← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΙΠΗ, Αρ. Αγωγής: 996/15, 13/1/2017

ΙΩΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΙΠΗ, Αρ. Αγωγής: 996/15, 13/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 996/15 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγοντα και ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΙΠΗ Εναγόμενου 13 Ιανουαρίου 2017 Αίτηση για διαγραφή μέρους της υπεράσπισης Για τον ενάγοντα/ καθ' ου η αίτηση: κα Μούζουρου Για τον εναγόμενο/αιτητή: κος Δημητριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση ζητείται πλήρης διαγραφή της 6ης παραγράφου της έκθεσης απαιτήσεως και ανάλογη προσαρμογή των υπολοίπων, δηλαδή όπου στο σώμα της έκθεσης αναφέρεται η 6η παράγραφος να διαγραφεί η σχετική αναφορά. Από τα πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η αίτηση υποβλήθηκε από τον εναγόμενο (στη συνέχεια ο αιτητής). Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.2 κ.κ. 1, 3, 6 και 9, Δ.19 κ.26, Δ.20 κ.κ. 1, 1Α, Δ.27 κ.3, Δ.48 κ.κ. 1-4· και η νομολογία, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του δικαστηρίου. Στον αντίποδα ο ενάγων (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση) ενίσταται στο αίτημα. Οι λόγοι δια αυτό έχουν ως ακολούθως·

  1. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή κατά νόμο αβάσιμη και/ή απαράδεκτη.
  2. Η αιτούμενη θεραπεία δεν είναι ουσιαστικά αναγκαία ούτε και απαραίτητη.
  3. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  4. Γίνεται κατά νομική πλάνη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  5. Η αίτηση θα στερήσει στον ενάγοντα να παρουσιάσει την υπόθεση του ως πραγματικά είναι και/ή ολοκληρωμένα και ως αυτή θα έδει να παρουσιασθεί συμφώνως των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  6. Η αίτηση παραβλέπει ότι στην περίπτωση αγωγής συκοφαντικής δυσφήμισης και/ή λιβέλου ο ενάγων δύναται να επεκτείνει τη βάση αγωγής επί του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Τώρα, εξυπηρετείται καλύτερα η δομή της απόφασης αν σε τούτο το στάδιο παρατεθούν οι αρχές που διέπουν το αίτημα. Ευθύς λοιπόν υποδεικνύω ότι αν και η αίτηση επικαλείται τόσο τη Δ.19 κ.26, όσο και τη Δ.27 κ.3, εν τούτοις από τα συμφραζόμενα αποκαλύπτεται ότι η τελευταία διαταγή δεν τυγχάνει εφαρμογής. Και εξηγώ· Όπως έχει νομολογηθεί ότι ο κ.26 της Δ.19 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon

(1998)1Γ Α.Α.Δ.1338, 1343). Από την άλλη ο κ.3 της Δ.27 μπορεί να οδηγήσει σε οριστικό τερματισμό της διαδικασίας, εφόσον επιτρέπει διαγραφή ανυπόστατου δικογράφου, δηλαδή δικογράφου που δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή απάντηση, ή είναι επιπόλαιο ή παρενοχλητικό (Frivolous or vexatious) (βλ. Σιακόλας, πιο πάνω, στη σελίδα 1344 και Χατζηκυριάκος v. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ.1119, 1121). Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο προσκρούει στις διατάξεις του κ.3 της Δ.27 επικεντρώνεται στο περιεχόμενο τούτου ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.246, 253). Στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω, υποδείχθηκε ότι η νομική υπόσταση δικογράφου κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (βλ. σελ. 255). Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε περαιτέρω ότι η διερεύνηση συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται τοιουτοτρόπως (βλ. σελ. 253). Εν κατακλείδι, αξίζει να αναφερθεί ότι η εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με φειδώ και μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Nagle v. Feilden
(1966)1 All E.R. 697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704, 711, λέχθηκε ότι 'It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable'. Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση In re Pelmako πιο πάνω, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος που έχει ο διάδικος να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος (βλ. σελ. 255). Δεδομένη λοιπόν είναι η εξουσία του δικαστηρίου για απόρριψη ή διαγραφή μέρους ενός δικογράφου. Ας δούμε όμως ποιος είναι ο λόγος που ο αιτητής αιτείται τη διαγραφή της 6ης παραγράφου της έκθεσης απαιτήσεως. Εδώ είναι η θέση του αιτητή πως το περιεχόμενο της 6ης παραγράφου της έκθεσης απαιτήσεως δεν δικαιολογείται από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Αναφύεται έτσι το ερώτημα· Τι είναι αυτό που αφορά η αγωγή; Το λοιπόν· το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2 r.1) καταχωρίστηκε την 06.03.
