ΜΑΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4905/14, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4905/14 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα - και -
- ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ
- ΜΑΡΚ ΑΡΟΛΑ Εναγόμενοι --------------------------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 9.6.2016 υπό των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών. Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Θεοχάρους. Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα Δήμου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο ενάγοντας διεκδικεί από τους εναγομένους 1 και 2, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές και υλικές ζημιές που υπέστη στα πλαίσια δυστυχήματος, για το οποίο ευθύνη, φέρουν, κατά τον ενάγοντα, οι τελευταίοι. Η Αίτηση Με την παρούσα αίτηση, οι εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής μέχρι να συγκατατεθεί ο ενάγοντας να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της επιλογής τους. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4 και 9, επί των άρθρων 29 και 30 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου - και κυρίως στις αυθεντίες Demosthenous v. Antoniou
(1990)
(1975)1 CLR 1, Αριστοδήμου Πετάση
(1990)1 AAΔ 112, και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 AAΔ 1036, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας - και κυρίως στην αγγλική υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd
(1969)2 Q.B. 67, και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση, εμφαίνονται στη δικογραφία ως και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Μάμα Πάρπα από τη Λάρνακα. Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται στο τμήμα απαιτήσεως της Εναγομένης 1 και ότι είναι εξουσιοδοτημένος από του εναγόμενους 1 και 2 (στο εξής «οι εναγόμενοι») να προβεί στη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης. Αφού αρχικά καταπιάνεται με το χρονικό της αγωγής, σημειώνοντας τις ημερομηνίες κατά τις οποίες έλαβαν χώρα τα διάφορα εκατέρωθεν διαβήματα, αναφέρει ότι στις 6.10.2015, οι εναγόμενοι έλαβαν τα αποκαλυφθέντα από πλευράς του Ενάγοντα έγγραφα και διεφάνη ότι ο τελευταίος εξετάστηκε μόνο από ένα γιατρό, δικής του επιλογής. Επειδή κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μεταξύ των δύο πλευρών υπήρξαν διαπραγματεύσεις για εξώδικη διευθέτηση, παρά την πρόθεση τους να απαιτήσουν από τον ενάγοντα να εξεταστεί από γιατρό της επιλογής τους, οι εναγόμενοι αδράνησαν, αναμένοντας σχετική πρόταση του ενάγοντα για σκοπούς διευθέτησης. Συνεπεία του γεγονότος ότι οι διαπραγματεύσεις δεν επέφεραν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, μιας και ο ενάγοντας ουδέποτε υπέβαλε πρόταση, στις 26.2.2016, όταν και η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, οι εναγόμενοι εξέφρασαν την επιθυμία τους όπως ο ενάγοντας εξεταστεί από γιατρό της δικής τους επιλογής. Ακολούθως, και δη στις 2.3.2016 απέστειλαν σχετική επιστολή στη δικηγόρο του ενάγοντα, με την οποία ζητούσαν όπως ο ενάγοντας μεριμνήσει σε συνεννόηση με συγκεκριμένο γιατρό που εδρεύει στη Λεμεσό, ο οποίος κατονομάζεται, να διευθετηθεί συνάντηση τους ώστε ο ενάγοντας να εξεταστεί από τον εν λόγω γιατρό της επιλογής των εναγομένων. Την ίδια ημέρα, έλαβαν απάντηση από τη δικηγόρο του ενάγοντα, μέσω της οποίας ενημερώνονταν ότι ο ενάγοντας επιθυμεί να εξεταστεί στη Λευκωσία και ότι θα αναμένει συγκεκριμένη ώρα και ημέρα (η οποία προσδιορίζεται ρητώς) τον γιατρό των εναγομένων στο γραφείο του στη Λευκωσία ώστε να τον εξετάσει ο τελευταίος. Δύο ημέρες αργότερα, οι εναγόμενοι, μέσω επιστολής τους, απάντησαν στην επιστολή του ενάγοντα ζητώντας από τον τελευταίο όπως μεταβεί στο ιατρείο του γιατρού στη Λεμεσό, καθότι, η εξέταση, λόγω της φύσης της, θα πρέπει να διενεργηθεί στο ιατρείο του γιατρού. Έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς του ενάγοντα. Στις 31.3.2016 όταν και η υπόθεση ήταν ορισμένη για Οδηγίες, κατεγράφη στο πρακτικό του Δικαστηρίου η διαφορά των δύο μερών και συγκεκριμένα, η επιμονή των εναγομένων, όπως η ιατρική εξέταση να λάβει χώρα στο ιατρείο του γιατρού των εναγομένων στη Λεμεσό, και από την άλλη, η επιμονή του ενάγοντα να εξεταστεί από τον ρηθέντα γιατρό στο γραφείο που διατηρεί ο πρώτος στη Λευκωσία. Έκτοτε δεν διευθετήθηκε η ιατρική εξέταση του ενάγοντα και, πάντα κατά τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ο ενάγοντας δεν προέβαλε οποιοδήποτε κώλυμα που να δικαιολογεί την παράληψη και/ή άρνηση του να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση στο ιατρείο που διατηρεί ο ιατρός της επιλογής των εναγομένων, στη Λεμεσό. Ούτε προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό που να δικαιολογεί την απαίτηση του, όπως εξεταστεί στο γραφείο που διατηρεί ο ίδιος στη Λευκωσία από το ιατρό της επιλογής των εναγομένων. Ως προς την ανάγκη η ιατρική εξέταση να λάβει χώρα στο ιατρείο του ιατρού των εναγομένων στη Λεμεσό, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρει ότι «αυτό επιτάσσει και η ίδια η φύση της ιατρικής εξέτασης του». Ως προς την καταλληλότητα του επιλεχθέντος από τους εναγόμενους ιατρού να προβεί στην απαιτούμενη εξέταση του ενάγοντα, ο ομνύοντας για λογαριασμό των εναγομένων αναφέρει ότι ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου (ο ιατρός της επιλογής των εναγομένων) είναι ειδικός χειρούργος ορθοπεδικός ο οποίος εξειδικεύεται στο είδος του τραυματισμού το οποίο ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι υπέστη και δη της κακώσεις της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Ως έτερο λόγο για την αναγκαιότητα της υποβολής του ενάγοντα στην αιτούμενη ιατρική εξέταση, αναφέρει το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την τελευταία ιατρική εξέταση του ενάγοντα σημειώνοντας ότι καθίσταται αναγκαίο να εξεταστεί, ώστε να διαφανεί, αφενός η, έκτοτε, πορεία της αποθεραπείας του και αφετέρου, η σημερινή κατάσταση της υγείας του. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, η αιτούμενη ιατρική εξέταση του ενάγοντα είναι αναγκαία για σκοπούς καλύτερης προετοιμασίας της πλευράς της υπεράσπισης, η οποία χρειάζεται να προσκομίσει ιατρική μαρτυρία για σκοπούς αντίκρουσης της σχετικής μαρτυρίας που αναμένεται να προσκομίσει ο ενάγοντας. Τέλος, αφού προωθεί τον ισχυρισμό ότι, στην περίπτωση που ο ενάγοντας δεν εξεταστεί από τον ιατρό της επιλογής των εναγομένων θα επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα των τελευταίων, καθώς επίσης και ότι σε περίπτωση που εξεταστεί δεν θα στερηθεί οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του, και προσδιορίζοντας ότι η επιζητούμενη ιατρική εξέταση θα διαρκέσει μόνο μία ώρα, ισχυρίζεται ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την έγκριση της υπό εξέταση αίτησης, προβάλλοντας τη θέση ότι η απροθυμία του ενάγοντα να μεταβεί στον ιατρικό χώρο του Δρ. Γεωργίου και να εξεταστεί από τον εν λόγω ιατρό δεν είναι εύλογη και/ή δικαιολογημένη. Στην ένορκη του δήλωση, ο ομνύοντας για λογαριασμό των αιτητών, επισυνάπτει τα ακόλουθα τεκμήρια: 1. Επιστολή ημερομηνίας 2 Μαρτίου 2016 από τους συνηγόρους των εναγομένων προς τη συνήγορο του ενάγοντα. 2. Απαντητική επιστολή ημερομηνίας 2 Μαρτίου 2016 από τη συνήγορο του ενάγοντα προς τους συνηγόρους των εναγομένων και, 3. Επιστολή ημερομηνίας 4 Μαρτίου 2016 από τους συνηγόρους των εναγομένων προς τη συνήγορο του ενάγοντα. Η Ένσταση Ο Καθ' ου η Αίτηση, καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής η «Ένσταση»), η οποία βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στις Δ.5, Δ.5(Α), Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι και 9, Δ.48 Θ.8
(4), Δ.64 Θ.Θ. 1,2, και την σχετική νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στο κυρίως σώμα της, ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:- «
- Η αίτηση είναι ουσιαστικά και πραγματικά αβάσιμη.
- Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να καταχωρεί την παρούσα αίτηση καθότι ο καθ' ου η αίτηση ουδέποτε αρνήθηκε να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της επιλογής των αιτητών. Ο καθ' ου η αίτηση αρνήθηκε να μεταβεί σε άλλη επαρχία και συγκεκριμένα στη Λεμεσό για την υποβολή του σε ιατρική εξέταση.
- Η αίτηση των αιτητών είναι καταχρηστική, καθότι καταχρηστικό είναι και το αίτημά τους να υποβληθεί ο καθ' ου η αίτηση σε ιατρική εξέταση στο ιατρείο του ιατρού της επιλογής τους στη Λεμεσό.
- Το αίτημα των αιτητών για εξέταση του καθ' ου η αίτηση στη Λεμεσό είναι αντίθετο με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επομένως η υπό εκδίκαση αίτηση των αιτητών στερείται νομικού ερείσματος.
- Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση καθότι είναι οι ίδιοι που δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες της ιατρικής εξέτασης ενάγοντα όπως έχουν θεσπιστεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Θα ήταν άδικο και καταπιεστικό να μην προχωρήσει η αγωγή επειδή οι αιτητές επέλεξαν την ιατρική εξέταση του καθ' ου η αίτηση σε ιατρικό κέντρο στη Λεμεσό, από την στιγμή που ο καθ' ου η αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος Λευκωσία και εργάζεται στη Λευκωσία και περαιτέρω το ατύχημα έλαβε χώρα στη Λευκωσία.
- Αντίθετα με την Νομολογία οι αιτητές δεν αναλαμβάνουν στην επιστολή τους να πληρώσουν τα ιατρικά έξοδα της εξέτασης του καθ' ου η αίτηση ούτε και αναλαμβάνουν να προκαταβάλουν στον καθ' ου η αίτηση τα έξοδα μεταφοράς του από και προς Λεμεσό ούτε και αναλαμβάνουν να του προκαταβάλουν την απώλεια του εισοδήματος του ως αυτοεργοδοτούμενου Δικηγόρου για τις ώρες που θα χρειαστεί για να μεταβεί από και προς την Λεμεσό αντίστοιχα.
- Η αιτήτρια εταιρεία είναι αφερέγγυα, δεν πληρώνει καμία απαίτηση, καταχωρεί Υπερασπίσεις σε όλες τις αγωγές για το λόγο ότι στερείται ρευστότητας και δεν έχει αρκετό κεφαλαιουχικό αποθεματικό ώστε να ικανοποιήσει τα κριτήρια της Ε.Ε. για ασφαλιστικές εταιρείες και για το λόγο αυτό βασανίζει τα Δικαστήρια και τους διαδίκους οδηγώντας όλες τις διαφορές σε εκκρεμοδικία.
- Εν πάση περιπτώσει τα ατύχημα συνέβηκε στις 19/8/2014 ο ενάγοντας καθ' ου η αίτηση αποθεραπεύτηκε πλήρως μετά την πάροδο 6 μηνών, το πρόβλημα της σωματικής βλάβης ήταν μυϊκό και όχι επί της σπονδυλικής στήλης, και δεν υπάρχει κανένα νόημα σε ιατρική εξέταση μετά την πάροδο τόσο ετών.
- Η αίτηση των αιτητών δεν μπορεί να πετύχει γιατί είναι καταχρηστική και καταχωρήθηκε πολύ αργότερα από την επίδοση της αγωγής. Το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα στις 19/8/2014, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 3/9/2014 και η υπό εκδίκαση αίτηση 2 χρόνια μετά.
- Εν πάση περιπτώσει ο καθ' ου η αίτηση είναι διατεθειμένος να εξεταστεί από ιατρό της επιλογής των αιτητών στην πόλη της Λευκωσίας είτε αυτός έρθει από Λεμεσό είτε έχει την έδρα του στη Λευκωσία. » Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση στην οποία, στην ουσία, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκων δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο στις 7/12/
- Νομική Πτυχή H εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας, λόγω άρνησης του ενάγοντα να εξεταστεί από γιατρό της επιλογής του εναγομένου, είναι σύμφυτη και ασκείται οποτεδήποτε κρίνεται ορθό και δίκαιο. Στην Kyros Demosthenous v. Michael Antoniou
(1975)1 C.L.R.1 υιοθετήθηκε η Αγγλική νομολογία επί του ζητήματος και συγκεκριμένα τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 All E.R. 127, τα οποία παρατίθενται αυτουσίως, ευθύς αμέσως: «This Court has ample jurisdiction to grant a stay whenever it is just and reasonable so to do. It can, therefore, order a stay if the conduct of the plaintiff in refusing a reasonable request is such as to prevent the just determination of the cause. The question in this case is simply whether the request was reasonable or not.» (βλ. επίσης Κυριάκου και Άλλος v. Στυλιανού
(1982)1 Α.Α.Δ. 524 και Τhanos Hotels Ltd v. Δημήτριου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αίτηση, φέρει το βάρος να αποδείξει και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την αποδοχή της αίτησης. Oφείλει ακόμα, να αποκαλύψει πλήρως τους λόγους για τους οποίους προωθείται η αίτηση καθότι, ως έχει αναφερθεί στην Τhanos Hotels Ltd v. Δημήτριου Ιωάννου (ανωτέρω), η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, εμμέσως πλην όμως σαφώς, επενεργεί ως επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ενάγοντα. Στην Πελοπίδας Κ. Αριστοδήμου v. Τάκη Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112, αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αντισταθμίζει δύο σημαντικούς παράγοντες: Από τη μια, την ελευθερία του ατόμου και το δικαίωμα του καθενός να προσφύγει στο δικαστήριο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του, και από την άλλη το δικαίωμα του αντιδίκου του για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα συνυφασμένο με την απονομή της δικαιοσύνης. Επίσης, έχει λεχθεί ότι τέτοιου είδους αίτηση θα πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό και ότι κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της πρέπει να δικαιολογείται (βλ. επίσης Σάββας Χ΄΄ Σάββα v. Διονύση Π. Διονυσίου
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1301). Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Janet Moore v.1. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α.
(2012)1 Γ Α.Α.Δ. 2148 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ουσιαστικά το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στον πυρήνα της άσκησης αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Διακριτική ευχέρεια που θα πρέπει να ασκείται με φειδώ ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας του ατόμου με το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση των δύο θα πρέπει να ξεκινά από τη βάση ότι τόσο η ελευθερία όσο και η δικαιοσύνη είναι εξίσου σημαντικές αρχές και έννοιες που υπηρετούν τον πολίτη αλλά και την κοινωνία γενικότερα. Η ιατρική εξέταση δεν επιβάλλεται με διαταγή του Δικαστηρίου, εξέλιξη που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου, αλλά έμμεσα με την αναστολή της δίκης μέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Σε αιτήσεις αυτού του είδους ο αιτητής φέρει το βάρος να αποκαλύψει τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα του ενώ παράλληλα η πλευρά του ενάγοντα θα πρέπει να αποκαλύψει τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζει την άρνηση του να αποδεχτεί τούτο.» Τέλος, όπως υποδείχθηκε στην Starr v. National Coal Board [1977] 1 All ER 243, και συγκεκριμένα στη σελίδα 256, «Ιf the defendant has put forward the name of a particular doctor and can show that an examination by a doctor is necessary in his interests and that this particular doctor is apparently well qualified to examine the plaintiff, the plaintiff then[1] has to give reasons for objecting to him. He must at least be able to show that there is some substantial ground on which he or his advisers have formed the opinion that the doctor in question lacks the proper qualification or is likely to contact his examination and to make his reports unkindly or unfairly.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα στη σχετική με το θέμα νομολογία, προτού το Δικαστήριο στρέψει την προσοχή του στο ερώτημα κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιολογημένα αρνείται να τύχει ιατρικής εξέτασης, θα πρέπει ο εναγόμενος, που προωθεί την αίτηση αναστολής της διαδικασίας, να πληρώσει και/ή ικανοποιήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Μέρος των ρηθεισών προϋποθέσεων, είναι, αφενός να αποδείξει, αποκαλύπτοντας συγκεκριμένους λόγους, την αναγκαιότητα να υποβληθεί ο ενάγοντας σε ιατρική εξέταση, και από την άλλη, ότι η εξέταση που ζητείται από τον ενάγοντα να υποβληθεί, είναι η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Τότε και μόνο τότε το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το δικαιολογημένο ή μη της ενδεχόμενης άρνησης του ενάγοντα να εξεταστεί. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, προκύπτει ότι επιζητείται η ιατρική εξέταση του ενάγοντα ώστε να είναι δυνατή η καλύτερη προετοιμασία της υπεράσπισης στα πλαίσια της Αρχής της Ισότητας των Όπλων. Κατά τους εναγόμενους, αν ο ενάγοντας τύχει της επιζητούμενης ιατρικής εξέτασης, θα κατέχουν και αυτοί σχετική ιατρική μαρτυρία για να μπορέσουν να αντικρούσουν την ανάλογη μαρτυρία, που αναμένεται να προσκομίσει ο ενάγοντας. Ως προς το τι επιδιώκεται να διαφανεί και/ή να προκύψει από την ρηθείσα ιατρική εξέταση του ενάγοντα, πάντα με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι, αφενός η πορεία της αποθεραπείας του και αφετέρου η σημερινή κατάσταση της υγείας του. Είναι γεγονός ότι, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά την ημέρα καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης, περιλαμβανομένων και των σχετικών ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης, η επιδίωξη των εναγομένων, μέσω της επιζητούμενης ιατρικής εξέτασης του Ενάγοντα, να τύχουν ενημέρωσης για την πορεία της αποθεραπείας του, αλλά και τη σημερινή κατάσταση της υγείας του, και δικαιολογημένη ήταν, και αναμενόμενη. Το ενώπιον του Δικαστηρίου, όμως, επίδικο ζήτημα, δεν εξετάζεται, κατά τη γνώμη μου, σε συνάρτηση μόνο με τα όσα ήταν γνωστά στους εναγόμενους κατά την ημέρα καταχώρησης της αίτησης, αλλά σε συνάρτηση με τα όσα συμβαίνουν και ισχύουν κατά την ημέρα εξέτασης του ζητήματος, και δη σήμερα. Και τούτο γιατί, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει γεγονότα που ενδεχομένως να έλαβαν χώρα και/ή να ήλθαν στην επιφάνεια μετά την καταχώρηση της αίτησης, αν τούτα (τα γεγονότα) κρίνονται ουσιαστικά για την εξέταση της αίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγοντας (ο οποίος σημειώνεται ότι δεν αντεξετάστηκε), μέσω της ένορκης δήλωσής του, που συνοδεύει την ένσταση, προωθεί τον ισχυρισμό ότι έξι μήνες μετά που επεσυνέβη το ατύχημα (δηλαδή περί το Φεβρουάριο του 2015) αποθεραπεύτηκε πλήρως. Το γεγονός αυτό, κρίνεται από το Δικαστήριο σημαντικό για το κατά πόσο είναι δικαιολογημένη ή αναγκαία η επιζητούμενη ιατρική εξέταση του ενάγοντα. Με την μόλις πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου, δεν υπονοείται ότι εξετάζονται, ούτε ότι υιοθετούνται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, οι λοιποί ισχυρισμοί του ενάγοντα περί του ότι ενδεχόμενη ιατρική του εξέταση δεν έχει πλέον οποιοδήποτε νόημα. Αυτό που θεωρείται σημαντικό από το Δικαστήριο, είναι ότι, στα πλαίσια της υποχρέωσης των εναγομένων να δικαιολογήσουν το αναγκαίο και/ή δικαιολογημένο της υποβολής του ενάγοντα στην επιζητούμενη ιατρική εξέταση, αναμενόμενο ήταν, αφ' ης στιγμής ήλθε εις γνώση τους η ισχυριζόμενη πλήρης αποθεραπεία του ενάγοντα, να θέσουν μαρτυρία (είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε μέσω αντεξέτασης του ενάγοντα) που, είτε να θέτει εν αμφιβόλω τον ρηθέντα ισχυρισμό του, είτε, στην περίπτωση που δεν αμφισβητείται, να αποδεικνύει ότι η ρηθείσα αποθεραπεία του ενάγοντα δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα, μέσω της επιδιωκόμενης ιατρικής εξέτασης, να διαφανεί η πορεία της αποθεραπείας του, για την οποία επιδιώκουν να αποκτήσουν πληροφόρηση. Επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό ότι, δεν αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι η αποθεραπεία του ενάγοντα καθιστά μη αναγκαία και/ή αδικαιολόγητη την ιατρική του εξέταση, αλλά ότι, οι εναγόμενοι, στα πλαίσια της υποχρέωσης που τους επιβάλλει η νομολογία για την απόδειξη του αναγκαίου και δικαιολογημένου της διενέργειας της επιδιωκόμενης ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα, θα έπρεπε να συνυπολογίσουν και την, έστω σε κατοπινό στάδιο, αποκάλυψη της πλήρους αποθεραπείας του. Τούτο, εξ άλλου, φαίνεται να το συμμερίζονται και οι ίδιοι, οι οποίοι, στα πλαίσια της αγόρευσης τους (βλ. παράγραφος 57 τούτης), ισχυρίζονται ότι, ανεξάρτητα της πλήρους αποθεραπείας του ενάγοντα, η επιζητούμενη ιατρική εξέταση του είναι «εξίσου σημαντική (για τη) διάγνωση περί του τραυματισμού που είχε υποστεί, της σοβαρότητας αυτού και άλλων παραγόντων που θα καθορίσουν την πορεία της υπεράσπισης των αιτητών». Πρέπει, όμως, στο σημείο αυτό να σημειωθούν τα εξής σχετικά: Πρώτον, είναι πάγια νομολογημένη αρχή δικαίου ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσκόμιση μαρτυρίας μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων, και δεύτερον, ότι, εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω θέση των συνηγόρων των εναγομένων, δεν απαντά στο ουσιαστικό ερώτημα ως προς το κατά πόσο, με δεδομένη την αναντίλεκτη θέση περί πλήρους αποθεραπείας του ενάγοντα, είναι δυνατό να διαφανεί και/ή να προκύψει οτιδήποτε βοηθητικό για τους εναγόμενους από την επιζητούμενη ιατρική εξέταση του πρώτου. Υπενθυμίζω ότι, η απόδειξη ότι η επιζητούμενη ιατρική εξέταση είναι αναγκαία για τα συμφέροντα τους, βαρύνει τους ώμους των εναγομένων, και τούτο, λόγω της δραστικότητας του μέτρου που επιδιώκεται να ληφθεί. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ενάγοντας, στην ένορκή του δήλωση, αναφέρει ότι δεν αρνείται να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της επιλογής των εναγομένων. Οι εν λόγω όμως αναφορές του, κατά τη γνώμη μου, δεν υπέχουν καταλυτικής σημασίας για την κρίση του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση αίτηση. Και τούτο, για πέραν του ενός λόγου. Πρώτον, ενώ από τη μια ισχυρίζεται ότι δεν αρνείται να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση, την ίδια στιγμή προωθεί τον ισχυρισμό ότι συνεπεία της αποθεραπείας του, η επιζητούμενη ιατρική εξέταση του δεν θα έχει κανένα νόημα λόγω και της παρόδου δύο περίπου ετών από την αποθεραπεία του, και δη ότι δεν είναι αναγκαία. Δεύτερον, η εκφρασθείσα από τον ενάγοντα συγκατάθεση του να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση δεν φαίνεται να έχει πείσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τους εναγόμενους, οι οποίοι προωθούν την αντικρουόμενη, με αυτή, θέση, ότι οι οποιεσδήποτε αιτιάσεις του ενάγοντα είναι αδικαιολόγητες και ότι στην πραγματικότητα, ο ενάγοντας αρνείται να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Εξ ου και προωθούν την υπό εξέταση αίτηση, για την επιτυχία της οποία, προϋπόθεση είναι, να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας αρνείται να υποβληθεί στην επιζητούμενη ιατρική εξέταση. Τρίτον, ως αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία, η απόδειξη περί του αναγκαίου της διενέργειας της ιατρικής εξέτασης ενός ενάγοντα, βαρύνει τον αιτητή που επιδιώκει την αναστολή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, και δεν συσχετίζεται και ούτε, κατά τη γνώμη μου, συναρτάται από την οποιαδήποτε σχετική γνώμη του ενάγοντα. Το κατά πόσο, ένας ενάγοντας θεωρεί μια ιατρική του εξέταση αναγκαία είναι αδιάφορο, αν ο εναγόμενος αποτύχει να αποδείξει την αναγκαιότητα μιας τέτοιας ιατρικής εξέτασης. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι, η υπό εξέταση αίτηση, με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να επιτύχει. Και τούτο γιατί, οι εναγόμενοι δεν έπεισαν ότι η επιζητούμενη ιατρική εξέταση του ενάγοντα είναι αναγκαία και δικαιολογημένη. Ως εκ των ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά στο θέμα των εξόδων, με δεδομένο ότι τα γεγονότα, που εν τέλει έγειραν την πλάστιγγα υπέρ της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς την απόρριψη της αίτησης, αποκαλύφθηκαν, για πρώτη φορά, από τον ενάγοντα μέσα από τη ένορκή του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης που προέκυψαν μέχρι και την καταχώρηση της ένστασης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, ενώ, τα έξοδα της αίτησης, από την καταχώρηση της ένστασης μέχρι και σήμερα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, επίσης, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όλα τα πιο πάνω επιδικασθέντα έξοδα, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ) ................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /M.A.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο