο και στην Αιτήτρια. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία. Στις 22.1.2016, οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν, στην παρουσία εκπροσώπου του Επίσημου Παραλήπτη, σε απόδειξη της αίτησης εκκαθάρισης και αιτήθηκαν τον διορισμό του κ. Μιχάλη Λοϊζίδη ο οποίος ήταν παρών στο Δικαστήριο, ως εκκαθαριστή της εταιρείας. Το Δικαστήριο εξέδωσε, διάταγμα εκκαθάρισης της Αιτήτριας και διόρισε τον κ. Μιχάλη Λοϊζίδη ως εκκαθαριστή. (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Εκκαθαριστής»). Ο Επίσημος Παραλήπτης δήλωσε, μέσω της εκπροσώπου του, την συγκατάθεση του στον διορισμό του κ. Μιχάλη Λοϊζίδη. Ακολούθως, στις 5.2.2016 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος εκκαθάρισης. Καταχώρησε επίσης στις 18.4.2016, μονομερή αίτηση για προσωρινά διατάγματα που να απαγορεύουν σε διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και στον εκκαθαριστή, να προχωρήσουν σε ορισμένες πράξεις και/ή να υλοποιήσουν ορισμένες αποφάσεις σε σχέση με θυγατρικές εταιρείες της Αιτήτριας εταιρείας. Κρίθηκε ότι η μονομερής Αίτηση δεν πληρούσε το στοιχείο του κατεπείγοντος και έτσι διατάχθηκε η επίδοσή της τόσο στους Καθ' ων η Αίτηση όσο και στον Εκκαθαριστή. Αφού στο μεταξύ καταχωρήθηκαν οι Ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση και του Εκκαθαριστή, η Αιτήτρια ζήτησε με αίτηση ημερομηνίας 9.5.2016 άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 5.2.
- Είχε επίσης στο μεταξύ καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 6.5.2016 στην οποία θα αναφερθώ στην επόμενη παράγραφο. Στις 27.5.2016 οι συνήγοροι της Αιτήτριας ζήτησαν άδεια να αποσύρουν άνευ βλάβης δικαιωμάτων όλες τις πιο πάνω Αιτήσεις, πλην της Αίτησης ημερομηνίας 6.5.
- Στις 6.6.2016 το Δικαστήριο έδωσε άδεια για απόσυρση των Αιτήσεων άνευ βλάβης δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Παρέμεινε προς εκδίκαση η υπό κρίση Αίτηση, με την οποία η Αιτήτρια αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η παύση του κ. Μιχάλη Λοϊζίδη από την θέση του Εκκαθαριστή της Αιτήτριας εταιρείας καθώς επίσης και η ακύρωση και/ή ανατροπή ορισμένων πράξεων και/ή αποφάσεων του κ. Μιχάλη Λοϊζίδη, οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο Β της Αίτησης. Επισημαίνω ότι προς εκδίκαση εκκρεμεί επίσης και μονομερής Αίτηση της Εταιρείας Daltec Intertrade Corp, μεγαλομετόχου της Αιτήτριας εταιρείας, η οποία όμως κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση και στον Εκκαθαριστή. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του (Ruling) αποφάσισε όπως εξετάσει κατά προτεραιότητα την Αίτηση δια κλήσεως της Αιτήτριας. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 1-10, 203 - 230, 234
(5), 243, 300, 307, και 311 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 στον κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών, στην Δ.48 Θ.Θ. 1-7 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από έγγραφο που φέρεται να είναι Ένορκη Δήλωση του Igor Chudinov στην Ρωσική γλώσσα καθώς και μετάφραση της εν λόγω δήλωσης στην Αγγλική γλώσσα. Η εισήγηση που ηγέρθη εμφαντικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εκκαθαριστή και πρέπει θεωρώ να εξεταστεί κατά προτεραιότητα είναι ότι η δήλωση που συνοδεύει και ή υποστηρίζει την Αίτηση είναι αντικανονική και ή δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως ένορκη δήλωση (λόγος Ένστασης 2 στην Ένσταση του Εκκαθαριστή). Και τούτο διότι η Δ.39 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί, ότι για να είναι δεκτή γραπτή δήλωση ως ένορκη δήλωση, πρέπει να φέρει επιβεβαίωση από το πρόσωπο που λαμβάνει τον όρκο (γνωστό ως Jurat). Αυτή η επιβεβαίωση πρέπει, κατά την εισήγηση του κ. Βάκη, να είναι συνταγμένη σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν η θέση του κ. Βάκη ότι αν και επιτρέπεται από τον περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο Ν.67(Ι)/88, να προσάγεται στο Δικαστήριο, έγγραφη μαρτυρία σε γλώσσα άλλη από την επίσημη, εντούτοις το Jurat δεν είναι έγγραφη μαρτυρία και συνεπώς δεν καλύπτεται από το άρθρο 5 του Ν.67(Ι)/88. Με άλλα λόγια, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος αποδέχεται ότι η γραπτή δήλωση μπορεί να είναι σε ξένη γλώσσα, εντούτοις θεωρεί ότι δεν επιτρέπεται η επιβεβαίωση να γίνει σε ξένη γλώσσα. Θεωρεί ότι το Jurat δεν είναι μέρος της ένορκης δήλωσης αλλά είναι η επιβεβαίωση από το πρόσωπο ενώπιον του οποίου γίνεται ο όρκος, ότι όντως αυτό το πρόσωπο ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιον του. Εισηγήθηκε ότι υπό τις περιστάσεις δεν υπάρχει ένορκη δήλωση που να συνοδεύει την αίτηση, η οποία συνεπώς είναι παράτυπη και πρέπει να απορριφθεί μόνο γι' αυτόν τον λόγο. Το Άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου Ν.67(Ι)/88 προνοεί ότι:- «5.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι την 15η Αυγούστου, 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση.» Όπως φαίνεται από τις πιο πάνω διατάξεις, το άρθρο 5 του Ν.67(Ι)/88 δημιουργώντας εξαίρεση στις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Συντάγματος, επιτρέπει την αποδοχή ως αποδεικτικού μέσου οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα. Δια του εδαφίου
(2)δίδεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει μετάφραση αν αυτό υπαγορεύουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Με το εδάφιο
(4)διευκρινίζεται ότι «έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση». Συνεπώς, είναι ορθή η θέση του κ. Βάκη ότι κάποια ένορκη δήλωση μπορεί να είναι συνταγμένη σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες. Στην παρούσα περίπτωση δεν ισχυρίστηκε κάποιος εκ των διαδίκων ότι δεν γνωρίζει είτε την Ρωσική είτε την Αγγλική γλώσσα ώστε το συμφέρον της Δικαιοσύνης να απαιτεί όπως μεταφραστεί περαιτέρω η εν λόγω δήλωση στην Ελληνική Γλώσσα. Ούτε το Δικαστήριο διέταξε αυτεπαγγέλτως την μετάφραση. Από αυτή την άποψη επομένως η δήλωση του κ. Igor Chudinov δεν είναι παράτυπη. (βλ. σχετικά την Τόσκας Αντώνης ν. ΒΝP Paribas (Cyprus) Limited,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1962). Το ερώτημα όμως που παραμένει είναι κατά πόσον η εν λόγω δήλωση πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί Ένορκη Δήλωση εν τη εννοία της Δ.39, δεδομένου του γεγονότος ότι η επιβεβαίωση του προσώπου που λαμβάνει την Ένορκη Δήλωση δεν είναι συνταγμένη στην Ελληνική ή την Τουρκική Γλώσσα. Η Δ.39 Θ.10. των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα εξής: «The person taking the affidavit shall note immediately at the foot thereof, towards the left side of the paper, the time when and the place where the affidavit is taken, and that the affidavit was sworn and signed before him; he shall sign the jurat and describe his office. (Form 35.)» Ο κ. Βάκης παρέπεμψε σχετικά στην Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.α. ν. Arizona Trading Co. Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354, που αφορούσε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Σε εκείνη την υπόθεση, απουσίαζε από την ένορκη δήλωση που υποστήριζε το αίτημα, η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat), που καθιστά απαραίτητη η Δ.39, Θ.10 και πρέπει να γίνει σύμφωνα με τον Τύπο 35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπήρχε, σε εκείνη την περίπτωση, μόνο μια υπογραφή κάτω από την φράση, «καταχωρήθηκε 10/7/95 (η ημερομηνία ήταν χειρόγραφη) και πάνω από τη λέξη «ιδιόγραφη» επίσης «πρωτοκολλητής». Για συμπλήρωση των ελλείψεων δόθηκε μαρτυρία από τον Πρωτοκολλητή . Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Δε θα σχολιάσουμε τη μαρτυρία της πρωτοκολλητού ή την έλλειψη μαρτυρίας αναγνώρισης του ομώσαντος Χρ. Κ. Μανώλη, ή άλλες ατέλειες. Ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός της jurat να αποφεύγονται με τρόπο αναντίλεκτο οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις. Είναι γι αυτό που όπως παρατηρεί ο Atkin στη σελ. 325 του ίδιου τόμου: "Τhe parties cannot waive an irregularity in the jurat" H πλευρά της Αιτήτριας αντέταξε στα πιο πάνω ότι από την στιγμή που υπάρχει η υπογραφή του Πρωτοκολλητή πάνω στην Ένορκες Δήλωση το θέμα τελειώνει εκεί. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο Τύπος 35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί την πιο κάτω επιβεβαίωση (Jurat): «Sworn and signed before me on the day of 19 , at . (Signed) X. Y., Registrar.» Στο Ρωσικό κείμενο της Ένορκης Δήλωσης του Igor Chudinov, στην τελευταία σελίδα, στο αριστερό μέρος μετά από την τελευταία παράγραφο του κυρίως κειμένου υπάρχουν κάποιες αναγραφές, όπως φαίνεται στην Ρωσική γλώσσα, οι οποίες μεταφράζονται ως εξής στην μετάφραση από την Ρωσική στην Αγγλική: «Sworn and Signed before me today on the 6/5/
- REGISTRAR» Στο Ρωσικό κείμενο υπάρχει επίσης τοποθετημένο κάτω από την αναγραφή που μεταφράζεται ως «REGISTRAR» το όνομα «Αργυρώ Μαστίχη» . Υπάρχει επίσης μια υπογραφή πάνω από την αναγραφή που μεταφράζεται ως «REGISTRAR». Είναι κατ' αρχήν ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι από το φερόμενο ως Jurat απουσιάζει αναφορά ως προς τον τόπο όπου έγινε η Ένορκη Δήλωση. Τούτο όμως μπορεί να αποτελεί παρατυπία η οποία να μπορεί να ξεπεραστεί δυνάμει της Δ.39 Θ.15 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
- The Court or Judge may receive any affidavit sworn for the purpose of being used in any cause or matter, notwithstanding any defect by misdescription of parties or otherwise in the title or jurat, or any other irregularity in the form thereof, and may direct a memorandum to be made on the document that it has been so received.» Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα περίπτωση δεν είναι κατά πόσον το περιεχόμενο της επιβεβαίωσης πάσχει. Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ορθά η φερόμενη επιβεβαίωση του προσώπου που επιβεβαιώνει, ήτοι του φερόμενου ως «Registrar» τέθηκε στην Ρωσική γλώσσα αντί σε κάποια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως επισημάνθηκε στην Hassanein Kamal ν. "Hellenic Island" and/or "Island" και Άλλων (Aρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 303 το «Άρθρο 3.4 του Συντάγματος καθιέρωσε τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, την ελληνική και την τουρκική, ως τις γλώσσες στις οποίες θα διεξάγεται η διαδικασία. Παράλληλα με το Άρθρο 189 (β) του Συντάγματος επετράπη κατά βούληση και η χρήση της αγγλικής ως γλώσσας της διαδικασίας για περίοδο 5 ετών. Πρόκειται για δυνητική πρόνοια η οποία για τη μεταβατική περίοδο των 5 ετών καθιστούσε παραδεκτή και τη χρήση της αγγλικής ως γλώσσας στην οποία θα μπορούσε να διεξαχθεί η διαδικασία στα δικαστήρια. Η μεταβατική περίοδος παρατάθηκε με τον περί Νόμων και Δικαστηρίων (Κείμενον καιΔιαδικασία) Νόμον του 1965 (Ν.51/65)και ως αποτέλεσμα και η δυνατότητα χρήσης της αγγλικής γλώσσας στις διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων. [Βλ. Koumi v. Kortari
(1983)1 C.L.R. 856]. Με τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Ν.67/88τερματίστηκε η μεταβατική περίοδος και ως αποτέλεσμα ενεργοποιήθηκαν οι συνταγματικές διατάξεις που καθιστούν τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας τις μόνες γλώσσες στις οποίες μπορεί να διεξάγεται η δικαστική διαδικασία. (Βλ. Σοφοκλέους και Άλλη ν. Στυλιανού
(1992)1 A.A.Δ. 81).» Όπως τονίστηκε στην ίδια απόφαση Hassanein Kamal (ανωτέρω) «οι θεσμικές διατάξεις που περιέχονται στη Δ.58 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με τη γλώσσα της διαδικασίας και τη σύνταξη των δικαστικών εγγράφων έπρεπε να προσαρμοστούν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 188.1 του Συντάγματος προς τις συνταγματικές διατάξεις που περιέχονται στο Άρθρο 3.4 του Συντάγματος, όπως αποφασίστηκε στην The United Bible Societies (Gulf) ν. Κώστα Χατζηκακού
(1990)1 A.A.Δ. 395.» Έχω την άποψη ότι η καταγραφή της επιβεβαίωσης (Jurat) από το πρόσωπο που λαμβάνει την επιβεβαίωση αποτελεί μέρος δικαστικής διαδικασίας ή εν πάση περιπτώσει οιονεί δικαστικής διαδικασίας. Αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει είτε ενώπιον Δικαστή είτε ενώπιον Πρωτοκολλητή. Όπως αναφέρεται στην Δ.39 Θ.7 «An affidavit may be sworn before a Judge or Registrar of any Court.». Η Δ.39 Θ.10. των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι το πρόσωπο που λαμβάνει την ένορκη δήλωση πρέπει να σημειώσει σε αυτή την επιβεβαίωση. Τούτο δείχνει ότι η επιβεβαίωση είναι κάτι διαφορετικό και επιπρόσθετο του εγγράφου που ονομάζεται «Ένορκη Δήλωση». Η πρακτική να παρουσιάζεται κάποια δήλωση στο Πρωτοκολλητείο και σε αυτήν να είναι ήδη εκτυπωμένη η επιβεβαίωση του Πρωτοκολλητή δεν είναι κατακριτέα, πλην όμως η επιβεβαίωση αυτή πρέπει να είναι συνταγμένη στην Ελληνική ή την Τουρική Γλώσσα. Εάν δεν είναι συνταγμένη σε κάποια από αυτές τις γλώσσες, τότε είναι καθήκον του προσώπου που λαμβάνει την Ένορκη Δήλωση να σημειώσει την επιβεβαίωση σε επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σίγουρα σε γλώσσα καταληπτή από τον ίδιο. Η επιβεβαίωση (Jurat) αποτελεί τον τρόπο να αποφεύγονται με τρόπο αναντίλεκτο οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις (βλ. Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ ανωτέρω). Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η διεκπεραίωση και καταγραφή της επιβεβαίωσης σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η επιβεβαίωση του Πρωτοκολλητή σε ένορκη δήλωση δεν καλύπτεται από τον όρο έγγραφο που αναφέρεται στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών Νόμου. Θεωρώ επίσης ορθή την εισήγηση του κ. Βάκη ότι η επιβεβαίωση δεν αποτελεί μέρος της Ένορκης Δήλωσης. Θεωρώ ότι η διαδικασία της επιβεβαίωσης αποτελεί μέρος δικαστικής διαδικασίας ή οιονεί δικαστικής διαδικασίας, και ως τέτοια έπρεπε να διεξαχθεί σε κάποια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν θα υπεισέλθω στο, κατά τα άλλα αναπάντητο, ερώτημα κατά πόσον το πρόσωπο που υπογράφει στον χώρο όπου φαίνεται να υπάρχει Jurat, γνωρίζει την Ρωσική γλώσσα. Έστω και αν υπήρχε τέτοια μαρτυρία, ότι δηλαδή το πρόσωπο εκείνο, ήτοι η Αργυρώ Μαστίχη, γνωρίζει την Ρωσική γλώσσα, η κατάληξη μου θα ήταν η ίδια. Εξάλλου όπως λέχθηκε στην Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ (ανωτέρω) τα κενά ή οι ελλείψεις δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το έγγραφο που κατατέθηκε για να στηρίξει το αίτημα δεν έχει αποδεικτική αξία. Επομένως η διαδικασία πάσχει και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για αυτό τον λόγο καθότι πρόκειται για ενδιάμεση Αίτηση, στηριζόμενη μεταξύ άλλων στην Δ.48 Θ.9 η οποία επιβάλλει όπως ενδιάμεσες Αιτήσεις, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, πρέπει να συνοδεύονται από Ένορκη Δήλωση. Εξάλλου χωρίς Ένορκη Δήλωση που να συνοδεύει την Αίτηση δεν μπορούν να αντληθούν πληροφορίες επί γεγονότων που να αποτελέσουν υπόβαθρο για επιτυχία της Αιτήματος για παύση του εκκαθαριστή. Για τον ίδιο λόγο δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο για επιτυχία του αιτητικού Β της Αίτησης. Παρά ταύτα, θα εξετάσω κάποιες πτυχές της παρούσας Αίτησης που αφορούν θέματα τα οποία προκύπτουν από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, αν και σημειώνω ότι στην υπο κρίση Αίτηση δεν γίνεται ουδεμία αναφορά ότι αυτή εδράζεται σε γεγονότα που προκύπτουν από τον δικαστικό φάκελο. Έν πάση περιπτώσει, έχοντας κατά νου ότι σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938) παρατηρώ τα εξής: Η θέση των Αιτητών είναι, μεταξύ άλλων, ότι ο διορισμός του εκκαθαριστή είναι παράτυπος καθότι έπρεπε να διοριστεί ως εκκαθαριστής ο Επίσημος Παραλήπτης και μετά να ακολουθηθούν οι απαραίτητες διαδικασίες σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 228Α του Κεφ. 113 ώστε να διοριστεί εκκαθαριστής πρόσωπο άλλο από τον Επίσημο Παραλήπτη. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το ιστορικό που εκτέθηκε πιο πάνω, έγινε ταυτόχρονα με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης απευθείας διορισμός του Μιχάλη Λοϊζίδη ως εκκαθαριστή. Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον υπάρχει κατάλοιπο εξουσίας στην Αιτήτρια Εταιρεία και στους Διευθυντές της να προσβάλουν τον διορισμό Εκκαθαριστή. Ήταν η θέση τόσο των Καθ' ων η Αίτηση όσο και του Εκκαθαριστή ότι τέτοια εξουσία δεν υπάρχει (Λόγοι Ένστασης 1 και 3 των Ενστάσεων των Καθ' ων η Αίτηση και του Εκκαθαριστή αντίστοιχα). Όλες οι πλευρές, τόσο οι Αιτητές όσο και οι Καθ' ων η Αίτηση, παρέπεμψαν στην Genemp Trading Ltd ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1658 όπου εξετάστηκε κατά πόσον η πρόνοια του Αρθρου 233
(1)(α) του Κεφ. 113, που ορίζει ότι ο εκκαθαριστής, έχει εξουσία «να εγείρει ή υπερασπίσει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα και εκ μέρους της εταιρείας» αποστερεί από το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο όλες τις εξουσίες περιλαμβανομένης της εξουσίας να αποφασίσει την προώθηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Λέχθηκαν τα εξής: «Μάλιστα δεν είναι ορθό να λέγεται ότι το διάταγμα εκκαθάρισης αυτομάτως συνεπάγεται απόλυση των αξιωματούχων της εταιρείας, αφού αυτό μάλλον έχει τη συνέπεια της αναστολής των εξουσιών τους. Διατηρούν οι σύμβουλοι κατάλοιπο εξουσίας να εξουσιοδοτήσουν την καταχώρηση έφεσης κατά του διατάγματος που έχει ως συνέπεια την ίδια την εκκαθάριση της εταιρείας και την αναστολή των εξουσιών τους» Οι Αιτητές παρέπεμψαν επίσης στην υπόθεση In re Union Accident Insurance Co Ltd
(1971)1 WLR όπου λέχθηκε ότι: «I think that it may sometimes be helpful to test the matter by considering the other side of the coin, namely to enquire whether the power which the board is said to have lost is one which can be said to have been assumed by the liquidator. If the answer is that it cannot, that may be a good reason for saying that the board still retains it." Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών να προσβάλουν τον διορισμό προσωρινού Εκκαθαριστή. Στο άρθρο 227 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, γίνεται πρόνοια για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή κατά την περίοδο από την υποβολή αίτησης εκκαθάρισης στο Δικαστήριο και την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, ο προσωρινός εκκαθαριστής είτε παύει, είτε μετατρέπεται σε εκκαθαριστή. Οι εξουσίες προσωρινού εκκαθαριστή, είναι να διαφυλάξει την περιουσία της εταιρείας για την περίοδο μέχρι εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης. Από τα πιο πάνω, συνάγεται με βεβαιότητα ότι υπάρχει κατάλοιπο εξουσίας του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου για υποβολή Αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος εκκαθάρισης ή άσκηση Έφεση εναντίον ενός τέτοιου διατάγματος (βλ. Genemp Trading ανωτέρω). Επιτρέπεται επίσης η προσβολή του διατάγματος διορισμού προσωρινού Εκκαθαριστή. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Μιχάλης Λοϊζίδης διορίστηκε ως Εκκαθαριστής και όχι ως Προσωρινός Εκκαθαριστής ως ήταν η περίπτωση στην In re Union Accident Insurance (ανωτέρω). Παραμένει επομένως ανοικτό το ζήτημα αν υπάρχει κατάλοιπο εξουσίας στους διευθυντές να προσβάλουν διάταγμα διορισμού Εκκαθαριστή μετά την έκδοση διατάγματος Εκκαθάρισης. Γενικά, υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους ο κ. Μιχάλης Λοϊζίδης θα μπορούσε να παυθεί από Εκκαθαριστής της Εταιρείας. Ο πρώτος τρόπος θα ήταν με την υποβολή αίτησης παραμερισμού του διατάγματος εκκαθάρισης που, όπως αναφέρθηκε ήδη, είχε καταχωρηθεί αρχικά, αλλά στην πορεία απεσύρθη. Ο δεύτερος τρόπος θα ήταν η προσβολή του εκδοθέντος διατάγματος Εκκαθάρισης και/ή διορισμού του κ. Μιχάλη Λοϊζίδη με έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο κάτι που εξ όσων έχω πληροφορηθεί δεν έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση. Τρίτον, μπορεί να υποβληθεί σχετική Αίτηση δυνάμει του άρθρου 230 του περί Εταιρειών Νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «230.-
(1)Εκκαθαριστής που διορίστηκε από τους πιστωτές δύναται να παραιτηθεί ή όταν δειχθεί αιτία, να παυθεί από το Δικαστήριο ή τους πιστωτές.» Κατ' αρχήν, χωρίς να αποφασίζω τελεσίδικα επί τούτου, θεωρώ ότι δεν μπορεί να απορριφθεί εκ προοιμίου η εισήγηση ότι υπάρχει κατάλοιπο εξουσίας στους διευθυντές εταιρείας να εξουσιοδοτούν την υποβολή Αίτησης για παύση του διαχειριστή. Το άρθρο 230 του Κεφ. 113 δεν περιορίζει το δικαίωμα σε πιστωτές ή συνεισφορείς να υποβάλουν σχετική Αίτηση. Εξάλλου στην υπόθεση In re Union Accident Insurance Co Ltd (ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψαν οι Αιτητές λέχθηκε ότι πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσον η εξουσία που χάνει το διοικητικό συμβούλιο είναι εξουσία την οποία αναλμβάνει ο Εκκαθαριστής. Εάν η απάντηση είναι αρνητική τότε μπορεί να υπάρχει καλός λόγος να λεχθεί ότι το διοικητικό συμβούλιο διατηρεί την εξουσία. Από την στιγμή που ο ίδιος ο Εκκαθαριστής δεν μπορεί να υποβάλει αίτημα για παύση του (θα μπορούσε απλά να παραιτηθεί