ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΥΛΑΚΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4466/08, 18/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4466/08 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ενάγοντας και ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ Εναγομένης Αίτηση για οικονομική εξέταση 18 Ιανουαρίου 2017 Για τον ενάγοντα: κος Ιωαννίδης Για την εναγομένη: κα Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση ο ενάγων αιτείται· οικονομική εξέταση της εναγομένης, εξ αποφάσεως οφειλέτιδας, αναφορικά με την ικανότητά της να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της, τόκους και έξοδα και αν ήθελε κριθεί ορθό διάταγμα του δικαστηρίου διατάττον την εναγομένη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων. Στο πρόσωπο της αίτησης αναγράφονται και άλλα αιτήματα όπως· διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή οποιαδήποτε επιβάρυνση, διακίνηση ή απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου και ακύρωση τυχόν καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων. Εν τούτοις, στο στάδιο της ακρόασης η εξέταση της εναγομένης περιορίστηκε σε διερεύνηση της οικονομικής και μόνο κατάστασής της και δεν εξετάσθηκε οτιδήποτε αναφορικά με τα αιτήματα υπό διακριτικά στοιχεία Γ και Ε στο πρόσωπο της αίτησης. Κρίνω πως ο ενάγων εγκατέλειψε το αίτημά του για έκδοση των λοιπών διαταγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται ότι στην αίτηση δεν μνημονεύεται συγκεκριμένη περιουσία, αντικείμενο καταδολιευτικής μεταβίβασης, όπως ούτε και συγκεκριμένο πρόσωπο που ωφελήθηκε τέτοιας μεταβίβασης. Κατ΄ επέκταση, η εγκατάλειψη του αιτήματος υπό στοιχείο Γ κρίνεται αρμόζουσα, εφόσον στην υπόθεση Χριστοφόρου v. ΣΠΕ Ακακίου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 708, 715 υποδεικνύεται ότι· "Τέτοιο αίτημα μπορεί βεβαίως να συμπεριληφθεί και στην αίτηση έρευνας, στην οποία όμως πρέπει να καθορίζεται το περιουσιακό στοιχείο, για το οποίο υπάρχει ο ισχυρισμός πως μεταβιβάστηκε για να καταδολιευθεί ο πιστωτής, μαζί βεβαίως με το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ώστε και αυτό να ακουστεί, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα ευθέως τίθενται υπό συζήτηση". Συνεπώς, έγκυρο αίτημα ως εκείνο του διακριτικού στοιχείου Γ στην αίτηση, προϋποθέτει συγκεκριμενοποίηση της περιουσίας που σκοπεί να επηρεάσει. Στη προκείμενη περίπτωση η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 82 έως 90, 91Γ και 91Ε έως 91Ζ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στη Δ.48, κκ.1 έως 3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση που ομνύει ο ενάγων και δηλώνει ότι την 11.03.2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης (βλ. τεκμήριο Α) δια την οποία ουδέν ποσό έχει καταβληθεί, ενώ εξ όσων γνωρίζει η εναγομένη είναι σε θέση να καταβάλλει το ποσό των €300 μηνιαίως. Για την ώρα, κρίνω ότι επιβάλλεται να συνοψιστεί η νομολογία που διέπει αίτημα ως το υπό κρίση, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα καθοριστούν τα επίδικα ζητήματα και αυτό γιατί στη βάση τούτων είναι που θα διενεργηθεί η όποια αξιολόγηση. Η νομολογία που διέπει το ζήτημα είναι πλούσια και καθ' όλα καθοδηγητική. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς v. ΑΤΑΛΕΖΑ ΛΤΔ
(1989)1 Α.Α.Δ.686, 689 η διαδικασία που προβλέπει το Μέρος ΙΧ του Κεφ. 6 (σήμερα Μέρος VIII) είναι ανακριτικού χαρακτήρα και αποβλέπει σε παροχή ευχέρειας στο δικαστήριο να διαγνώσει, κατόπιν έρευνας, τα οικονομικά μέσα του χρεώστη, δηλαδή αν είναι σε θέση να αποπληρώσει την οφειλή του με δόσεις. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ v. Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ.1759, 1761 αναφέρεται ότι η διαδικασία στοχεύει σε διερεύνηση του κατά πόσο ο χρεώστης έχει ικανότητα να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις, σύμφωνα πάντα με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει. Από την Φλαγκοφάς, πιο πάνω, προκύπτει ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει αριθμό αναγκών που θεωρούνται συνυφασμένες και αδιαίρετες με αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές οι ανάγκες περιλαμβάνουν τη στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας του χρεώστη. Περαιτέρω, αναγκαία και χρήσιμη μόρφωση των παιδιών του χρεώστη, ως επίσης κάποια ευχέρεια για κοινωνική διακίνηση, συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο αναγνωρισμένων αναγκών για αξιοπρεπή διαβίωση. Σταθερός δείκτης αποτίμησης της οικονομικής δυνατότητας του χρεώστη είναι η εισοδηματική του ικανότητα και όχι η εισοδηματική του πραγματικότητα. Αεργία, εις αντιδιαστολή ανεργίας, εν προκειμένω μη απασχόληση οφειλόμενη σε οκνηρία, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, νοουμένου ότι τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης το επιτρέπουν, να εκδώσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων (βλ. σχετικά Νίκος Λουγκρίδης v. Eurolife Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ.886 και Νίτσα Χριστάκη Παναγιώτου v. Μάρως Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ.422). Στο τέλος της ημέρας το δικαστήριο καλείται να εξισορροπήσει δύο παραμέτρους. αφενός την αναγκαιότητα εκτέλεσης της απόφασης, παράμετρος η οποία άπτεται του κύρους της δικαστικής διαδικασίας, αφετέρου την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου σε ένα κράτος δικαίου (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Μαρίας Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ.1034). Σημειώνεται ότι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε εξέταση της εναγομένης. Μετά την εξέταση τούτης οι δυο πλευρές δήλωσαν πως δεν είχαν μαρτυρία άλλη να προσκομίσουν και ακολούθως προχώρησαν σε αγορεύσεις. Κρίνω πως δεν επιβάλλεται να συνοψιστεί ξεχωριστά από την αξιολόγηση η μαρτυρία της εναγομένης. Αυτό γιατί η αξιολόγηση που ακολουθεί είναι εκτεταμένη και αποκαλύπτει ό,τι σχετικό ειπώθηκε. Πρέπει να λεχθεί όμως ότι κριτήριο αξιολόγησης είναι η κοινή λογική. Επιπλέον η καθημερινή τριβή του δικαστή με υποθέσεις αυτού του είδους, ως επίσης η γνώση της περιβάλλουσας πραγματικότητας, είναι όλα όσα υποβοηθούν την κρίση του δικαστηρίου να λάβει σάρκα και οστά. Η εναγομένη μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση. Αμηχανία και δισταγμός είναι τα εξωτερικά γνωρίσματα που συνθέτουν τη μαρτυρία της, ενώ έκδηλο ήταν το στοιχείο επιτηδειότητας στις απαντήσεις της, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις συνεχείς παύσεις, την έλλειψη αυθορμητισμού και το απορημένο βλέμμα. Δεν περιορίζομαι όμως σε αυτή την εξωτερική εικόνα. Κρίνω ότι έτι χειρότερα είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της εναγομένης. Και εξηγώ· Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η εναγομένη διατείνεται πως μέχρι το 2007 εργαζόταν σε επιχείρηση που ασκούσε μαζί με το σύζυγό της. Έκτοτε όμως είναι άνεργη καθ' ότι η εν λόγω επιχείρηση σταμάτησε να λειτουργεί. Διατείνεται δε πως είναι οικονομικά εξαρτημένη από τον σύζυγό της και πως λόγω προχωρημένης ηλικίας, είναι σήμερα 61ος ετών, αδυνατεί να εξεύρει εργασία. Δεν λαμβάνει οποιοδήποτε βοήθημα, ενώ μετά δυσκολίας ικανοποιούνται οι βασικές βιοτικές ανάγκες της οικογένειας, καθ' ότι ο σύζυγός της ήταν χαμηλόμισθος και αδυνατούσε να ανταποκριθεί, ενώ πρόσθεσε ενόρκως ότι πλέον και ο σύζυγός της δεν εργάζεται και πως από τον Σεπτέμβριο του 2016 είναι καρκινοπαθής. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα πιο πάνω θέλουν την εναγομένη να βρίσκεται σε δεινή ή άθλια οικονομική κατάσταση. Εν τούτοις η δια ζώσης εξέταση της εναγομένης απεκάλυψε ότι η πραγματική οικονομική κατάσταση της τελευταίας καλύπτεται από πέπλο μυστηρίου και πως η ίδια ήταν απρόθυμη να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία. Ερωτήθηκε η εναγομένη και απάντησε ότι στο σπίτι που μένει διαβιούν η ίδια και ο σύζυγός της. Αν και σήμερα ουδέν εισόδημα έχουν, τα έξοδά τους ανέρχονται σε €500 με €600 για διατροφή, €60 για ηλεκτρισμό, €20 έκαστος για βενζίνη οχήματος - έχουν δυο οχήματα, ένα έκαστος - και €25 για κινητό τηλέφωνο. Τα εν λόγω έξοδα δεν είναι εξωπραγματικά. Μπορεί να πει κανείς ότι με μικρές αυξομειώσεις κυμαίνονται στο ποσό που όντως χρειάζεται μια διμελής οικογένεια. Το αξιοπερίεργο βεβαίως δεν είναι αυτό, αλλά τίνι τρόπω εξασφαλίζουν τόσα χρήματα μηνιαίως, δυο πρόσωπα που κατά τα άλλα δεν εργάζονται. Αν δεν έχουν άλλους πόρους τότε πως εξασφαλίζουν τούτο το ποσό που υπερβαίνει τα €700 μηνιαίως. Η απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης δεν σταματά εδώ. Δέχθηκε εν προκειμένω ότι η οικία που διαμένουν είναι ιδιόκτητη και εγγεγραμμένη επ' ονόματί της. Εν τούτοις υποστήριξε ότι είναι υποθηκευμένη για ένα ποσό μεταξύ €50000 με €70000. Όταν όμως ερωτήθηκε ποια είναι η δόση γι' αυτό το ποσό και ποιος την καταβάλλει, απάντησε ότι δεν πληρώνουν το σχετικό δάνειο. Εν τούτοις υποστήριξε ότι η τράπεζα δεν τους απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή για καθυστερημένες δόσεις και ούτε προώθησε διαδικασία εκποίησης της υποθήκης. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η εναγομένη δεν αποκάλυψε την πραγματική οικονομική της κατάσταση και ούτε είχε πρόθεση να πει την αλήθεια στο δικαστήριο. Είναι προφανές ότι δυο άτομα που δεν εργάζονται, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2016 ο σύζυγος, η εναγομένη πολύ πιο πριν και τα οποία δεν έχουν εισοδήματα, δεν θα ήταν σε θέση να ξοδεύουν το ποσό των €700 μηνιαίως. Περιπλέον, η μη αποπληρωμή των δόσεων στην τράπεζα θε είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις. Το γεγονός ότι τίποτα από τα πιο πάνω τους δημιουργεί πρόβλημα, δηλαδή τα μηνιαία έξοδα και η μη καταβολή των δόσεων, σε ένα μόνο συμπέρασμα οδηγεί· Αυτό είναι πως η εναγομένη έχει εισόδημα, το οποίο όμως δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο. Πέραν όμως των πιο πάνω η σαθρή εικόνα που δημιουργεί η μαρτυρία της εναγομένης αποκαλύπτεται και σε σχέση με ένα άλλο θέμα. Διερευνήθηκε εν προκειμένω η δυνατότητα της εναγομένης να εργαστεί, ώστε να λάβει κάποιο εισόδημα. Ενώ σε πρώτη φάση υποστήριξε ότι εργαζόταν περιστασιακά, περαιτέρω διερεύνηση που ακολούθησε αποκάλυψε ότι η τελευταία φορά που εργάστηκε ήταν τουλάχιστον πριν εννέα έτη. Τότε ήταν που έγινε γιαγιά από θυγατέρα και υιό και γι' αυτό έμεινε στο σπίτι ώστε να προσέχει τα εγγονάκια της. Ερώτηση κατά πόσο έψαξε για δουλειά, απαντήθηκε με αοριστίες και ασάφειες. Αρμόζει εν προκειμένω ο χαρακτηρισμός· 'απορία ψάλτου βυξ', εφόσον η εναγομένη παρουσιάστηκε απρόθυμη να δώσει εξηγήσεις και απλώς επαναλάμβανε ότι είναι 61ετός ετών. Γι' αυτό το τελευταίο παρεμβάλλω ότι η όλη διαδικασία και ιδιαίτερα η ευκαιρία που είχα να παρακολουθήσω την εναγομένη ενόσω μαρτυρούσε, κατέδειξε ότι πρόκειται για ώριμη γυναίκα, ευπαρουσίαστη, με κομψούς τρόπους, πνευματώδης και δραστήρια. Απορώ ομολογουμένως γιατί επικαλείται το θέμα ηλικίας. Στην προκείμενη περίπτωση η όλη εικόνα που έχω σχηματίσει, σε συνδυασμό με τη μόρφωση της εναγομένης, απόφοιτος λυκείου, την εμπειρία της σε εργοστάσιο υπόδησης, καθώς και η προηγούμενη εμπειρία της ως πωλήτρια σε κατάστημα υπόδησης, καθιστά σαφές ότι είναι ικανή και δη προσοντούχα για τέτοια εργασία. Γεγονός όμως είναι ότι δεν αναζήτησε τέτοια, εφόσον αδυνατούσε να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, δηλαδή που αποτάθηκε και τι της είπαν. Ενώ στη συνέχεια διαφάνηκε ότι ήταν απασχολημένη ως γιαγιά, δηλαδή προσέχοντας τα εγγονάκια της, λόγος όμως που σήμερα δεν υφίσταται εφόσον πηγαίνουν σχολείο. Τώρα η αοριστία και ασάφεια της εναγομένης σε ό,τι αφορά αναζήτηση εργασίας, αναδεικνύει δυο άλλες παραμέτρους. Δυο είναι εν προκειμένω οι λόγοι που δικαιολογούν τέτοια συμπεριφορά· είτε η εναγομένη ουδέποτε ασχολήθηκε να εξεύρει εργασία, είτε έχει εργασία και την αποκρύπτει από το δικαστήριο. Δεν έχει όμως σημασία ποιο εκ των δύο ισχύει. Εδώ η εναγομένη κρίθηκε ικανή για εργασία και δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι αδυνατεί να εξεύρει τέτοια. Η οικονομική κρίση, η οποία έχει αναγνωριστεί νομολογιακά, άγνωστο είναι κατά πόσο αποτελεί εμπόδιο, εφόσον εδώ η εναγομένη φαίνεται να μην αναζήτησε εργασία. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι δεν τέθηκε στο δικαστήριο σταθερό κριτήριο για οιονδήποτε εισόδημα που μπορεί να λάβει η εναγομένη. Είναι όμως ευθύνη της πλευράς της εναγομένης να αποσείσει τούτο το βάρος. Εφαρμόζονται εδώ τα λεχθέντα στην υπόθεση Βασιλειάδη ν. Τσουρή
(2007)1 Α.Α.Δ. 43, 48, όπου υποδείχθηκε ότι ο νόμος μετατοπίζει το βάρος απόδειξης στους ώμους του οφειλέτη. Περαιτέρω, αρκεί να διαπιστωθεί ότι αδικαιολόγητα ο οφειλέτης δεν εργάζεται, ώστε το δικαστήριο να προβεί σε έκδοση διατάγματος. (βλ. Νίτσα Χριστάκη Παναγιώτου, πιο πάνω). Στη δοσμένη περίπτωση εφόσον η εναγομένη δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν αναζήτησε εργασία, φερ' ειπείν ως εκείνη που είχε στο παρελθόν, δηλαδή υπάλληλος σε κατάστημα, το δικαστήριο δεν έχει παρά να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, δίδοντας όμως χρόνο στην εναγομένη να εξεύρει εργασία. Πέραν των πιο πάνω και διαζευκτικά, διάταγμα μπορεί να εκδοθεί και δια το λόγο ότι η εναγομένη δεν ικανοποίησε που βρίσκει εισοδήματα, ώστε να συντηρείται η ίδια και ο σύζυγός της, δοθέντος ότι είναι και οι δύο χωρίς εργασία. Για καθ' ένα από τους πιο πάνω λόγους ξεχωριστά και για όλους μαζί, καταλήγω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δικαιολογημένη. Συναφώς εκδίδω διάταγμα όπως η εναγομένη εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων ποσού €100, αρχής γενομένης από 01.03.2017. Επιπλέον, η εναγομένη να καταβάλει και τα έξοδα της διαδικασίας ως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν από τον πρωτοκολλητή. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο