Μάρκος Πιριπίτσης κ.α. ν. Σάββα Παπακώστα, Αγωγή Αρ. 10823/10, 16/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 10823/10 ΜΕΤΑΞΥ:
- Μάρκος Πιριπίτσης
- Ελένη Πιριπίτση Εναγόντων και Σάββα Παπακώστα Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2017 Για τους ενάγοντες: κ. Θεοφάνης Ανδρέου και κα. Θέα Ανδρέου για Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες Για τον εναγόμενο: κ. Νίκος Αβρααμίδης για Λ. Παπαφιλίππου & Σία και κ. Δημήτρης Παπαδόπουλος για Παπαδόπουλο, Λυκούργο & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις ύψους €17.086 για οδύνη λόγω απώλειας οικείου (bereavement), γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο, την ταλαιπωρία και την αγωνία θανάτου που υπέστη ο αποβιώσας υιός τους Καίσαρας Πιριπίτσης (στο εξής «ο Καίσαρας»), νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της απαίτησης, οι ενάγοντες είναι οι φυσικοί γονείς του αποβιώσαντος και υπό την ιδιότητα τους αυτή ήγειραν την παρούσα αγωγή. Ο Καίσαρας απεβίωσε στις 12.6.2009 περί τις 6:30 μ.μ. στην οικία των γονέων του. Ήταν ηλικίας 22 ετών (ημερ. γεν. 27.11.1987), ανύπανδρος, είχε εξαιρετικό χαρακτήρα, ήταν ώριμος και συνεπής στις υποχρεώσεις του, δραστήριος, ασχολείτο με το ποδόσφαιρο και είχε εξαιρετικές προοπτικές μακροζωίας και επαγγελματικής δραστηριότητας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το μόνο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν αυτό των χρόνιων επιληπτικών κρίσεων. Συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο του 1999 όταν ο Καίσαρας ήταν περίπου 12 ετών άρχισε να παρουσιάζει επιληπτικές κρίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας και κατά τον ύπνο, γεγονός το οποίο εξακρίβωσαν οι ενάγοντες και απευθύνθηκαν άμεσα στον εναγόμενο για ιατρική γνώμη, περίθαλψη και θεραπεία. Ο εναγόμενος είναι ιατρός με ειδικότητα στη νευρολογία, παρουσιάζει τον εαυτό του ως εξειδικευμένο επιληπτολόγο και από τον Οκτώβριο του 1999 μέχρι το θάνατο του Καίσαρα ήταν ο θεράπων ιατρός του και ο ιατρός ο οποίος ενεπλάκη ενεργώς στην περίθαλψη, θεραπεία, διάγνωση και γενικά στην ιατρική φροντίδα του Καίσαρα από την παιδική του ηλικία. Ο εναγόμενος ανέλαβε εξ αρχής το περιστατικό και προέβη σε διαγνωστικές εξετάσεις οι οποίες επιβεβαίωσαν την επιληψία. Ο εναγόμενος δεν συνέστησε ποτέ οποιαδήποτε θεραπεία της χρόνιας επιληψίας του Καίσαρα. Η συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων αυξήθηκε με την ενηλικίωση του Καίσαρα, γεγονός το οποίο οι ενάγοντες ανέφεραν στον εναγόμενο, χωρίς όμως αυτός να συστήσει οποιαδήποτε θεραπεία και/ή αγωγή και/ή ιατροφαρμακευτική αγωγή. Στη σορό του Καίσαρα διενεργήθηκε περί τις 13.6.2009 η νενομισμένη νεκροψία, τα αποτελέσματα της οποίας απέκλεισαν οποιαδήποτε ελεγχόμενη ουσία, αιθυλική αλκοόλη ή εφεδρίνη. Το πόρισμα της θανατικής ανάκρισης κατέδειξε ως αιτία θανάτου την ασφυξία διά εισροφήσεως από επιληπτική κρίση, δηλαδή, ότι ο αποβιώσας εισρόφησε υγρά τα οποία του προκάλεσαν ασφυξία και τα οποία δεν ήταν εμέσματα αλλά αφρός ο οποίος είχε δημιουργηθεί από σάλιο από επιληψία ή κατά την επιληπτική κρίση. Θέση των εναγόντων είναι ότι ο θάνατος του Καίσαρα επήλθε ένεκα της αμέλειας και/ή της ιατρικής αμέλειας την οποία επέδειξε ο εναγόμενος, ο οποίος δεν επέδειξε την πρέπουσα και/ή εύλογη επιμέλεια και/ή προσοχή, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας. Συνοπτικά, είναι η θέση τους ότι παρά το ότι ο εναγόμενος ορθά διέγνωσε και/ή επιβεβαίωσε ότι ο Καίσαρας έπασχε από χρόνιες επιληπτικές κρίσεις, παρέλειψε να προσφέρει οποιαδήποτε ιατρική αγωγή και/ή φαρμακευτική αγωγή για έλεγχο τους και/ή θεραπεία, αφήνοντας τον Καίσαρα να έχει ανεξέλεγκτες και επικίνδυνες για τη σωματική του ακεραιότητα και τη ζωή του επιληπτικές κρίσεις ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι αυτές μπορεί να επιφέρουν ασφυξία διά εισροφήσεως αφρού, παρέλειψε να ακολουθήσει τα δέοντα υπό τις περιστάσεις ιατρικά πρωτόκολλα, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντος γνωρίζοντας μάλιστα την επιδείνωση των επιληπτικών κρίσεων κατά την ενηλικίωση του, και, γενικώς, παρέλειψε να ενεργήσει ως μέσος συνετός επιδέξιος ιατρός και/ή ενήργησε πιο κάτω του μέσου επιπέδου επιδεξιότητας του ως ειδικός νευρολόγος και/ή δεν ενήργησε σύμφωνα με την ιατρική πρακτική υπό τις περιστάσεις. Επιπρόσθετα προς τις λεπτομέρειες αμέλειας που παραθέτουν, οι ενάγοντες επικαλούνται την αρχή του res ipsa loquitur. Συνεπεία των ανωτέρω, ο Καίσαρας έχασε τη ζωή του. Περαιτέρω, για δέκα περίπου χρόνια, δηλαδή από 12 ετών μέχρι το θάνατο του, ο Καίσαρας έπασχε από χρόνιες ανεξέλεγκτες επιληπτικές κρίσεις οι οποίες του προκαλούσαν πόνο και ταλαιπωρία. Ο εναγόμενος καταχώρισε υπεράσπιση με την οποία παραδέχεται την ιδιότητα των εναγόντων, αλλά και το ότι είναι ιατρός με ειδικότητα στη νευρολογία, ότι διατηρεί νευρολογικό κέντρο στη Λευκωσία καθώς και το ότι παρουσιάζει τον εαυτό του ως εξειδικευμένο επιληπτολόγο, δηλαδή ότι έχει τις εμπειρίες και τις γνώσεις να επιλαμβάνεται και να θεραπεύει ασθενείς οποιασδήποτε ηλικίας με συμπτώματα επιληψίας. Ο εναγόμενος αρνείται ότι ήταν ο θεράπων ιατρός του Καίσαρα από το 1999 μέχρι το θάνατο του ή/και ο μοναδικός ιατρός που παρακολουθούσε τον Καίσαρα από τη διάγνωση του συγκεκριμένου προβλήματος υγείας μέχρι το θάνατο του. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι ο αποβιώσας και/ή οι γονείς του, όταν παρουσιάστηκε το πρόβλημα υγείας του Καίσαρα, αποτάθηκαν αρχικά σε άλλο ή άλλους ιατρούς για διάγνωση, θεραπεία ή περίθαλψη. Ο εναγόμενος είδε τον Καίσαρα μόνο δύο φορές, στις 15.7.2002 και 28.12.2006 και είχε επίσης δύο συναντήσεις με τον πατέρα του Καίσαρα στις 20.6.2002 και 11.9.
- Κατά την επίσκεψη της 20.6.2002 ο ενάγων 1 ανέφερε στον εναγόμενο το ιστορικό του Καίσαρα καθώς και το ότι ο Καίσαρας έλαβε ή λάμβανε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή από άλλο νευρολόγο. Κατά την επίσκεψη της 15.7.2002 διενεργήθηκε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG) στον Καίσαρα και είχε αναφερθεί και πάλι στον εναγόμενο ότι ο Καίσαρας έλαβε ή λάμβανε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή κατόπιν συμβουλής άλλου ιατρού. Ο εναγόμενος συμβούλευσε τη συνέχιση της συγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής και όπως ο Καίσαρας επανέλθει για περαιτέρω παρακολούθηση (follow up), πλην όμως ο Καίσαρας δεν επισκέφθηκε τον εναγόμενο προς τούτο. Η επίσκεψη της 28.12.2006 αφορούσε κυρίως τον τραυματισμό του Καίσαρα στο κεφάλι σε περιστατικό μη σχετιζόμενο με την ασθένεια του, σε σχέση με τον οποίο ζητήθηκε από τον εναγόμενο να συντάξει ιατρικό πιστοποιητικό. Κατά την εν λόγω επίσκεψη αναφέρθηκε στον εναγόμενο ότι ο Καίσαρας λάμβανε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή κατόπιν συμβουλής από νευρολόγο του εξωτερικού και ο εναγόμενος συνέστησε τη συνέχιση της λήψης της εν λόγω φαρμακευτικής αγωγής. Κατά την επίσκεψη της 11.9.2007 ο ενάγων 1 ανέφερε στον εναγόμενο τη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων και ο εναγόμενος συνέστησε όπως ο Καίσαρας λάβει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή και όπως προβεί σε αιματολογικές εξετάσεις. Καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, περιλαμβανομένης της περιόδου 15.7.2002 - 28.12.2006, ο Καίσαρας και/ή οι γονείς του και/ή ο πατέρας του επισκέπτονταν και άλλους ιατρούς της ίδιας ειδικότητας ή άλλων ειδικοτήτων, από τους οποίους παρακολουθείτο ο Καίσαρας και/ή λάμβανε ιατρικές συμβουλές και οι οποίοι του χορήγησαν φαρμακευτική αγωγή και/ή θεραπεία. Από την 11.9.2007 μέχρι και το θάνατό του, ο Καίσαρας και/ή οι γονείς του δεν επισκέφθηκαν τον εναγόμενο ούτε και του ζήτησαν οποιαδήποτε συμβουλή. Ο εναγόμενος αγνοεί αν ο Καίσαρας ή οι εναγόμενοι λάμβαναν ιατρική συμβουλή και/ή φαρμακευτική αγωγή τα τελευταία δύο χρόνια πριν το θάνατο του Καίσαρα από άλλο ιατρό, αλλά ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του Καίσαρα δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε δική του πράξη ή παράλειψη. Εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος αρνείται όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας και ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε το καθήκον του έναντι του Καίσαρα. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν πέντε συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά των εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο ενάγων 1 (ΜΕ1), η κα Άντρη Μακρή (ΜΕ2) και η ιατρός Ελένη Αντωνίου (ΜΕ3), και για την πλευρά του εναγόμενου μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΥ1) και ο ιατρός Κλεόπας Κλεόπα (ΜΥ2). Κατατέθηκαν επίσης 16 τεκμήρια. Μαρτυρία κ. Μάρκου Πιριπίτση (ενάγων 1) (ΜΕ1) Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Α). Ο ΜΕ1 είναι ο πατέρας του άτυχου Καίσαρα και η ενάγουσα 2 είναι η σύζυγος του. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του Καίσαρα και στο χαρακτήρα του, στο γεγονός ότι οι επιληπτικές κρίσεις προκαλούσαν στον Καίσαρα ταλαιπωρία και πόνο από αυτοτραυματισμούς, στο θάνατο του Καίσαρα στις 12.6.2009 προσκομίζοντας σχετική βεβαίωση θανάτου (Τεκμήριο 1), καθώς και στα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων που έγιναν στα ούρα και στο αίμα του Καίσαρα μετά το θάνατό του (Τεκμήριο 6), στη μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση της Δρος Ελένης Αντωνίου (Τεκμήριο 7) και στο πόρισμα της μετέπειτα διενεργηθείσας Θανατικής Ανάκρισης με αρ. 79Α/2009 ημερ. 11.11.2010 (Τεκμήριο 8) το οποίο κατέδειξε ως αιτία θανάτου την ασφυξία διά εισροφήσεως από επιληπτική κρίση. Ο ΜΕ1 είπε επίσης ότι το μόνο πρόβλημα υγείας που ο Καίσαρας αντιμετώπιζε ήταν αυτό των χρόνιων επιληπτικών κρίσεων που άρχισαν τον Οκτώβριο του 1999 κατά τη διάρκεια της νύχτας και τον ύπνο όταν ο Καίσαρας ήταν περίπου 12 ετών, οπότε και απευθύνθηκαν στο νευρολόγο Δρ Θ. Κυριακίδη ο οποίος προέβη σε εγκεφαλογράφημα και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 2). Εκ παραδρομής και εκ λάθους, είπε, αναφέρθηκε στην έκθεση απαίτησης ότι ο εναγόμενος παρακολουθούσε τον Καίσαρα από το
- Επειδή οι κρίσεις συνεχίζονταν απευθύνθηκαν στον εναγόμενο για ιατρική γνώμη, περίθαλψη και θεραπεία το 2002, έτος από το οποίο, μέχρι και το θάνατο του Καίσαρα, ο εναγόμενος αποτέλεσε τον θεράποντα ιατρό του Καίσαρα. Ο εναγόμενος, είπε, προέβαινε συχνά σε εγκεφαλογραφήματα τα οποία επιβεβαίωσαν την επιληψία και παρουσίασε σχετικώς εκθέσεις εγκεφαλογραφήματος μαζί με τις εκτυπώσεις της απεικόνισης και τις γραφικές παραστάσεις ημερ. 15.7.2002 (Τεκμήριο 3) και 28.12.2006 (Τεκμήριο 4), καθώς και ιατρική βεβαίωση του εναγόμενου μετά από εξέταση του Καίσαρα μετά από ατύχημα (Τεκμήριο 5). Ο εναγόμενος δεν τους συνέστησε ποτέ οποιαδήποτε θεραπεία της χρόνιας επιληψίας του Καίσαρα, αφήνοντας τις επιληπτικές κρίσεις, η συχνότητα των οποίων αυξήθηκε με την ενηλικίωση του Καίσαρα, ανεξέλεγκτες, και ενώ γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι οι επιληπτικές κρίσεις μπορούν να επιφέρουν ασφυξία διά εισροφήσεως αφρού ο οποίος δημιουργείται από σάλιο κατά την επιληπτική κρίση, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για την κατάσταση του Καίσαρα και χωρίς να ακολουθήσει κανένα ιατρικό πρωτόκολλο που κατά κανόνα θα πρέπει να ακολουθείται σε περιπτώσεις ασθενών που πάσχουν από χρόνιες επιληπτικές κρίσεις. Αντεξετασθείς ανέφερε αρχικώς ότι από το 2002 έως και τον Ιούνιο του 2009, ο Καίσαρας δεν έλαβε ποτέ φαρμακευτική αγωγή, ούτε και επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο ιατρό. Στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι επισκέφθηκε και άλλους ιατρούς, αλλά ως ανέφερε το μόνο ιατρό που εμπιστεύονταν ήταν ο εναγόμενος, αφού αυτός είναι που εντόπισε το πρόβλημα του Καίσαρα και ανέφερε επιπλέον ότι όποτε ο Καίσαρας πάθαινε κρίση, ο ίδιος τηλεφωνούσε στον εναγόμενο ή πήγαινε στο ιατρείο του. Ο εναγόμενος τους ανέφερε ότι ο Καίσαρας δεν χρειάζεται φάρμακα και ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να βάλουν μαξιλάρια γύρω του την ώρα που κοιμάται για να μην τραυματιστεί, και όταν παθαίνει κρίση να γυρίζουν το κεφάλι του για να μην καταπιεί τη γλώσσα του. Πέραν του ιατρού Κυριακίδη ανέφερε ότι επισκέφθηκε τον ιατρό Χριστοδούλου, τον ιατρό Παναγιώτου, τον ιατρό Κλεόπα στο Ινστιτούτο Γενετικής και τον ιατρό Μιχαηλίδη, πλην όμως κανένα εκ των ιατρών αυτών δεν επισκέφθηκε δεύτερη φορά. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο ιατρός Παναγιώτου συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Depakine, αρνήθηκε ότι ο εναγόμενος στις 15.7.2002 συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Trileptal και ότι στις 11.9.2007 συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Tegretol καθώς και τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε ιατρό στην Αθήνα ο οποίος συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Tegretol, καθώς και την υποβολή ότι ο ιατρός Κλεόπας συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Lamictal, προσθέτοντας ότι ακόμα και αν ο ιατρός Κλεόπας του χορήγησε αυτό το φάρμακο, αυτός απευθυνόταν κάθε φορά στον εναγόμενο ο οποίος του έλεγε ότι ο Καίσαρας δεν χρειάζεται φάρμακα. Είπε επίσης ότι ο εναγόμενος ήταν πάντα βιαστικός όταν τον επισκέπτονταν, ότι δεν καθόταν να τους μιλήσει και να τους εξηγήσει και ότι πάντα τους έλεγε ότι δεν έχει τίποτα ο Καίσαρας. Τέλος, δεν αναγνώρισε ούτε θυμόταν να έλαβε από τον εναγόμενο ιατρική βεβαίωση ημερ. 14.9.2007 η οποία του υποδείχθηκε. Μαρτυρία κας Άντρης Μακρή (ΜΕ2) Η κα Μακρή ανέφερε ότι είναι Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και κατέθεσε το φάκελο της Θανατικής Ανάκρισης 79Α/09, η οποία αφορούσε το θάνατο του Καίσαρα (Τεκμήριο 9). Μαρτυρία Δρος Ελένης Αντωνίου (ΜΕ3) Η ΜΕ3 είναι ειδικός παθολογοανατόμος ιατροδικαστής και διενήργησε νεκροτομή στη σορό του άτυχου Καίσαρα. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της μεταθανάτιας ιατροδικαστικής έκθεσης που ετοίμασε (Τεκμήριο 7). Στα πλαίσια της νεκροψίας έγιναν και τοξικολογικές εξετάσεις με αρνητικά αποτελέσματα, και έτσι απορρίφθηκε ο τοξικός θάνατος. Είπε επίσης ότι η άμεση αιτία θανάτου είναι η ασφυξία διά εισροφήσεως και ότι σημείωσε το «αιφνίδιος θάνατος» για τον λόγο ότι σύμφωνα με τους οικείους του ο Καίσαρας είχε εμφανίσει στο παρελθόν επιληπτικές κρίσεις. Η ίδια δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα «ότι ο θάνατος ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η ασφυξία προκλήθηκε από την επιληψία», ούτε και είχε προσωπική γνώση για τις επιληπτικές κρίσεις του Καίσαρα. Είπε, τέλος, ότι ασφυκτικός θάνατος διά εισροφήσεως μπορεί να επέλθει και από άλλα αίτια, όπως λ.χ. όταν κάποιος κάνει εμετό στον ύπνο του και δεν μετακινηθεί για να βήξει αδειάζοντας τους αεραγωγούς. Μαρτυρία Δρος Σάββα Παπακώστα (εναγόμενος) (ΜΥ1) Ο εναγόμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Β). Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις σπουδές του, στην πείρα του, στην ερευνητική του δραστηριότητα και στις δημοσιεύσεις του και κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 10). Αναφέρθηκε επίσης στις συναντήσεις που είχε στο ιδιωτικό του ιατρείο με το ΜΕ1 και τον Καίσαρα. Αναφέρθηκε αρχικώς στη συνάντηση της 20.6.2002 με το ΜΕ1 μετά από ραντεβού, στην οποία δεν ήταν παρών ο Καίσαρας, καθώς και στην ενημέρωση που έλαβε από το ΜΕ1 σε σχέση με το ιστορικό του Καίσαρα. Η επόμενη συνάντηση ήταν στις 15.7.2002 και σε αυτή ο ΜΕ1 συνοδευόταν από τον Καίσαρα. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στο τι διημείφθη κατά τη συνάντηση αυτή, μεταξύ άλλων στην ενημέρωση που είχε ότι συνάδελφος του είχε συνταγογραφήσει το φάρμακο Trileptal το οποίο ο Καίσαρας έλαβε αλλά είχε παρενέργειες, στις εξετάσεις στις οποίες προέβη καθώς και στο γεγονός ότι στη συνάντηση αυτή έθεσε τη διάγνωση της πιθανής νυκτερινής επιληψίας του μετωπιαίου λοβού. Η τρίτη συνάντηση ήταν μετά πάροδο σχεδόν 4,5 ετών και συγκεκριμένα στις 28.12.2006 και σε αυτήν παρόντες ήταν τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο Καίσαρας. Αναφέρθηκε στο σκοπό της συνάντησης αυτής που ήταν η εξέταση του Καίσαρα λόγω του ότι είχε εμπλακεί σε καβγά τρεις ημέρες πριν σε νυκτερινό κέντρο, στις εξετάσεις στις οποίες προέβη και στα όσα του αναφέρθηκαν σε σχέση με φάρμακα που συνταγογράφησαν έτεροι ιατροί στον Καίσαρα, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι η λήψη του φαρμάκου Tegretol ήλεγξε τις επιληπτικές κρίσεις. Στην εν λόγω συνάντηση ζητήθηκε μία ιατρική βεβαίωση για χρήση από το δικηγόρο κ. Βραχίμη, την οποία ο ΜΥ1 ετοίμασε (Τεκμήριο 5). Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδε τον Καίσαρα. Η τελευταία συνάντηση ήταν στις 11.9.2007 και παρών ήταν μόνο ο ΜΕ1 ο οποίος ενημέρωσε το ΜΥ1 ότι οι νυκτερινές επιληπτικές κρίσεις συνεχίζονταν. Στην εν λόγω συνάντηση ο ΜΥ1 συνέστησε επανέναρξη λήψης του φαρμάκου Tegretol, το οποίο είχε λάβει και στο παρελθόν ο Καίσαρας χωρίς προβλήματα, δηλαδή, χωρίς παρενέργειες όπως του είχε αναφέρει ο ΜΕ1, και ζήτησε όπως ο Καίσαρας υποβληθεί σε αιματολογικές εξετάσεις. Ο ΜΕ1 ζήτησε επίσης μία ιατρική βεβαίωση ότι ο Καίσαρας είχε επιληψία και μαθησιακά προβλήματα, την οποία ο ΜΥ1 έδωσε (Τεκμήριο 11 - βεβαίωση ημερ. 14.9.2007). Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 12, την κάρτα ασθενούς του Καίσαρα. Στις κάρτες ασθενών καταγράφονται οι σημειώσεις τις οποίες τηρεί ιδιοχείρως στα αγγλικά κατά τη διάρκεια κάθε επίσκεψης με κάθε ασθενή, ως θέμα τακτικής. Ουδέποτε είπε στον Καίσαρα να μην λαμβάνει καθόλου φαρμακευτική αγωγή και ουδέποτε αρνήθηκε να τους δει στο ιατρείο του. Ο ΜΥ1 αντεξετάσθηκε επί μακρόν. Αντεξετασθείς αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προβαίνει κάποιος νευρολόγος ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με ασθενή που παρουσιάζει επιληπτικές κρίσεις. Είπε ότι κατ' αρχάς θα λάβει λεπτομέρειες για το ιστορικό του ασθενούς, τόσο των υπό αξιολόγηση συμπτωμάτων, όσο και την πορεία του από την περίοδο της εγκυμοσύνης και της μετέπειτα ανάπτυξης, για τους όποιους παράγοντες κινδύνου όπως λοιμώξεις, τραυματισμοί κ.α., για το οικογενειακό ιστορικό καθότι υπάρχουν και οικογενείς μορφές επιληψίας, καθώς και για το κοινωνικό ιστορικό του ασθενούς. Ζητά επίσης ενημέρωση για τη φαρμακευτική αγωγή που έλαβε ή λαμβάνει ο ασθενής, είτε αυτή σχετίζεται με την επιληψία είτε με άλλες παθήσεις. Έπειτα προβαίνει στη νευρολογική εξέταση και αν ενδείκνυται σε διάφορες διαγνωστικές εξετάσεις, όπως εγκεφαλογράφημα, μαγνητική τομογραφία (MRI), αναλύσεις αίματος ή άλλες εξειδικευμένες εξετάσεις για τις φαρμακοανθεκτικές μορφές επιληψίας. Μετά από αυτά, και αφού επιβεβαιώσει ή θέσει τη διάγνωση της επιληψίας, χορηγεί αντιεπιληπτική αγωγή σύμφωνα με τον τύπο της επιληψίας από τον οποίο υποφέρει ο ασθενής. Εισηγείται τακτή παρακολούθηση του ασθενούς και κάποιες ενδεικνυόμενες εργαστηριακές εξετάσεις. Είπε επίσης ότι σε περίπτωση που ο ίδιος συμφωνεί με φαρμακευτική αγωγή που ήδη λαμβάνεται από τον ασθενή εισηγείται τη συνέχιση της και αν χορηγήσει ο ίδιος φαρμακευτική αγωγή θα θέλει να ξαναδεί τον ασθενή και τυπικά ζητά αναλύσεις αίματος για να διευκρινιστεί ότι το φάρμακο δεν προκαλεί οργανικές/κλινικές παρενέργειες στον ασθενή και ότι τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα ευρίσκονται μέσα στα θεραπευτικά πλαίσια εάν το χορηγηθέν φάρμακο μπορεί να καταμετρηθεί στο αίμα, διότι για κάποια φάρμακα δεν είναι δυνατή αυτή η εξέταση. Ο ίδιος δεν κλείνει επαναληπτικά ραντεβού με αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά ζητά να δει τους ασθενείς σε κάποιο χρονικό διάστημα και οι ασθενείς διευθετούν τα ραντεβού τους. Είπε επίσης ότι είναι σημαντικό κάποιος επιληπτικός να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ανέφερε επίσης ότι είναι επικίνδυνο κάποιος όπως τον Καίσαρα να έχει επιληπτικές κρίσεις, γι' αυτό είναι σημαντικό να χορηγούνται φάρμακα και ο ασθενής να τα λαμβάνει. Σε υποβολή ότι ήταν ο τελευταίος ιατρός που είδε τον Καίσαρα πριν το θάνατό του, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τις ενέργειες του Καίσαρα μεταξύ της τελευταίας φοράς που τον είδε και του θανάτου του που επήλθε τρία χρόνια αργότερα. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος ως ιατρός έπραξε το καθήκον του, εναπόκειται, όμως, στον ασθενή να ακολουθήσει τις οδηγίες του ή τις οδηγίες άλλου ιατρού. Ερωτηθείς σε σχέση με τα ευρήματα που καταγράφονται στη μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 7) και το εάν αυτά παραπέμπουν σε επιληπτικό επεισόδιο, απάντησε πως όχι κατ' ανάγκη, προσθέτοντας ότι δεν ήταν παρών, ότι δεν γνωρίζει τι έγινε, ότι δεν παρακολούθησε τη νεκροτομή και ότι δεν είναι παθολογοανατόμος/ιατροδικαστής. Σε υποβολή ότι ο θάνατος του Καίσαρα οφειλόταν σε ασφυξία διά εισροφήσεως από επιληπτική κρίση ανέφερε ότι όταν ένα άτομο πάσχει από επιληψία αυτό παραμένει μία πιθανότητα, αλλά υπάρχουν και άλλες αιτίες στις οποίες είχε αναφερθεί η ΜΕ3 στην κατάθεση της στο Δικαστήριο. Μαρτυρία Δρος Κλεόπα Κλεόπα (ΜΥ2) Ο ΜΥ2, ο οποίος είναι Ανώτερος Νευρολόγος στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου από το 2002 αναφέρθηκε κατ' αρχάς στις σπουδές του και στην εμπειρία του. Γνωρίζει, ως ανέφερε, τον Καίσαρα ο οποίος τον επισκέφθηκε δύο φορές. Την πρώτη το Μάιο του 2004 (στην οποία ο Καίσαρας συνοδευόταν από τους γονείς του) και τη δεύτερη τον Ιούλιο του 2004 (στην οποία ο Καίσαρας συνοδευόταν από τον πατέρα του, ίσως και από τη μητέρα του). Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες της συνάντησης ημερ. 4.5.2004 καθώς και στην έκθεση την οποία συνέταξε μετά την εν λόγω συνάντηση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η διάγνωση του ήταν ότι ο Καίσαρας έπασχε από νυκτερινή επιληψία (nocturnal frontal lobe). Συνέστησε, ως ανέφερε, τη λήψη του φαρμάκου Lamictal, φάρμακο διαφορετικό από αυτά που του είχαν αναφέρει ότι έλαβε ο Καίσαρας στο παρελθόν, και έκλεισαν ραντεβού για να τον ξαναδεί. Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε επίσης στη δεύτερη συνάντηση τον Ιούλιο του 2004 και στα όσα συζητήθηκαν στην εν λόγω συνάντηση σε σχέση με τη δοσολογία του φαρμάκου Lamictal, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι ο ΜΕ1 επιθυμούσε τη μείωση της δόσης που ο Καίσαρας λάμβανε, έτσι ο ΜΥ2 συμφώνησε όπως η δόση μειωθεί στα 150mg από τα 200mg, τόνισε, όμως, ότι η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί. Ιατρικό πιστοποιητικό που συνέταξε σε σχέση με την εν λόγω επίσκεψη κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στη δεύτερη αυτή συνάντηση ορίστηκε, ως ανέφερε, και τρίτο ραντεβού, στις 19.11.2004, πλην, όμως, ο Καίσαρας δεν πήγε, και κατέθεσε σχετική σημείωση η οποία τηρείται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας κάθε φορά που κάποιος έχει ραντεβού και δεν εμφανιστεί (Τεκμήριο 15). Ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας του Καίσαρα είχε ζητήσει τηλεφωνικώς κάποια ιατρική βεβαίωση την οποία ετοίμασε στις 27.12.2004 και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Δεν θυμόταν να του είχε αναφερθεί σε οποιαδήποτε εκ των δύο επισκέψεων ότι κάποιος άλλος ιατρός τους είχε συστήσει να διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή∙ εκείνο που του είχαν πει είναι ότι ο Καίσαρας πήρε φάρμακα στο παρελθόν (βαλπροϊκό οξύ και Trileptal), τον ενόχλησαν και γι' αυτό τα διέκοψε. Γι' αυτό ο ίδιος του χορήγησε ένα διαφορετικό φάρμακο. Είχε ζητήσει και αναλύσεις αίματος, αλλά δεν έγιναν και δεν του τις πήραν. Επειδή τον είχαν εφοδιάσει με κάποιο εγκεφαλογράφημα του Ιουλίου του 2002 που έγινε από τον εναγόμενο, υπέθεσε ότι ο προηγούμενος ιατρός του Καίσαρα ήταν ο εναγόμενος, πλην, όμως, ως δέχθηκε επανεξετασθείς ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιοι ιατροί είδαν τον Καίσαρα πριν από τον ίδιο και ότι η υπόθεση του σε σχέση με τον εναγόμενο βασίζεται αποκλειστικά στο ότι είδε το εγκεφαλογράφημα της 15.7.
- Ανέφερε επίσης ότι μία επιληπτική κρίση μπορεί να προκαλέσει αρρυθμίες καρδίας ή μπορεί κάποιος να πάθει εισρόφηση γαστρικού περιεχομένου. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αμφότεροι οι συνήγοροι αναφέρθηκαν στη μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, προβαίνοντας έκαστος σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των συνηγόρων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφορά δε στις θέσεις που προβλήθηκαν σε αυτές θα γίνει πιο κάτω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Πολ. Έφ. 195/09, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ημερ. 30.5.2014). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Πολ. Έφ. 387/09, Παρλάτα ν. Δημητρίου, ημερ. 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Ο πόνος του ΜΕ1 (ενάγων 1) για το χαμό του παιδιού του ήταν εμφανής μέσα από τη μαρτυρία του μέρος της οποίας, στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω, παρέμεινε αναντίλεκτο, γι' αυτό το αποδέχομαι. Για τους λόγους, όμως, που θα διαφανούν στη συνέχεια, δεν μπορώ να αποδεχτώ το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του επειδή, πέραν του ότι εντόπισα σε αυτό εγγενείς ουσιαστικές αντιφάσεις και ανακρίβειες, τούτο κρίνεται αβάσιμο και αναξιόπιστο κατόπιν αντιπαραβολής του με άλλη αξιόπιστη έγγραφη και προφορική μαρτυρία. Η ΜΕ2 ήταν τυπική μάρτυρας η οποία κλήθηκε για να καταθέσει το φάκελο της Θανατικής Ανάκρισης αρ. 79Α/09 η οποία αφορούσε το θάνατο του Καίσαρα, όπως και έπραξε. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι. Η ΜΕ3 κατά τη μαρτυρία της δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις, ούτε και αμφισβητήθηκε ουσιαστικώς επί των όσων ανέφερε, γι' αυτό την αποδέχομαι ως προς τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στην παρουσία της και ως προς την επιστημονική της άποψη ότι ο θάνατος του Καίσαρα οφείλεται σε εισρόφηση η οποία προκάλεσε ασφυξία. Παραμένει βεβαίως προς εξέταση το κατά πόσον η εισρόφηση που οδήγησε στο θάνατο οφείλεται ή σχετίζεται με την επιληψία. Όσον αφορά αυτό το θέμα, οι όποιες απόψεις της ΜΕ3 σχολιάζονται κατωτέρω συνεξεταζόμενες και με άλλο αποδεκτό μαρτυρικό υλικό το οποίο δυνητικά θα μπορούσε να αποτελέσει υπόβαθρο για μια τέτοια διαπίστωση. Ο ΜΥ1 (εναγόμενος) μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Χωρίς να παραγνωρίζω καθόλου το προσωπικό του συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι απαντούσε με φυσικότητα, αμεσότητα και χωρίς δισταγμό στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, παραθέτοντας τα γεγονότα όπως αυτός τα γνώριζε, εξηγώντας ειλικρινώς ότι τα όσα κατέθεσε, τα κατέθεσε έχοντας ως βάση τις σημειώσεις του (Τεκμήριο 12), ομολογώντας ότι λόγω της έλευσης αρκετών ετών δεν μπορούσε να θυμάται ορισμένα γεγονότα στα οποία όταν αναφερόταν ξεκαθάριζε ότι πρόκειται για εκτιμήσεις του για τα διαδραματισθέντα. Η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή κατά τη διάρκεια της πολύωρης αντεξέτασης του. Περαιτέρω, απάντησε τεκμηριωμένα και με καθαρότητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και σχετίζοντο με θέματα που άπτοντο της ειδικότητας του, χωρίς να διστάσει να δώσει απαντήσεις που βοηθούσαν τις θέσεις της άλλης πλευράς, η οποία δεν προσκόμισε ιατρική μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της ότι η περίπτωση του Καίσαρα έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής. Ο ΜΥ2 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας, ο οποίος απαντούσε με ευθύτητα, σαφήνεια και την αναμενόμενη σοβαρότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Θεωρώ ότι απάντησε με ειλικρίνεια τόσο στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και που σχετίζονταν με την ιατρική του ειδικότητα, όσο και στις ερωτήσεις που σχετίζοντο με τα γεγονότα της υπόθεσης. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι ο ΜΥ2, όπως και ο εναγόμενος (ΜΥ1), εργάζονται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, πλην, όμως, τα όσα ο ΜΥ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούσαν στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, υποστηρίζονται από τα έγγραφα που κατέθεσε και τα οποία είχαν συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, και συγκεκριμένα το έτος 2004, χωρίς να αμφισβητηθεί επί της ουσίας το περιεχόμενο τους. Επιπλέον, όσον αφορά τους ΜΕ3, ΜΥ1 και ΜΥ2, σημειώνω ότι αυτοί είναι ιατροί. Συγκεκριμένα, η ΜΕ3 ανέφερε ότι είναι ειδικός παθολογοανατόμος ιατροδικαστής, και τούτο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της, γι' αυτό το αποδέχομαι. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στις σπουδές του στην ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών, στην ειδίκευση του στη γενική ιατρική στο Νοσοκομείο Cafaro του Οχάιο, στην ειδίκευση του στη νευρολογία/νευροψυχιατρική στο Πανεπιστήμιο Rochester της Νέας Υόρκης, και στην εξειδίκευση του στην κλινική νευροφυσιολογία και επιληπτολογία στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης. Από 1.1.1994 μέχρι σήμερα εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου όπου διευθύνει τη Β' Νευρολογική Κλινική η οποία εξειδικεύεται στην επιληψία, τη νευροφυσιολογία και τη νευρολογία της συμπεριφοράς. Διατηρεί επίσης ιδιωτικό ιατρείο γενικής νευρολογίας στη Λευκωσία από το 1995. Περαιτέρω, έχει διδακτική εμπειρία στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στη Σχολή Μοριακής Ιατρικής Κύπρου και στην ιατρική σχολή St. George, Λονδίνου (παράρτημα Λευκωσίας). Ανέφερε επίσης ότι έχει εκτεταμένη ερευνητική δραστηριότητα και δημοσιεύσεις στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, καταθέτοντας αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος (Τεκμήριο 10). Τίποτα από τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγόντων, γι' αυτό τα αποδέχομαι. Τέλος, ο ΜΥ2 ο οποίος είναι Ανώτερος Νευρολόγος στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου από το 2002, σπούδασε ιατρική στη Γερμανία και αποφοίτησε το 1993. Έκανε πρακτική στη Γερμανία στη νευρολογία για 18 μήνες και ακολούθως μετέβη στην Αμερική, όπου ειδικεύθηκε στη νευρολογία από το 1995 έως το 1999. Στη συνέχεια έκανε fellowship σε νευρομυϊκές παθήσεις και ακολούθως ήταν στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας μέχρι το 2002. Περαιτέρω, είναι διπλωματούχος του Αμερικανικού Συμβουλίου Νευρολογίας και Ψυχιατρικής. Εργάστηκε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής ως Ανώτερος Νευρολόγος και Διευθυντής της Κλινικής Ε' από το 2002 και έχει συνολικά εμπειρία στην κλινική νευρολογία 21 χρόνια. Τα προσόντα και η πείρα του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο των εναγόντων, γι' αυτό και τα αποδέχομαι. Των ανωτέρω δοθέντων, και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57) κατάληξή μου είναι ότι οι μάρτυρες ΜΕ3, ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι εμπειρογνώμονες, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούν να εκφράσουν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας τους (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750), και η μαρτυρία τους, στο βαθμό που αφορούσε θέματα που άπτονται της εμπειρογνωμοσύνης τους, θα προσεγγιστεί στη βάση των καλά γνωστών νομολογιακών αρχών αξιολόγησης τέτοιων μαρτύρων (Philippou v. Odysseos
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Εισερχόμενη στην ειδικότερη αξιολόγηση της μαρτυρίας, σημειώνω εν πρώτοις ότι παρέμειναν αναντίλεκτες κάποιες βασικές αναφορές του ΜΕ1 για τον αποβιώσαντα και τις συνθήκες του θανάτου του. Στη βάση αυτή δέχομαι ότι οι ενάγοντες είναι οι γονείς του άτυχου Καίσαρα, ο οποίος απεβίωσε στις 12.6.2009 στις 6:30 μμ στην οικία τους, όπου ο ΜΕ1 τον βρήκε μελανιασμένο και χωρίς τις αισθήσεις του στο κρεβάτι του. Ο θάνατος του επιβεβαιώθηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό Δρα Χρ. Τόφα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 1), στο οποίο μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο ο Καίσαρας. Ο Καίσαρας κατά τον θάνατό του ήταν ηλικίας 22 ετών, γεννηθείς στις 27.11.1987, ανύπανδρος και διέμενε με τους γονείς του. Ήταν δραστήριο παιδί, ασχολείτο με τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο και είχε εξαιρετικές προοπτικές μακροζωίας, επαγγελματικής δραστηριότητας και καριέρας. Είχε εξαιρετικό χαρακτήρα και ήταν ώριμος και συνεπής στις υποχρεώσεις του. Το μόνο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν αυτό των χρόνιων επιληπτικών κρίσεων οι οποίες άρχισαν τον Οκτώβριο του 1999 όταν ήταν περίπου 12 ετών, κατά τη διάρκεια της νύχτας και κατά τον ύπνο. Τον Οκτώβριο του 1999 κατά την πρώτη επιληπτική κρίση του Καίσαρα απευθύνθηκαν στον νευρολόγο Δρα Θεόδωρο Κυριακίδη, ο οποίος ετοίμασε έκθεση μετά από εγκεφαλογράφημα (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, οι ΜΥ1 και ΜΥ2 ευθαρσώς και εντίμως δέχονται ότι ο Καίσαρας έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής με σκοπό τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων, θέση την οποίαν αποδέχομαι. Η ουσιώδης διαφωνία των διαδίκων εστιάζεται στο κατά πόσο ο εναγόμενος υπήρξε ο θεράπων ιατρός του Καίσαρα από το 2002 έως και το θάνατό του στις 12.6.2009 και στο κατά πόσο ο εναγόμενος χορήγησε στον Καίσαρα φαρμακευτική αγωγή ή όχι. Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω από τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ότι το Τεκμήριο 12 κατασκευάστηκε από το ΜΥ1 μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής με σκοπό να αυτοενισχύσει τη θέση του. Είναι, ως θέμα κοινής λογικής, απαραίτητη η επίλυση αυτού του ζητήματος, δεδομένου ότι ως ο ΜΥ1 ανέφερε, η μαρτυρία που έδωσε και που σχετίζετο με την περίπτωση του Καίσαρα βασιζόταν ακριβώς επί των όσων καταγράφονται στο εν λόγω Τεκμήριο 12, το οποίο αποτελεί την κάρτα ασθενούς του Καίσαρα. Σε τέτοιες κάρτες καταγράφονται οι σημειώσεις του ΜΥ1 τις οποίες τηρεί, ως θέμα τακτικής, κατά τη διάρκεια κάθε επίσκεψης που έχει με κάθε ασθενή και ενόσω ο ασθενής βρίσκεται στο ιατρείο του. Τις σημειώσεις τις καταγράφει στην αγγλική γλώσσα, ιδιοχείρως. Στην κάρτα καταγράφει πληροφορίες που αναφέρει ο ασθενής από μόνος του και τις απαντήσεις του ασθενούς σε ερωτήσεις του ΜΥ
- Επίσης καταγράφει τα αποτελέσματα της νευρολογικής εξέτασης και των διαφόρων δοκιμασιών όπως ακτινογραφίες, εγκεφαλογραφήματα κτλ των αποτελεσμάτων των οποίων συνήθως κρατά αντίγραφα. Περαιτέρω, στις κάρτες ασθενών που τηρεί καταγράφει τα φάρμακα που χορηγεί, αλλά αν δεν χορηγήσει ο ίδιος το φάρμακο ή αν θα εισηγηθεί συνέχιση φαρμάκου που χορηγήθηκε από άλλο ιατρό, συνήθως αναγράφει το φάρμακο, καθώς και τη δοσολογία αν την γνωρίζει ο ασθενής ή αν την εξακριβώσει ο ίδιος. Κάποιες φορές οι σημειώσεις του είναι λιγότερο λεπτομερείς λόγω ανθρώπινου λάθους, στόχος του δε είναι να καταγράφει τα βασικά προκειμένου να μπορέσει να επαναξιολογήσει τον ασθενή σε περαιτέρω επίσκεψη. Είπε επίσης ότι πρακτική των ιατρών είναι να τηρούν σημειώσεις, όπως έπραξε και ο ίδιος, και όχι να βιντεογραφούν τις συναντήσεις με τους ασθενείς ή να κρατούν τα πρωτότυπα των συνταγών που χορηγούν ή των αναλύσεων που ζητούν. Εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγόντων ότι το Τεκμήριο 12 είναι κατασκευασμένο επειδή αντιφάσκει προς την ιατρική βεβαίωση της 28.12.2006 (Τεκμήριο 5) στην οποία δεν αναφέρεται η λήψη οποιουδήποτε φαρμάκου από τον Καίσαρα ή το ιστορικό του ασθενούς. Ο ΜΥ1 ερωτήθηκε ειδικώς για το θέμα αυτό και οι απαντήσεις του κρίνονται πειστικές καθώς και λογικές, αφού εξήγησε ότι το αν θα κατέγραφε σε κάποια ιατρική έκθεση τη χορήγηση κάποιου φαρμάκου, εξαρτάται από τον λόγο για τον οποίο δίδεται η βεβαίωση, ειδικώς δε για την ιατρική βεβαίωση Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε λήψη κάποιου φαρμάκου επειδή ο ΜΕ1 είχε ζητήσει τη βεβαίωση σχετικά με το συγκεκριμένο τραυματισμό που υπέστη ο Καίσαρας, για το συγκεκριμένο σκοπό έγερσης αγωγής στην οποία δεν ήθελε να εμπλέξει το θέμα της επιληψίας, και όχι για σκοπούς χρήσης της από άλλον επαγγελματία υγείας, στην οποία περίπτωση η βεβαίωση θα ήταν συμπληρωμένη με όλα τα στοιχεία που έχει στις σημειώσεις του. Αρνούμενος την υποβολή ότι το Τεκμήριο 12 αντιφάσκει προς το Τεκμήριο 5 προσέθεσε ότι όλα τα γεγονότα που παρατίθενται στο Τεκμήριο 5 αναφέρονται και στις σημειώσεις του - Τεκμήριο 12∙ αυτό που υπάρχει, εξήγησε, είναι μία παράλειψη η οποία οφείλεται στους συγκεκριμένους σκοπούς για τους οποίους ο ΜΕ1 χρειαζόταν το πιστοποιητικό. Πράγματι, διαπιστώνω, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο 5 και στο Τεκμήριο 12, αφού και στα δύο έγγραφα γίνεται αναφορά στο κτύπημα που υπέστη ο Καίσαρας σε νυκτερινό κέντρο τρεις ημέρες πριν τις 28.12.2006, στις εκδορές στο αριστερό μάτι, στη ζάλη και στις διαλείψεις στη μνήμη, στο γεγονός της προσκόμισης ακτινογραφιών από το Γ.Ν. Λευκωσίας, καθώς και στα αποτελέσματα του διενεργηθέντος εγκεφαλογραφήματος. Αυτό που υπάρχει, όπως ο ΜΥ1 επισήμανε, είναι παράλειψη αναφοράς στο Τεκμήριο 5 στην επιληψία του Καίσαρα και στα όσα σχετικώς με την επιληψία του αναφέρθηκαν κατά την εν λόγω επίσκεψη και τούτο για τους λόγους που ο ΜΥ1 εξήγησε οι οποίοι, επαναλαμβάνω, είναι λογικοί και πειστικοί. Ερωτηθείς εξάλλου ο ΜΕ1 κατά πόσο η επίσκεψη της 28.12.2006 είχε σαν αφορμή το ατύχημα και το γεγονός ότι ήθελε να λάβει κάποια ιατρική έκθεση για να τη δώσει στον δικηγόρο κ. Βραχίμη, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Υποβλήθηκε περαιτέρω στον ΜΥ1 ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ιατρικής βεβαίωσης ημερ. 14.9.2007 (Τεκμήριο 11) στην οποία αναφέρεται ότι ο Καίσαρας παρουσιάζει επιληπτικές κρίσεις από ηλικίας 13 ετών και του Τεκμηρίου 12 στο οποίο κατέγραψε «no further seizures», υποβολή την οποία επίσης αρνήθηκε εξηγώντας ότι η καταγραφή της εν λόγω φράσης στο Τεκμήριο 12 έγινε μετά την πληροφόρηση της οποίας έτυχε στις 28.12.2006 ότι ο Καίσαρας δεν είχε κρίσεις για 6 μήνες ενόσω έπαιρνε το φάρμακο Tegretol που συνέστησε ο ιατρός στην Αθήνα, ενώ η βεβαίωση της 14.9.2007 δόθηκε μετά την επίσκεψη από τον πατέρα του Καίσαρα στις 11.9.2007 κατά την οποία ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι δυστυχώς ο Καίσαρας εξακολουθούσε να έχει επιληπτικές κρίσεις και ότι δεν λάμβανε πάλι τα φάρμακα του, οπότε και ξαναέδωσε Tegretol 200 milligrams πρωί και βράδυ. Αρνήθηκε επιπλέον ότι αν είχε χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή θα έπρεπε να το είχε γράψει στην ιατρική βεβαίωση Τεκμήριο 11, προσθέτοντας ότι η ιατρική βεβαίωση ήταν για να λάβει κάποιο επίδομα ο Καίσαρας (σε σχέση με κάποια αίτηση για ειδική επαγγελματική κατάρτιση). Όπως και σε σχέση με τη βεβαίωση Τεκμήριο 5, έτσι και σε σχέση με τη βεβαίωση Τεκμήριο 11 οι απαντήσεις του ΜΥ1 ήταν λογικές, πειστικές και σταθερές, και κρίση μου είναι ότι ούτε αυτή η θέση του συνηγόρου των εναγόντων δύναται να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι σημειώσεις Τεκμήριο 12 είναι κατασκευασμένες. Η βεβαίωση Τεκμήριο 11, όπως και η βεβαίωση Τεκμήριο 5 δεν ζητήθηκε από τον ΜΕ1 για σκοπούς χρήσης της από άλλον επαγγελματία υγείας. Ο συνήγορος των εναγόντων αναφέρει επίσης ότι το Τεκμήριο 12 είναι κατασκευασμένο καθότι σε σχέση με την επίσκεψη της 28.12.2006 καταγράφεται σε αυτό η φράση «no further seizures», αναφορά που απουσιάζει από την υπεράσπιση του εναγόμενου. Ούτε με αυτή την εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων μπορώ να συμφωνήσω καθότι ο ΜΥ1 ερωτηθείς ειδικά γιατί δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός του αυτός στην υπεράσπιση του, είπε ότι την υπεράσπιση τη συνέταξε ο δικηγόρος του και ότι δεν πρόκειται για δικό του ισχυρισμό αλλά γι' αυτό που του είχε αναφερθεί στη σχετική επίσκεψη από τον ΜΕ1 ή τον Καίσαρα. Των απαντήσεων του ΜΥ1 δοθεισών, οι οποίες ήταν άμεσες και πειστικές, κρίνω ότι ούτε η πιο πάνω εισήγηση του κ. Ανδρέου μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 12 είναι κατασκευασμένο. Αναφέρει επίσης ο συνήγορος των εναγόντων ότι το γεγονός ότι το Τεκμήριο 12 ετοιμάστηκε μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής φανερώνεται και από το γεγονός ότι σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 12 είναι κατασκευασμένο ο ΜΥ1 χωρίς να το σκεφτεί απάντησε αμέσως ότι αυτό δεν μπορεί να το αποδείξει αλλά μπορούμε να δούμε ότι οι κόλλες είναι κιτρινισμένες. Ούτε με αυτή την εισήγηση του κ. Ανδρέου μπορώ να συμφωνήσω. Ο ΜΥ1 απαντώντας σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 12 είναι κατασκευασμένο, είπε ότι δεν ξέρει πώς μπορεί να αποδείξει ότι το έγγραφο δεν είναι κατασκευασμένο, έδωσε όμως όρκο να πει την αλήθεια, επαναλαμβάνοντας ότι αυτές είναι οι σημειώσεις του και υπέδειξε ότι αυτές αν συγκριθούν με καινούριο χαρτί είναι κιτρινισμένες, αναφερόμενος στην ουσία στη φυσική αλλοίωση χρώματος που επέρχεται όταν κάποια έγγραφα είναι παλαιά. Η απάντηση του ΜΥ1 ήταν αυθόρμητη, και δεν θεωρώ ότι κλονίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να σημειώσω πως η αμεσότητα και γενικά ο τρόπος και η έκφραση του ΜΥ1 κατά την εν λόγω απάντηση δεν καταδεικνύουν πρόσωπο το οποίο κατασκεύασε έγγραφο για να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Σε μια τέτοια περίπτωση σίγουρα θα γνώριζε μια τέτοια ενέργεια του και λογικά θα ήταν πολύ πιο προετοιμασμένος για την όποια αμφισβήτηση. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι μέρος των όσων αναφέρονται στις σημειώσεις του ΜΥ1 (Τεκμήριο 12) επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΥ2, καθώς και από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία του ίδιου του ΜΕ
- Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ο ΜΥ1 έχει καταγεγραμμένο στις σημειώσεις του ότι στην επίσκεψη της 15.7.2002 ο ΜΕ1 του είχε αναφέρει ότι κάποιος άλλος ιατρός είχε συνταγογραφήσει το φάρμακο Trileptal το οποίο ο Καίσαρας έλαβε αλλά είχε παρενέργειες. Τούτο συνάδει με τα όσα ο ΜΥ2 ανέφερε, ότι, δηλαδή, στην επίσκεψη της 4.5.2004 του είχε αναφερθεί ότι ο Καίσαρας είχε λάβει Trileptal στο παρελθόν το οποίο διέκοψε επειδή είχε παρενέργειες, κάτι το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 που ο ΜΥ2 συνέταξε. Επιπλέον, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη της 28.12.2006 ο ΜΕ1 του είχε αναφέρει ότι είχε χορηγηθεί από άλλο νευρολόγο το αντιεπιληπτικό Lamictal. Τούτο επίσης συνάδει με τα όσα ο ΜΥ2 ανέφερε, ότι δηλαδή ο ίδιος χορήγησε Lamictal στον Καίσαρα το Μάιο του 2004 του οποίου συνέστησε τη συνέχιση τον Ιούλιο του 2004, γεγονότα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 13 και 14 που ο ΜΥ2 συνέταξε. Περαιτέρω, μέρος των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο 12 έγινε αποδεκτό από το ΜΕ1, όπως η επίσκεψη στο νοσοκομείο στην πρώτη επιληπτική κρίση του Καίσαρα, καθώς και ο σκοπός της επίσκεψης της 28.12.2006, αλλά και οι επισκέψεις στους ιατρούς Θ. Κυριακίδη και Π. Παναγιώτου που προηγήθηκαν της επίσκεψης στον εναγόμενο, τις οποίες ο ΜΕ1 αποδέχτηκε εγκαταλείποντας τη δικογραφημένη του θέση ότι ο ΜΥ1 αποτέλεσε τον θεράποντα ιατρό του Καίσαρα από τον Οκτώβριο του 1999, την οποία απέδωσε σε παραδρομή και λάθος. Ούτε και το γεγονός ότι το εν λόγω Τεκμήριο 12 δεν δόθηκε στους ενάγοντες αποτελεί, κρίνω, ένδειξη εκ των υστέρων κατασκευής του, αφού, αφενός το Τεκμήριο 12 αποτελεί τις προσωπικές σημειώσεις του ΜΥ1 που, ως ο ίδιος ανέφερε, κατά κανόνα τηρεί κατά τις επισκέψεις ασθενών, κατά δεύτερο, ουδέποτε αναφέρθηκε από τον ΜΕ1 ότι ο ίδιος ζήτησε να δει ή και ρώτησε αν υπήρχαν οποιεσδήποτε σημειώσεις σε σχέση με τις επισκέψεις του ιδίου και του Καίσαρα στον ΜΥ1 και ο ΜΥ1 να αρνήθηκε είτε την ύπαρξη τους, είτε τη χορήγηση αντιγράφου στον ΜΕ
- Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση, δέχομαι ότι το Τεκμήριο 12 δεν έχει κατασκευαστεί από τον ΜΥ1 μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής, αλλά ότι αποτελεί τις σημειώσεις που ο ΜΥ1 λάμβανε στα πλαίσια κάθε συνάντησης που είχε με τον ΜΕ1, είτε αυτός ήταν μόνος του είτε με τον Καίσαρα. Η αξιοπιστία του ΜΕ1 ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της διάγνωσης και παροχής θεραπείας στον Καίσαρα πλήττεται κατ' αρχάς από το γεγονός ότι ενώ αρχικώς ανέφερε ότι από το 2002 έως τον Ιούνιο του 2009 ο Καίσαρας δεν επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλον ιατρό πέραν του ΜΥ1, στη συνέχεια της αντεξέτασης του παραδέχθηκε ότι επισκέφθηκαν κατά καιρούς και άλλους ιατρούς αναφέροντας τα ονόματα αυτών (Δρ Χριστοδούλου, Δρ Παναγιώτου, Δρ Μιχαηλίδη, Δρ Κλεόπα) λαμβάνοντας συμβουλή για το πρόβλημα υγείας του Καίσαρα. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ήταν κατηγορηματικός και επίμονος ότι ο μόνος ιατρός που εμπιστευόταν ήταν ο ΜΥ1 και ανέφερε αρκετές φορές και με έντονο τρόπο κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ότι κανένα ιατρό δεν επισκέφθηκαν πέραν της μίας φοράς πλην του εναγομένου, λέγοντας χαρακτηριστικά «Τους άλλους εάν πήγα μια φορά μόνο εάν μου βρεις δεύτερη βίζιτα θα σταματήσει αμέσως η διαδικασία εάν πήγα σε άλλον πάνω που μια φορά.». Όμως η αναφορά του ΜΕ1 περί του ότι κανένα ιατρό δεν επισκέφθηκαν δεύτερη φορά καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος ανέφερε ότι ο Καίσαρας με τον ΜΕ1 τον επισκέφθηκαν δύο φορές, μία το Μάιο του 2004 κατόπιν παραπομπής από τον ιατρό Δημητριάδη και μία τον Ιούλιο του 2004, παρουσίασε δε σχετικώς τις ιατρικές εκθέσεις που συνέταξε σε σχέση με κάθε μία από τις δύο επισκέψεις (Τεκμήρια 13 και 14), στοιχείο που πλήττει περαιτέρω ουσιωδώς την αξιοπιστία του ΜΕ
- Επιπλέον, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Καίσαρας δεν έλαβε ποτέ φαρμακευτική αγωγή, αρνήθηκε ότι ο ιατρός Παναγιώτου έδωσε στον Καίσαρα το φάρμακο Depakine, ότι ο ΜΥ1 συνέστησε στις 15.7.2002 τη λήψη του φαρμάκου Trileptal, ότι ιατρός στην Αθήνα έδωσε στον Καίσαρα το φάρμακο Tegretol (φάρμακο το οποίο άκουσε για πρώτη φορά, ως ανέφερε, από κάποιο άλλο επιληπτικό) το οποίο συνέστησε και ο εναγόμενος στην τελευταία επίσκεψη, καθώς και ότι ξανάκουσε το φάρμακο Lamictal (χωρίς όμως να αποκλείσει σε επόμενη ερώτηση το ενδεχόμενο να συνταγογράφησε ο ιατρός Κλεόπας αυτό το φάρμακο). Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, οι σχετικές αναφορές του ΜΕ1 έρχονται σε εμφανή αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ανέφερε τόσο στον ΜΥ2, όσο και στον ΜΥ
- Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι κατά την πρώτη επίσκεψη του Καίσαρα το Μάιο του 2004, όταν αυτός συνοδευόταν από τους γονείς του, έλαβε το ιστορικό του. Μεταξύ άλλων, του ανέφεραν ότι στο παρελθόν ο Καίσαρας είχε δοκιμάσει δύο φαρμακευτικές αγωγές, το βαλπροϊκό οξύ και το Trileptal από τα οποία είχε παρενέργειες, κυρίως υπνηλία, και γι' αυτό τα διέκοψε, ο ίδιος δε, συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Lamictal. Τούτα επιβεβαιώνονται από τη σχετική έκθεση που ο ΜΥ2 συνέταξε και απέστειλε στον παραπέμποντα ιατρό Δρ Δημητριάδη (Τεκμήριο 13), στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «He does not take any medications at this point. He tried Valproic Acid two years ago but he could not tolerate it after a couple of days because of sleepiness. Second treatment trial with Trileptal was undertaken but had similar sedative side effects and stopped it as well. [....] I suggested that because of the frequency of the events and the effect they have on his concentration ability, we should try and treat with another medication and decided for Lamictal starting at a slowly increasing dose and reaching a dose of 200mg daily.». Στη δεύτερη επίσκεψη στον ΜΥ2, όταν ο Καίσαρας συνοδευόταν από τον πατέρα του, ίσως και από τη μητέρα του, αναφέρθηκε στον ΜΥ2 ότι με το Lamictal σταμάτησαν τα επεισόδια και ότι ο Καίσαρας είχε φτάσει στα 200mg, καθώς και ότι δεν υπήρχαν παρενέργειες. Αφού ο ΜΕ1 επέμενε να μειωθεί η δόση, η δόση μειώθηκε από 200mg σε 150mg, αλλά ο ΜΥ2 επέμεινε ότι η φαρμακευτική αγωγή θα έπρεπε να συνεχιστεί. Τούτα επιβεβαιώνονται και πάλι από το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 23.7.2004 που ο ΜΥ2 συνέταξε (Τεκμήριο 14), στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «He has been doing very well since we last saw him after starting the Lamictal [..] He is currently on Lamictal 100mg twice daily without any side effects. According to his father he stopped having the episodes after the lower dose of Lamictal when he was taking 50mg daily. [..]. I suggested he should continue the Lamictal but his father insisted we try a lower dose if possible and we agreed to decrease the dose to 150mg daily.». Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1, ο ΜΕ1 στην πρώτη επίσκεψη στις 20.6.2002 του ανέφερε ότι ο ιατρός Παναγιώτου είχε χορηγήσει στον Καίσαρα το φάρμακο Depakine, φάρμακο το οποίο διέκοψε λόγω παρενεργειών. Στις 15.7.2002 ο ΜΕ1 ανέφερε στον ΜΥ1 ότι κάποιος άλλος ιατρός είχε συνταγογραφήσει το φάρμακο Trileptal, το οποίο ο Καίσαρας είχε λάβει και το οποίο είχε παρενέργειες, αναφορά η οποία συνάδει, σημειώνω, με τα όσα ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο ΜΕ1 του είχε αναφέρει, ως ανωτέρω επισημάνθηκε. Ο ΜΥ1 είπε ότι στις 28.12.2006 ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι νευρολόγος στην Αθήνα είχε συνταγογραφήσει έξι μήνες προηγουμένως το φάρμακο Tegretol και ότι έκτοτε ο Καίσαρας δεν είχε άλλες επιληπτικές κρίσεις. Στην ίδια επίσκεψη ο ΜΕ1 του είχε αναφέρει ότι πριν επισκεφθεί τον νευρολόγο στην Αθήνα, άλλος ιατρός είχε χορηγήσει το φάρμακο Lamictal, αναφορά η οποία συνάδει και πάλι με τα όσα ο ΜΥ2 ανέφερε στο Δικαστήριο, ο οποίος δήλωσε ότι το Μάιο του 2004 συνέστησε τη λήψη του συγκεκριμένου φαρμάκου. Αυτό που συνάγεται από την πιο πάνω μαρτυρία είναι ότι ο ΜΕ1 ανέφερε, τόσο στον ΜΥ1 όσο και στον ΜΥ2 ότι συνταγογραφήθηκε κατά καιρούς αριθμός φαρμάκων από διάφορους ιατρούς τα οποία ο Καίσαρας έλαβε. Τούτου δοθέντος, αλλά και με δεδομένη τη γενική θετική εντύπωση που μου έκαναν οι ΜΥ1 και ΜΥ2, των γενικότερων αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε ο ΜΕ1 κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, το περιεχόμενο των εκθέσεων του ΜΥ2 (Τεκμήρια 13 και 14) καθώς και το ότι έχω καταλήξει ότι τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 12 αποτελούν τις σημειώσεις του ΜΥ1 που λάμβανε κατά τις επισκέψεις του ΜΕ1 και/ή του Καίσαρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, δέχομαι ότι ο ΜΕ1, κατ' αντίθεση με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε στους ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι στον Καίσαρα συνταγογραφήθηκαν τα πιο πάνω φάρμακα, τα οποία ο Καίσαρας έλαβε. Ακόμη δε και αν ο Καίσαρας δεν έλαβε πράγματι τα φάρμακα που του χορηγήθηκαν και που ο ΜΕ1 ανέφερε ότι έλαβε, τούτο δεν μπορεί να έχει σημασία για την κατάληξη μου στην παρούσα υπόθεση, αφού αυτό που έχει σημασία είναι ότι αποδέχομαι ότι ο ΜΕ1 ανέφερε στους ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι συνταγογραφήθηκαν τα πιο πάνω φάρμακα στον Καίσαρα και ότι τα έλαβε, γεγονός που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ΜΕ
- Ο ΜΕ1 δίδοντας μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε και κάποια άλλη εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Είπε ότι μπορεί να συνέστησε ο ιατρός Κλεόπας τη λήψη του φαρμάκου Lamictal, αλλά αμέσως ρωτούσε τον εναγόμενο ο οποίος τον συμβούλευσε να μην λάβει φάρμακα ο Καίσαρας. Ερωτηθείς δε ειδικώς αν θέση του είναι ότι ο ιατρός Κλεόπας συνέστησε τη λήψη του Lamictal, αλλά πριν το λάβει ο Καίσαρας τηλεφώνησε στον ΜΥ1 ο οποίος τους είπε να μην το πάρουν απάντησε «πάντα», συμπληρώνοντας ότι πάντα έπαιρνε τη γνώμη του ΜΥ1 επειδή μόνο εκείνον εμπιστευόταν. Σε ακόλουθη υποβολή ότι ανέφερε στον ιατρό Κλεόπα σε μία από τις επισκέψεις ότι ο Καίσαρας έλαβε το Lamictal, ο ΜΕ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι πήγε στον ιατρό Κλεόπα πέραν της μίας φοράς. Η σχετική μαρτυρία του ΜΕ1 αντικρούεται από τη μαρτυρία του ιατρού Κλεόπα (ΜΥ2) η οποία υποστηρίζεται, όπως προανέφερα, από τα έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο και αναφέρομαι συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 13 και 14, σύμφωνα με την οποία ο Καίσαρας επισκέφθηκε τον ΜΥ2 δύο φορές το 2004, και στη δεύτερη επίσκεψη είχε αναφερθεί στον ΜΥ2 ότι με τη λήψη του φαρμάκου Lamictal οι επιληπτικές κρίσεις σταμάτησαν, με τον ιατρό Κλεόπα να συνιστά τη συνέχιση της λήψης του Lamictal, και παραμένοντας προφανώς με την εντύπωση ότι η συμβουλή του ακολουθείτο από τον Καίσαρα κατέγραψε στην ιατρική βεβαίωση που εξέδωσε στις 27.12.2004 (Τεκμήριο 16) ότι στον Καίσαρα χορηγείται συστηματική φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω, ερωτηθείς ο ΜΥ2 αν σε κάποια από τις συναντήσεις του ελέχθη ότι άλλος ιατρός είχε συστήσει τη διακοπή φαρμακευτικής αγωγής, ο ΜΥ2 απάντησε ότι δεν θυμάται να του έχουν πει κάτι τέτοιο και ότι αυτό που του είχαν αναφέρει είναι ότι ο Καίσαρας έλαβε φάρμακα τα οποία τον ενόχλησαν και γι' αυτό τα διέκοψε∙ δεν του είπαν ότι τους είπε κάποιος να σταματήσουν τα φάρμακα. Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη και τις γενικότερες αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΕ1 που σχετίζονται με την αντιμετώπιση του ιατρικού προβλήματος του Καίσαρα στις οποίες κάνω αναφορά, η θέση του ΜΕ1 ότι άλλος ιατρός συνέστησε τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής την οποία ο ΜΥ1 τους συμβούλευσε να μην λάβει ο Καίσαρας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω, θέση του ΜΕ1 ήταν ότι ο ίδιος εμπιστευόταν μόνο τον ΜΥ1, για τον λόγο ότι αυτός ήταν που εντόπισε το πρόβλημα του Καίσαρα. Ως ο ΜΕ1 ανέφερε αντεξετασθείς, οι ίδιοι δεν ήξεραν τι είναι η επιληψία και ο Καίσαρας είχε την πρώτη επιληπτική κρίση το 2000 ή το 1999 περί τις 3:00 - 4:00 τα ξημερώματα. Πήγαν στο Μακάρειο Νοσοκομείο όπου τους ενημέρωσαν ότι από την περιγραφή πρόκειται για συμπτώματα επιληψίας και κράτησαν τον Καίσαρα για να τον ελέγξουν την επόμενη μέρα, οπότε και τους ανέφεραν ότι πρόκειται για συμπτώματα επιληψίας, κάτι το οποίο ο Καίσαρας μπορεί να ξεπεράσει μόλις ενηλικιωθεί αφού το έπαθε για πρώτη φορά στα 12 του έτη. Ακολούθως επισκέφθηκαν τον Δρα Θ. Κυριακίδη ο οποίος έκανε εγκεφαλογράφημα στον Καίσαρα (Τεκμήριο 2 - ημερ. εγκεφαλογραφήματος 21.10.1999) ζητώντας επίσης τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας και ο οποίος τους ανέφερε ότι «δεν δείχνει τίποτα» και ότι μπορεί να το ξεπεράσει μόλις ενηλικιωθεί αφού το έπαθε για πρώτη φορά στα
- Μετά από τρεις μήνες ο Καίσαρας είχε ξανά επιληπτική κρίση και επισκέφθηκαν κάποιο ιατρό Χριστοδούλου στη λεωφόρο Στροβόλου ο οποίος, μετά τη διενέργεια εγκεφαλογραφήματος, τους ανέφερε ότι επειδή ο εγκέφαλος ηρέμισε το εγκεφαλογράφημα δεν δείχνει κάτι, αλλά μπορεί να είναι επιληψία. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του, ερωτηθείς αν επισκέφθηκε και τον ιατρό Παναγιώτου, απάντησε πως τον επισκέφθηκε, ότι ήταν στη λεωφόρο Στροβόλου και ότι ήταν στη δεύτερη κρίση του Καίσαρα, είπε, όμως ότι ο εν λόγω ιατρός δεν τους ανέφερε ότι ο Καίσαρας είχε επιληψία. Οι κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε τρεις μήνες και ο ίδιος όποτε έβρισκε κάποιο γιατρό ρωτούσε για το πρόβλημα του γιου του. Σε κάποιο στάδιο διάβασε ένα άρθρο του ΜΥ1 στην εφημερίδα για τη νυκτερινή επιληψία και έκλεισε ραντεβού. Μετά από εγκεφαλογράφημα, ο εναγόμενος τους ανέφερε ότι ο Καίσαρας έχει κάποιες εστίες επιληψίας και ότι είναι επιληπτικός. Αντεξετασθείς περαιτέρω επί του ιδίου θέματος, αν και αρχικώς επέμεινε στη θέση του ότι οι ιατροί που επισκέφθηκε πριν τον ΜΥ1 τους είχαν απλά αναφέρει ότι από τα συμπτώματα «μπορεί να είναι επιληψία», σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του όταν του υποβλήθηκε ευθέως από το συνήγορο του εναγόμενου ότι ο ιατρός τους είδε στις 20.6.2002 και o ME1 του ανέφερε ότι ο Καίσαρας είχε επιληπτικές κρίσεις, ο ΜΕ1 απάντησε «Μάλιστα, νυχτερινή επιληψία, ναι.». Θέση του ΜΥ1 είναι ότι όταν ο ΜΕ1 τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά στις 20.6.2002 μετά από ραντεβού για να συζητήσουν θέματα που αφορούσαν την υγεία του Καίσαρα, ο ΜΕ1 τον ενημέρωσε ότι ο Καίσαρας είχε παρουσιάσει επιληπτικές κρίσεις, με την πρώτη να έχει επισυμβεί δύο χρόνια πριν κατά τη διάρκεια της νύχτας οπότε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Ακολούθως επισκέφθηκε το νευρολόγο Θεόδωρο Κυριακίδη ο οποίος διενήργησε εγκεφαλογράφημα. Τον ενημέρωσε επίσης ότι τρεις μήνες αργότερα ο Καίσαρας παρουσίασε ξανά επιληπτική κρίση το βράδυ και τότε επισκέφθηκε το νευρολόγο Παναγιώτη Παναγιώτου ο οποίος διενήργησε εγκεφαλογράφημα και χορήγησε το φάρμακο Depakine το οποίο διεκόπη όπως του ανέφερε ο ΜΕ1 λόγω παρενεργειών. Ακολούθως ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι ο Καίσαρας παρουσιάζει μια κρίση κάθε 2 - 3 μήνες, με τις τελευταίες να έχουν λάβει χώρα στις 15.3.2002 και 31.5.
- Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία, αποδέχομαι ότι όταν ο ΜΕ1 επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον ΜΥ1, ο πρώτος ανέφερε στο δεύτερο ότι ο Καίσαρας παρουσιάζει επιληπτικές κρίσεις. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναφορές του ΜΥ1 ότι ο ΜΕ1 του ανέφερε στην πρώτη επίσκεψη ότι ο Καίσαρας επισκέφθηκε στην πρώτη του κρίση το Νοσοκομείο, ακολούθως τον Δρα Θ. Κυριακίδη και ακολούθως τον Δρα Παναγιώτου, επιβεβαιώθηκαν από τον ΜΕ
- Το μόνο σημείο που ο ΜΕ1 δεν αποδέχτηκε είναι ότι ανέφερε επίσης στον ΜΥ1 ότι ο Δρ Παναγιώτου χορήγησε στον Καίσαρα το φάρμακο Depakine, πλην, όμως στη συνέχεια ο ΜΕ1 αποδέχθηκε ότι στην πρώτη επίσκεψη ανέφερε στον ΜΥ1 ότι ο Καίσαρας έπασχε από νυκτερινή επιληψία. Στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ΜΕ1 παραδέχθηκε σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ότι κατά την πρώτη επίσκεψη στον ΜΥ1 του ανέφερε ότι ο Καίσαρας έπασχε από επιληψία, αλλά και τη σταθερή μαρτυρία του ΜΥ1 ότι στην πρώτη επίσκεψη του ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι ο Καίσαρας παρουσίαζε επιληπτικές κρίσεις για δύο περίπου χρόνια πριν την επίσκεψη του στο ΜΥ1, με συχνότητα μία κρίση κάθε 2-3 μήνες, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση που ο ΜΕ1 αρχικώς προέβαλε, ότι, δηλαδή, ο ΜΥ1 ήταν ο πρώτος ιατρός που «βρήκε το πρόβλημα του Καίσαρα» θέση επί της οποίας στήριξε τον ισχυρισμό του ότι ο μόνος ιατρός που εμπιστευόταν ο ίδιος ήταν ο ΜΥ1, κάτι που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του ΜΕ
- Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Ανδρέου ότι η αναφορά του ΜΥ2 ότι το πρώτο MRI του Καίσαρα καθώς και το εγκεφαλογράφημα Τεκμήριο 2 ήταν φυσιολογικά ενισχύουν τη θέση του ΜΕ1 ότι ο πρώτος που τους επιβεβαίωσε τις νυκτερινές επιληψίες ήταν ο ΜΥ1 με το Τεκμήριο 3 κατά ή περί το
- Τούτο διότι, πέραν του γεγονότος ότι στο Τεκμήριο 2 που συντάχθηκε το 1999 εμπεριέχεται η αναφορά: «History: One nocturnal seizure» (που η λέξη «seizure», ως ο ΜΥ1 εξήγησε, σημαίνει «επιληπτική κρίση»), ο ΜΥ2 εξήγησε ότι κάποιος που πάσχει από νυκτερινή επιληψία μπορεί να έχει φυσιολογικό MRI, εγκεφαλογράφημα και νευροεξέταση. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω διαπιστωθείσες αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΕ1, οι οποίες είναι ουσιαστικές και άπτονται καίριων ζητημάτων που είναι επίδικα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 προς εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων σχετικών με τα επίδικα θέματα, πέραν εκείνου του μέρους της μαρτυρίας του που παρέμεινε αναντίλεκτο. Έτσι, πέραν των σημείων της μαρτυρίας του ΜΕ1 στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, δεν μπορώ να αποδεχτώ τις θέσεις του ότι κάθε φορά που πάθαινε κάποια κρίση ο Καίσαρας αυτός τηλεφωνούσε στον ΜΥ1, ότι ο ΜΥ1 ήταν πάντα βιαστικός και δεν καθόταν να τους μιλήσει και να τους εξηγήσει ή ότι ο ΜΥ1 ουδέποτε τους συνέστησε οποιαδήποτε θεραπεία ή φαρμακευτική αγωγή για τον Καίσαρα και ότι αντίθετα τους έλεγε ότι ο Καίσαρας δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Από την άλλη, αποδέχομαι στην ολότητα της τη μαρτυρία του ΜΥ
- Αποδέχομαι ότι ο ΜΥ1 είδε τον ΜΕ1 μόνο τέσσερις φορές, ήτοι στις 20.6.2002, στις 15.7.2002 (όταν ο ΜΕ1 συνοδευόταν από τον Καίσαρα), στις 28.12.2006 (όταν και πάλι ο ΜΕ1 συνοδευόταν από τον Καίσαρα, τον οποίο είδε την εν λόγω ημερομηνία για τελευταία φορά) και στις 11.9.2007, καθώς και τα όσα ανέφερε ότι έλαβαν χώρα στις εν λόγω συναντήσεις, ως αυτά προκύπτουν και από τις σημειώσεις του (Τεκμήριο 12), περιλαμβανομένης της θέσης του ότι στις 11.9.2007, που ήταν και η τελευταία φορά που ο ίδιος είδε τον ΜΕ1, συνέστησε όπως ο Καίσαρας ξαναρχίσει τη λήψη του φαρμάκου Tegretol σε δόση 200mg πρωί και βράδυ[1] και ότι ζήτησε τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, καθώς και το ότι από την 11.9.2007 μέχρι και την ημέρα της ακρόασης, ο ίδιος δεν ξαναείδε τον ΜΕ
- Αποδέχομαι την εν λόγω μαρτυρία λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη γενικότερη πολύ καλή εντύπωση που μου έκανε ο ΜΥ1 ως μάρτυρας, αλλά και επειδή μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο έκανα αναφορά πιο πάνω, επιβεβαιώνεται στην ουσία από τα όσα ο ΜΥ2 ανέφερε στο Δικαστήριο σχετικώς με τα όσα ο ΜΕ1 του είχε αναφέρει, και στα οποία έκανα μνεία πιο πάνω. Εξάλλου ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε αντεξετασθείς ότι οι τέσσερεις επισκέψεις τις οποίες ο ΜΥ1 έχει καταγεγραμμένες είναι οι τέσσερεις φορές που επισκέφθηκε τον ΜΥ1 μεταξύ των ετών 2002 και
- Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο βαθμό που αυτή αφορούσε θέματα που άπτονται της εμπειρογνωμοσύνης του, τόσο επειδή αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη, όσο και επειδή αυτή συνάδει με τα όσα ο ΜΥ2 ανέφερε σχετικώς. Τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ως σημεία που πλήττουν την αξιοπιστία του ΜΥ1 δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Αναφέρει ο κ. Ανδρέου ότι ο ΜΥ1 προσπάθησε να πείσει ότι δεν ήταν ο θεράπων ιατρός του Καίσαρα και ότι δεν ήταν ο ιατρός που τον εξέτασε τελευταίος πριν από το θάνατό του. Αυτό που ο ΜΥ1 ανέφερε είναι ότι όσον αφορά τους ασθενείς που τον επισκέπτονται στο ιδιωτικό του ιατρείο από μόνοι τους (όπως ήταν, σημειώνω, η περίπτωση του Καίσαρα) τους θεωρεί δικής του ευθύνης εφόσον ακολουθούν τις εισηγήσεις του και πηγαίνουν σε τακτικά ραντεβού. Είπε επίσης ότι τον Καίσαρα τον είδε μόνο δύο φορές, μία τον Ιούλιο του 2002 και μία το Δεκέμβριο του 2006 (ισχυρισμός ο οποίος δεν αντικρούστηκε), και ότι ασθενής που δεν τον επισκέφθηκε για τέσσερα χρόνια δεν μπορεί να διατείνεται ότι παρακολουθείται συστηματικά από τον ίδιο, ιδιαίτερα όταν του αναφέρει ότι επισκέφθηκε και άλλους ιατρούς οι οποίοι του χορήγησαν φαρμακευτική αγωγή, τοποθέτηση την οποία θεωρώ εύλογη. Παρομοίως, ο ΜΥ1 σε άλλη ερώτηση του κ. Ανδρέου ανέφερε ότι είδε τον Καίσαρα μόνο δύο φορές, με τον πατέρα του να παραδέχεται ότι είδε και άλλους ιατρούς και ότι θα πρέπει να ερωτηθεί ο ΜΕ1 αν τον θεωρούσε τον κύριο ιατρό του Καίσαρα ή όχι διότι με την σπανιότητα των συναντήσεων τους ο ίδιος δεν θα τον θεωρούσε εξ ολοκλήρου δικό του ασθενή, τοποθέτηση την οποία, ως ανέφερα, θεωρώ εύλογη και δεν συμφωνώ με τον κ. Ανδρέου ότι από αυτή προκύπτει αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΥ
- Ούτε και ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι δεν ήταν αυτός ο τελευταίος ιατρός που είδε ο Καίσαρας, αφού σε υποβολή του κ. Ανδρέου ότι ήταν ο τελευταίος ιατρός που είδε τον Καίσαρα πριν το θάνατό του, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τις ενέργειες του Καίσαρα μεταξύ της τελευταίας φοράς που τον είδε και του θανάτου του που επήλθε τρία χρόνια αργότερα, και ότι το μόνο που ο ίδιος γνωρίζει είναι αυτά που του ανέφερε ο ΜΕ1 στην επίσκεψη της 11.9.2007 (που ήταν και η τελευταία) οπότε και ο ΜΥ1 συνταγογράφησε Tegretol και ζήτησε όπως ο Καίσαρας υποβληθεί σε αιματολογικές εξετάσεις για περαιτέρω ρύθμιση της δοσολογίας, όπως προκύπτει από τις σημειώσεις του. Εισηγείται επιπλέον ο κ. Ανδρέου ότι ενώ ο ΜΥ1 αναφέρει ότι δεν θεωρεί τον Καίσαρα δικό του ασθενή, αναφέρει από την άλλη ότι του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή την οποία πρέπει να ελέγξει για τυχόν παρενέργειες και την εξακρίβωση της αποτελεσματικότητας της. Ούτε με αυτή την εισήγηση μπορώ να συμφωνήσω, καθότι ο ΜΥ1 ουδέποτε ανέφερε ότι δεν θεώρησε τον Καίσαρα δικό του ασθενή, παρά μόνο προέβη στις αναφορές που ανέφερα πιο πάνω, και προσθέτω ότι ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι το καθήκον του κάθε ιατρού να δώσει φάρμακα και αν δεν «δουλέψουν» να δώσει άλλα ή να προσθέσει φάρμακα, εναπόκειται, όμως, στον ασθενή να ακολουθήσει τις οδηγίες του ή τις οδηγίες άλλου ιατρού, στη δε τελευταία συνάντηση ο ΜΥ1 συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Tegretol και ζήτησε τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων. Εισηγείται περαιτέρω ο κ. Ανδρέου ότι αποτελεί αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΥ1 το γεγονός ότι ανέφερε ότι ασθενής που λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή πρέπει να εξετάζεται τακτικά, ενώ από την άλλη ανέφερε ότι δεν ακολουθεί τη διαδικασία να κλείνει ραντεβού. Ούτε με αυτή την εισήγηση μπορώ να συμφωνήσω, καθότι ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν κλείνει τα επαναληπτικά ραντεβού με αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία, πλην όμως ζητά να δει τους ασθενείς σε κάποιο χρονικό διάστημα (λ.χ. σε 1, 2, 3 ή 6 μήνες ανάλογα με την εξατομικευμένη θεραπεία του ασθενούς) και οι ασθενείς διευθετούν τα ραντεβού τους. Σε παρόμοιες γραμμές και η εισήγηση του κ. Ανδρέου ότι αποτελεί αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΥ1 η θέση του ότι εισηγήθηκε στις 15.7.2002 τη συνέχιση του Trileptal χωρίς να ζητήσει αιματολογικές εξετάσεις, η οποία επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνη, καθότι ό,τι ο ΜΥ1 ανέφερε σχετικώς με τη συνέχιση του Trileptal και τη σύσταση για επαναληπτική επίσκεψη επί επιμονής των συμπτωμάτων, αποτελεί πιθανολόγηση από μέρους του επειδή, ως ανέφερε, δεν έχει καταγεγραμμένο στις σημειώσεις του να έδωσε άλλη φαρμακευτική αγωγή σε αυτή την επίσκεψη και ομολογώντας ότι αυτό δεν το θυμάται από μνήμης λόγω της έλευσης 14 ετών, και περαιτέρω ανέφερε ότι κάποιες φορές, λόγω ανθρώπινου λάθους, οι σημειώσεις του είναι λιγότερο λεπτομερείς. Ούτε αντιφάσκει η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι πιθανολογεί ότι στις 15.7.2002 συνέστησε συνέχιση της λήψης του Trileptal με τη μαρτυρία του ΜΥ2 ότι το έτος 2004 αναφέρθηκε στον ίδιο ότι ο Καίσαρας δεν λάμβανε φάρμακα καθότι μεταξύ των δύο επισκέψεων υπάρχει μία σχεδόν διετής χρονική διάσταση (15.7.2002 και Μάιος του 2004), και επιπλέον ο ΜΥ2 είπε ότι του είχε αναφερθεί ότι ο Καίσαρας είχε λάβει στο παρελθόν Trileptal το οποίο διέκοψε λόγω παρενεργειών, κάτι που επιβεβαιώνει παρά να αντιφάσκει τη μαρτυρία του ΜΥ
- Τέλος, ούτε το γεγονός ότι ο ΜΥ1 ανέφερε σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ότι η επιληψία του Καίσαρα δεν ήταν σοβαρή, ενισχύει, ως ο κ. Ανδρέου αναφέρει, τη θέση του ΜΕ1 ότι ο ΜΥ1 τους είχε πει να μην λάβει φαρμακευτική αγωγή ο Καίσαρας και να τοποθετηθούν απλά μαξιλάρια στο κρεβάτι του. Ο ΜΥ1 ήταν σαφής και συνεπής στη μαρτυρία του ότι για τον ίδιο είναι επικίνδυνο κάποιος, όπως τον Καίσαρα, να έχει επιληπτικές κρίσεις, γι' αυτό είναι σημαντικό να χορηγούνται φάρμακα και ο ασθενής να τα λαμβάνει, ενώ σε υποβολή ότι είπε στον ΜΕ1 ότι δεν χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε θεραπεία στον Καίσαρα, ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι είναι σημαντικό ένας επιληπτικός να λαμβάνει φάρμακα και ότι για το θέμα αυτό ο ίδιος δίδει διαλέξεις ανά τον κόσμο, παραπέμποντας στο βιογραφικό του, παρομοίωσε δε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι σαν επιληπτολόγος δεν χορήγησε φάρμακα σε κάποιον που πάσχει από επιληψία με την άρνηση ενός ιερέα να μεταδώσει τη θεία κοινωνία, θέλοντας προφανώς να δείξει πόσο σοβαρά λαμβάνει υπόψιν την υποχρέωση του αυτή. Εξάλλου η αναφορά του ΜΥ1 ότι η επιληψία του Καίσαρα δεν ήταν σοβαρή έγινε απαντώντας σε υποβολή ότι η ιατρική βεβαίωση Τεκμήριο 5 (στους σκοπούς ετοιμασίας της οποίας έγινε αναφορά πιο πάνω) έγινε κατά παραγγελία, ο δε ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στη συγκεκριμένη επίσκεψη ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι ο Καίσαρας δεν είχε πλέον επιληπτικές κρίσεις λαμβάνοντας το Tegretol. Περαιτέρω, δέχομαι ως αξιόπιστη στην ολότητα της τη μαρτυρία του ΜΥ
- Πέραν της εξαιρετικής εντύπωσης που ο μάρτυρας μου προκάλεσε, σημειώνω πως ό,τι ο ΜΥ2 ανέφερε στο Δικαστήριο υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατέθεσε (Τεκμήρια 13, 14, 15 και 16), τα οποία συντάχθηκαν σε χρόνο ανύποπτο, ήτοι το
- Περαιτέρω, η επιστημονική μαρτυρία που ο ΜΥ2 έδωσε συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΥ1, εφόσον δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των, ούτε ως προς τον τύπο της επιληψίας από την οποία ο Καίσαρας έπασχε, ούτε επί τω ότι η περίπτωση του Καίσαρα έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής. Όσον αφορά τώρα την αιτία θανάτου του Καίσαρα, υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στη διενέργεια νεκροψίας και στη λήψη δειγμάτων για τη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων. Η έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου ημερ. 27.7.2009 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και η ιατροδικαστική έκθεση της ΜΕ3 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ανέφερε επίσης ότι διενεργήθηκε η Θανατική Ανάκριση με αρ. 79Α/2009 και το σχετικό πόρισμα ημερ. 11.11.2010 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η ΜΕ2 κατέθεσε τον φάκελο της εν λόγω Θανατικής Ανάκρισης (Τεκμήριο 9) στον οποίο περιέχονται, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα που κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 ως Τεκμήρια 1, 6, 7 και 8, καθώς και τα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη Θανατική Ανάκριση. Η ΜΕ3 είπε ότι διενήργησε νεκροτομή στη σορό του Καίσαρα και ότι κατέθεσε στα πλαίσια της Θανατικής Ανάκρισης. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 ως την ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Στο Τεκμήριο 7 καταγράφονται τα εξής ευρήματα σε σχέση με το αναπνευστικό σύστημα του Καίσαρα: «Πνεύμονες οιδηματώδεις και συμπεφορημένοι. Στις πλευρικές επιφάνειες των πνευμόνων άφθονες ασφυκτικές κηλίδες. Η τραχεία και οι βρόγχοι με ποσότητα αφρώδους υγρού και βλέννας. Σε μερικά σημεία οι βρόγχοι πλήρως αποφραγμένοι. Αριστερός πνεύμονας ζυγίζει 650γρ. και ο δεξιός 850γρ.». Ανέφερε επίσης ότι όλα τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων που είχαν γίνει ήταν αρνητικά και ότι με τον τρόπο αυτό είχαν απορρίψει τον τοξικό θάνατο. Ερωτηθείσα ως προς την αιτία θανάτου ως αυτή καταγράφεται στο Τεκμήριο 7 (ασφυξία διά εισροφήσεως, αιφνίδιος επιληπτικός θάνατος) εξήγησε ότι «ασφυξία διά εισροφήσεως» είναι η άμεση αιτία και ότι σημείωσε το «αιφνίδιος επιληπτικός θάνατος» για το λόγο ότι σύμφωνα με τους οικείους του ο Καίσαρας είχε παλαιότερα εμφανίσει επιληπτικές κρίσεις. Προσέθεσε ότι ασφυξία μπορούν να πάθουν πολλοί άνθρωποι από πολλά άλλα γεγονότα. Έλαβε συγκεκριμένα χώρα η εξής στιχομυθία: «E. Μάλιστα στη μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση, στο Τεκμήριο 7, που σας έχει υποδειχθεί αναφέρετε ως αιτία θανάτου την ασφυξία δια εισροφήσεως, αιφνίδιος επιληπτικός θάνατος; A. Μάλιστα, ασφυξία δια εισροφήσεως είναι η άμεση αιτία και αιφνίδιος θάνατος είναι, το έχω σημειώσει δια τον λόγο ότι σύμφωνα με τους οικείους το παιδί τους είχε παλαιότερα εμφανίσει επιληπτικές ή τοπικές κρίσεις γι΄ αυτό και το αναφέρω εδώ. [...] E. Όταν λέτε αιφνίδιος θάνατος στην έκθεση σας εννοείτε δηλαδή ότι αυτό το οποίο έχει προκαλέσει τον θάνατο του αποβιώσαντα ήταν η ασφυξία δια εισροφήσεως, από επιληπτικό επεισόδιο; A. Ήταν η ασφυξία δια εισροφήσεως και σας έχω απαντήσει ότι το αιφνίδιος επιληπτικός θάνατος έχει τεθεί εδώ όσον αφορά ότι το ανάφερε η οικογένεια. Άμεση αιτία είναι μόνο η ασφυξία δια εισροφήσεως. Βέβαια μια ασφυξία μπορούν να πάθουν πολλοί άνθρωποι από πολλά άλλα γεγονότα. Μπορεί από έναν τοξικό θάνατο, μειωμένα αντανακλαστικά κάποιος να πνίγει. Μπορεί από υπερβολική δόση αλκοόλης. Μπορεί μια μεγάλη για παράδειγμα πνευμονία να μη μπορεί να ελέγχει τις εκκρίσεις, να πάθει έναν βήχα και να πνιγεί. Αυτό είναι η άμεση αιτία. Τώρα σας επαναλαμβάνω εδώ που λέω αιφνίδιος θάνατος είναι η αναφορά για το παιδί τους, τίποτε περισσότερο δεν έχει εκτός από μερικές φορές επιληπτικές κρίσεις. E. Οι άλλες αιτίες; A. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο θάνατος ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η ασφυξία προκλήθηκε από την επιληψία.» Επιπλέον, αντεξετασθείσα διευκρίνισε ότι η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση για τις επιληπτικές κρίσεις του Καίσαρα, αλλά συνήθως, προ της νεκροτομής, λαμβάνουν δελτίο αναφοράς γεγονότων από την αστυνομία η οποία, όπως η ίδια η ΜΕ3 πιστεύει, λαμβάνει πληροφόρηση από τους οικείους ή από άλλους ιατρούς που μπορεί να πρόλαβαν κάποιο ασθενή προθανάτια. Στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για αναφορά από την οικογένεια. Ερωτηθείσα αν μπορεί να επέλθει θάνατος με την ίδια αιτία που τεκμηρίωσε με την έκθεση της όταν κάποιος στον ύπνο του κάνει εμετό, απάντησε καταφατικά, δηλαδή ότι αν κάποιος κάνει εμετό και δεν προλάβει να μετακινηθεί και να έχει σωστά αντανακλαστικά για να βήξει και να αδειάσει τους αεραγωγούς, θα είναι ασφυκτικός θάνατος από εισροή, δηλαδή το ίδιο πράγμα. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 του ζητήθηκε να διαβάσει το μέρος της ιατροδικαστικής έκθεσης (Τεκμήριο 7) το οποίο αναφερόταν στα ευρήματα σε σχέση με το αναπνευστικό σύστημα του Καίσαρα και ερωτήθηκε αν αυτά παραπέμπουν σε επιληπτικό επεισόδιο. Ο ΜΥ1 απάντησε πως όχι κατ' ανάγκη, προσθέτοντας ότι δεν ήταν παρών, ότι δεν γνωρίζει τι έγινε, ότι δεν παρακολούθησε τη νεκροτομή και ότι δεν είναι παθολογοανατόμος/ιατροδικαστής. Σε ακόλουθη υποβολή ότι ο θάνατος του Καίσαρα οφειλόταν σε ασφυξία διά εισροφήσεως από επιληπτική κρίση ανέφερε ότι όταν ένα άτομο πάσχει από επιληψία αυτό παραμένει μία πιθανότητα, αλλά υπάρχουν και άλλες αιτίες στις οποίες είχε αναφερθεί η ΜΕ3 στην κατάθεση της στο Δικαστήριο. Τέλος, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η επιληψία μπορεί να προκαλέσει αρρυθμίες καρδίας, διότι όλα ελέγχονται από τον εγκέφαλο, δηλαδή και η καρδιακή λειτουργία και η λειτουργία των πνευμόνων, ή μπορεί κάποιος να πάθει εισρόφηση γαστρικού περιεχομένου την ώρα που έχει επιληπτικό επεισόδιο. Θεωρώ, σημειώνω, ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2, ως νευρολόγοι και ιατροί που ασχολούνται με την περίθαλψη ασθενών με επιληψία, είναι σε θέση να γνωρίζουν τις πιθανές συνέπειες που μία επιληπτική κρίση μπορεί να επιφέρει και δύνανται, κατ' επέκταση, να εκφράσουν τη σχετική μαρτυρία γνώμης. Πράγματι στο πόρισμα της Θανατικής Ανάκρισης (Τεκμήριο 8) αναφέρεται ότι ο θάνατος του Καίσαρα οφειλόταν σε ασφυξία διά εισροφήσεως από επιληπτική κρίση. Η εν λόγω κρίση της Θανατικής Ανακρίτριας βασίστηκε βεβαίως στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον της. Όμως το παρόν Δικαστήριο, εκτός του ότι δεν δεσμεύεται από το πόρισμα, δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ως προς την αιτία θανάτου του Καίσαρα βασιζόμενο στο εν λόγω πόρισμα ή και στη μαρτυρία που δόθηκε στα πλαίσια της θανατικής ανάκρισης, αφού δεν είδε ούτε άκουσε τους μάρτυρες που κατέθεσαν σχετικώς ενώπιον της Θανατικής Ανακρίτριας προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά της, αλλά και δεδομένης της διαφορετικότητας της φύσης της διαδικασίας της θανατικής ανάκρισης (Πολ. Αίτ. 71/14, Αναφορικά με την αίτηση του Δρος Χρίστου Χρίστου κ.α., ημερ. 10.7.2015), ενώ σημειώνω ότι οι μάρτυρες που κατέθεσαν κατά την εν λόγω Θανατική Ανάκριση δεν αντεξετάσθηκαν από τους συνηγόρους του εναγόμενου επί των όσων ανέφεραν στα πλαίσια της διαδικασίας εκείνης. Στρεφόμενη, λοιπόν, στη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον μου και στη βάση αυτής, δέχομαι ότι στις 13.6.2009 διενεργήθηκε νεκροψία στη σορό του Καίσαρα, στα πλαίσια της οποίας λήφθηκε δείγμα από τα ούρα και το αίμα του προς τον σκοπό διεξαγωγής τοξικολογικών εξετάσεων, με αρνητικά αποτελέσματα (Τεκμήριο 6), κάτι που δικαιολογημένα οδήγησε τη ΜΕ3 στον αποκλεισμό του τοξικού θανάτου, μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε και την οποία αποδέχομαι. Δέχομαι επίσης τα ευρήματα της ΜΕ3 ως αυτά καταγράφονται στη μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 7), τόσον όσον αφορά την αυτοψία, όσον και αναφορικά με την εσωτερική εξέταση της σορού του Καίσαρα (κεντρικό νευρικό σύστημα, αναπνευστικό σύστημα κτλ). Όσον αφορά την αιτία θανάτου, δέχομαι ότι άμεση αιτία του θανάτου του Καίσαρα ήταν η «ασφυξία διά εισροφήσεως», εφόσον η σχετική μαρτυρία της ΜΕ3 επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Όσον αφορά όμως το κατά πόσον η εισρόφηση που προκάλεσε την ασφυξία προκλήθηκε από επιληπτική κρίση, και ξεκινώντας από τη δοθείσα από τη ΜΕ3 μαρτυρία, σημειώνω ότι παρά την αναφορά της στην ιατροδικαστική έκθεση που υιοθέτησε ότι η τραχεία και οι βρόγχοι των πνευμόνων είχαν ποσότητα αφρώδους υγρού και βλέννας, εντούτοις η ίδια ξεκαθάρισε προφορικά ότι ο λόγος που έγραψε στην έκθεση της «αιφνίδιος επιληπτικός θάνατος» ήταν επειδή είχε πληροφορηθεί από τους οικείους του Καίσαρα ότι το μόνο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν αυτό της επιληψίας. Εκείνο δε που έχει τη μεγαλύτερη σημασία ήταν η σαφής θέση της ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι η ασφυξία προκλήθηκε στην προκειμένη περίπτωση από την επιληψία, αποδεχόμενη μάλιστα ότι δυνατό να επέλθει θάνατος με την ίδια αιτία (ήτοι ασφυξία διά εισροφήσεως) αν πρόσωπο κάνει εμετό στον ύπνο του και δεν προλάβει να μετακινηθεί. Όσον αφορά τους ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι αρκετό να λεχθεί πως στην πραγματικότητα ο μεν πρώτος ανέφερε ότι όταν ένα άτομο πάσχει από επιληψία είναι πιθανό να αποβιώσει ένεκα ασφυξίας διά εισροφήσεως από επιληπτική κρίση, παρέπεμψε όμως στα όσα η ΜΕ3 ανέφερε ως πιθανά αίτια θανάτου προκληθέντος από ασφυξία διά εισροφήσεως, ο δε δεύτερος αναφέρθηκε σε πιθανές συνέπειες μιας επιληπτικής κρίσης, δεχόμενος, μεταξύ άλλων, την πιθανότητα εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου. Όμως το ερώτημα εξακολουθεί να παραμένει και είναι το κατά πόσον ο Καίσαρας εκείνο το απόγευμα υπέστη επιληπτική κρίση η οποία ευθύνεται για την ασφυξία που ακολούθησε. Με την υπάρχουσα ενώπιον μου μαρτυρία δεν είναι δυνατό να εξαχθεί με την απαιτούμενη ασφάλεια ένα τέτοιο συμπέρασμα. Σημειώνω πως μαρτυρικό υλικό προς αντίθετη κατεύθυνση το οποίο φαίνεται να είχε τεθεί ενώπιον της Θανατικής Ανακρίτριας, δεν επαναλήφθηκε από τη ΜΕ3 ενώπιον μου η οποία προέβη στις αναφορές στις οποίες έκανα μνεία πιο πάνω, τυχόν δε άμεση μαρτυρία για την ύπαρξη επιληπτικής κρίσης πλησίον του θανάτου του Καίσαρα επίσης δεν έχει προσκομιστεί. Ούτε ζητήθηκε από τη ΜΕ3 να επεξηγήσει την καταγραφή της περί «αφρώδους υγρού και βλέννας» στην τραχεία και τους βρόγχους και κατά πόσον αυτά καταδεικνύουν την αιτία που τα προκάλεσε. Είναι βεβαίως αυτονόητο πως το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα (Μαυρίδης ν. Dharaghja κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, 1021-1022) και να εξάγει συμπέρασμα περί προηγηθείσας επιληπτικής κρίσης, ιδιαίτερα όταν η ίδια η εμπειρογνώμονας που κάλεσαν οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει θετικά ενώπιον μου κάτι τέτοιο, εξηγώντας βέβαια σε μια τέτοια περίπτωση και τους λόγους για να τύχουν εξέτασης, όπως επιβάλλει η νομολογία. Γενικά υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι τα υγρά, η εισρόφηση και η ασφυξία συνδέονται απαραιτήτως με επιληπτική κρίση η οποία παραμένει αβέβαιο αν προηγήθηκε την ημέρα εκείνη. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθίαν της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και των παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Οι ενάγοντες είναι οι φυσικοί γονείς του αποβιώσαντος Καίσαρα Πιριπίτση. Ο άτυχος Καίσαρας ο οποίος ήταν ανύπανδρος, ήταν δραστήριο παιδί, ασχολείτο με τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο και είχε εξαιρετικές προοπτικές μακροζωίας, επαγγελματικής δραστηριότητας και καριέρας. Είχε εξαιρετικό χαρακτήρα και ήταν ώριμος και συνεπής στις υποχρεώσεις του. Το μόνο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν αυτό των χρόνιων επιληπτικών κρίσεων οι οποίες άρχισαν τον Οκτώβριο του 1999 όταν ήταν περίπου 12 ετών, κατά τη διάρκεια της νύχτας και κατά τον ύπνο. Τον Οκτώβριο του 1999 κατά την πρώτη επιληπτική κρίση του Καίσαρα, οι ενάγοντες τον μετέφεραν στο Μακάρειο Νοσοκομείο στο οποίο τους αναφέρθηκε ότι από την περιγραφή πρόκειται για συμπτώματα επιληψίας. Ακολούθως απευθύνθηκαν στον νευρολόγο Δρα Θεόδωρο Κυριακίδη, ο οποίος ετοίμασε έκθεση ημερ. 21.10.1999 μετά από εγκεφαλογράφημα στην οποία κατέγραψε ως ιστορικό «One nocturnal seizure» (Τεκμήριο 2). Σε επόμενη επιληπτική κρίση επισκέφθηκαν τον ιατρό Παναγιώτου. Επισκέφθηκαν επίσης τους ιατρούς Χριστοδούλου, Μιχαηλίδη και Κλεόπα (ΜΥ2). Η περίπτωση του Καίσαρα ήταν τέτοια που έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής προς έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων. Ο εναγόμενος είναι ιατρός με ειδικότητα στη νευρολογία, είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ιατρών του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου με αριθμό 2708 και ασκεί την ιατρική και την ειδικότητα του νευρολόγου στη Λευκωσία. Από 1.1.1994 μέχρι σήμερα εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου όπου διευθύνει τη Β' Νευρολογική Κλινική η οποία εξειδικεύεται στην επιληψία, τη νευροφυσιολογία και τη νευρολογία της συμπεριφοράς. Επίσης, από το 1995 διατηρεί νευρολογικό κέντρο στη Λευκωσία και μεταξύ άλλων προβαίνει σε εγκεφαλογραφήματα σε συνεργασία με νευροφυσιολόγο από το ιατρείο του. Παρουσιάζει τον εαυτό του ως εξειδικευμένο επιληπτολόγο, δηλαδή, ότι έχει τις εμπειρίες και τις γνώσεις να επιλαμβάνεται και να θεραπεύει ασθενείς οποιασδήποτε ηλικίας με συμπτώματα επιληψίας. Ο εναγόμενος συνάντησε τον ενάγοντα 1 για πρώτη φορά στο ιδιωτικό του ιατρείο στις 20.6.2002, όταν τον επισκέφθηκε μετά από ραντεβού για να συζητήσουν θέματα που αφορούσαν την υγεία του υιού του ενάγοντος 1, Καίσαρα, χωρίς να συνοδεύεται από τον Καίσαρα. Την ημέρα εκείνη, ο ενάγων 1 ανέφερε στον εναγόμενο το ιστορικό του Καίσαρα. Τον ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, ότι στην πρώτη επιληπτική κρίση του Καίσαρα, ο Καίσαρας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και επισκέφθηκε ακολούθως το νευρολόγο Θεόδωρο Κυριακίδη ο οποίος διενήργησε εγκεφαλογράφημα. Τον ενημέρωσε επίσης ότι τρεις μήνες αργότερα ο Καίσαρας παρουσίασε ξανά επιληπτική κρίση το βράδυ. Επισκέφθηκε το νευρολόγο Παναγιώτη Παναγιώτου ο οποίος διενήργησε εγκεφαλογράφημα και χορήγησε το φάρμακο Depakine, το οποίο όμως διεκόπη λόγω παρενεργειών, και κατά την ημερομηνία της επίσκεψης ο Καίσαρας δεν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ο ενάγων 1 ανέφερε στον εναγόμενο ότι ο Καίσαρας παρουσίαζε μία κρίση κάθε 2 - 3 μήνες. Ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα 1 όπως προσέλθει σε νέα επίσκεψη μαζί με τον Καίσαρα για σκοπούς νευρολογικής εξέτασης. Η δεύτερη επίσκεψη στον εναγόμενο ήταν στις 15.7.2002 στο ιατρείο του όπου ο ενάγων 1 συνοδευόταν από τον Καίσαρα, οπότε και του αναφέρθηκε ότι ο Καίσαρας παρουσίασε δύο ακόμα κρίσεις, στις 21.6.2002 και στις 15.7.
- Εξέτασε τον Καίσαρα και η νευρολογική του εξέταση ήταν φυσιολογική, γεγονός, όμως, που δεν αποκλείει τη διάγνωση επιληψίας η οποία μπορεί να τεθεί στη βάση του ιατρικού ιστορικού κάποιου ασθενούς. Διενήργησε εγκεφαλογράφημα το οποίο ανέδειξε ασυμμετρία στην ηλεκτρική δραστηριότητα των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου (Τεκμήριο 3). Κατά την εν λόγω επίσκεψη, ο ενάγων 1 ανέφερε στον εναγόμενο ότι κάποιος άλλος ιατρός είχε συνταγογραφήσει το φάρμακο Trileptal το οποίο ο Καίσαρας έλαβε, αλλά είχε παρενέργειες. Κατά την εν λόγω επίσκεψη ο εναγόμενος διέγνωσε πιθανή νυκτερινή επιληψία του μετωπιαίου λοβού (frontal lobe). Το 2004, και συγκεκριμένα τον Μάιο και τον Ιούλιο ο ενάγων 1 επισκέφθηκε μαζί με τον Καίσαρα τον ιατρό Κλεόπα (ΜΥ2) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Στην πρώτη επίσκεψη, στις 4.5.2004, ο ιατρός Κλεόπας έλαβε λεπτομέρειες σε σχέση με το ιστορικό του προβλήματος, εξέτασε τον Καίσαρα, είδε τις εξετάσεις που είχε κάνει προηγουμένως και κατέληξε σε διάγνωση και συμπεράσματα, συντάσσοντας σχετική έκθεση την οποία απέστελε στον παραπέμποντα ιατρό Δημητριάδη (γαστρεντερολόγος) (Τεκμήριο 13). Κατά την εν λόγω επίσκεψη του ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι στο παρελθόν ο Καίσαρας είχε δοκιμάσει δύο διαφορετικές φαρμακευτικές αγωγές, το βαλπροϊκό οξύ και το Trileptal από τα οποία είχε παρενέργειες, κυρίως υπνηλία, και γι' αυτό τα διέκοψε. Ο Καίσαρας δεν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή όταν επισκέφθηκε τον ιατρό Κλεόπα. Η νευρολογική εξέταση ήταν φυσιολογική. Η διάγνωση του ιατρού Κλεόπα ήταν ότι ο Καίσαρας είχε νυκτερινή επιληψία (nocturnal frontal lobe). Συνέστησε λήψη του φαρμάκου Lamictal και διευθέτησαν συνάντηση για να ξαναδεί τον Καίσαρα. Ξεκίνησε την αγωγή με δόση 50mg με προοπτική την αύξηση της δόσης στα 200mg μέχρι την επόμενη επίσκεψη για να δει τα αποτελέσματα. Η δεύτερη επίσκεψη ήταν τον Ιούλιο του 2004 όταν ο Καίσαρας συνοδευόταν από τον ενάγοντα 1, ίσως και από την ενάγουσα
- Αναφέρθηκε στον ιατρό Κλεόπα ότι με το Lamictal σταμάτησαν τα επεισόδια και ότι ο Καίσαρας είχε φτάσει στα 200mg, καθώς και ότι δεν υπήρχαν παρενέργειες. Αφού ο ενάγων 1 επέμενε να μειωθεί η δόση, ο ιατρός Κλεόπας μείωσε τη δόση από 200mg σε 150mg, αλλά τόνισε ότι η φαρμακευτική αγωγή θα έπρεπε να συνεχιστεί. Σε σχέση με την επίσκεψη αυτή συνέταξε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 23.7.2004 (Τεκμήριο 14). Στη δεύτερη αυτή συνάντηση συμφώνησαν να ορίσουν νέο ραντεβού τέσσερις μήνες μετά, δηλαδή το Νοέμβριο του 2004, για επαναξιολόγηση στο οποίο ο Καίσαρας δεν πήγε (Τεκμήριο 15). Περαιτέρω, ο ενάγων 1 ζήτησε τηλεφωνικώς μία ιατρική βεβαίωση για το πρόβλημα του Καίσαρα, την οποία ο ιατρός Κλεόπας ετοίμασε στις 27.12.2004 (Τεκμήριο 16). Η επόμενη φορά που ο εναγόμενος είδε τον Καίσαρα ήταν μετά πάροδο περίπου τεσσερισήμισι ετών από την προηγούμενη επίσκεψη, και συγκεκριμένα στις 28.12.
- Αφορμή της επίσκεψης αποτέλεσε η εμπλοκή του Καίσαρα σε καβγά τρεις μέρες πριν την επίσκεψη σε νυκτερινό κέντρο. Η νευρολογική εξέταση του Καίσαρα ήταν φυσιολογική και προσκόμισε ακτινογραφίες από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας οι οποίες επίσης ήταν φυσιολογικές. Ο εναγόμενος διενήργησε εγκεφαλογράφημα το οποίο ανέδειξε αμφοτερόπλευρα βραδέα κύματα (Τεκμήριο 4). Κατά την εν λόγω επίσκεψη ο ενάγων 1 ανέφερε στον εναγόμενο ότι είχε αποταθεί σε νευρολόγο στην Αθήνα έξι μήνες προηγουμένως, ο οποίος συνταγογράφησε το αντιεπιληπτικό φάρμακο Tegretol και ότι ο Καίσαρας έκτοτε δεν είχε άλλες επιληπτικές κρίσεις. Του ανέφερε επίσης ότι πριν επισκεφθεί τον εν λόγω νευρολόγο στην Αθήνα, του είχε χορηγηθεί από άλλο νευρολόγο το αντιεπιληπτικό Lamictal το οποίο προκάλεσε παρενέργειες. Ζήτησε επίσης ιατρική βεβαίωση για χρήση από τον δικηγόρο του Καίσαρα κ. Βραχίμη, την οποία ο εναγόμενος ετοίμασε (Τεκμήριο 5). Αυτή ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά που ο εναγόμενος είδε τον Καίσαρα μεταξύ των ετών 2002 και του θανάτου του το
- Στις 11.9.2007 ο ενάγων 1 επισκέφθηκε ξανά τον εναγόμενο χωρίς να συνοδεύεται από τον Καίσαρα, για να συζητήσει τις συνεχιζόμενες νυκτερινές επιληπτικές κρίσεις του Καίσαρα οι οποίες, ως ανέφερε στο εναγόμενο, συνέβαιναν κάθε τρεις μήνες. Ο εναγόμενος συνέστησε επανέναρξη λήψης του Tegretol σε δόση 200mg πρωί και βράδυ, και ζήτησε όπως ο Καίσαρας προβεί σε αιματολογικές εξετάσεις. Ο ενάγων 1 ζήτησε επίσης βεβαίωση ότι ο Καίσαρας είχε επιληψία και μαθησιακά προβλήματα, την οποία ο εναγόμενος έδωσε (Τεκμήριο 11). Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο εναγόμενος είδε τον ενάγοντα 1 και τον θάνατο του Καίσαρα τον πληροφορήθηκε όταν του επιδόθηκε η αγωγή. Ο άτυχος Καίσαρας απεβίωσε στις 12.6.2009 στις 6:30 μμ στην οικία των εναγόντων, όπου ο ενάγων 1 τον βρήκε μελανιασμένο και χωρίς τις αισθήσεις του στο κρεβάτι του. Ο θάνατος του επιβεβαιώθηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό Δρ. Χρ. Τόφα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στο οποίο μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο ο Καίσαρας (Τεκμήριο 1). Στη σορό του Καίσαρα διενεργήθηκε στις 13.6.2009 νενομισμένη νεκροψία από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου (ΜΕ3), η οποία συνέταξε μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 7). Από τις τοξικολογικές εξετάσεις που έγιναν (Τεκμήριο 6) αποκλείστηκε ο τοξικός θάνατος. Σε σχέση με το θάνατο του Καίσαρα διενεργήθηκε η Θανατική Ανάκριση με αρ. 79Α/2009 (Τεκμήρια 8 και 9). Η άμεση αιτία θανάτου του Καίσαρα είναι η ασφυξία διά εισροφήσεως, πλην όμως δεν δύναται να λεχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι η εισρόφηση που οδήγησε στην ασφυξία διασυνδέεται με επιληπτική κρίση. Νομική πτυχή Η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι: «51
(1). Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Στην υπόθεση Αγγελή v. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761 αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο οι νομικές αρχές που διέπουν ειδικώς την ιατρική αμέλεια. Αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση ότι ασθενής που επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (α) Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενούς. (β) Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (γ) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνεται ότι ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει∙ το καθήκον του είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής (Lanphier v. Phipos [1835-42] All E.R. Ree 421, Rich v. Pierpont [1862] 3 F&F 35, R. v. Bateman [1925] All E.R. Rep. 45 και Cassidy v. Ministry of Health [1951] 1 All E.R. 574). Τις πιο πάνω αγγλικές αποφάσεις ακολούθησαν δύο σημαντικές αποφάσεις που οριοθέτησαν καθοριστικά τις προεκτάσεις της ιατρικής αμέλειας - οι αποφάσεις που είναι σαν γνωστές σαν οι αποφάσεις Bolam και Bolitho, οι οποίες υιοθετήθηκαν από τα κυπριακά Δικαστήρια τόσο στη υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω) όσο και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Στην υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Committee [1957] 2 All E.R. 118, η ιατρική αμέλεια ενός γιατρού καθορίστηκε ως η παράλειψη του να ενεργήσει σύμφωνα με μία πρακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα γιατρών που είναι εξειδικευμένοι στο συγκεκριμένο τομέα. Στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω) οι αρχές της Bolam συνοψίστηκαν ως ακολούθως: «(
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή, και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Bolam διαφοροποιήθηκε λίγο αργότερα με την απόφαση στην υπόθεση Bolitho and Others v. City and Hackney Health Authority [1993] 4 Med. L. R. 381, όπου αποφασίστηκε ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μία καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων γιατρών. Το ερώτημα κατά πόσο ένα γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την πρακτική που υιοθετείται από ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα, μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Λέχθηκε στην υπόθεση Bolitho ότι: «It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that medical practice puts the patient unnecessarily at risk.». Η απόφαση στην υπόθεση Bolam διαφοροποιήθηκε επίσης με την απόφαση στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust [1999] 48 B.M.L.R. 118, αναφορικά με το καθήκον προειδοποίησης του ασθενούς από τον γιατρό (βλ. Βαριάνου v. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541). Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιάλλουρου κ.α. ν. Ψύλλου
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1552, λέχθηκε ότι «Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts[2] - πιο πάνω - σελ. 265 "... conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice".». Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε η ανάγκη απόδειξης στον απαιτούμενο βαθμό ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ιατρικής αμέλειας και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Το βάρος απόδειξης ιατρικής αμέλειας είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1983] 2 All. E.R. 245, 247 «The question for consideration is whether on a balance of probabilities it has been established that a professional man has failed to exercise the care required of a man possessing and professing special skill in circumstances which require the exercise of such special skill.». Έχοντας σκιαγραφήσει τις αρχές που διέπουν το θέμα της ιατρικής αμέλειας, αυτό που θα πρέπει να εξετασθεί είναι το κατά πόσον, υπό το φως των εν λόγω αρχών υπαγομένων στα ευρήματα μου επί των γεγονότων, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι ο εναγόμενος υπήρξε ένοχος ιατρικής αμέλειας. Αρχίζοντας από το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος υπείχε καθήκον επιμέλειας έναντι του Καίσαρα, επισημαίνεται ότι στην υπόθεση R v. Bateman
(1927)19 Cr. App. R. 8 στην οποία ο κ. Ανδρέου παραπέμπει, αναφέρθηκαν τα εξής: «If a person holds himself out as possessing special skill and knowledge and he is consulted, as possessing such skill and knowledge, by or on behalf of a patient, he owes a duty to the patient to use due caution in undertaking the treatment. If he accepts the responsibility and undertakes the treatment and the patient submits to his direction and treatment accordingly, he owes a duty to the patient to use diligence, care, knowledge, skill and caution in administering the treatment. No contractual relation is necessary, nor is it necessary that the service be rendered for reward.» Επιπλέον, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του M. Jones, Medical Negligence, 4η έκδοση, 2008, στη σελ. 90 με αναφορά στην υπόθεση Jones v. Manchester Corporation [1952] Q.B. 852, 867, «Once a patient is accepted for treatment a duty of care will arise.». Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο εναγόμενος είναι νευρολόγος και επιλαμβάνεται περιπτώσεων ασθενών με συμπτώματα επιληψίας. Ο ενάγων 1 και ο Καίσαρας επισκέφθηκαν τον εναγόμενο υπό την επαγγελματική του ιδιότητα προκειμένου να λάβουν συμβουλή ως προς την αντιμετώπιση του ιατρικού προβλήματος του Καίσαρα, ήτοι των νυχτερινών επιληπτικών κρίσεων, ο δε εναγόμενος συμφώνησε να παράσχει τη ζητηθείσα ιατρική συμβουλή. Δέχομαι, συνεπώς, ότι η σχέση ιατρού - ασθενούς δημιουργήθηκε και υφίστατο μεταξύ του εναγόμενου και του Καίσαρα, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υπέχει καθήκον επιμέλειας έναντι του Καίσαρα. Με βάση τις λεπτομέρειες αμέλειας αυτό που στην ουσία καταλογίζουν οι ενάγοντες στον εναγόμενο είναι ότι παρέλειψε να προσφέρει φαρμακευτική αγωγή ή/και θεραπεία στον Καίσαρα, αφήνοντας τον Καίσαρα να έχει ανεξέλεγκτες επιληπτικές κρίσεις και ότι παρέλειψε να ακολουθήσει τα ιατρικά πρωτόκολλα που κατά κανόνα ακολουθούνται στις περιπτώσεις ασθενών που πάσχουν από χρόνιες επιληπτικές κρίσεις. Παρόλο που οι ενάγοντες επέλεξαν να μην παρουσιάσουν μαρτυρία εμπειρογνώμονα ως προς ποία είναι η ορθή πρακτική που ακολουθείται από ένα υπεύθυνο σώμα ιατρών της ειδικότητας του εναγόμενου ως προς την αντιμετώπιση παρόμοιας περίπτωσης όπως αυτής του Καίσαρα, τόσο ο εναγόμενος όσο και ο ιατρός Κλεόπας (ΜΥ2) ήταν σύμφωνοι ως προς το ότι η επιληψία του Καίσαρα ήταν τέτοια που έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής προκειμένου να ελεγχθούν οι επιληπτικές κρίσεις. Στην πρώτη συνάντηση που ο εναγόμενος είχε με τον ενάγοντα 1 στις 20.6.2002 ο εναγόμενος, αφού έλαβε πληροφορίες για το ιστορικό του Καίσαρα, ζήτησε από τον ενάγοντα 1 να τον επισκεφθεί εκ νέου μαζί με τον Καίσαρα για σκοπούς νευρολογικής εξέτασης. Στη δεύτερη συνάντηση στις 15.7.2002 στην οποία παρών ήταν και ο Καίσαρας, ο εναγόμενος έθεσε τη διάγνωση της πιθανής νυκτερινής επιληψίας του μετωπιαίου λοβού. Δεν έχει εξαχθεί ότι ο εναγόμενος χορήγησε στον Καίσαρα φαρμακευτική αγωγή στις 15.7.2002 αν και πιθανολογεί ότι συνέστησε συνέχιση του Trileptal και εκ νέου επίσκεψη επί επιμονής των συμπτωμάτων. Καίτοι η αναφορά του εναγόμενου σε πιθανολόγηση από μέρους του δεν μου επέτρεψε να προβώ σε ασφαλές εύρημα ότι πράγματι ο εναγόμενος χορήγησε το συγκεκριμένο φάρμακο στη συνάντηση της 15.7.2002, η εξ ολοκλήρου απόρριψη της μαρτυρίας του ενάγοντος 1, ο οποίος έφερε βεβαίως και το σχετικό βάρος απόδειξης, σε σχέση με την πορεία της διάγνωσης και της θεραπείας του Καίσαρα, περιλαμβανομένων των συμβουλών που τους έδωσε ο εναγόμενος, δεν μου επέτρεψε να προβώ ούτε σε εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν χορήγησε τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή στην εν λόγω συνάντηση ως η θέση των εναγόντων. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, έχει τη σημασία του και δεν πρέπει να παραγνωριστεί ότι ακολούθως ο Καίσαρας και ο ενάγων 1 δεν επισκέφθηκαν τον εναγόμενο για σχεδόν τεσσερισήμισι χρόνια. Επισκέφθηκαν όμως δύο φορές τον ιατρό Κλεόπα τον Μάιο και τον Ιούλιο του 2004, ο οποίος διέγνωσε ότι ο Καίσαρας είχε νυχτερινή επιληψία (nocturnal frontal lobe) και συνέστησε τη λήψη του φαρμάκου Lamictal το οποίο, ως αναφέρθηκε στον ιατρό Κλεόπα, λήφθηκε από τον Καίσαρα. Ο Καίσαρας ξαναεπισκέφθηκε τον εναγόμενο στις 28.12.2006 για δεύτερη και τελευταία φορά. Κατά την εν λόγω επίσκεψη αναφέρθηκε στον εναγόμενο από τον ενάγοντα 1 ότι είχε αποταθεί σε νευρολόγο στην Αθήνα έξι μήνες προηγουμένως, ότι ο εν λόγω νευρολόγος συνταγογράφησε το αντιεπιληπτικό φάρμακο Tegretol και ότι έκτοτε ο Καίσαρας δεν είχε άλλες επιληπτικές κρίσεις. Συνεπώς κατά την εν λόγω συνάντηση, ως και ο εναγόμενος ανέφερε, ο εναγόμενος τεκμηρίωσε ότι ο Καίσαρας βρισκόταν υπό φαρμακευτική αγωγή με Tegretol και ότι δεν είχε επιληπτικές κρίσεις. Ο εναγόμενος είδε τον ενάγοντα 1 ακόμα μία φορά στις 11.9.2007, οπότε ο ενάγων 1 του ανέφερε ότι οι επιληπτικές κρίσεις του Καίσαρα συνεχίζονταν. Ο εναγόμενος συνέστησε την επανέναρξη λήψης του αντιεπιληπτικού φαρμάκου Tegretol σε συγκεκριμένη δοσολογία (200 mg πρωί και βράδυ), και ζήτησε τη διενέργεια κάποιων αιματολογικών εξετάσεων, πλην όμως ο ενάγων 1 και ο Καίσαρας δεν ξαναεπισκέφθηκαν τον εναγόμενο ούτε και προσκόμισαν αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων που ο εναγόμενος ζήτησε. Αυτή ουσιαστικά ήταν η τελευταία φορά που ο εναγόμενος είδε τον ενάγοντα 1, τον δε θάνατο του Καίσαρα τον πληροφορήθηκε με την επίδοση της παρούσας αγωγής. Οι ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία ότι η συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή που ο εναγόμενος συνέστησε στις 11.9.2007, ως το σχετικό εύρημα μου, δεν ήταν η κατάλληλη, ούτε και έχουν προσκομίσει μαρτυρία ότι η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής δεν ήταν η κατάλληλη υπό τις περιστάσεις θεραπεία. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν συνέστησε τη λήψη κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής από τον Καίσαρα και ότι παραβίασε με τέτοιου είδους παράλειψη το καθήκον επιμέλειας που υπείχε έναντι του Καίσαρα. Ακριβώς το αντίθετο έχει καταδειχθεί, το οποίο συνιστά εκπλήρωση του καθήκοντος επιμέλειας που είχε ο εναγόμενος. Όπως αναφέρθηκε στα πλαίσια της αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας, ο ενάγων 1 προέβαλε κατά την αντεξέταση του και την εκδοχή ότι ο εναγόμενος τους συμβούλευσε να μην λάβει ο Καίσαρας φαρμακευτική αγωγή που συνέστησε άλλος ή άλλοι ιατροί. Όπως ορθώς αναφέρουν οι συνήγοροι του εναγομένου στη γραπτή τους αγόρευση, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν καλύπτεται από τις λεπτομέρειες αμέλειας που οι ενάγοντες δικογράφησαν, και εν πάση περιπτώσει, η σχετική μαρτυρία του ενάγοντος 1 δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας, ανωτέρω. Ακόμη όμως και αν είχα καταλήξει ότι ο εναγόμενος παρέβη το καθήκον επιμέλειας που υπείχε έναντι του Καίσαρα, κρίση μου είναι ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι η ισχυριζόμενη αμέλεια του εναγόμενου είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση του θανάτου του Καίσαρα. Θα έκρινα σε τέτοια περίπτωση πως ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και της βλάβης, ή άλλως η σχέση αιτίου και αιτιατού ως ετέθη στην υπόθεση Κυριαλλής ν. Τελεβάντου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1299. Το βάρος είναι στους ώμους των εναγόντων να αποδείξουν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του εναγόμενου και της βλάβης που υπέστη ο Καίσαρας (σύγγραμμα Medical Negligence, ανωτέρω, σελ. 453) και αν η ζημιά θα παρουσιαζόταν εν πάση περιπτώσει, τότε αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στον ιατρό (σύγγραμμα Medical Negligence, ανωτέρω, σελ. 443, Fish v. Kapour [1948] 2 All ER 176, Robinson v. Post Office [1974] 2 All ER 737). Περαιτέρω, όταν η αμέλεια αποδίδεται σε παράλειψη ιατρού και όχι σε πράξη του, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Medical Negligence, ανωτέρω, σελ. 445 και επ. με αναφορά στις υποθέσεις Bolitho, ανωτέρω, και Joyce v. Merton, Sutton and Wandsworth Health Authority [1996] 7 Med. L.R. 1 σε υποθέσεις όπου η παράβαση καθήκοντος συνίσταται σε παράλειψη διενέργειας πράξης που έπρεπε να είχε διενεργηθεί, τα πραγματικά (factual) ερωτήματα είναι εξ ανάγκης υποθετικά. Το ερώτημα είναι τι θα συνέβαινε αν ένα γεγονός, το οποίο δεν συνέβη, είχε συμβεί (σελ. 446). Ως αναφέρεται στη σελ. 448 του ιδίου συγγράμματος «Another way of putting this is to say that causation is about what in fact happened, which in turn depends upon the hypothetical question of what would have happened had there been no negligence ("but for" the negligence would the damage have occurred?).». Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των εξ αυτής εξαχθέντων ευρημάτων, δεν έχει καταδειχθεί ότι η ασφυξία που οδήγησε στον τόσο πρόωρο θάνατο του άτυχου Καίσαρα προκλήθηκε από επιληπτική κρίση. Ακόμη, όμως, και αν είχα αποδεχθεί ότι έτσι έχουν τα πράγματα, ότι, δηλαδή, η ασφυξία προκλήθηκε από επιληπτική κρίση, θα έπρεπε να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος ευθύνεται διά της συμπεριφοράς του για την επέλευση της. Με δεδομένο ότι η αμέλεια που αποδίδεται στον εναγόμενο εστιάζεται στη μη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, και πάλι λοιπόν θα έκρινα ότι ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της τυχόν παραβίασης του καθήκοντος του εναγόμενου και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τούτο διότι, καίτοι αμφότεροι οι μάρτυρες της υπεράσπισης (δηλαδή ο εναγόμενος και ο ιατρός Κλεόπας) συμφώνησαν ότι η περίπτωση του Καίσαρα ήταν τέτοια που έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής, δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το κατά πόσον η παροχή τέτοιας φαρμακευτικής αγωγής θα απέκλειε ή θα μείωνε, και αν θα μείωνε σε τι ποσοστό, τον κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων και την πιθανότητα θανάτου του Καίσαρα. Οι ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει μαρτυρία προς την κατεύθυνση του ότι ο θάνατος του Καίσαρα επήλθε ένεκα της παράλειψης του εναγόμενου να προσφέρει φαρμακευτική αγωγή στον Καίσαρα, ότι, δηλαδή, η επιληπτική κρίση η οποία κατά τους ενάγοντες οδήγησε στον θάνατο του Καίσαρα οφείλεται στη μη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής από τον εναγόμενο. Επιπλέον δε, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η τελευταία φορά που ο εναγόμενος είδε τον Καίσαρα ήταν στις 28.12.2006 και η τελευταία φορά που είδε τον ενάγοντα 1 ήταν στις 11.9.2007 (δηλαδή δύο και πλέον έτη πριν τον θάνατο του Καίσαρα), και δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του ενάγοντος 1 που σχετίζεται με την ιατρική περίθαλψη του Καίσαρα γενικότερα αλλά και των συμβουλών που ελάμβαναν από τον εναγόμενο (μεταξύ άλλων των θέσεων του ότι ακόμη και αν άλλοι ιατροί χορήγησαν φαρμακευτική αγωγή ο εναγόμενος τους συνέστησε να την σταματήσουν και ότι κάθε φορά που ο Καίσαρας πάθαινε κρίση ο ενάγων 1 τηλεφωνούσε στον εναγόμενο), καθώς και της θέσης του ενάγοντος 1 ότι ελάμβανε κατά καιρούς ιατρικές γνώμες από όποιο νευρολόγο έβρισκε, δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος ήταν ο τελευταίος ιατρός που είδε τον Καίσαρα πριν από το θάνατό του ή ο τελευταίος ιατρός που παρείχε ιατρική συμβουλή στον Καίσαρα σε σχέση με το πρόβλημα επιληψίας που αντιμετώπιζε. Στη βάση των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι ο εναγόμενος παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που υπείχε έναντι του Καίσαρα, αλλά και το ότι τυχόν παραβίαση τέτοιου καθήκοντος επιμέλειας οδήγησε στην έλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους επικαλούνται, επιπροσθέτως των λεπτομερειών αμέλειας που δικογράφησαν, την αρχή res ipsa loquitur. Ο συνήγορος των εναγόντων ουδεμία αναφορά κάνει στην εν λόγω αρχή στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης και η επίκληση της αρχής φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω τα εξής. Η αρχή res ipsa loquitur αποτελεί κανόνα απόδειξης και εφαρμόζεται όταν ο ενάγων αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του εναγομένου με την προσκόμιση μαρτυρίας για τις πράξεις ή παραλείψεις του, γιατί τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγομένου. Έτσι, όπου βρεθεί ότι εφαρμόζεται η αρχή, ο ενάγων αποδεικνύει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στον εναγόμενο, για να δώσει μια λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής (Παπαλλής κ.α. ν. Κυριακίδη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 83, 92). Η έννοια της αρχής έχει επεξηγηθεί στην Lloyde v. West Midland Gas Board [1971] 2 All E.R. 1240, η οποία υιοθετήθηκε από τα κυπριακά Δικαστήρια (βλ. Πέτρου κ.α. ν. Θεμιστοκλέους
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1426), ως ακολούθως: «Σημαίνει ότι ο ενάγων αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως αμέλεια όπου: (
- i)Δεν είναι δυνατό για τον ίδιο να αποδείξει επακριβώς ποιά ήταν η σχετική πράξη ή παράλειψη η οποία έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο ατύχημα. πλην όμως (
- ii)με βάση τη μαρτυρία όπως υφίσταται κατά το σχετικό χρόνο είναι πιο πιθανό παρά μη πιθανό ότι η αποφασιστική αιτία του ατυχήματος ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου ή κάποιου για τον οποίο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη να λάβει την κατάλληλη φροντίδα για την ασφάλεια του ενάγοντα.».[3],[4] Περαιτέρω, ως αποφασίστηκε στην Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, επίκληση του res ipsa loquitur είναι παραδεχτή μόνο εκεί όπου το γεγονός ή γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον έλεγχο του εναγόμενου. Όπου τα γεγονότα τα οποία επέφεραν τη βλάβη (ζημιά) είναι γνωστά, η εξωτερική τους υφή δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο υποθέσεων και συμπερασμάτων, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων στην Barkway v. South Wales Transport [1950] 1 All E.R. 392. Η λύση συναρτάται με την απόδειξη των γεγονότων, τα οποία προβάλλει ο ενάγων, και τις κατά νόμο συνέπειές τους, δηλαδή, κατά πόσο στοιχειοθετούν αμέλεια. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του res ipsa loquitur αποτελεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται (Fish v. Kapur and Another [1948] 2 All E.R. 176). Τέλος, ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Garner ν. Morrell, The Times, October 31, 1953, η αρχή res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την ιατρική αμέλεια. Κρίση μου είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν παρέχεται πεδίο εφαρμογής του κανόνα res ipsa loquitur στα γεγονότα της υπόθεσης. Κατ' αρχάς οι ενάγοντες περιέλαβαν στην έκθεση απαίτησης τους αριθμό λεπτομερειών αμέλειας του εναγόμενου, που περιστρέφοντο γύρω από τους ισχυρισμούς ότι ο εναγόμενος άφησε ανεξέλεγκτες τις επιληπτικές κρίσεις του Καίσαρα, χωρίς να του παρέχει την εύλογη φαρμακευτική αγωγή και/ή θεραπεία προς έλεγχο των κρίσεων. Συνεπώς τα γεγονότα που κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων οδήγησαν στο θάνατο του Καίσαρα ήταν εις γνώση τους, οι οποίοι προσέφεραν τη μαρτυρία του ενάγοντος 1 (ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε συνέστησε τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής από τον Καίσαρα και ότι αντίθετα τους έλεγε ότι δεν χρειάζεται τέτοια αγωγή) προσπαθώντας να τα αποδείξουν. Ούτε και έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως αμέλεια του εναγόμενου, σύμφωνα με τις αρχές της υπόθεσης Lloyde, ανωτέρω, προκειμένου να μεταφερθεί το βάρος απόδειξης στους ώμους του, το οποίο να όφειλε να αποσείσει. Σε κάθε δε περίπτωση, στη βάση των όσων πιο πάνω ανέφερα κρίση μου είναι ότι ο εναγόμενος δεν ήτο αμελής για τους λόγους που εξήγησα, και, περαιτέρω, οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της κατ' ισχυρισμόν αμέλειας του εναγόμενου και της ζημιάς. Αποζημιώσεις Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης σε περίπτωση κατ' έφεσιν ανατροπής των πιο πάνω συμπερασμάτων μου, θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων που θα επιδίκαζα υπέρ των εναγόντων. Με βάση την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες ζητούν - (α) αποζημιώσεις εκ €17.086 για οδύνη λόγω απώλειας οικείου (bereavement) σύμφωνα με το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και (β) γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο, την ταλαιπωρία και την αγωνία θανάτου που υπέστη ο αποβιώσας Καίσαρας Πιριπίτσης ως οι παρ. 14 και 16 της έκθεσης απαίτησης. Στην παρ. 14 της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες προβάλλουν τη θέση ότι ο Καίσαρας, για δέκα περίπου χρόνια, έπασχε από χρόνιες επιληπτικές κρίσεις οι οποίες ένεκα της αμέλειας του εναγόμενου παρέμειναν ανεξέλεγκτες και προκαλούσαν πόνο και ταλαιπωρία στον Καίσαρα και επιπρόσθετο πόνο από χτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος του από αυτοτραυματισμό του κατά τις επιληπτικές κρίσεις. Στην παρ. 16 της έκθεσης απαίτησης, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες διεκδικούν γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία και την αγωνία θανάτου του Καίσαρα προς όφελος των εναγόντων ως οι μοναδικοί κληρονόμοι και/ή τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής της περιουσίας του Καίσαρα θα μπορούσε να εγείρει την παρούσα αγωγή. Όσον αφορά το θέμα των αποζημιώσεων λόγω απώλειας οικείου (bereavement), δεδομένου ότι η μαρτυρία του ενάγοντος 1 ότι οι ενάγοντες είναι οι φυσικοί γονείς του αποβιώσαντος ο οποίος ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του ανύπανδρος (άρθρο 58
(12)του Κεφ. 148) δεν αμφισβητήθηκε, οι ενάγοντες θα δικαιούντο εκ του νόμου (άρθρο 58
(7),
(8)(β)(i),
(9)και
(10)του Κεφ. 148) αποζημιώσεις λόγω απώλειας ύψους €17.086 (Λ.Κ.10.000), ποσό που θα καταμεριζόταν μεταξύ τους εξίσου, με τόκο από της απώλειας (12.6.2009). Όσον αφορά τώρα το θέμα των διεκδικούμενων γενικών αποζημιώσεων, αυτό που θα πρέπει αρχικώς να αποφασισθεί είναι κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται στη διεκδίκηση τέτοιου είδους αποζημιώσεων, μόνο υπό την ιδιότητα τους ως οι φυσικοί γονείς του Καίσαρα, και χωρίς να έχει προβληθεί ισχυρισμός από μέρους τους ότι είναι οι διαχειριστές της περιουσίας του. Διαφωτιστική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Ιορδάνου κ.α. ν. Κυριάκου κ.α.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1364, όπου αποφασίστηκαν τα εξής: «Και το δεύτερο μέρος της έφεσης - εκείνο το οποίο αφορά στην απόρριψη της αξίωσης των εξαρτωμένων για τον προσπορισμό της ζημίας που υπέστη ο αποβιώσας, ως αποτέλεσμα του πόνου και της ταλαιπωρίας που υπέφερε από τα τραύματα του - δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα, το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 57Α
(1)(β) του ΚΕΦ. 148, δεν περιλαμβάνεται στα αγώγιμα δικαιώματα που κατοχυρώνονται υπέρ των εξαρτωμένων βάσει του Άρθρου 58 του ΚΕΦ. 148, όπως αναμορφώθηκε από το Άρθρο 4 του Ν. 156/85 - (βλ., επίσης, τροποποιητικό νόμο, Ν. 73(Ι)/92). [......] Σκοπός του Άρθρου 58 είναι η εξασφάλιση σε πρόσωπα εξαρτώμενα από τον αποβιώσαντα (η τάξη των οποίων καθορίζεται) αγώγιμου δικαιώματος, για αποζημίωση για τη ζημία και την απώλεια που υφίστανται λόγω του θανάτου του. Το Άρθρο 58 του ΚΕΦ. 148 αποκαλύπτει ότι τα δικαιώματα των εξαρτωμένων για αποζημίωση καθορίζονται εξαντλητικά στις διατάξεις του. Όπως συνάγεται, το δικαίωμα των εξαρτωμένων προσώπων δεν είναι συνάλληλο ούτε με τα αγώγιμα δικαιώματα του αποβιώσαντος, εάν δεν επερχόταν ο θάνατος, ούτε και με εκείνα των προσωπικών του αντιπροσώπων, ως διαδόχων της περιουσίας του. Τα δικαιώματα τα οποία εξασφαλίζονται από το Άρθρο 58 είναι προσωπικά, αλληλένδετα με τη ζημία και την απώλεια που υφίστανται οι εξαρτώμενοι, λόγω αυτού τούτου του θανάτου. Συνεπώς, ορθά αποφασίστηκε ότι η ζημία, η οποία προέκυψε στον αποβιώσαντα βάσει του Άρθρου 57Α
(1)(β) του ΚΕΦ. 148, δεν μπορούσε να διεκδικηθεί από τους εξαρτώμενους του.». Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν είναι οι εκτελεστές ή οι διαχειριστές της περιουσίας του Καίσαρα οπότε και θα μπορούσαν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία του Καίσαρα και την αγωνία θανάτου (βλ. άρθρο 34 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189 και την απόφαση Καζάκου ν. Αβρααμίδου κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1626), δεν δικαιούνται να διεκδικούν τις εν λόγω αποζημιώσεις. Και να μπορούσαν, όμως, να διεκδικήσουν οι ενάγοντες τέτοιου είδους αποζημιώσεις, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν θα ήμουν διατεθειμένη να τους επιδικάσω οποιοδήποτε ποσό. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι ως ο ενάγων 1 ανέφερε, εκ παραδρομής αναφέρθηκε στην έκθεση απαίτησης ότι ο εναγόμενος παρακολουθούσε τον Καίσαρα από το 1999, οπότε και άρχισαν οι επιληπτικές κρίσεις, σύμφωνα δε με τα ευρήματα μου ο εναγόμενος είδε για πρώτη φορά τον Καίσαρα στις 15.7.2002, επτά περίπου έτη πριν το θάνατο του που επήλθε στις 12.6.2009, και συνεπώς, οι ενάγοντες θα δικαιούντο σε αποζημιώσεις για επτά έτη ταλαιπωρίας και όχι για δέκα. Περαιτέρω, πέραν μίας γενικής αναφοράς του ενάγοντος 1 ότι οι κρίσεις του Καίσαρα παρέμειναν ανεξέλεγκτες προκαλώντας του πόνο και ταλαιπωρία και επιπρόσθετο πόνο από χτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος του από αυτοτραυματισμούς κατά τις επιληπτικές κρίσεις, δεν δόθηκε από τους ενάγοντες μαρτυρία η οποία θα καθιστούσε δυνατό τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για τον πόνο και την ταλαιπωρία που προκλήθηκε στον Καίσαρα, αφού δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς το τι συνέβαινε κατά τις επιληπτικές κρίσεις του Καίσαρα, ούτε και αναφέρθηκε το είδος ή η έκταση των αυτοτραυματισμών, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο υπολογισμός οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεων. Περαιτέρω, με την απόρριψη της μαρτυρίας του ενάγοντος 1 στο βαθμό που αυτή αφορούσε στο ιστορικό της διάγνωσης και της αντιμετώπισης του ιατρικού προβλήματος του Καίσαρα, μεταξύ άλλων, της θέσης του ότι ο Καίσαρας δεν έλαβε ποτέ φαρμακευτική αγωγή, αλλά και με την αποδοχή της μαρτυρίας του εναγόμενου και του ιατρού Κλεόπα (ΜΥ2) ότι ο ενάγων 1 τους ανέφερε ότι κατά καιρούς ο Καίσαρας έλαβε φαρμακευτική αγωγή η οποία οδήγησε στον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων, θεωρώ ότι ούτε το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι κρίσεις του Καίσαρα παρέμειναν ανεξέλεγκτες μπορεί να υπολογιστεί. Τέλος, δεν προσκομίστηκε από πλευράς των εναγόντων μαρτυρία ότι ο Καίσαρας είχε συνειδητοποιήσει ότι επερχόταν ο θάνατός του, αφού η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν ότι ο ενάγων 1 βρήκε τον Καίσαρα στην οικία τους μελανιασμένο και χωρίς τις αισθήσεις του στο κρεβάτι του στις 6:30 μ.μ., και ότι ο θάνατος του επιβεβαιώθηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου μεταφέρθηκε, συνεπώς, ούτε αποζημιώσεις συνεπεία επίγνωσης επερχόμενου θανάτου, αγωνίας και ταλαιπωρίας ένεκα αυτού, θα μπορούσαν να είχαν επιδικαστεί υπό το φως της δοθείσας μαρτυρίας. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στο Τεκμήριο 12 καταγράφεται το εξής: «CBZ 200 BID» και ως ο ΜΥ1 ανέφερε «CBZ» σημαίνει καρβαμαζεπίνη που είναι η επιστημονική ονομασία του Tegretol, «200» σημαίνει 200mg και «BID» σημαίνει πρωί και βράδυ. [2] Σημείωση δική μου: Το Δικαστήριο αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts, 11η έκδοση, 2003. [3] «It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (i) It is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (ii) on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff's safety.» [4] Η μετάφραση έγινε από το Εφετείο στην υπόθεση Πέτρου κ.α. ν. Θεμιστοκλέους
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1426, 1440. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο