← Κύπρος

PRIME INSURANCE COMPANY LTD ν. ΘΑΛΕΙΑ ΧΑΡΑΛΑΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 4987/2015, 30/1/2017

PRIME INSURANCE COMPANY LTD ν. ΘΑΛΕΙΑ ΧΑΡΑΛΑΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 4987/2015, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4987/2015 Μεταξύ: PRIME INSURANCE COMPANY LTD Ενάγουσας και ΘΑΛΕΙΑ ΧΑΡΑΛΑΠΟΥΣ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 19.10.2016 30 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Χριστοδούλου. Για Εναγόμενη/ καθ' ης η αίτηση: κα Θεοχάρους. ΄ ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων είναι μόνο για το ποσό των €83.00 και αφορά υπόλοιπο οφειλόμενο ασφάλιστρο σε σχέση με ασφαλιστικό συμβόλαιο που συνήφθηκε προς όφελος της εναγομένης στις 16.02.

  1. Στις 23.05.2016 η εναγόμενη καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι είχε ξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Επειδή η αγωγή καταχωρήθηκε κατά το έτος 2015 και η διαφορά των μερών δεν υπερβαίνει τις €3000.00 εφαρμογή έχει η νέα Δ.
  2. Οι ενάγοντες κατά παράβαση της διαταγής 30 δεν καταχώρησαν έγκαιρα αίτηση για οδηγίες. Η νέα διαταγή προνοεί ότι αίτηση για οδηγίες πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την συμπλήρωση των δικογράφων. Η Δ.30 κ.2(β) περιορίζει την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να επεκτείνει τον χρόνο για την καταχώρηση αίτηση για οδηγίες ως ακολούθως: «Δ.30
  3. (β) Οι προθεσμίες των 30 ημερών που καθορίζονται ανωτέρω στους Θεσμούς 1(α) και 2(α) δεν παρατείνονται εκτός αν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράταση τους». Επτά μήνες αφού είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα της αγωγής, οι ενάγοντες επιχειρούν με την παρούσα αίτηση να επεκτείνουν το χρόνο καταχώρησης απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης και κατά συνέπεια να επεκτείνουν το χρόνο κατά τον οποίο δικαιούνται να καταχωρήσουν αίτηση για ορισμό της αγωγής. Η απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν είναι αναγκαίο δικόγραφο στη διαδικασία. Ουσιαστικά ο ενάγοντας επιλέγει κατά πόσο θα απαντήσει στην Έκθεση Υπεράσπισης και είναι γι' αυτό το λόγο που η προθεσμία για την καταχώρηση της απάντησης καθορίζεται από την Δ.21 κ. 14

(1)σε επτά ημέρες από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Παρόλο που υπάρχει συγκεκριμένος θεσμός που καθορίζει επακριβώς τον χρόνο κατά τον οποίο δικαιούται ο ενάγοντας να καταχωρήσει απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης κρίνω ότι η Δ.21 κ.14
(1)θα πρέπει να συνδυαστεί και να ερμηνευθεί μαζί με την Δ.57.2 η οποία προνοεί ως ακολούθως: «57.2. A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order». Είναι φανερό από το λεκτικό της Δ.57 κ.2 ότι το Δικαστήριο μπορεί στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία να επεκτείνει το χρόνο πραγματοποίησης οποιουδήποτε διαβήματος στην αγωγή, γενικά σε όλες τις διαδικασίες της αγωγής συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου καταχώρησης απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης. Όμως η Δ.57 θα πρέπει πλέον να ερμηνευθεί σε σχέση και με αναφορά την Δ.30 ως ακολούθως: «Δ.30
(1)
(3)(β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6 - 9, 24, 28, 33,38, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής. Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα». Η καταχώρηση απάντησης στην αγωγή είναι προαιρετικό διάβημα στην αγωγή. Με την αίτηση τους οι ενάγοντες δεν έχουν περιλάβει τον ισχυρισμό που προτίθενται να προσθέσουν στα δικόγραφα με την απάντηση στην Υπεράσπιση ώστε να εξάξω το συμπέρασμα ότι η καταχώρηση της απάντησης θα προσθέσει νέο ισχυρισμό ουσίας στα υφιστάμενα δικόγραφα. Μάλιστα, υπάρχουν γεγονότα που προκύπτουν από το δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, ως τα έχει αναδείξει η εναγόμενη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για αλλότριους λόγους, δηλαδή, για να αποφύγουν την καταβολή των εξόδων εφόσον η προθεσμία των 60 ημερών έχει παρέλθει. Η προθεσμία έχει παρέλθει και μέσα στην εν λόγω προθεσμία δεν έγινε καμία ενέργεια από τους διαδίκους δίδοντας δικαίωμα στον πρωτοκολλητή να αποστείλει ειδοποίηση για απόρριψη της αγωγής σύμφωνα με την Δ.30 κ 1 (γ). Ήταν θέση των αιτητών ότι θα πρέπει να παραβλέψω την καθυστέρηση στην καταχώρηση της απάντησης και να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της παράτασης, ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλουν την απαίτηση τους. Αντιθέτως, ήταν θέση της καθ' ης η αίτηση ότι θα πρέπει να αρνηθώ να παρατείνω την προθεσμία για την καταχώρηση της απάντησης διότι πραγματικός σκοπός της αίτησης ήταν να παρακάμψουν την Δ.30 κ.1(γ) παρά το γεγονός ότι με την απραξία τους έχουν εγκαταλείψει την απαίτηση τους. Είναι θέση της καθ' ης η αίτηση ότι δεν είναι ορθό το Δικαστήριο να αναβιώσει μία διαφορά που οι ενάγοντες με την ολιγωρία και απραξία τους έχουν εγκαταλείψει. Η απαίτηση των εναγόντων είναι για ένα πολύ μικρό ποσό. Τους δόθηκε κάθε ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους. Όμως άσκοπα και χωρίς δικαιολογία έχουν αφήσει τις προθεσμίες να παρέλθουν με αποτέλεσμα η απαίτησή τους με βάση την Δ.30 να θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί και να υπόκειται σε απόρριψη. Η Δ.57 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη χωρίς αναφορά της ειδικής πρόνοιας που έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, ήτοι την Δ.
  1. Παρόλο που η αίτηση αφορά αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης απάντησης στην υπεράσπιση αυτή η πρόνοια δεν μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς αναφορά την Δ.30 που εφαρμόζεται ειδικά στην παρούσα αγωγή δυνάμει της Δ.30 κ.1.3(β). Η Δ.30κ1.3(β) προνοεί ρητώς και επιτακτικά ότι στην περίπτωση που περάσουν 60 μέρες από τη συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή θεωρείται εγκαταληφθείσα και θα απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Στην περίπτωση που ήθελε εγκριθεί το παρόν αίτημα αυτό συνιστά στην ουσία καταστρατήγηση της Δ.30 η οποία θεσπίσθηκε ειδικά για να εκδικάζονται μικρές διαφορές γρήγορα και αποτελεσματικά. Κρίνω ότι οι θεσμοί και συγκεκριμένα η Δ.30 δεν μου παρέχει διακριτική εξουσία να αναβιώσω μία διαφορά η οποία θεωρείται εγκαταλειφθείσα από τους ενάγοντες. Όμως και επί της ουσία δεν θα ασκούσα την διακριτική μου εξουσία υπέρ τέτοιας παράτασης διότι δεν θεωρώ ότι εξυπηρετείται η απονομή της δικαιοσύνης με την παραχώρηση τέτοιας μεγάλης παράτασης για μία απαίτηση που δεν υπερβαίνει τα €100.
  2. Οι ενάγοντες έχουν επιδείξει αδιαφορία προς τους θεσμούς αφού έχουν παρέλθει πολλοί μήνες από τη λήξη της προθεσμίας. Δεύτερο, οι ενάγοντες δεν έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο ποια θα είναι η προτεινόμενη απάντηση στην Υπεράσπιση ώστε να διαπιστώσω κατά πόσο αυτός είναι ο σκοπός της αίτησης και όχι η παράκαμψη της Δ.
  3. Τρίτο, ο μόνος λόγος που επικαλούνται τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας είναι φόρτος εργασίας. Δεν έχουν παραθέσει γεγονότα συγκεκριμένα που να τεκμηριώνουν το γενικό και αόριστο συμπέρασμα ότι ο φόρτος εργασίας ήταν ουσιαστικό και πραγματικό εμπόδιο στην τήρηση των προθεσμιών που προνοούν οι θεσμοί. Τετοια γεγονότα θα ήταν σημαντικά να τα γνωρίζει το Δικαστήριο ώστε να εκτιμήσει κατά πόσο η μεγάλη καθυστέρηση οφείλεται σε αβλεψία των δικηγόρων να τηρούν τους θεσμούς ή αμέλεια κατά την τήρηση των θεσμών. Στην υπόθεση Βουριά ν Δάσκαλου[1] το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο ως γενικό κανόνα θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του εξουσία υπέρ της παράτασης εκεί όπου διάδικος επιδεικνύει σπουδή για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων που εκτρέπονται λόγω σφάλματος ή αδιαφορίας, νοουμένου ότι δεν διαπιστώνεται ανατρεπτικός παράγοντας για την απονομή της δικαιοσύνης. Ο ενάγοντας ασφαλώς έχει το Συνταγματικό δικαίωμα να ακουσθεί και να έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του όπως νομίζει για να προωθήσει καλύτερα την απαίτηση του όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει σε χρόνο που τον βολεύει με την άνεση του και αγνοώντας τις προθεσμίες που προβλέπουν οι θεσμοί. Στην υπόθεση Fame Transports Ltd. ν. Κυπριακή Δημοκρατία[2] η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεξήγησε ότι: «Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται δικαστικά και με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όμως η αμέλεια του δικηγόρου σπάνια μπορεί να αποτελέσει τέτοιος λόγος ειδικά όταν παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την λήξη της προθεσμίας και ο αντίδικος έχει αποκτήσει κάποιο δικαίωμα ή συμφέρον που θα ανατραπεί με την παράταση της προθεσμίας: "Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους Θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρησή τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης, οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35, θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος» ». Τέλος, το Εφετείο υπέδειξε ότι δεν υπήρχε καμία αυθεντία στην οποία λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου ή του διαδίκου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα έφεση θα μπορούσε να αποτελέσει λόγος από μόνος του που να δικαιολογεί παράταση της προθεσμίας. Το ίδιο ισχύει και στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ότι υπήρχαν συντρέχοντα περιστατικά αποκαλυπτικά ύπαρξης αντικειμενικών δυσκολιών για την εμπρόθεσμη καταχώρηση της απάντησης και στην τήρηση των προθεσμιών που προβλέπει η Δ.
  4. Ο φόρτος εργασίας δεν μπορεί να αποτελέσει πανάκεια για την μη συμμόρφωση των προθεσμιών που προβλέπουν οι θεσμοί. Δεν μπορεί να παραταθεί μία προθεσμία των 7 ημερών για ακόμη έξη με επτά μήνες με μόνη δικαιολογία την αμέλεια του δικηγόρου λόγω φόρτου εργασίας. Σε διαφορετική περίπτωση πετυχαίνεται αναβίωση της δικαστικής διαδικασίας η οποία εγκαταλείφθηκε προ μηνών χωρίς βάσιμο και ουσιαστικό λόγο για μια διαφορά που δεν υπερβαίνει τα 100 ευρώ με τρόπο που επηρεάζονται κεκτημένα συμφέροντα της εναγομένης και κατά παράβαση των χρονοδιαγραμμάτων που θεσπίσθηκαν στην Δ.30 ώστε να εξυπηρετείται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Εν όψει των ανωτέρω κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει θέσει υπόψη μου βάσιμο λόγο για να με ικανοποιήσει ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία προς έγκριση του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ 808
(1993)[2]
(2000)3 Α.Α.Δ. 561 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.