← Κύπρος

Μάριος Δρουσιώτης προσωπικά και/ή εμπορευόμενος υπό την εμπορική επωνυμία «Marios Drousiotis Structure» ν. Hiberlux Iberia S.L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 154/

Μάριος Δρουσιώτης προσωπικά και/ή εμπορευόμενος υπό την εμπορική επωνυμία «Marios Drousiotis Structure» ν. Hiberlux Iberia S.L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 154/15, 10/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 154/15 Μεταξύ: Μάριος Δρουσιώτης προσωπικά και/ή εμπορευόμενος υπό την εμπορική επωνυμία «Marios Drousiotis Structure». Ενάγουσας και

  1. Hiberlux Iberia S.L.
  2. Glasscon Α.Ε Εναγομένων Αίτηση ημερ. 17.6.16 υπό εναγομένου 2 - αιτητή για παραμερισμό σφράγισης του κλητηρίου & απόρριψης της αγωγής. Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2017 Για εναγομένη 2 - αιτήτρια: κος Άγης Γεωργιάδης Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Άντρια Ιωαννίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας είναι πολιτικός μηχανικός και ασκεί το επάγγελμα του υπό την εμπορική επωνυμία «Marios Drousiotis Structure». Η εναγόμενες 1 & 2 είναι κατασκευαστικές εταιρείες με έδρα την Ισπανία και την Ελλάδα αντίστοιχα. Η απαίτηση του ενάγοντα ανέρχεται σε €209.800,00 λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης σύμβασης και/ή απώλεια κέρδους και/ή εύλογης αμοιβής (quantum meruit) για παρασχεθείσες υπηρεσίες και έξοδα στα οποία προέβη προς όφελος των εναγομένων, αναφορικά με υπεργολαβία για την κατασκευή του θόλου της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Αξιώνει επίσης το ποσόν των €55.132,50 ως συμφωνηθείσα προμήθεια και/ή δυνάμει συμφωνίας και /ή για έξοδα στα οποία προέβη προς όφελος των εναγομένων, αναφορικά με την υπεργολαβία της πιο πάνω κατασκευής που ανέλαβαν οι εναγόμενοι ως υπεργολάβοι. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, οι εναγόμενες δυνάμει εν μέρει γραπτής και εν μέρει προφορικής συμφωνίας που έγινε τον Οκτώβριο του 2012, του ανέθεσαν να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες έτσι ώστε οι εν λόγω εταιρείες να οριστούν υπεργολάβοι, αναφορικά με την ανέγερση του θόλου της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου με την ονομασία «Stelios Ioannou Learning Recourses Centre». Ήταν κατά τον ενάγοντα, ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι οι εναγόμενες θα τον αποζημίωναν για τα έξοδα στα οποία θα προέβαινε καθώς και ότι θα ελάμβανε προμήθεια σε συγκεκριμένο ποσοστό και θα του ανατίθετο συγκεκριμένο μέρος των εργασιών από το οποίο θα είχε κέρδος €200.000,
  3. Οι εναγόμενες, ανέλαβαν την ως άνω υπεργολαβία, την οποία έφεραν σε πέρας χωρίς όμως κατά τον ενάγοντα να του αναθέσουν το μέρος των εργασιών που συμφώνησαν και επιπρόσθετα παρά τις συμβατικές τους δεσμεύσεις δεν του κατέβαλαν τα έξοδα του που ανέρχονται σε €9.800,00 και την προμήθεια του ύψους €55.132,
  4. Ο ενάγων αφού πέτυχε στις 27.6.2014 διάταγμα σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος, καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 19.1.15 με την οποία αξιώνει από τις εναγόμενες εταιρείες τα πιο πάνω ποσά. Στην συνέχεια, εκδόθηκε στις 5.2.15 μετά από αίτηση του ενάγοντα, διάταγμα για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στις εναγόμενες 1 & 2, στο εξωτερικό. Η εναγομένη 2, μετά που της επιδόθηκε η ειδοποίηση του κλητηρίου στην Ελλάδα, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση της σφράγισης του κλητηρίου και την απόρριψη της αγωγής. Επικαλείται επί του προκειμένου, αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Αθήνας να εκδικάσουν τις επίδικες διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Διαζευκτικά, η εναγομένη 2 αιτείται παράταση του χρόνου καταχώρησης υπεράσπισης σε περίπτωση που αποτύχει η αίτηση της για απόρριψη της αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς Ε.Ε. 1215/12 και Ε.Κ. 44/
  5. Στηρίζεται επίσης στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.6 ΘΘ.1, 4, 5 & 6, Δ.16 Θ.9, Δ.21 Θ.1, Δ.27 Θ.3, Δ.48 ΘΘ.2, 9 & 11 και Δ.57 Θ.
  6. Την αίτηση, συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της αιτήτριας. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι τα ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή, προέκυψαν σε σχέση με έγγραφο ημερομηνίας 4.10.12 που υπογράφηκε από τον ενάγοντα και τις εναγόμενες 1 και 2 (τεκμ. Α). Οι διάδικοι υπέγραψαν επίσης άλλα δύο έγγραφα ημερομηνίας 15.3.12 και 14.6.12 (τεκμ. Β και Γ). Όλα τα πιο πάνω έγγραφα κατά τον ομνύοντα, περιλαμβάνουν ρήτρες παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας με τις οποίες συμφωνήθηκε ότι τα Δικαστήρια της Αθήνας θα έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία για οποιαδήποτε διαφορά ή διένεξη προκύψει μεταξύ των μερών που υπογράφουν το κάθε έγγραφο. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης 2, περιλαμβάνεται εξαντλητικά στα τεκμήρια Α, Β και Γ και δεν έχει συναφθεί οποιαδήποτε άλλη γραπτή ή προφορική συμφωνία που να αντικρούει, τροποποιεί, αφαιρεί ή προσθέτει οτιδήποτε άλλο. Συνεπώς, τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, εμπίπτουν στις συμφωνηθείσες ρήτρες παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας και αποκλειστική δικαιοδοσία για να τα ακούσουν και αποφασίσουν, έχουν τα Δικαστήρια της Αθήνας. Ο ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης, ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια της νομολογίας για την παροχή των αιτούμενων θεραπειών. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η εναγομένη 2, καταχώρησε αδιαμαρτύρητα σημείωμα εμφάνισης και έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, λαμβάνοντας διαδικαστικά διαβήματα στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, η παρούσα αίτηση δεν συνοδεύεται από υπαρκτή μαρτυρία. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα. Σε αυτήν υιοθετεί όλους τους πιο πάνω λόγους ένστασης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς, επί τους οποίους εδράζει στην αξίωση του εναντίον των εναγομένων. Αναφέρει στη συνέχεια ότι το υπό κρίση έργο, βρίσκεται στην Κύπρο όπου έγιναν και οι περισσότερες συναντήσεις αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Επιπλέον, επισημαίνει ότι πέραν της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, η αγωγή του στηρίζεται και σε ισχυρισμούς για απάτη και δόλο ήτοι αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν στην Κύπρο. Αναφέρεται στη συνέχεια ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί αφού γίνεται από δικηγόρο χωρίς να προβάλλεται οποιαδήποτε εξήγηση για αυτό. Σε σχέση με τα τεκμήρια, ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο Α δεν αφορά την παρούσα υπόθεση αφού στο επίδικο έργο, ήταν ρητή συμφωνία ότι θα ήταν συνέταιρος με την εναγομένη 2 και σε καμία περίπτωση δεν θα πρόσφερε υπηρεσίες ως συνεργάτης. Αναφορικά με τα τεκμήρια Β και Γ, αυτά αφορούν την υπό ίδρυση εταιρεία Glasscom Cyprus, η οποία όμως ουδέποτε ιδρύθηκε και είναι ξεκάθαρο ότι τίθενται σε μια προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Επίσης, αυτά αφορούν συμφωνία με γερμανική εταιρεία που δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία και η οποία συμφωνία, ουδέποτε υλοποιήθηκε. Ο ενόρκως δηλών, αναφέρει στη συνέχεια ότι η παρούσα καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, ήτοι 6 μήνες μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης άνευ διαμαρτυρίας. Η εν λόγω καθυστέρηση δεν δικαιολογείται από την αιτήτρια, δεδομένου ότι στο μεσοδιάστημα έλαβαν χώρα αρκετές εμφανίσεις στο Δικαστήριο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της εναγομένης 2 - αιτήτριας στην αγόρευση του, έκαμε αναφορά στον Ε.Κ. 44/01, που ρυθμίζει την δικαιοδοσία των Δικαστηρίων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στο άρθρο 23 του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο όπου εντοπίζεται ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, τα Δικαστήρια του τόπου που προσδιορίζεται στη ρήτρα, έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Οι ίδιες πρόνοιες εντοπίζονται στα άρθρα 25, 27 και 28 του Κανονισμού Ε.Ε. 1215/12 που αντικατέστησε τον Κανονισμό Ε.Κ.44/
  7. Ο συνήγορος, σημείωσε στη συνέχεια παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ότι στις περιπτώσεις που η αγωγή αφορά σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρα δικαιοδοσίας, το βάρος απόδειξης γιατί να μην διαταχθεί αναστολή της αγωγής, είναι στους ώμους του ενάγοντα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ύπαρξη τέτοιας ρήτρας, πρέπει απαραίτητα να τίθεται σε γνώση του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της αίτησης για σφράγιση και για άδεια επίδοσης στο εξωτερικό. Η επίκληση διαζευκτικής αιτίας αγωγής, άλλης από την παράβαση σύμβασης δεν εξουδετερώνει κατά τον συνήγορο τη ρήτρα δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο θα εξετάσει ποια είναι η κύρια αιτία αγωγής, λαμβανομένης υπόψη της πραγματικής εικόνας και ουσίας της υπόθεσης. Ειδικότερα στην περίπτωση ισχυρισμών για απάτη και ψευδείς παραστάσεις που ρυθμίζονται ρητά από τα άρθρα 17 και 18 του Περί Συμβάσεως Νόμου δεν μπορεί να παρακαμφθεί η ρήτρα δικαιοδοσίας επειδή ενδεχομένως η ισχυριζόμενη συμπεριφορά να εμπίπτει ταυτόχρονα και στο άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν οδηγεί αυτοτελώς και στην απόρριψη της. Επιπλέον για να θεωρηθεί πως ο διάδικος που προβάλλει ένσταση αναφορικά με τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων έχει υποταχθεί στη δικαιοδοσία τους, θα πρέπει να επιδείξει τέτοια συμπεριφορά ή να προβεί σε τέτοιες ενέργειες που να δείχνουν άνευ όρων αποδοχή της δικαιοδοσίας. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στη συνέχεια στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, εισηγούμενος ότι η αιτήτρια ουδέποτε εγκατέλειψε την ένσταση της αναφορικά με τη δικαιοδοσία. Αντίθετα, επιφύλαξε ρητά το δικαίωμα της να εγείρει την παρούσα αίτηση. Ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί κατά τον συνήγορο, να επικαλείται την καθυστέρηση που ο ίδιος προκάλεσε αφού υπήρξε σημαντική καθυστέρηση εκ μέρους του στην προώθηση της αγωγής. Όσον αφορά τα τεκμήρια Α, Β και Γ από απλή ανάγνωση φαίνεται ότι αφορούν ξεκάθαρα την επίδικη συμφωνία όπως αυτή περιγράφεται στις αιτήσεις για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό. Η μερικώς γραπτή συμφωνία την οποία επικαλείται ο ενάγοντας δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, όπως επίσης δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το «προφορικό» μέρος της συμφωνίας. Αντιθέτως, η επίδικη σύμβαση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα τεκμήρια Α, Β και Γ και επομένως η διαφορά των διαδίκων, εμπίπτει στη ρήτρα δικαιοδοσίας των εν λόγω συμβάσεων. Ο συνήγορος του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση στη δική του αγόρευση, υιοθέτησε όλους τους λόγους έντασης όπως αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης. Ακολούθως, έκαμε αναφορά στα γεγονότα που προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης. Στη συνέχεια, με παραπομπή στη νομική πτυχή της υπόθεσης, εισηγήθηκε ότι το βάρος απόδειξης σε ενδιάμεσες αιτήσεις όπως η παρούσα, είναι πάντα στους ώμους του αιτητή. Με αναφορά στη Δ.16 Θ. 9, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι για να μπορούσε η αιτήτρια να προωθήσει την παρούσα αίτηση, όφειλε να εξασφαλίσει προηγουμένως διάταγμα να εμφανιστεί υπό διαμαρτυρία. Επιπλέον, η υπερβολική κατά τον συνήγορο εξάμηνη καθυστέρηση αλλά και η συμμετοχή στη μέχρι σήμερα διαδικασία με την καταχώρηση αίτησης μη προώθησης της αγωγής, αποτελούν ικανοποιητικούς λόγους για την απόρριψη της παρούσας, ιδιαίτερα από το γεγονός ότι δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από πλευράς αιτήτριας για την μεγάλη καθυστέρηση. Νομική πτυχή της παρούσας αίτησης για ακύρωση της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου. Στην Δ.6 Θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Θ.4, αναφέρεται ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το δικαίωμα παραμερισμού από τον εναγόμενο του διατάγματος επίδοσης στο εξωτερικό, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσον τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το διάταγμα επίδοσης, όσον και η δικαιοδοτική του βάση (S.P.P. Projects limited v. Integral Equipment Sarl

