← Κύπρος

Δάφνης Παπαδοπούλου ν. St. Chara Developers Ltd, Αρ. Αγωγής : 2252/08, 31/1/2017

Δάφνης Παπαδοπούλου ν. St. Chara Developers Ltd, Αρ. Αγωγής : 2252/08, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 2252/08 Μεταξύ : Δάφνης Παπαδοπούλου, από την Λευκωσία Ενάγουσα - Αιτήτρια και St. Chara Developers Ltd, από την Λευκωσία Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση 31.1.17 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - Αιτητές : κ. Ν. Γεωργίου Για τους εναγόμενους 1 - Καθ' ων η Αίτηση : κ. Κουρουπίδης Αίτηση για τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως ημερ.16.9.15 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως η οποία έτυχε της ένστασης των εναγομένων. Κρίνεται πως θα πρέπει να τεθεί το υπόβαθρο των γεγονότων που οδήγησαν στην υπό κρίση αίτηση, με αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης ώστε να υπάρχει το υπόστρωμα επί του οποίου θα κριθεί η αίτηση. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 30.4.08 με γενική οπισθογράφηση και στην συνέχεια, την 16.12.09, καταχωρήθηκε η έκθεση απαιτήσεως. Επίδικο θέμα της αγωγής είναι αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων ως εργολάβων και πωλητών ενός διαμερίσματος στη Λευκωσία την 22.4.

  1. Οι εναγόμενοι, την 9.4.10, καταχώρισαν την υπεράσπιση τους και στην συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες την 19.11.
  2. Ακολούθως, εκ συμφώνου, εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων. Την 9.12.10 έγινε η αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγομένων και την 31.1.11 έγινε εκ μέρους της ενάγουσας. Ο κατάλογος της ενάγουσας περιλαμβάνει 92 έγγραφα και των εναγομένων
  3. Με διαμορφωμένο το πιο πάνω δικογραφημένο πεδίο η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε την 28.9.
  4. Έδωσε μακρά μαρτυρία η ενάγουσα και κατέθεσε 95 τεκμήρια. Στην συνέχεια άρχισε η αντεξέταση της και ενώ η διαδικασία βρισκόταν στην τρίτη ημέρα αντεξέτασης, υπεβλήθη αίτημα για την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Η πλευρά των εναγομένων έφερε ένσταση στο αίτημα, με αποτέλεσμα η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων, δια των αγορεύσεων των δυο πλευρών. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του τις αντίστοιχες θέσεις των δικηγόρων όπως αυτές αναλύονται στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Όπου χρειαστεί στην συνέχεια θα γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές. Πριν γίνει αναφορά στην επιδιωκόμενη τροποποίηση και στους λόγους που προβάλλονται ως αναγκαίοι, καθώς και στην ένσταση των εναγομένων, κρίνεται σκόπιμο να γίνει προηγουμένως αναφορά στις αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων. ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Επί τροποποιήσεως δικογράφων οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης από τη νομολογία. Το ακόλουθο απόσπασμα εκ της υποθέσεως Κώστας Παφίτης & Υιοί ΛΤΔ, ν. Γενικού Εισαγγελέα Της Κυπριακής Δημοκρατίας

(2012)1 Α.Α.Δ. 745. «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδη & Συνέταιροι κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 υπεδείχθησαν τα εξής: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » Τα γεγονότα βεβαίως της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 AAΔ 698 και Evand Promotions Ltd κ.α. ν. Rutman (Αρ. 1)
(1998)1 ΑΑΔ 92). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Ο χρόνος επίσης υποβολής της αίτησης είναι ένας παράγοντας σχετικός για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. A.G. Levendis και άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 υπεδείχθησαν τα κάτωθι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Συνάγεται ακόμα πως και το χρονικό στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα ενέχει ιδιαίτερη σημασία κατά την δικαστική κρίση. Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R 24 υπεδείχθη το εξής: «. it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, στην Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 εξηγήθηκε η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, η οποία ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφεση 239/11 ημερ. 23.10.
  1. Συνάγεται πως κοινή συνισταμένη επί τροποποιήσεως δικογράφων, και παρά την φιλελεύθερη τάση που η νομολογία αντιμετωπίζει τέτοια αιτήματα, υπάρχει διαφορά στην προσέγγιση ανάλογα με το πότε υποβάλλεται το αίτημα, και αν άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Ταυτόχρονα είναι σαφές εκ της νομολογίας πως τέτοιο δικονομικό διάβημα θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς τον παράγοντα του χρόνου. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Με την αίτηση επιδιώκεται εκτεταμένη τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Από αυτή την άποψη είναι ορθή η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το εγχείρημα αφορά ολοκληρωτική αντικατάσταση της εκθέσεως απαιτήσεως εισάγοντας μαζικά νέους ισχυρισμούς. Εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να καταγραφεί στην παρούσα απόφαση η επιδιωκόμενη τροποποίηση λόγω του μεγάλου εύρους της. Ουσιαστικά επιδιώκει να εισάξει σωρεία νέων ισχυρισμών περί κακοτεχνιών, ζημιών που προέκυψαν, είτε γιατί οι εναγόμενοι δεν ακολούθησαν τις κατά καιρούς οδηγίες της ενάγουσας, είτε ζημιές από την αλλαγή, ή και αντικατάσταση διαφόρων ειδών στο αγορασθέν διαμέρισμα. Στα πλαίσια της παρούσης ενδιάμεσης απόφασης το δικαστήριο έχει πλήρως υπόψη του τις επιζητούμενες θεραπείες. Ενέχουν, στην βάση των αρχών που έχουν παρατεθεί, οι λόγοι για τους οποίους υπεβλήθη η αίτηση στο στάδιο αυτό. Παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Αναφέρει ότι κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της παρατηρήθηκαν παρατυπίες και ελλείψεις, παραλείψεις και σφάλματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται και/ή είναι ελλιπή με τα έγγραφα που κατέθεσε και την μαρτυρία της. Είναι αναγκαία η τροποποίηση ώστε να καθοριστεί με σαφήνεια η πραγματική αξίωση και να περιοριστούν τα επίδικα θέματα. Αντιτάσσουν οι εναγόμενοι διάφορα θέματα αναφορικά με την θέση της ενάγουσας. Ως πρώτο θέμα που προβάλλουν είναι το γεγονός ότι η αίτηση υπεβλήθη σε προχωρημένο στάδιο και μετά που η ίδια έδωσε την μαρτυρία της. Συνακόλουθα με αυτό, ότι δεν προβάλλει καμιά πειστική δικαιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση. Τα γεγονότα ήταν γνωστά στην ενάγουσα από της καταχώρισης της αγωγής και/ή από το 2003 και είναι αδιανόητο να προβάλλει ότι το θέμα ανέκυψε κατά την μαρτυρία της. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί η σωρεία εγγράφων που κατέθεσε. Επιχειρεί να διορθώσει πράξεις και παραλείψεις που προέκυψαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Ομοίως ότι επιχειρεί να εισάξει νέα βάση αγωγής δια νέων ισχυρισμών δια της μαζικής μετατροπής της εκθέσεως απαιτήσεως. Τέλος, οι δικηγόροι τους έχουν σχεδόν ολοκληρώσει την αντεξέταση της ενάγουσας βασιζόμενοι στις δικογραφημένες θέσεις της εκθέσεως απαιτήσεως και αν επιτραπεί η τροποποίηση θα καταστρατηγούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θα εξεταστούν οι πιο πάνω παράγοντες που θέτει η νομολογία τόσοι από μόνοι τους όσο και σε συνάρτηση και αλληλοεπίδραση μεταξύ τους, στην βάση των γεγονότων που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις, αλλά και όσων αναγκαίων προκύπτουν εκ της πορείας και των περιστατικών της υπόθεσης μέχρι την υποβολή του αιτήματος. Έχει παρατεθεί το ιστορικό της υπόθεσης και όσα κυρίως προβάλλει η ενάγουσα - αιτήτρια ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που οδήγησε στην υποβολή της αίτησης. Άλλωστε το βάρος είναι επί των ώμων της να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος της. Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης. Το δικαστήριο συμφωνεί με τις θέσεις του δικηγόρου των εναγομένων ότι πέραν του γεγονότος ότι έχει παρέλθει πάρα πολύ μεγάλος χρόνος για την υποβολή του αιτήματος, πρόκειται πράγματι για μια ευρεία και εκτεταμένη τροποποίηση των δικογράφων τέτοιας υφής και εμβέλειας, που αναμφίβολα, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν προέκυψε ως ανάγκη κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της ενάγουσας. Πρόκειται για μια σαρωτική τροποποίηση κάθε θέματος που καταγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως, επαναπροσδιορισμό πλείστων ζητημάτων, εισαγωγή νέων θεμάτων και γεγονότων, σε βαθμό που δικαίως η πλευρά των εναγομένων αναφέρει ότι πρόκειται για μαζική μετατροπή και επαναπροσδιορισμό της εκθέσεως απαιτήσεως. Και το ερώτημα που εγείρεται και δεν απαντάται από την αιτήτρια, είναι πότε για πρώτη φορά έλαβε γνώση της ανάγκης για τροποποίηση της απαίτησης της. Με άλλα λόγια τα γεγονότα που θέλει να εισάξει δια της τροποποιήσεως πότε ήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση της. Είναι δε προφανές ότι η ενάγουσα αποφεύγει να αναφερθεί στο θέμα αυτό, το οποίο σύμφωνα με την νομολογία είναι θεμελιώδες. Εκείνο που αβίαστα εξάγεται είναι ότι η ενάγουσα γνώριζε, ή εν πάση περιπτώσει όφειλε να γνωρίζει εξ αρχής, επί ποίων γεγονότων στήριζε την απαίτηση της εναντίον των εναγομένων. Δεν ήταν συνεπώς δυνατόν να ανέμενε την αντεξέταση της, γιατί εκεί τελικά καταλήγει το πράγμα, για να αναδειχθεί η ανάγκη τροποποίησης της απαίτησης της. Τα γεγονότα που θέλει να εισάξει θα έπρεπε να ήταν γνωστά, και είναι προφανές ότι ήταν γνωστά, πριν καν την έγερση της αγωγής. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως το αγοραπωλητήριο έγγραφο ανατρέχει στο 2003 ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε το
  2. Όλα τα σχετικά έγγραφα και άλλα τεκμήρια ήταν στην κατοχή της ενάγουσας από το 2003, αλλά και λογικά ήταν υπόψη της κατά την καταχώριση της αγωγής. Όμως δια της καταχωρίσεως του καταλόγου των εγγράφων την 31.1.11, ως η σχετική διαταγή του δικαστηρίου για αποκάλυψη, υποδηλώνει, πέραν κάθε αμφιβολίας ότι η ενάγουσα γνώριζε και είχε στην κατοχή της όλα τα σχετικά έγγραφα που θα χρησιμοποιούσε κατά την ακρόαση της υπόθεσης της. Εξ ου και κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση της 95 τεκμήρια. Ήδη επί αρκετών εκ των εγγράφων που κατέθεσε αντεξετάστηκε και εδώ ακριβώς εγείρεται ένα σοβαρό θέμα. Αν, έστω για σκοπούς συζήτησης, όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, ότι «κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της παρατηρήθηκαν οι παραλείψεις», εγείρεται το ερώτημα γιατί δεν προχώρησε πριν την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της, ή εν πάσει περιπτώσει προτού αρχίσει η αντεξέταση της. Γιατί άφησε το όλο θέμα να προχωρήσει και υπέβαλε την αίτηση για τροποποίηση μετά το τέλος της 2ης ημέρας αντεξέτασης της. Η απουσία ουσιαστικής και πειστικής εξήγησης, πέραν της πιο πάνω γενικότητας, για το πως προέκυψε η ανάγκη για την τροποποίηση, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι εκείνο που στοχεύει είναι όσα προέκυψαν από την αντεξέταση. Δεν άλλωστε τυχαίο ότι το αίτημα υπεβλήθη πριν την έναρξη της τρίτης δικασίμου της αντεξέτασης της. Και εδώ ακριβώς αναφύεται ένα άμεσα συνακόλουθο, αλλά και σοβαρότερο ζήτημα. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, ουσιαστικά η αντεξέταση αχρηστεύεται, ή και ανατρέπεται σε τέτοιο βαθμό που επιδιώκεται να διορθωθούν δεδομένα που προέκυψαν εξ αυτής, χωρίς βεβαίως να γίνεται εκ μέρους του δικαστηρίου οποιαδήποτε κατ' ελάχιστον κρίση επί της ουσίας της μαρτυρίας. Τα γεγονότα είναι που επιχειρείται να διαπιστωθούν. Εκείνο που διαπιστώνεται, από το χρονικό σημείο υποβολής της αίτησης, είναι, στην απουσία ουσιαστικής εξήγησης ως προς τους λόγους που ώθησαν το αίτημα, το χρονικό σημείο που επιλέγηκε για την τροποποίηση, διαφαίνεται πως στόχος είναι όσα προέκυψαν από την αντεξέταση και όχι η κυρίως μαρτυρία που δόθηκε από την ενάγουσα. Γεγονός που εγείρει εύλογα ερωτηματικά για το καλόπιστο του αιτήματος. Στην ουσία εκείνο που εξάγεται, δεδομένης της απουσίας εξηγήσεων, είναι ότι η ενάγουσα είτε αδιαφόρησε επί 9 και πλέον χρόνια να ενεργοποιήσει την διαδικασία τροποποίησης της απαίτησης της, χωρίς καν να δώσει εξηγήσεις γιατί ολιγώρησε επί τόσο μακρόν χρονικό διάστημα, είτε επιδιώκει να εγκλωβίσει την αντεξέταση σε νέα δεδομένα και προς όφελος της και ουσιαστικά να επαναπροσδιορίσει το σύνολο της απαίτησης της. Το συμπέρασμα είναι ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αφορά κάποιο γεγονός το οποίο δεν ήταν στην γνώση της ενάγουσας και προέκυψε εκ των υστέρων, αλλά πρόκειται για γεγονότα τα οποία, ως ορθώς αναφέρει και ο δικηγόρος των εναγομένων, βρίσκονταν στην κατοχή και γνώση της πριν καν καταχωρηθεί η αγωγή. Κρίνεται περαιτέρω ότι όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς να υπάρχει κάποια σοβαρή εξήγηση, ούτε καν δικαιολογία για την ολιγωρία που επιδείχθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που η όλη πορεία και το ιστορικό κρίνονται ότι συνιστά εκτροπή από τα καλώς καθιερωμένα θέσμια. Η φιλελεύθερη προσέγγιση για τροποποίηση δικογράφων δεν ισοδυναμεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, με την επανεκκίνηση ουσιαστικά της υπόθεσης χωρίς την ανάδειξη πραγματικά ισχυρών λόγων που να δικαιολογούν τέτοια παρεκτροπή. Η διαδικασία δεν μπορεί να εκφεύγει από τον έλεγχο του δικαστηρίου και των Συνταγματικών πλαισίων διεξαγωγής της δίκης. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, υπεδείχθη ότι η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Και στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως όχι μόνο δεν υπήρξε έγκαιρη ενέργεια, αλλά ούτε καν και εξήγηση γι' αυτή. Εκείνο που εξάγεται είναι ότι η ενάγουσα προφανώς αδιαφόρησε ως προς το θέμα αυτό. Εναπόκειται βεβαίως στον κάθε διάδικο να επιλέξει τον τρόπο που θα προωθήσει την υπόθεση του, αλλά την δική του αδιαφορία και αμέλεια δεν μπορεί να την μεταφέρει και να την επιφορτίσει στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και κατά το δοκούν στον αντίδικο του. Δεν είναι ζήτημα ευκολίας, αλλά ουσίας. Στην υπόθεση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R 180, ανάγλυφα και αρκούντως παραστατικά τίθενται οι βασικοί παράμετροι εντός των οποίων τόσο οι δικηγόροι, όσο και τα δικαστήρια, θα πρέπει να ενεργούν επί αιτημάτων τροποποιήσεων. Κρίνεται πως θα πρέπει να παρατεθεί αυτούσιο απόσπασμα από τις σελ.182-183: « The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Order 19 r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If the course of a trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak on the new rails». Στην δε υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 606, αναφέρεται το εξής: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας» Σχετική ακόμα είναι και υπόθεση Παπαδόπουλος v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 2091. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η παρούσα υπόθεση, κατ' αναλογία, παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με την υπόθεση Khan κ.ά v. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211, στην οποία το αίτημα για τροποποίηση απερρίφθη γιατί :
(1)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
(2)Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας
(3)Δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος
(4)Οι ενάγοντες έχουν κλείσει την υπόθεση τους χωρίς να τεθούν τα θέματα που εγείρονται με τις τροποποιήσεις στους μάρτυρες τους με αποτέλεσμα τα δικαιώματα τους να επηρεάζονται με τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα
(5)Μαρτυρία που έχει δοθεί θα πρέπει να αγνοηθεί ή ακόμα και να αντιμάχεται μαρτυρίας που θα πρέπει να δοθεί στα πλαίσια του τροποποιημένου δικογράφου
(6)Θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της ανάλογης πρόνοιες της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.» Υπάρχει όμως ακόμα μια πτυχή η οποία κρίνεται και ως καταλυτική. Δεν αφορά μόνο το εντελώς αναιτιολόγητο και εξαιρετικά καθυστερημένο του αιτήματος, αλλά σχετίζεται με τα δικαιώματα των εναγομένων και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην ουσία και δια της επιδιωκόμενης τροποποίησης δια της εισαγωγής της πληθώρας νέων ισχυρισμών και άλλων τινών, ως λέχθηκε, θα εγκλωβίζετο η πλευρά των εναγομένων στο νέο δικόγραφο της ενάγουσας και με αυτό τον τρόπο η πλευρά της ενάγουσας θα ελάμβανε, σε βάρος των εναγομένων, ουσιαστικό δικονομικό και αποδεικτικό πλεονέκτημα. Θα ανέτρεπε το ισοζύγιο μεταξύ των διαδίκων και της ισότητας των όπλων και θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη αδικία σε βάρος των εναγομένων. Που βεβαίως δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, πόσω μάλλον με διαταγή για τα έξοδα. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ ων η αίτηση και σε βάρος της ενάγουσας - αιτήτριας. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το δικαστήριο, θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.