  1. Από τα εκεί αναφερόμενα διαπιστώνεται ότι ως βάση αγωγής έχει το αστικό αδίκημα του λίβελλου και/ή της επιζήμιας ψευδολογίας. Το λιτό, ως άλλωστε είθισται, γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος διέπραξε το εν λόγω αδίκημα σε δύο περιπτώσεις, αφενός την 08.10.2014 και αφετέρου την 10.10.2014 Μάλιστα σε αυτό ακριβώς το χρόνο διάπραξης του αστικού αδικήματος είναι που εδράζεται η αίτηση του εναγομένου. Ο αιτητής διατείνεται ότι ενώ η βάση αγωγής περιορίζεται χρονικά σε δυο περιπτώσεις, η έκθεση απαιτήσεως που καταχωρίστηκε και δη η 6η παράγραφος αυτής, επικαλείται γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρισης της αγωγής. Εν ολίγοις, είναι η θέση του αιτητή ότι τα αναφερόμενα στην 6η παράγραφο της έκθεσης απαιτήσεως, δηλαδή ότι εκτός των πιο πάνω ημερομηνιών ο αιτητής δυσφήμισε τον καθ' ου η αίτηση και την 28.08.2015, δηλαδή σε χρόνο άλλο από εκείνο που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα και μάλιστα μετά την έγερση της αγωγής, δεν δικαιολογούνται καθ' ότι είναι γεγονότα μεταγενέστερα και μή δικογραφημένα. Ας σημειωθεί εδώ ότι το πραγματικό πλαίσιο της αίτησης, δηλαδή οι ημερομηνίες που αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα και ακολούθως οι ισχυρισμοί της 6ης παραγράφου της έκθεσης απαιτήσεως, επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου και επιπλέον, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου αυτό το πλαίσιο γεγονότων είναι ότι θεωρείται ως το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Επανέρχομαι όμως σε εκείνο που νωρίτερα ανέφερα, εφόσον από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι ο αιτητής δεν επιζητεί διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου αλλά μόνο μέρος τούτου. Αυτή και μόνο η διαπίστωση, ορώμενη βεβαίως υπό το φως των δικανικών αρχών που πιο πάνω αναφέρονται, φανερώνει ότι αρμόζουσα διαταγή είναι η Δ.19, ενώ η Δ.27 που αναφέρεται στην αίτηση ουδεμία σχέση έχει. Ο λόγος δια αυτό οφείλεται σε εκείνο που αναφέρθηκε, δηλαδή πως η τελευταία διαταγή εξυπηρετεί διαγραφή όλου του δικογράφου ενώ η Δ.19 μέρος τούτου. Με αυτό λοιπόν το δεδομένο στρέφομαι να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Οι δυο πλευρές ομονοούν ότι εκεί όπου καταχωρείται γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο ενάγων έχει το δικαίωμα να επεκτείνει και/ή διαφοροποιήσει την αξίωσή του. Περί τούτου δεν χωρεί αμφιβολία εφόσον αυτό ακριβώς είναι που αναφέρεται στον κ.1Α της Δ.20, ο οποίος δηλώνει ότι· 1Α. Whenever a statement, of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ. Εκεί όπου οι δυο πλευρές φαίνεται να διαφωνούν είναι στην ερμηνεία που δίδουν στο σχετικό κανονισμό [Δ.20 κ.1Α]. Είναι εν προκειμένω η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της έκθεσης απαιτήσεως δεν συνιστά 'νέα βάση ή νέα αιτία αγωγής'. Με όλο το σεβασμό αλλά θεωρώ ότι η πλευρά του καθ' ου η αίτηση παρερμηνεύει το σχετικό κανονισμό. Κατ' αρχάς υποδεικνύω ότι το Annual Practice του 1958 πραγματεύεται τη Δ.20 κ.1Α, η οποία αντιστοιχεί στην αγγλική παλαιά O.20 r.
  2. Κάτω από την παράγραφο 'Alter, modify or extend', μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι· "Hence the plaintiff is permitted in his subsequent statement of claim, to alter, modify, or extend, his original claim to any extent, and to claim further or other relief, without amending his writ (Large v. Large
(1877)W.N. 198, Johnson v. Palmer, 4 C.P.D. 258); provided he does not completely change the cause of action indorsed on the writ without amending the latter (Cave v. Crew, 62 L.J. Ch. 530; Ker v. Williams, 30 S.J. 238)" Τα πιο πάνω φανερώνουν πως καίτοι η διαφοροποίηση της αξίωσης ενός γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος είναι επιτρεπτή, δεν σημαίνει ότι είναι και απεριόριστη. Ο περιορισμός εν προκειμένω αφορά τη βάση αγωγής και όπως αναφέρεται στο Annual Practice, ο ενάγων δεν δικαιούται να αλλάξει (change) τούτη εκ βάθρων (completely), χωρίς πρώτα να τροποποιήσει το αρχικό δικόγραφο, δηλαδή το κλητήριο ένταλμα. Σε αυτό το σημείο κρίνω πως αρμόζει να υποδειχθεί ότι ο κ.1Α της Δ.20 δεν αναφέρεται σε βάση αγωγής. Εκεί χρησιμοποιείται η λέξη claim, δηλαδή αξίωση. Είμαι της γνώμης ότι δεν είναι τυχαία η μή χρησιμοποίηση του όρου 'cause of action' (βάση αγωγής), στη Δ.20 κ.1Α. Αυτό γιατί το απόσπασμα του Annual Practice φανερώνει ότι δεν είναι επιτρεπτή η αλλοίωση της βάσης αγωγής δίχως τροποποίηση. Διαφορετικό είναι να επεκταθεί η αξίωση, δηλαδή επί των ίδιων ισχυρισμών που αναφέρονται στο δικόγραφο και άλλο να προστεθεί νέα βάση αγωγής, δηλαδή νέοι ισχυρισμοί γεγονότων. Τα πιο πάνω αναδεικνύουν όμως άλλο ένα ερώτημα που το δικαστήριο καλείται να απαντήσει. Τούτο είναι· τι έστι βάση αγωγής; Κρίνω πως το ερώτημα απαντάται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Bank Of Cyprus Ltd v. Αmbrosia Oils and Margarine Industry Ltd a.o.
(1986)1 C.L.R.
  1. Στη σελίδα 197 αναφέρεται ότι· "For an action to subsist there must be a cause of action. A "cause of action" is defined in the Courts of Justice Law 14/
  2. In Letang v. Cooper, [1964] 2 All E.R. 929, Diplock, L. J., at p. 934, very aptly defined the term "cause of action" as follows:- "A cause of action is simply a factual situation the existence of which entitles one person to obtain from the Court a remedy against another person"." Περιπλέον, στο ερμηνευτικό άρθρο, δηλαδή το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60η φράση βάση αγωγής επεξηγείται ως ακολούθως· «βάσις της αγωγής" περιλαμβάvει τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεv σημαίvει κατ' αvάγκηv oλόκληρov τηv βάσιv της αγωγής.» Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η βάση αγωγής μιας υπόθεσης είναι το πραγματικό πλαίσιο, δηλαδή οι ισχυρισμοί γεγονότων που επικαλείται ο διάδικος, που του επιτρέπει να διεκδικήσει θεραπεία εδραζώμενος σε σχετικό άρθρο του νόμου ή αρχή δικαίου. Αυτό όμως είναι ό,τι καθιστά το αίτημα εύλογο και δικαιολογημένο. Εύστοχη κρίνεται η θέση του αιτητή ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης θεμελιώνεται άμα τη αποδείξει δημοσίευσης δυσφημιστικού κειμένου που αφορά τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Χαρ. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550, 553, υιοθετήθηκε το σκεπτικό της αγγλικής υπόθεσης Knupffer v. London Express Newspaper Ltd
(1944)1 All E.R. 495, όπου ο Λόρδος Atkin ανάφερε· ". in order to be actionable the defamatory words must be understood to be published of and concerning the plaintiff" Συνάγεται λοιπόν ότι δεν νοείται διάπραξη του αστικού αδικήματος πριν ή άνευ δημοσιεύσεως (βλ. σχετικά και το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, του Πόλυ Πολυβίου, στις σελίδες 30 - 32). Περιπλέον, δικαίως ο αιτητής επικαλείται το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση, εφόσον στη σελίδα 373 αναφέρεται ότι· 'Each and every publication of a libel gives a distinct and separate cause of action' Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής, εν προκειμένω του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δεν είχε διαπραχθεί το αστικό αδίκημα που ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται στην 6η παράγραφο της έκθεσης απαιτήσεως. Αυτό γιατί τα γεγονότα της εν λόγω παραγράφου είναι μεταγενέστερα της καταχώρισης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος. Η δε ενσωμάτωση τούτων των γεγονότων στην έκθεση απαιτήσεως δίχως τροποποίηση δεν είναι απλή μεταβολή (alteration) ή μετασχηματισμός (modification) ή επέκταση (extension) των ισχυρισμών. Συνιστά κλασσική περίπτωση τροποποίησης της αγωγής και δη προσθήκη νέας βάση αγωγής, δηλαδή νέων γεγονότων που σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα στην παράγραφο 6 έλαβαν χώρα την 28.08.2015 και στοιχειοθετούν νέο λίβελλο. Δικαίως, ο αιτητής παραπέμπει στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 24, εφόσον αναφέρεται εκεί ότι· 'In an action for libel, if the plaintiff wishes to rely in his statement of claim on publications not particularized in the endorsement on the writ, he should apply for leave to amend the writ (f).' Τα πιο πάνω σφραγίζουν την τύχη της 6ης παραγράφου, εφόσον απερίφραστα δηλώνουν πως εκεί όπου επιζητείται επίκληση δημοσίευσης που δεν αναφέρεται στο δικόγραφο, επιβάλλεται τροποποίηση του τελευταίου. Ως εκ τούτου, εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση η προσθήκη έγινε χωρίς την άδεια του δικαστηρίου και όπως έχει κριθεί εκφεύγει των δικονομικών διατάξεων, επιβάλλεται η διαγραφή τούτης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης και συνεπώς η 6η παράγραφος της έκθεσης απαιτήσεως και οι συναφείς τούτης αναφορές και θεραπείες διαγράφονται. Τα έξοδα της επίδικης αίτησης, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν, επιδικάζονται υπέρ του αιτητή. Να καταβληθούν με την αποπεράτωση της διαδικασίας. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.