αν το επιθυμεί) τότε ενδεχομένως τέτοια εξουσία να καταλοίπεται στους διευθυντές της Εταιρείας. Τούτο όμως δεν χρειάζεται να αποφασιστεί τελεσίδικα καθότι όπως θα εξηγήσω πιο κάτω με την Αίτηση δυνάμει του άρθρου 230 του Κεφ.113 δεν μπορούν να προβάλλονται λόγοι για παύση του Εκκαθαριστή που αφορούν την νομιμότητα διορισμού του. Ειδικότερα, η εξέταση αιτήματος παύσης του εκκαθαριστή στηριζόμενο στις πρόνοιες του άρθρου 230 του Κεφ. 113, για λόγους που αφορούν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για διορισμό του ευθύς εξ αρχής, θα ισοδυναμούσε θεωρώ με μια συγκαλυμμένη προσπάθεια επανεξέτασης της νομιμότητας έκδοσης του διατάγματος Εκκαθάρισης και διορισμού του Εκκαθαριστή. Με άλλα λόγια θα καθιστούσε το Δικαστήριο ως εφετείο του εαυτού του. Έχω την άποψη ότι το άρθρο 230 του Κεφ.113 αφορά περιπτώσεις στις οποίες μετά την έκδοση του διατάγματος Εκκαθάρισης και μετά τον διορισμό Εκκαθαριστή, παρουσιάζεται κάποια αιτία, έστω προϋπάρχουσα, που να δικαιολογεί την παύση του Εκκαθαριστή. Δεν αφορά περιπτώσεις όπου ως λόγος παύσης του Εκκαθαριστή είναι η νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος διορισμού του Εκκαθαριστή. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι το διάταγμα Εκκαθάρισης εκδόθηκε από το Δικαστήριο υπό διαφορετική σύνθεση. Η ουσία είναι ότι το ομοβάθμιο πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει προηγούμενη απόφαση του για λόγους που αφορούν την νομιμότητα της. Έχει αναγωριστεί ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.2014). Στην παρούσα περίπτωση όμως η πιο πάνω ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί για τον απλούστατο λόγο ότι η απόφαση διορισμού του κ. Λοϊζίδη ως εκκαθαριστή δεν είναι ενδιάμεση απόφαση αλλά τελική απόφαση. Επιπρόσθετα, δεν παρουσιάζονται νέα στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναίρεση της προηγούμενης του απόφασης. Οι λόγοι που προβάλλονται από τους Αιτητές αφορούν νομικούς ισχυρισμούς ως προς την νομιμότητα της απόφασης του Δικαστηρίου που σίγουρα δεν μπορούν να εξεταστούν από Δικαστήριο ίδιου βαθμού δικαιοδοσίας αλλά από Εφετείο. Για τους ιδίους ακριβώς λόγους που προανέφερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός και ο λόγος που προβάλλεται, ότι ο εκκαθαριστής πληρώνεται από πιστωτή. Τούτο το γεγονός έχει εξεταστεί στα πλαίσια έκδοσης του διατάγματος Εκκαθάρισης και διορισμού Εκκαθαριστή το οποίο θα μπορούσε να ανατραπεί είτε με έφεση είτε με αίτηση παραμερισμού του διατάγματος Εκκαθάρισης. Κατά τα λοιπά, και ειδικότερα σε σχέση με τα λοιπά θέματα που ήγειραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότη η απουσία Ένορκης Δήλωσης που να συνοδεύει την Αίτηση, η τελευταία στερείται πραγματικού υποβάθρου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων. Δεδομένου ότι, ως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια εταιρεία έχει ένα και μοναδικό διοικητικό σύμβουλο, τον κύριο Andrey Demidov και δεδομένης της εκφρασθείσας θέσης των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί κατόπιν εντολής του κ. Andrey Demidov θεωρώ ορθό όπως τα έξοδα της παρούσας Αίτησης βαρύνουν τον τελευταίο. (βλ. Genemp Trading Ltd ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1658 και Ιn re E. K. Wilson and Sons Ltd [1972] W.L.R. 791) Συνεπώς, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και του Εκκαθαριστή και εναντίον του διευθυντή της Αιτήτριας Αιτήτριας, Anrey Demidov. .Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο