← Κύπρος

Μιχάλη Χαϊλή ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως αρχή εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 3340/13, 20/1/2017

Μιχάλη Χαϊλή ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως αρχή εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 3340/13, 20/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 1.7.2015 Αρ. Αγωγής: 3340/13 Μεταξύ: Μιχάλη Χαϊλή, εξ Ελλάδος Ενάγοντος και

  1. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως αρχή εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013, εκ Λευκωσίας.
  2. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού, εκ Λευκωσίας. Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.8.16 υπό ενάγοντος - αιτητή για προσθήκη εναγομένου. Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2017 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Πέτρος Χατζηπέτρος Για προτεινόμενη εναγομένη 3 - καθ' ης η αίτηση: κα Κλειώ Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων, ανέρχεται σε €323.354,28 και στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία εργοδότησης με την εναγομένη 2 και/ή φιλοδωρήματος αφυπηρέτησης. Αιτείται επίσης διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται ότι το πιο πάνω ποσό ή οποιοδήποτε άλλο ποσό διαφανεί ότι δικαιούται ως φιλοδώρημα αφυπηρέτησης από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής Λαϊκή Τράπεζα), αποτελεί ποσόν το οποίο θα πρέπει να συμψηφιστεί και/ή χρησιμοποιηθεί από τους εναγομένους για σκοπούς εξόφλησης του λογαριασμού δανείου στην Λαϊκή Τράπεζα και/ή οποιαδήποτε άλλη τράπεζα έχει αναλάβει τις εργασίες της, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
  3. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, στις 22.7.2010 κατόπιν παράκλησης της Λαϊκής Τράπεζας, ο ενάγοντας δυνάμει γραπτής εντολής εξουσιοδότησε την εναγομένη 2 όπως χρησιμοποιήσει ολόκληρο το ποσόν του φιλοδωρήματος αφυπηρέτησης του για σκοπούς εξόφλησης και/ή συμψηφισμού δανείου που είχε συνάψει με την εν λόγω τράπεζα. Αυτό σε περίπτωση αφυπηρέτησης του νωρίτερα και/ή οποτεδήποτε παύσει να είναι μέλος του προσωπικού της εν λόγω τράπεζας. Στη συνέχεια, κατά τις 20.7.2012 ενημερώθηκε από τους αρμοδίους της τράπεζας ότι αυτοί δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν συνέχιση της απόσπασης του στην Ελλάδα μετά τις 31.12.
  4. Τον κάλεσαν ως εκ τούτου να επιλέξει είτε να συνεχίσει τις υπηρεσίες του στην Κύπρο είτε να επικοινωνήσει με τη θυγατρική τράπεζα στην Ελλάδα, προκειμένου να συνεχίσει τις υπηρεσίες του εκεί με την επίτευξη νέας συμφωνίας. Ο ίδιος ενημέρωσε γραπτώς ότι επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται στην Ελλάδα και ταυτόχρονα δυνάμει των εν ισχύ συμφωνιών του με την Λαϊκή Τράπεζα, το φιλοδώρημα του να συμψηφιστεί με τις δανειακές του υποχρεώσεις, πρόταση που αποδέχτηκε η Λαϊκή Τράπεζα. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα η Λαϊκή Τράπεζα δεν έχει προχωρήσει στον εν λόγω συμψηφισμό. Αναφέρεται στην συνέχεια στην έκθεση απαίτησης ότι στις 26.3.13 δυνάμει του διατάγματος Κ.Δ.Π. 97/2013, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου υπό την ιδιότητα ως αρχή εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών & Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13, μεταβίβασε τις εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. Ως επακόλουθο, ο ενάγοντας έπαυσε να είναι υπάλληλος στην Λαϊκή Τράπεζα και έκτοτε μέχρι και σήμερα, εργοδοτείται στην Τράπεζα Πειραιώς. Παρά το γεγονός ότι η Λαϊκή Τράπεζα αποδέχεται τα πιο πάνω, εντούτοις παραλείπει μέχρι σήμερα να θέσει στην διάθεση του ενάγοντα, το ρηθέν φιλοδώρημα αφυπηρέτησης. Η εναγομένη 2 με την υπεράσπιση της, αρνείται την απαίτηση του ενάγοντα. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσει ανήκαν στην Λαϊκή Τράπεζα, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής Τράπεζα Κύπρου) δυνάμει του Διατάγματος Κ.Δ.Π 104/2013 που τιτλοφορείται «Το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013». Η εναγομένη 2 ισχυρίζεται περαιτέρω στην υπεράσπιση της ότι παρά την επιστολή του ενάγοντα ημ. 20.3.2013 με την οποία δήλωσε ότι επιθυμεί την παύση της εργοδότησης του στην Κύπρο και συνέχιση της στην Ελλάδα, εντούτοις το συνολικό καθεστώς εργοδότησης του άλλαξε με την Κ.Δ.Π 97/2013 που τιτλοφορείται «Το Περί Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013». Σύμφωνα με το πιο πάνω διάταγμα που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως αρχή εξυγίανσης, όλοι οι υπάλληλοι του ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Marfin Egnatia Bank, κατέστησαν υπάλληλοι της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. Αναφορικά με το δάνειο που ο ενάγοντας συνήψε με την Λαϊκή Τράπεζα για το ποσόν των €350.000,00, η εναγομένη 2 ισχυρίζεται στην υπεράσπιση της ότι δυνάμει των κανονισμών της Λαϊκής Τράπεζας, το ταμείο προνοίας που αντικατέστησε το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο ενάγων ζητά την προσθήκη στον τίτλο της αγωγής ως εναγομένη 3, την «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Αιτείται επίσης την τροποποίηση του αιτητικού μέρους της έκθεσης απαίτησης ώστε να συμπεριλαμβάνεται και αίτημα για απόφαση εναντίον της νέας εναγομένης 3 που θα προστεθεί στην αγωγή. Επιζητείται επιπλέον η προσθήκη σειράς νέων παραγράφων στην έκθεση απαίτησης με τις οποίες προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Τράπεζα Κύπρου δεσμεύεται να συμψηφίσει το δάνειο που μεταφέρθηκε σε αυτήν με το ποσόν του φιλοδωρήματος αφυπηρέτησης του ενάγοντα λόγω του ότι έχει αναλάβει τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών & Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
  5. Η αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.θ.10 και 11, Δ.25 θ.θ. 1-4, Δ.48 θ.θ. 1-9, Δ.63 θ.θ. 1-2, Δ.64 ως επίσης και της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής των Δικαστηρίων. Τα γεγονότα της αίτησης στηρίζονται σε ένορκο δήλωση της Έλενας Κάττου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων του ενάγοντα. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκο δήλωση όλο το προαναφερθέν ιστορικό της υπόθεσης και επαναλαμβάνονται οι βασικοί ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης. Είναι περαιτέρω η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι λόγω της φύσης του Ν.17(Ι)/13 και των σχετικών διαταγμάτων, η προτεινόμενη εναγομένη 3 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως το αποκτών πρόσωπο στο οποίο μεταφέρθηκε το δάνειο του αιτητή, οφείλει να συμψηφίσει και το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης που έχει να παίρνει ο αιτητής. Ως εκ τούτου, καθίσταται υπό τις περιστάσεις αναγκαία διάδικος. Είναι περαιτέρω η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι δικαιολογημένες και συνδεδεμένες με την βάση αγωγής, η οποία σε καμία περίπτωση δεν διαφοροποιείται από την προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου. Αντιθέτως, σκοπός είναι να αιτιολογηθούν οι αξιώσεις του ενάγοντα που εδράζονται στον συμψηφισμό του δανείου που του παραχώρησε η εναγομένη 2 και το οποίο έχει μεταφερθεί στην προτεινόμενη εναγομένη
  6. Η προσθήκη κρίνεται άκρως απαραίτητη καθότι ως εμφαίνεται στις αξιώσεις του ενάγοντα, με την αγωγή επιζητείται ουσιαστικά διάταγμα συμψηφισμού του φιλοδωρήματος με το επίδικο δάνειο. Κατά την ομνύουσα, η έγκριση του αιτήματος σε αυτό το στάδιο δεν ενέχει επιβαρυντικές επιπτώσεις στα δικαιώματα των εναγομένων καθότι η αγωγή βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο. Αντιθέτως, σε περίπτωση που δεν εγκριθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο ενάγοντας θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού το δάνειο που έλαβε και το οποίο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί από το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης του θα εξακολουθεί να υφίσταται. Εάν εκδοθεί απόφαση εναντίον των υφιστάμενων εναγομένων μόνο, ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να την εκτελέσει εναντίον της Τράπεζας Κύπρου στην οποία μεταφέρθηκε το δάνειο με ορατό κίνδυνο να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής, η Τράπεζα Κύπρου είναι μαζί με τους υπόλοιπους εναγομένους το αρμόδιο νομικό πρόσωπο που πρέπει να συμψηφίσει το δάνειο με το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης του αιτητή. Επιπλέον, τυχόν έγκριση του αιτήματος θα αποτρέψει πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών και δεν θα προκαλέσει καθυστέρηση στην παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έφεραν ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Αντιθέτως, η προτεινόμενη εναγόμενη 3 Τράπεζα Κύπρου, καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι σύμφωνα με το διάταγμα Κ.Δ.Π 104/2013 που εκδόθηκε στις 29.3.13 δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών & Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13, η υπό κρίση απαίτηση του ενάγοντα δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανάλαβε η Τράπεζα Κύπρου από τη Λαϊκή Τράπεζα. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη εναγόμενη 3, ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αγωγή και ούτε είναι αναγκαία διάδικος στην υπόθεση. Αναφέρεται επιπλέον στους λόγους ένστασης ότι η Τράπεζα Κύπρου ουδέποτε απετέλεσε διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία δεν έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο. Αντιθέτως, η Τράπεζα Κύπρου λειτουργεί ως «αποκτών πρόσωπο» σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που της μεταβιβάστηκαν, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται απαιτήσεις όπως αυτές του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση του σχετικού αιτήματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση ήταν γνωστά από τις 29.3.13, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν τα σχετικά διατάγματα για τη μεταβίβαση συγκεκριμένων υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στην προτεινόμενη εναγόμενη 3 που δεν θα είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Μαλβίνας Ναθαναήλ, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων για την προτεινόμενη εναγομένη
  7. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι ένστασης όπως εμφαίνονται στην ειδοποίηση ένστασης της καθ' ης η αίτηση. Αναφέρεται επιπλέον ότι από τη στιγμή που η εργοδότηση του ενάγοντα στην εναγομένη 2 έπαψε να ισχύει από το 2012, ο ενάγοντας δεν μπορούσε να θεωρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο υπάλληλος της προτεινόμενης εναγομένης 3 και να έχει οποιεσδήποτε διεκδικήσεις από αυτήν. Ακόμα και αν γινόταν αποδεχτός ο συμψηφισμός του φιλοδωρήματος με το επίδικο δάνειο, το γεγονός αυτό, ουδόλως αφορά την προτεινόμενη εναγομένη
  8. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του ενάγοντα-αιτητή στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στην ανάγκη προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου ως εναγομένης 3 στην αγωγή, την οποία χαρακτήρισε απολύτως απαραίτητη για σκοπούς επίλυσης των επιδίκων διαφορών. Αυτό γιατί το δάνειο που αιτείται να συμψηφιστεί με το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης τουεν'αγοντα, μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου μετά τα γεγονότα του Μαρτίου
  9. Στη συνέχεια, ο συνήγορος έκαμε αναφορά στη Δ.9 θ.10 που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για προσθήκη διαδίκου καθώς και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Αναφορά έγινε και στη Δ.25 που ρυθμίζει ζητήματα τροποποίησης δικογράφων. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το αίτημα υποβλήθηκε σε πρώιμο στάδιο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, τυχόν έγκριση του δεν θα επηρεάσει τα συμφέροντα των εναγομένων, αλλά αντιθέτως θα βοηθήσει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αντίθετη περίπτωση, ακόμα και αν ο ενάγοντας δικαιωθεί στην αγωγή του θα είναι αδύνατο να γίνει ο συμψηφισμός του δανείου με το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης αφού η Τράπεζα Κύπρου στην οποία μεταφέρθηκε το δάνειο δεν θα είναι διάδικος στην αγωγή. Ενόψει τούτου δεν ισχύει κατά τον συνήγορο, η προβληθείσα στην ειδοποίηση ένστασης θέση ότι η υπό κρίση απαίτηση του ενάγοντα δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου. Ο συνήγορος επεσήμανε περαιτέρω ότι οι χρεωστικοί λογαριασμοί του πρώην πελατολογίου της εναγομένης 2 δεν ερμηνεύονται ως υποχρεώσεις βάσει της σχετικής Κ.Δ.Π, αλλά είναι περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν από τις 29.3.13 στο αποκτών πρόσωπο, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η παρούσα διαφοροποιείται από το σκεπτικό της απόφασης στην αγωγή 6080/05 όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απαίτηση του ενάγοντα που αφορούσε παράνομο τερματισμό από τη Λαϊκή Τράπεζα δεν ενέπιπτε εντός των υποχρεώσεων που ανάλαβε η Τράπεζα Κύπρου. Στην παρούσα περίπτωση δικαιολογείται η προσθήκη, διαφορετικά δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη αν δεν προστεθεί η Τράπεζα Κύπρου στην αγωγή. Εάν ο ενάγοντας δικαιούται στην απαίτηση του στην αγωγή θα φανεί κατά την εκδίκαση της κυρίως υπόθεσης. Παρά ταύτα εάν δεν προστεθεί η Τράπεζα Κύπρου ως διάδικος, ο ενάγοντας κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, έστω και αν πετύχει στην αγωγή αφού δεν θα είναι σε θέση να την εκτελέσει. Ο συνήγορος επανέλαβε στη συνέχεια τη θέση ότι το αίτημα υποβάλλεται σε πολύ πρώιμο στάδιο με αποτέλεσμα να μην δικαιολογούνται οι ισχυρισμοί για ανεπανόρθωτη ζημιά στην προτεινόμενη εναγόμενη
  10. Από την άλλη, με την έγκριση του αιτήματος θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών και επίσης θα αποσαφηνιστούν και τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα πραγματικά γεγονότα και οι αναγκαίοι διάδικοι. Η συνήγορος της προτεινόμενης εναγομένης 3 στη δική της αγόρευση, έκαμε αναφορά στους λόγους ένστασης για τους οποίους θα πρέπει κατά την άποψη της να απορριφθεί το αίτημα. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην Κ.Δ.Π. 104/13, με την οποία συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν η θέση της ότι οι μοναδικές υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου είναι αυτές που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του σχετικού διατάγματος (Κ.Δ.Π. 104/13). Πρόκειται για τις υποχρεώσεις σε σχέση με την παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στη Λαϊκή Τράπεζα καθώς και υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε προσώπου εκτός αυτών που υπερβαίνουν τα €100.000,
  11. Η κατ' ισχυρισμόν ευθύνη για τον συμψηφισμό, αφορά αποκλειστικά την εναγομένη 2 Λαϊκή Τράπεζα και όχι την Τράπεζα Κύπρου. Σχετική αναφορά έγινε στο άρθρο 5.2 (β) της Κ.Δ.Π. 104/
  12. Η συνήγορος παρέπεμψε ειδικότερα στο Παράρτημα Ι παράγραφος 4 όπου αναφέρεται ότι δυνάμει του άρθρου 5.1, εξαιρούνται της μεταβίβασης ανάμεσα σε άλλα, καταθέσεις οιουδήποτε προσώπου έναντι του οποίου η Λαϊκή Τράπεζα έχει δανειακές απαιτήσεις. Για αυτούς τους λόγους και ειδικότερα λόγω του ότι η επίδικη υποχρέωση ουδέποτε περιήλθε στην Τράπεζα Κύπρου, η τελευταία ουδόλως θα πρέπει να θεωρηθεί ως αναγκαία διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Στη συνέχεια, η συνήγορος επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι παρατηρείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης. Τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν, ήταν γνωστά στον ενάγοντα από τις 29.3.13, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν τα σχετικά διατάγματα μετά τα γεγονότα της 16.3.13 που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων και τη μεταβίβαση ορισμένων εργασιών και υποχρεώσεων της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου. Η καθυστέρηση που επιδείχθηκε, είναι πέραν των τριών ετών χωρίς να έχει σε οποιοδήποτε σημείο προβληθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό. Στη συνέχεια, η συνήγορος παρέπεμψε σε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήματα προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου σε διαδικασίες που είχαν καταχωρηθεί εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας με το αιτιολογικό ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν κρίθηκε αναγκαίος διάδικος καθότι δεν ανέλαβε μέσω των πιο πάνω διαταγμάτων, τις υποχρεώσεις που αφορούσαν οι εν λόγω αγωγές. Για τους ιδίους λόγους σύμφωνα με την συνήγορο, θα πρέπει να απορριφθεί και η παρούσα αίτηση. Δικαιοδοτικό πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Η προσθήκη διαδίκου μετά την καταχώρηση της αγωγής, διέπεται από τη Δ.9, Θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επί της οποίας στηρίζεται μεταξύ άλλων η αίτηση. Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, το Δικαστήριο δύναται σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει την προσθήκη διαδίκου που έπρεπε να είχε ενωθεί στην αγωγή ή του οποίου η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αναγκαία για την οριστική επίλυση όλων των θεμάτων που σχετίζονται με την βάση της αγωγής. Η εν λόγω διάταξη που αντιστοιχεί στη O.16, R.11 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών (βλ. Παγκυπριακή Ασφαλιστική ν. Χρίστου Μηνά

(2003)1 Α.Α.Δ 1818), έχει ως εξής στον βαθμό που αφορά την προσθήκη διαδίκου: « .............................. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. ................................. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Λαϊκής Τράπεζας
(2001)1 Α.Α.Δ 1372, λέχθηκαν τα πιο κάτω με αναφορά και στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906 σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου για πρόσθεση εναγομένου: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210). Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.» Στην υπόθεση Perihan Mustafa ν. Απόστολου Γεωργίου (αρ.1)
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1213, λέχθηκε ότι για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 Θ.10 θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Η αναγκαιότητα της προσθήκης, εξετάζεται με βασικό κριτήριο, το κατά πόσον θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του προτεινόμενου διαδίκου (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 348). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, στην πιο πάνω υπόθεση Perihan Mustafa ν. Απόστολου Γεωργίου λέχθηκαν στην σελίδα 1218 τα εξής: «Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση τέτοιας άδειας όταν η προσθήκη θα προκαλέσει σοβαρή ταλαιπωρία ή θα εισαγάγει καθ' ολοκληρίαν νέα βάση αγωγής (βλ Artemis Company Ltd v. The Ship "Sonjia",
(1972)1 C.L.R 153). Άδεια δεν δίδεται και στην περίπτωση που δεν αποκαλύπτεται ουσιαστική απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου. Σχετική είναι η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 178 όπου λέχθηκε ότι η προσθήκη θα επιτραπεί αν ο προτεινόμενος εναγόμενος επηρεάζεται ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει και αν έτσι θα εξοικονομηθούν έξοδα. Αν όμως ο ενάγων δεν έχει ουσιαστική απαίτηση από τον προτεινόμενο εναγόμενο, τον οποίο δεν θα επηρεάσει το αποτέλεσμα, το αίτημα προσθήκης θα απορριφθεί. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο, είναι ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης. Τέτοιου είδους αιτήσεις, είναι επιθυμητό όπως καταχωρούνται στα αρχικά στάδια της υπόθεσης. Η νομολογία καταδεικνύει ότι σε περιπτώσεις όπου η προσθήκη διαδίκου θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται εναντίον της έγκρισης του αιτήματος (βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 C.L.R. 127, 133-134 και P. T. Kiani Kertas ν Interorient Navigation Company Limited κα (αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Ένας επιπλέον σοβαρός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν ζητείται η προσθήκη εναγομένου, είναι το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη μετά την εκπνοή της προθεσμίας (βλ. Manchester Lines Ltd, και P. T. Kiani Kertas ανωτέρω). Η ίδια αρχή ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση (βλ. Ρίτα Γεωργίου ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη κα Πολ. Έφεση 281/2009, ημ. 1.3.2013). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake Precedents of Pleadings 12η έκδοση στην σελ. 67: "On the other hand, leave will not be granted to add a defendant after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant nor where the addition will have the effect of adding a new cause of action." Έχει επίσης νομολογηθεί ότι όταν επιδιώκεται η προσθήκη εναγομένου, το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του δεν ανατρέχει στον χρόνο που καταχωρήθηκε το αρχικό κλητήριο αλλά στον χρόνο στον οποίο επιζητείται η προσθήκη (βλ. Liff v. Peasly and another
(1980)1 All E.R 623). Όσον αφορά το αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, αυτό στηρίζεται στην Δ.25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για τροποποίηση δικογράφου όπως καθορίστηκαν από την Κυπριακή νομολογία, συνοψίζονται ως ακολούθως στην υπόθεση Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ 33:
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
  4. Η έναρξη της Δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της Δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη Δίκη. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Συμπεράσματα Ο αιτητής στηρίζει την αίτηση του στο γεγονός της μεταφοράς στην Τράπεζα Κύπρου, συγκεκριμένων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
  5. Καθίσταται ως εκ τούτου αναγκαίο να γίνει αναφορά στις διατάξεις του πιο πάνω Νόμου και πως εφαρμόστηκε στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας, προκειμένου να διευκρινιστεί κατά πόσον η Τράπεζα Κύπρου αποτελεί αναγκαίο διάδικο στην παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/13, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που αποτελεί την μόνη Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του τροποποιητικού Νόμου 90(Ι)/14, δύναται να απαιτεί µέσω της έκδοσης σχετικού διατάγματος, την πώληση εργασιών πιστωτικού ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη άδεια διεξαγωγής τέτοιων εργασιών, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες αυτές. Η ψήφιση του πιο πάνω Νόμου, κατέστη αναγκαία μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και τις αποφάσεις του Eurogroup για κούρεμα των καταθέσεων στις Κυπριακές Τράπεζες, Λαϊκή και Τράπεζα Κύπρου (Βλ. Μυρτώ Χριστοδούλου κα ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου συνεκδικαζόμενες προσφυγές 551/13 κα ημ. 7.6.2013). Με τη θέσπιση του Νόμου 17(Ι)/2013, επέρχεται ένα νέο νομικό καθεστώς για τα αδειούχα πιστωτικά ιδρύματα με την σύσταση των λεγομένων «ιδρυμάτων υπό εξυγίανση» (βλ. Αναφορικά με την Εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολ. Έφεση αρ. 60/2014 ημ. 7.5.2014). Αναφορικά με της εκκρεμούσες υποθέσεις ή άλλα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, σχετικό είναι το άρθρο 28 του Νόμου 17(Ι)/13 που έχει ως εξής: 28.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται µε οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα µε την περίπτωση: Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται µε την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα µε την περίπτωση. Δυνάμει του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/13, η Αρχή Εξυγίανσης με την έκδοση διατάγματος ημερ. 25 Μαρτίου 2013 (Κ.Δ.Π. 94/2013), αποφάσισε όπως πωληθούν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας. Στην συνέχεια με άλλο διάταγμα ημερ. 29 Μαρτίου 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), αποφάσισε την «πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας», προς το «Αποκτών Πρόσωπο» που είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στο άρθρο 5.2 του Διατάγματος Κ.Δ.Π 94/13 αλλά και στο παράρτημα ΙΙ της Κ.Δ.Π. 104/2013, αναφέρονται οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Το παράρτημα ΙΙ της Κ.Δ.Π. 104/2013 έχει τροποποιηθεί με την αντικατάσταση του από το νέο Παράρτημα ΙΙ της Κ.Δ.Π. 133/
  1. Σε αυτό αναφέρονται με λεπτομέρεια όλες οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στο αποκτών πρόσωπο. Πέραν των υποχρεώσεων για καταθέσεις από πιστωτικά, φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, γίνεται αναφορά και σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions). Στην συνέχεια με δεύτερο τροποποιητικό διάταγμα ημ. 14.5.13 (Κ.Δ.Π. 156/13), μεταβιβάστηκαν στην τράπεζα Κύπρου συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας όπως μετοχές σε θυγατρικές της Λαϊκής, διατραπεζικές καταθέσεις καθώς και ενδεχόμενες υποχρεώσεις της Λαϊκής αναφορικά με ενέγγυες πιστώσεις και εγγυητικές επιστολές που έχουν εκδοθεί από καταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τέλος, με το τρίτο τροποποιητικό διάταγμα ημ. 30.7.13, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου μεταξύ άλλων, υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας ως εκδότριας ομολόγων για τα οποία παραχωρήθηκαν κυβερνητικές εγγυήσεις καθώς και υποχρεώσεις που πηγάζουν από τα χρηματοοικονομικά μέσα που περιγράφονται στην Κ.Δ.Π. 530/2004 αναφορικά με την ίδρυση του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών. Είναι σαφές από την παράθεση των πιο πάνω διαταγμάτων ότι η απαίτηση του ενάγοντα για πληρωμή φιλοδωρήματος όπως εμφαίνεται στην έκθεση απαίτησης δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
  2. Ως εκ τούτου, ορθά κατά την γνώμη μου ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας μέσω της ειδικής διαχειρίστριας των περιουσιακών της στοιχείων. Πρέπει όμως παράλληλα να σημειώσω ότι η προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου στην αγωγή δεν επιζητείται λόγω μεταφοράς της επίδικης απαίτησης για συμψηφισμό στην Τράπεζα Κύπρου. Ο ενάγων εξακολουθεί να υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του καθώς και στην αγόρευση του δικηγόρου του, την ευθύνη της Λαϊκής Τράπεζας για την κατ' ισχυρισμό συμφωνία συμψηφισμού του δανείου με τον φιλοδώρημα του. Γι' αυτό και δεν επιζητείται η αντικατάσταση της Λαϊκής με την Τράπεζα Κύπρου που θα μπορούσε εξ' άλλου να γίνει μέσω απλής σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο δυνάμει του άρθρου 28.1 του Ν.17(Ι)/
  3. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται ο ενάγων, είναι ότι η Τράπεζα Κύπρου είναι αναγκαία συνεναγομένη της Λαϊκής Τράπεζας αφού σε περίπτωση που πετύχει στην απαίτηση του, η συμψηφισμός αφορά και την ίδια την Τράπεζα Κύπρου λόγω μεταφοράς του δανειακού του λογαριασμού σε αυτήν ως αποκτών πρόσωπο. Έτσι δεν θα μπορεί κατά τον ίδιο, να εκτελεστεί απόφαση σε περίπτωση που θα πετύχει στην αγωγή του αφού ο συμψηφισμός πρέπει να γίνει όχι μόνο από την Λαϊκή Τράπεζα αλλά και από την Τράπεζα Κύπρου στην οποία μεταφέρθηκε το επίδικο δάνειο. Με όλο το σέβας δεν συμφωνώ μες την πιο πάνω άποψη. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα (Βλ. Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, η κύρια απαίτηση του ενάγοντα όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, είναι για το ποσόν των €323.354,28 και στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία εργοδότησης και/ή φιλοδωρήματος αφυπηρέτησης. Διαζευκτικά με το πιο πάνω κύριο αίτημα, ο ενάγων αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου για συμψηφισμό του αιτούμενου φιλοδωρήματος για σκοπούς εξόφλησης του δανείου του στην Λαϊκή Τράπεζα, το οποίο όμως μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Όπως προαναφέρθηκε, η απαίτηση για την παροχή φιλοδωρήματος δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ως αποκτών πρόσωπο της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
  4. Δεν θα ήταν ορθό ως εκ τούτου να συνενωθεί η Τράπεζα Κύπρου στην αγωγή για μόνο τον λόγο της διαζευκτικής απαίτησης για συμψηφισμό του επίδικου δανείου που μεταφέρθηκε σε αυτήν. Η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι συμβαλλόμενη στην σύμβαση εργοδότησης του ενάγοντα με την Λαϊκή Τράπεζα. Επιπλέον όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της Τράπεζας Κύπρου, ούτε και μετά το διάταγμα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, ο ενάγων δεν κατέστη εργοδοτούμενος της Τράπεζας Κύπρου. Αντιθέτως κατέστη εργοδοτούμενος της Τράπεζας Πειραιώς, στην οποία μεταβιβάστηκαν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα (βλ. Κ.Δ.Π. 97/2013). Ως εκ τούτου δεν θα προσέθετε τίποτε η συμπερίληψη της Τράπεζας Κύπρου ως εναγομένης στην αγωγή αφού οι επίδικες απαιτήσεις, σαφώς και δεν την αφορούν. Ούτε και η θέση ότι δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί η απόφαση σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι σωστό βέβαια να λεχθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν μπορεί να συμψηφίσει το ποσόν του φιλοδωρήματος με το επίδικο δάνειο, αφού αυτό έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου. Όμως, τίποτε δεν εμποδίζει τον ενάγοντα να εκτελέσει τυχόν απόφαση που θα πετύχει στην κύρια απαίτηση του για παροχή φιλοδωρήματος ύψους €323.354,28 από την Λαϊκή Τράπεζα. Σε τέτοια περίπτωση σαφώς και θα μπορεί να εκτελεστεί η εν λόγω απόφαση εναντίον της διαχείρισης της Λαϊκής Τράπεζας και οιονδήποτε ποσόν εισπραχθεί να χρησιμοποιηθεί από τον ενάγοντα προς εξόφληση του επίδικου δανείου. Αντιθέτως η συνένωση της Τράπεζας Κύπρου στην παρούσα η οποία σαφώς και δεν την αφορά, μόνο προβλήματα θα δημιουργήσει στην εύρυθμη πορεία της διαδικασίας με την περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση του αιτήματος. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε, η πώληση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας και η μεταφορά ορισμένων υποχρεώσεων στο αποκτών πρόσωπο που είναι η Τράπεζα Κύπρου, έγινε ήδη από τον Μάρτιο του 2013 με την έκδοση από την Αρχή Εξυγίανσης, των προαναφερθέντων διαταγμάτων. Ο ενάγων δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί δεν συμπεριέλαβε από την αρχή την Τράπεζα Κύπρου στην αγωγή του, η οποία καταχωρήθηκε στις 28.5.
  5. Ούτε και εξήγησε γιατί καταχώρησε την παρούσα στις 5.8.16, πέραν δηλαδή των τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης των σχετικών διαταγμάτων με τα οποία η Τράπεζα Κύπρου κατέστη «αποκτών πρόσωπο» της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/
  6. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή - ενάγοντα και υπέρ της καθ' ης η αίτηση - προτεινόμενης εναγομένης 3 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.