← Κύπρος

Στυλιανού Σοφοκλέους ν. Alpha Bank Of Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2797/16, 20/1/2017

Στυλιανού Σοφοκλέους ν. Alpha Bank Of Cyprus Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2797/16, 20/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2797/16 Μεταξύ: Στυλιανού Σοφοκλέους, από τη Λευκωσία Ενάγοντα-Αιτητή Και

  1. Alpha Bank Of Cyprus Ltd, από τη Λευκωσία
  2. Landtourist Valuations L.L.C
  3. Χαράλαμπος Πετρίδης, από τη Λευκωσία
  4. Κώστας Μαρκίδης Κτηματικαί Επιχειρήσεις Λτδ, από τη Λευκωσία
  5. Κώστας Μαρκίδης, από τη Λευκωσία Εναγομένων-Καθ ων η αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 31.8.16 ΠΡΟΣ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΕΚΔΟΘΕΝΤΟΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ Ημερομηνία: 20.1.17 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή : κα Λεμονάρη Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση 1: κα Ππεκρή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε την 1.6.16, αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αποζημιώσεις για αμέλεια και παράβαση συμφωνιών και καθηκόντων εκ μέρους τους, με σκοπό ο ενάγων να προβεί σε αγορά ακινήτου και τη σύναψη δανείου προκαλώντας έτσι ζημιά στον ενάγοντα ύψους €120.
  6. Περαιτέρω επιζητά την ακύρωση των συμφωνιών δανείου μεταξύ του και της εναγομένης 1 καθώς και τις σχετικές προς τούτο εγγυήσεις. Στα πιο πάνω πλαίσια, την 31.8.16, ο ενάγων υπέβαλε μονομερώς αίτηση και πέτυχε την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος εναντίον των εναγομένων 1 που να απαγορεύει την προώθηση της διαδικασίας εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας των υποθηκών με αριθμό Υ4904/07, Υ4909/07 και Υ12035/
  7. Η εναγόμενη 1 καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε δια των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων, χωρίς την αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Οι αντίστοιχες θέσεις εκτίθενται εκτενώς στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, στις οποίες αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Το δικαστήριο έχει επίσης μελετήσει τις θέσεις των δικηγόρων όπως αυτές καταγράφονται στις γραπτές τους αγορεύσεις. Θα γίνει αναφορά σε αυτές όπου χρειάζεται, όπως επίσης και σε εγειρόμενα ζητήματα επί των ενόρκων δηλώσεων. Προστίθεται ότι την 5.9.16 ο ενάγων καταχώρισε έκθεση απαιτήσεως και οι εναγόμενοι 2 και 3 την 17.10.16 καταχώρισαν υπεράσπιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΠΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ Πριν γίνει ειδική αναφορά στα γεγονότα κρίνεται εξ αρχής σκόπιμο να γίνει αναφορά στο νομικό υπόβαθρο επί ενδιαμέσων διαταγμάτων. Είναι νομολογημένο ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 A.A.Δ. 1783). Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το στοιχείο αυτό, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Θα γίνει μια περιληπτική αναφορά στα γεγονότα όπως αυτά παρουσιάζονται από την μητέρα του ενάγοντα και πληρεξουσίου αντιπροσώπου του. Το 2006 ζούσαν στην Αυστραλία και αποφάσισαν μαζί με το γιό της, τον ενάγοντα, καθώς και την κόρη της να επιστρέψουν μόνιμα στην Κύπρο. Ο γιός της αποφάσισε να αγοράσει ένα τεμάχιο με σκοπό να κτίσουν σπίτι και την διόρισε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Το 2007 αποτάθηκε στους εναγόμενους 4 και 5 για την αγορά ακινήτου στην Λευκωσία. Ο εναγόμενος 5 της παρουσίασε κάποιο τεμάχιο στην περιοχή Μαργί και την διαβεβαίωσαν ότι είχε μεγάλη αξία και ήταν κατάλληλο για τους σκοπούς που το ήθελε ο ενάγων. Αποτάθηκε στην εναγομένη 1 για σκοπούς χρηματοδότησης της αγοράς του ακινήτου, με παρότρυνση του εναγομένου 5, παρόλο που ο γιός της διατηρούσε λογαριασμό σε άλλο τραπεζικό οργανισμό. Επισκέφθηκε την εναγόμενη 1 μαζί με τον εναγόμενο 5 και ρητά και ξεκάθαρα ανέφερε στον αρμόδιο υπάλληλο ότι η αγορά ήταν για την ανέγερση κατοικίας και ότι θα ανέμενε και θα βασιζόταν στην εκτίμηση που θα προέβαινε η εναγομένη 1 για σκοπούς έγκρισης του δανείου, πριν λάβει την τελική απόφαση για την αγορά του. Ο αρμόδιος υπάλληλος την διαβεβαίωσε ότι η εκτίμηση θα ήταν αντικειμενική και θα αντικατόπτριζε την πραγματική αξία και κατάσταση του ακινήτου και πως ο ενάγοντας θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτή για τη λήψη της τελικής απόφασης για την αγορά του ακινήτου. Η εναγόμενη 1 ανέθεσε την εκτίμηση στους εναγόμενους 2 και 3 και την 20.2.07 εξέδωσαν έκθεση εκτίμησης του ακινήτου. Σύμφωνα με την έκθεση το ακίνητο ενέπιπτε σε πολεοδομική ζώνη Γ3 (Γεωργική ζώνη) με ανώτατο συντελεστή δόμησης 10% και κάλυψης 10% σε δυο ορόφους και η αξία του ανερχόταν σε Λ.Κ.42.000 ή €70.436,66 (τεκμ.Α). Στην βάση της πιο πάνω εκτίμησης ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης 1 την διαβεβαίωσε ότι το δάνειο μπορούσε να εγκριθεί και ως αποτέλεσμα το αγόρασε εκ μέρους του ενάγοντα για το ποσό των Λ.Κ.45.
  1. Ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης 1 προέβη σε σωρεία παραστάσεων για να την πείσει να συνάψει δάνειο για μεγαλύτερο ποσό, ώστε να εξοφλήσει άλλο δάνειο του ενάγοντα σε άλλο τραπεζικό οργανισμό ύψους Λ.Κ.21.945.11 και ότι δεν θα απαιτείτο περαιτέρω εξασφάλιση πέραν του ρηθέντος ακινήτου. Θεώρησε ότι ήταν προς το συμφέρον του ενάγοντα και έτσι σύναψε δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.70.000 με την εξασφάλιση της υποθήκης Υ4904/07 και Υ12035/
  2. Της ζήτησαν και υπέγραψε σειρά εγγράφων που ετοίμασε η εναγομένη 1, που όπως της είπαν αφορούσαν τη σύναψη του δανείου, χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να τα μελετήσει και να συμβουλευθεί δικηγόρο. Το 2012 ο γιος της απεφάσισε να ανεγείρει οικοδομή στο επίδικο ακίνητο και το 2013 διαφάνηκε ότι όχι μόνο ήταν μικρότερης αξίας, αλλά ενέπιπτε σε πολεοδομική ζώνη Ζ3 (Ζώνη προστασίας) με ανώτατο συντελεστή δόμησης 0,01:1 με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται καθόλου η ανάπτυξη της γης. Σχετικό είναι το τεκμ.Β. Προκύπτει από το τεκμ.Β που είναι επιστολή του Επαρχιακού γραφείου τμήματος Πολεοδομίας ημερ.7.2.13 ότι το επίδικο τεμάχιο ενέπιπτε σε ζώνη Γ3 πριν από την 10.1.02, με ποσοστό δόμησης και κάλυψης 0,10:1 με ανώτατο αριθμό ορόφων 2 και ανώτατο ύψος 8.30μ. Στην συνέχεια το ακίνητο ενέπιπτε σε ζώνη Ζ3 (Ζώνη Προστασίας). Η ζώνη καθορίστηκε με γνωστοποίηση στην ΚΔΠ 21/03 και δημοσιευθείσα την 10.1.02, με ανώτατο ποσοστό κάλυψης 0,01:1 με ανώτατο αριθμό ορόφων ένα και ανώτατο ύψος 6.00μ. Προστίθεται ότι σύμφωνα με την εκτίμηση των εναγομένων 2 και 3 (τεκμ.Β) ημερ.20.2.07 το ακίνητο ενέπιπτε, σύμφωνα με την «υφιστάμενη Πολεοδομική Νομοθεσία το υπό εκτίμηση ακίνητο εμπίπτει ενός της Πολεοδομικής Ζώνης Γ3 (Γεωργική ζώνη) με ανώτατο συντελεστή δόμησης 10%, ανώτατο ποσοστό κάλυψης 10% σε δυο ορόφους. Μετά τα πιο πάνω αποτάθηκε στους εναγομένους ζητώντας εξηγήσεις και αποζημιώσεις χωρίς όμως ανταπόκριση. Ο εναγόμενος 3 της είπε με απαξιωτικό ύφος ότι έγινε τυπογραφικό λάθος. Ζήτησε από την εναγομένη 1 να ακυρώσει τη συμφωνία δανείου και την αντιμετώπιζαν απαξιωτικά. Θέλοντας να αποποιηθούν των ευθυνών τους, της είπαν ότι δεν είναι δικό τους λάθος αλλά των εναγομένων 2 και 3 που ετοίμασαν την έκθεση. Μέχρι και τα μέσα του 2015 ο ενάγων κατέβαλλε ανελλιπώς την δόση του δανείου του και όταν διαπίστωσε ότι η εναγομένη 1 υπερχρέωνε με παράνομες χρεώσεις, επισκέφθηκε προσωπικά την εναγομένη 1 και ζήτησε να σταματήσουν τις παράνομες χρεώσεις και ότι ανέμεναν να βρεθεί κάποια λύση. Ως αποτέλεσμα καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Την 24.6.16 της επιδόθηκε από την εναγομένη 1 ειδοποίηση τύπος Θ, ενεργοποιώντας ουσιαστικά τις πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65ως έχει τροποποιηθεί, για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Αποτάθηκε στους δικηγόρους του ενάγοντα οι οποίοι απέστειλαν διάφορες επιστολές στην εναγόμενη 1 αλλά και τηλεφωνικές επικοινωνίες χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση. Η σχετική αλληλογραφία επισυνάπτεται. Η εναγόμενη 1 προωθεί την εκποίηση και ενός διαμερίσματος του ενάγοντα, για το οποίο δεν γνωρίζει πως δόθηκε ως εξασφάλιση και υποθηκεύτηκε. Είναι η θέση της ότι η διαδικασία εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας είναι παράνομη και παράτυπη. Η εναγόμενη 1 - καθ' ης η αίτηση εγείρει, στο σώμα της ένστασης 12 λόγους για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Υποστηρίζονται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του προϊσταμένου του τμήματος εκποιήσεων, που καλύπτει όλους τους λόγους ένστασης. Ως εκ τούτου αναφορά στα κύρια σημεία της ένορκης δήλωσης εμπεριέχει και υπερκαλύπτει όλους τους λόγους ένστασης. Ο ομνύον αναφέρεται στην συμφωνία δανείου του ενάγοντα, ημερ.28.3.07, με την επισύναψη όλων των σχετικών εγγράφων. Το δάνειο ήταν για το ποσό των Λ.Κ.70.000 με την ενυπόθηκη εξασφάλιση 3 ακινήτων. Περαιτέρω η εναγομένη 1 παραχώρησε στον ενάγοντα, την 6.5.08, όριο υπερανάληψης σε τρεχούμενο ύψους €4.
  3. Υπήρξαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου και ο ενάγων κλήθηκε να εξοφλήσει τις καθυστερήσεις του λογαριασμού του και τελικά η συμφωνία δανείου τερματίστηκε από την εναγομένη 1 (τεκμ.6). Η εναγομένη 1 την 17.5.15 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αγωγή εναντίον του ενάγοντα η οποία και εκκρεμεί. Στην συνέχεια προβαίνει σε αναφορά στη διαδικασία δυνάμει του πιο πάνω νόμου και στην αλληλογραφία που αντάλλαξαν με τον δικηγόρο του ενάγοντα. Προβάλλει επίσης σειρά νομικών λόγων για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Θα γίνει καταγραφή ενός εκάστου λόγου περιληπτικά, αφού προωθούνται διεξοδικά στην αγόρευση της κας Ππεκρή. Ως πρώτος λόγος είναι ότι με βάση τις πρόνοιες του Νόμου θα έπρεπε να καταχωρηθεί Αίτηση - Έφεση για ακύρωση του τύπου ΙΑ εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Ο δεύτερος λόγος συνίσταται στην θέση ότι ο αιτητής δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Ειδικότερα ο ισχυρισμός της πληρεξούσιας του ενάγοντος ότι δεν είναι εφικτή η οποιαδήποτε ανέγερση κατοικίας στο επίδικο ακίνητο δεν ευσταθεί, αλλά υπάρχει η δυνατότητα ανέγερσης οικοδομής με μικρότερο συντελεστή δόμησης. Η ομνύουσα εκ μέρους του ενάγοντος παραπλανητικά αμφισβητεί τη σύμβαση υποθήκης Υ4909/07 του διαμερίσματος, αφού η ίδια υπέγραψε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα. Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι δεν πληρείται το κατεπείγον. Και τούτο γιατί από το 2007 μέχρι και το 2013 δεν προέβηκε σε καμιά ενέργεια. Περαιτέρω ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε την 1.6.16 η αίτηση προς έκδοση των διαταγμάτων καταχωρήθηκε στην 31.8.16, μετά που η τράπεζα προχώρησε στην διαδικασία πώλησης δια της αποστολής των ειδοποιήσεων. Η ειδοποίηση επιδόθηκε στις 24.6.16 και η κρινόμενη αίτηση καταχωρήθηκε 2 ½ μήνες μετά. Ακολούθως, είναι η θέση του ομνύοντος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ειδικότερα και ως προς τις εκτιμήσεις, είναι η θέση του ότι η εκπόνηση των εκτιμήσεων δεν έγιναν από την τράπεζα. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί διαβεβαιώσεων και συμβουλών εκ μέρους της τράπεζας και ότι, το μόνο που παρουσιάζουν οι υπάλληλοι της εναγομένης 1 είναι τα σχέδια των δανείων που προωθεί η τράπεζα. Η τράπεζα καμιά παράσταση δεν έκαμε στον ενάγοντα για την αγορά του ακινήτου, αντίθετα με βάση τους ισχυρισμούς που προβάλλει η μητέρα του αιτητή, είναι με παρότρυνση του εναγόμενου 5 που αποτάθηκε στην εναγομένη
  4. Εν σχέση με τον συντελεστή δόμησης βασίστηκε σε αυτά που του ανέφερε ο εναγόμενος 5, χωρίς ο ίδιος να προβεί σε κάποια ενέργεια. Τέλος είναι η θέση του ότι η εγγύηση που υπογράφτηκε είναι ανεπαρκής, αλλά και πέραν αυτού παράτυπη και αντικανονική. Οι αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών προωθούνται δια των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εισηγήσεις των δυο πλευρών και τις έχει πλήρως υπόψη του. Συμπλέκονται διάφορα θέματα, πέραν του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση ή οριστικοποίηση του διατάγματος τα οποία κατά λογική τάξη θα πρέπει να εξεταστούν πρώτα. Η πλευρά της εναγομένης 1 τόσο στην ένσταση όσο και στην γραπτή αγόρευση της, με βάση το άρθρο 44Γ
(3)τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί, στην συνέχεια ο Νόμος, προβάλλει την θέση ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση προς τον ενάγοντα δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1), που σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, μόνο με έφεση μπορεί να προσβληθεί για τους περιορισμένους λόγους που καταγράφονται στο άρθρο 44Γ
(3). Αντίθετη είναι η θέση του αιτητή, στηριζόμενη στο άρθρο 44Β
(3)του Νόμου. Η αγωγή του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων, όπως καταγράφεται τόσο στην υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση της πληρεξουσίου του, όσο και ως αναλυτικότερα καταγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως αφορά, για τους λόγους που αναφέρονται και οι οποίοι βεβαίως στο στάδιο αυτό δεν εξετάζονται, την νομιμότητα και εγκυρότητα του δανείου και κατ' επέκταση των εξασφαλίσεων που δόθηκαν δια των ενυπόθηκων ακινήτων. Η διαδικασία που προβλέπεται στο αρ.44Γ του Νόμου για την έναρξη της διαδικασίας της πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, κάτω από τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου, καθώς και οι προβλεπόμενοι στο εδάφιο 3 λόγοι για την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αφορούν τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης και αναφέρονται κυρίως σε διαδικαστικούς λόγους. Αντίθετα, στο άρθρο 44Β
(3)ρητώς προνοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη από του να ασκήσει το δικαίωμα του να προχωρήσει με άλλα ένδικα μέσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύει νόμους, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί διαδικασίες και να επιζητά τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο ανάλογο δικαίωμα παρέχεται και στον ενυπόθηκο δανειστή, στο άρθρο 44Α
(4), που δεν αποκλείει το δικαίωμα του για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η αγωγή του ενάγοντα δεν σχετίζεται με την ειδοποίηση του άρθρου 44Γ και συνεπώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του εδαφίου
  1. Το ρηθέν δικαίωμα της εναγομένης 1 προς έγερση αγωγής, ως εξάγεται εκ της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση της, σχετική είναι η παράγραφος 8.5, το άσκησε, γιατί σύμφωνα με τον ομνύοντα, την 17.5.15 καταχωρήθηκε αγωγή, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, εναντίον του ενάγοντα, η οποία και εκκρεμεί. Προκύπτει ακόμα, ότι η συμφωνία δανείου τερματίστηκε, ως η σχετική παράγραφος 8.4 και το συνημμένο τεκμήριο
  2. Η δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση της προβαίνει, μεταξύ άλλων, στην εισήγηση ότι ο αιτητής δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα ενώπιον του δικαστηρίου. Εγείρεται θέμα κατά πόσο ο ενάγων θα έπρεπε να αποκαλύψει στο δικαστήριο την ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής, όταν αποτάθηκε μονομερώς προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σειρά αποφάσεων, κυρίως Αγγλικών, που υιοθέτησε η δική μας νομολογία, αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη αλλά και την υποχρέωση της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι σε γνώση του αιτητή. Σε αντίθετη περίπτωση το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Η υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, που μπορεί ακόμα να είναι και ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, αποτελεί υψίστης πίστεως. Παράλειψη τήρησης της υποχρέωσης αυτής οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε μονομερώς. Τα γεγονότα θα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση έστω και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Beenfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280). Στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 597, κρίθηκε ότι το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Εκείνο που σε τελική ανάλυση προσμετρά ως επιβαλλόμενη υποχρέωση, είναι η ειλικρινής παράθεση όλων των αληθινών γεγονότων κατά τρόπο δίκαιο. Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, υποδεικνύεται ότι το δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή, γεγονός που υποδεικνύει την υποχρέωση και το καθήκον για πλήρη αποκάλυψη. Σύμφωνα με την υπόθεση Larissa (Αρ.2)
(1997)1 ΑΑΔ 1333, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί σε τέτοια περίπτωση είναι κατά πόσο το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε (α) ήταν γνωστό στον αιτητή και (β) αν είναι ουσιαστικό. Το πρώτο ερώτημα έχει ήδη απαντηθεί από την καθ' ης η αίτηση. Ευθέως αναφέρεται στην ύπαρξη αγωγής η οποία και εκκρεμεί. Πρόκειται για ένα αναντίλεκτο ισχυρισμό. Έπεται πως η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική. Το δεύτερο ερώτημα θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με το ουσιαστικό δικαίωμα που επικαλείται ο ενάγων στη γενική οπισθογράφηση της απαίτησής της, όπως και στην έκθεση απαιτήσεως που καταχώρισε στην συνέχεια, συναρτώμενο με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση, στη βάση των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα. Παρενθετικά να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την Τσιερκέζου ανωτέρω, το θέμα της απόκρυψης γεγονότων συνιστά σημαντικό στοιχείο στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος και το δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αυτόβουλα αν ένας διάδικος έχει προβεί σε απόκρυψη γεγονότων, όταν από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί μια τέτοια ενέργεια κρίνεται επιβεβλημένη. Εκείνο που εξάγεται είναι ότι στην ουσία ο ενάγων, παρά την ύπαρξη αγωγής εναντίον του από την τράπεζα από το 2015, επέλεξε να καταχωρίσει αγωγή εναντίον της τράπεζας, εναγομένης 1, καθώς και των υπολοίπων εναγομένων, στηριζόμενος ουσιαστικά στην εκτίμηση των εναγομένων 2 και 3. Αναφορικά με τους εναγόμενους 4 και 5 στην έκθεση απαιτήσεως δεν επιδιώκει κάποια θεραπεία, αφού επιζητά αποζημιώσεις μόνο από τους εναγομένους 1, 2 και 3, καθώς και διατάγματα αναφορικά με την εγκυρότητα των συμφωνιών. Σχετικά είναι τα διατάγματα υπό στοιχείο Α - Ι της εκθέσεως απαιτήσεως. Ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν.14/60ως έχει τροποποιηθεί, δίνει πλέον το δικαίωμα και στον εναγόμενο να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Σχετική προς τούτο είναι η υπόθεση Zhigachov κ.ά (Αρ.1)
(2013)1 Α.Α.Δ. 133. Επεξηγήθηκε ότι: «Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν 17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff΄s cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read
(1876)1 Ch.D. 600 Carter v. Frey
(1894)2 Ch. 541 και Collison v. Warren
(190)1 1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.5 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν 14/60. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής». Προστίθεται ότι σύμφωνα με την Διαταγή 19 Θεσμός 3 ένας εναγόμενος μπορεί να εγείρει υπό τύπο ανταπαίτησης εναντίον των απαιτήσεων του ενάγοντος οποιοδήποτε δικαίωμα για αποζημιώσεις ή άλλως και η ανταπαίτηση θα έχει την ίδια ισχύ ως μια ανταγωγή (cross action), ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να εκδώσει τελική απόφαση τόσο για την αγωγή όσο και την ανταπαίτηση. Σημειώνεται περαιτέρω ότι σύμφωνα με τον Odger's On Pleading and Practice, 20η έκδοση σελ.224, »For many purposes a counterclaim is substantially a cross action». Σε παλαιότερη μάλιστα έκδοση, για παράδειγμα στην 8η έκδοση του πιο πάνω συγγράμματος, αναφέρεται το ιστορικό που οδήγησε με τον Judicature Act 1873 στην καινούργια μορφή της ανταπαίτησης και σε αντιδιαστολή με την υπεράσπιση του set-off, υποδεικνύεται ότι: «The distinction is important, because it carries with this result that set-off is still a defence proper to the plaintiffs action, while counter-claim is practically a cross action» Καθόσον δε αφορά τους υπόλοιπους εναγομένους στην παρούσα αγωγή, οι Θεσμοί 8 - 12 της Διαταγής 21 είναι σχετικοί και δικονομικώς παρέχουν το κατάλληλο υπόβαθρο. Θα πρέπει δε να γίνει σαφές ότι δεν προαποφασίζεται οτιδήποτε εν σχέση με το ουσιαστικό δικαίωμα του ενάγοντα, ούτε και επιχειρείται η σε βάθος ανάλυση των πιο πάνω δικονομικών διαδικασιών. Κάθε άλλο. Ο προβληματισμός που τίθεται είναι κατά πόσο ο ενάγων είχε υποχρέωση αποκάλυψης της ύπαρξης της αγωγής αλλά και των σχετικών προς τούτο δικογράφων. Το βάρος και η υποχρέωση, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, είναι στους ώμους του ενάγοντα και όχι του εναγόμενου. Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται, με δεδομένη τη βάση της αγωγής αλλά και ολόκληρο το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της πληρεξουσίου του αιτητή, αλλά και εκ της εκθέσεως απαιτήσεως, είναι αν εκείνο που προβλήθηκε στο Δικαστήριο ως ουσιαστικό νομικό βάθρο και ως προεξάρχον ζήτημα, η διενεργηθείσα δηλαδή εκτίμηση του ακινήτου που σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς απέβη σε βάρος του ενάγοντα αναφορικά με την αξία του ακινήτου αλλά και του συντελεστή δόμησης, όπως και των υπερχρεώσεων, θα έπρεπε ως προαπαιτούμενη οφειλόμενη υποχρέωση, ο ενάγων, να αποκάλυπτε στο δικαστήριο ότι η συμφωνία δανείου τερματίστηκε και καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον του από το 2015 η οποία και εκκρεμεί. Δεν είναι δε χωρίς αξία, αντίθετα ενέχει την δική του δυναμική, ότι η αποσταλείσα επιστολή από την τράπεζα προς τον ενάγοντα, σύμφωνα με το τεκμ.6 της ένστασης, τιτλοφορείτο ως Ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 μέχρι 2014. Σηματοδοτούσε συνεπώς την προοπτική έναρξης της διαδικασίας πωλήσεως των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του πιο πάνω νόμου, εγείροντας, πέραν αυτού, και ζήτημα ως προς το κατ' επείγον του πράγματος. Στην Resola Cyprus Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Τι μπορεί κάθε φορά να αποτελούν ή και να συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, εξαρτάται εξ αντικειμένου από τη φύση τους. Ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιώδες. Είναι αναμφίβολα μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, για να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων, η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclussif Ltd κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 1953). Κατά την κρίση του δικαστηρίου αναντιλέκτως όφειλε ο ενάγων να αποκαλύψει όλα τα πιο πάνω γεγονότα, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο δικαστήριο να κρίνει και να αποφασίσει την δυναμική τους αξία όταν μονομερώς, εξέταζε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως και εξέδιδε το διάταγμα. Στην βάση όσων προσφέρονται δικονομικώς στα πλαίσια των σχετικών Διαταγών και της νομολογίας που έχουν αναφερθεί, εκκρεμούσης της αγωγής της τράπεζας - εναγομένης 1 εναντίον του ενάγοντος από το 2005. Γι' αυτό και η αποκάλυψη όλων των πιο πάνω στοιχείων κρίνεται ως ουσιώδης, αν όχι και καθοριστικής σημασίας. Και είναι από αυτή και μόνο την πλευρά που εξετάζεται η πτυχή αυτή. Εξάγεται συνεπώς ότι η παράλειψη αυτή θα επηρέαζε τη δικαστική κρίση ως προς το αιτούμενο, μονομερώς, διάταγμα, αφού εγείρονται, ή θα μπορούσαν να εγερθούν διάφορα ζητήματα, τα οποία ακόμα και τώρα παραμένουν άγνωστα, αφού άγνωστα παραμένουν τα δικόγραφα της ρηθείσης αγωγής. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη ότι το γεγονός ότι δεν αποκαλύφθηκε στο δικαστήριο η ύπαρξη της αγωγής από την εναγομένη 1 εναντίον του εναγομένου, καθώς και όλα τα σχετικά δικόγραφα, συμπεριλαμβανομένων και όλων των σχετικών εγγράφων και ειδοποιήσεων, συνιστούν ουσιώδους σημασίας δεδομένα που αναμφίβολα θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του αιτήματος προς έκδοση μονομερώς του διατάγματος. Δόθηκε αρχικώς στο δικαστήριο μια εικόνα, που εκ των υστέρων προκύπτει ότι είναι σαφώς διαφορετική. Στην υπόθεση Γρηγορίου ανωτέρω, υπεδείχθη η αυστηρή προσέγγιση που θα πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο σε μια τέτοια περίπτωση. «Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. (Βλ. Attorney-General and Another (No. 2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349· National Line v. Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, σελ. 406-412· Zachariades Ltd. v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, σελ. 443, 446· Άνθιμος Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ: 351· Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 360· και Χριστιάνα Στυλιανού, διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 583.).» Χρήσιμη παραπομπή μπορεί επίσης να γίνει στις υποθέσεις Τσιερκέζου ανωτέρω, καθώς και στην COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G. κ.ά ν.ADEONA HOLDINGS LIMITED κ.ά, Πολ. Έφεση Ε6/2014, ημερ.27.2.15 όπου συμπυκνώνονται όλες οι αρχές αναφορικά με την θέμα της αποκάλυψης όλων των στοιχείων ενώπιον του δικαστηρίου. Για τους πιο πάνω λόγους, το δικαστήριο κατ' εφαρμογή της Γρηγορίου ανωτέρω, δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ακυρώσει το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα και να απορρίψει την αίτηση. Υπάρχει όμως ακόμα ένα θέμα που χρήζει εξέτασης. Αφορά την εγκυρότητα της δοθείσης εγγυήσεως. Το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, υπό τον όρο ο ενάγων να υπογράψει εγγύηση ύψους €70.000. Εγείρεται θέμα από την δικηγόρο της καθ' ης η αίτηση ότι η δοθείσα εγγύηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Εδράζεται η εισήγηση στο λεκτικό της εγγύησης. Η εγγύηση είναι καταχωρημένη εντός του φακέλου του δικαστηρίου και παρατίθεται αυτούσια. «Εγγυητήριο» «Εγώ ο Στυλιανός Σοφοκλέους από την Λευκωσία, ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, με το παρόν παρέχω εγγύηση του ποσού των €70.000 προς την Κυπριακή Δημοκρατία εισπρακτέου από την κινητή και ακίνητη περιουσία μου αν παραλείψω να αποζημιώσω τους εναγόμενους για οποιαδήποτε έξοδα ή ζημιές ήθελε υποστεί λόγω αδικαιολόγητης έκδοσης του Διατάγματος». (Ο τονισμός είναι του δικαστηρίου) Η θέση της κας Λεμονάρη για τον αιτητή είναι ότι πρόκειται για απλή παρατυπία θεραπεύσιμη, αφού το δικαστήριο μπορεί να διατάξει εκ νέου την υπογραφή άλλης εγγύησης και το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος και την ισχύ του διατάγματος. Στην υπόθεση Δισκοθήκη Αφρικάνα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 738, 741, που παραπέμπει η κα Ππεκρή, υποδεικνύεται, με αναφορά στο άρθρο 9
(2)του Κεφ.6, ότι η ανάληψη εγγύησης είναι προς εξασφάλιση της υποχρέωσης για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου, και στην απουσία του, ζητείται το διάταγμα. Αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της έκδοσης του διατάγματος. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί παρατυπία, ως εισηγείται η κα Λεμονάρη, η οποία μάλιστα μπορεί να διορθωθεί εκ των υστέρων. Δεν πρόκειται για δικονομική παρατυπία θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, αλλά για ζήτημα ουσίας και νομοθετική προϋπόθεση προς έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος. Ουσιαστικά το λεκτικό της πιο πάνω δοθείσης εγγυήσεως δεν ικανοποιεί τις πιο νομοθετικές πρόνοιες. Αναμφισβήτητα, ο σκοπός της εγγύησης και της προσωπικής υποχρέωσης του αιτητή, ως νομοθετικώς επιβάλλεται και ως η νομολογία υποδεικνύει, είναι προς όφελος του καθ' ου η αίτηση, ώστε να μπορεί να αποζημιωθεί. Αποτελεί προϋπόθεση της έκδοσης του διατάγματος η παροχή έγκυρης ανάληψης υποχρέωσης προς όφελος της άλλης πλευράς. Ανατρέχει κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος και όχι μεταγενέστερα. Η πάσχουσα εγγύηση ως ανατρέχουσα στον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, εκ των πραγμάτων οδηγεί σε εξ υπαρχής ακυρότητα του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Ουσιαστικά εξομοιώνεται με ανυπαρξία εγγυήσεως. Κατά συνέπεια και για τους πιο πάνω λόγους, το εκδοθέν ενδιάμεσο διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 - καθ' ων η αίτηση, ακυρώνεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων 1 - καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα - αιτητή. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.