(1993)1 Α.Α.Δ 762). Η εναγομένη 2 - αιτήτρια, ισχυρίζεται ότι το κλητήριο θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω συμβατικής ρήτρας δικαιοδοσίας αλλά και απόκρυψης του γεγονότος αυτού στην διαδικασία σφράγισης του κλητηρίου και της αίτησης επίδοσης του στο εξωτερικό. Από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση - ενάγοντας, προβάλει σειρά από λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης όπως το καθυστερημένο του αιτήματος αλλά και η καταχώρηση εμφάνισης χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί διάταγμα για εμφάνιση υπό όρους. Τα πιο πάνω στοιχεία στερούν κατά τον καθ' ου η αίτηση, το δικαίωμα στην αιτήτρια να αμφισβητήσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα εμπίπτει σε αυτά που καθορίζονται στην Δ.6 Θ.
  1. Αυτό που επικαλείται η αιτήτρια - εναγομένη 2, είναι ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις της Δ.6 Θ.4, αφού δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον της λόγω συμβατικής ρήτρας δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Αθήνας. Η Δ.6 Θ.4 έχει ως ακολούθως:
  2. Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Επιπλέον στην υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: « Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Έγινε επίσης παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch
(1981)1 C.L.R. 297,
  1. « . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favor of the proponent of service outside jurisdiction» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης, δυνάμει της Δ.16 Θ.
  2. Σχετική είναι η υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1584, όπου λέχθηκε επίσης ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσον ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε την μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 Θ.1 τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα σφράγισης και επίδοσης. Ως έχει νομολογηθεί, η αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου, θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία, κατ' ουσία είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει την σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου, θα εξετάσω στην συνέχεια τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα αλλά και από τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Η διερεύνηση των επιδίκων θεμάτων θα γίνει με παραπομπή όπου χρειάζεται σε σχετική νομολογία. i. Η εμφάνιση υπό όρους - το καθυστερημένο της αίτησης Ήταν η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η παρούσα δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί δεν εξασφαλίστηκε διάταγμα για εμφάνιση υπό όρους αλλά και λόγω μεγάλης καθυστέρησης στην προώθηση του αιτήματος. Η Δ.16 Θ.9, που αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος έχει ως εξής:
  1. A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Σε ελεύθερη μετάφραση:
  2. Ένας εναγόμενος πριν εμφανιστεί θα είναι ελεύθερος, χωρίς να πετύχει διάταγμα καταχώρησης ή καταχωρώντας εμφάνιση υπό όρους, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση». Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Μελετώντας προσεχτικά τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να προσεγγιστεί από τον εναγόμενο με τους εξής τρείς τρόπους:
  3. Χωρίς καν να εμφανισθεί δηλαδή πριν να καταχωρήσει κανονική και χωρίς όρους εμφάνιση (unconditional appearance), δικαιούται να αιτηθεί από το Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως, τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Αυτή είναι και η έννοια της φράσης «without obtaining an order to enter or entering unconditional appearance »
  4. Να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία και είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατό και προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία (fresh step in the action) να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.
  5. Εναλλακτικά η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του, μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης για εμφάνιση υπό αίρεση. Νοείται ότι οποιαδήποτε ενέργεια επιλεγεί αυτή θα πρέπει να εκδηλωθεί προτού καταχωρηθεί κανονικό σημείωμα εμφάνισης. Η φράση «before appearing» σημαίνει τον χρόνο πριν την καταχώρηση ανεπιφύλακτης και χωρίς όρους εμφάνισης (unconditional appearance), η οποία στην ουσία αποτελεί αποποίηση του δικαιώματος του εναγομένου να αμφισβητήσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, στην σελίδα 197: «Before appearing. - This means before entering an unconditional appearance. After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a fresh step within O.70 r.2.» Σχετικές είναι επίσης μεταξύ άλλων και οι αποφάσεις G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, Γεωργιάδης v. Χάσικου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136, Παπακόκκινου v. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C. κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090 και Blue Island Fish Farming Ltd v. Lefkaritis Bros (Maritime) Ltd κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2033). Στην παρούσα υπόθεση, η εναγομένη 2 - αιτήτρια πέτυχε στις 18.12.15 μετά από μονομερή αίτηση, την έκδοση διατάγματος για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, η οποία καταχωρήθηκε την ίδια ημερομηνία στις 18.12.
  1. Δεν ισχύει ως εκ τούτου, η θέση του ενάγοντα ότι η παρούσα θα πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης διατάγματος εμφάνισης υπό όρους. Στην συνέχεια στις 5.1.16, η εναγομένη 2 καταχώρησε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της αφού δεν είχε καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης. Μετά από διάφορες εμφανίσεις όπου ο ενάγοντας ζητούσε χρόνο για καταχώρηση έκθεση απαίτησης, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 3.6.16, ημερομηνία που καταχωρήθηκε τελικά η έκθεση απαίτησης. Ακολούθησε στις 19.9.16, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η εναγομένη 2 - αιτήτρια, ζητά την ακύρωση της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου. Είναι γεγονός ότι στο διάταγμα για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία δεν αναφέρεται χρόνος στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρηθεί η παρούσα αφού δεν ζητήθηκε κάτι τέτοιο με την σχετική αίτηση. Αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση της αιτήτριας όπως καταχωρήσει το συντομότερο δυνατό την αίτηση με την οποία να αμφισβητεί την σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό. Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια προτίμησε πριν προβεί στο υπό κρίση αίτημα, να καταχωρήσει αίτηση για μη προώθηση της διαδικασίας λόγω παράλειψης καταχώρησης έκθεσης απαίτησης από τον καθ' ου η αίτηση. Είναι γεγονός ότι υπήρξε αρκετή καθυστέρηση από πλευράς του καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα, ο οποίος ζήτησε και πήρε αρκετό χρόνο προτού καταχωρήσει την έκθεση απαίτησης του. Η αίτηση για μη προώθηση της αγωγής, αποσύρθηκε στις 3.6.19 όταν καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα στις 19.9.
  2. Η περίοδος των τριών μηνών που ακολούθησε από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί κατά την κρίση μου, ισχυρισμούς για μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Εξ' άλλου, ο ενάγοντας δεν μπορεί να επικαλείται την δική του καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής ως δικαιολογία για απόρριψη της παρούσας αίτησης. ii. Μη αποκάλυψη ουσιαστικών στοιχείων στην μονομερή διαδικασία Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει προκαταρτικά και προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, αφορά την θέση της εναγομένης 2 - αιτήτριας για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση κατά την μονομερή διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό γιατί σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η πιο πάνω θέση, η παρούσα θα επιτύχει χωρίς να χρειαστεί να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Είναι η θέση της αιτήτριας επί του προκειμένου ότι δεν έχει γίνει πλήρης αποκάλυψη αναφορικά με την ρήτρα δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Αθήνας. Στην υπόθεση El Sayegh v. Credit Suisse (ανωτέρω), παραμερίστηκε η σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας λόγω μη αποκάλυψης από τον ενάγοντα ουσιαστικών στοιχείων που αφορούσαν το αγώγιμο του δικαίωμα και ιδιαίτερα, δεν αποκάλυψε ρήτρα δικαιοδοσίας στην σύμβαση των διαδίκων. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό, παραπλανήθηκε το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ξένης δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα να δικαιολογείται ο παραμερισμός της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου στο εξωτερικό. Αναφέρθηκε επίσης ότι η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων, ισχύει και στις μονομερείς αιτήσεις για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όπως ακριβώς ισχύει στις περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: « Εν τέλει το δικαστήριο κατέληξε, στην αίτηση διά κλήσεως, ότι δεν υπήρξε από τον εφεσείοντα πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στοιχείων όταν αποτάθηκε για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με καθιερωμένες αρχές, αυτό καθιστούσε τη διαδικασία μεμπτή και δικαιολογούσε τον παραμερισμό ή ακύρωση του αποτελέσματος. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία. Οι αρχές αυτές συζητήθηκαν και εντελώς πρόσφατα και αποσαφηνίστηκαν από την Ολομέλεια στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου
(1996)1 A.A.Δ. 597, με την οποία συμφωνούμε. Επισημαίνουμε ότι και για περιπτώσεις αυτής της φύσης ισχύει το ίδιο όπως και για περιπτώσεις έκδοσης ασφαλιστικών διαταγμάτων. Η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον παραμερισμό ή ακύρωση διατάγματος εκδοθέντος σε μονομερή αίτηση.» Στην παρούσα περίπτωση, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ο ενάγων κάνει αναφορά σε εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική συμφωνία. Δεν επισυνάπτεται όμως η γραπτή συμφωνία που ο ίδιος επικαλείται ούτε και δίδονται λεπτομέρειες του κατ' ισχυρισμό προφορικού μέρους της. Από την άλλη, η αιτήτρια με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, επισυνάπτει τρία αντίγραφα συμφωνιών (τεκμ. Α, Β & Γ), σύμφωνα με τα οποία τα Δικαστήρια της Αθήνας καθορίζονται ως τα μόνα αρμόδια για επίλυση των επίδικων διαφορών με τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, το τεκμήριο Α είναι γραπτή σύμβαση του ενάγοντα με την εναγομένη 2 με την οποία συμφωνείται όπως ο ενάγοντας παρέχει ανεξάρτητες υπηρεσίες προς την εναγομένη
  1. Στο έγγραφο αυτό, γίνεται ειδική αναφορά στην γενικότερη συνεργασία των διαδίκων και στις προμήθειες που δικαιούται ο ενάγοντας. Στο τέλος της σύμβασης, αναφέρεται ρητά ότι αρμόδια Δικαστήρια για οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων είναι τα Δικαστήρια της Αθήνας και εφαρμοστέο δίκαιο, το Ελληνικό. Το τεκμήρια Β & Γ σχετίζονται με την ανάθεση της υπεργολαβίας για το επίδικο έργο στην εναγομένη 1 Ισπανική εταιρεία μαζί με την κοινοπραξία (joint venture) ενάγοντα - εναγομένης
  2. Και στα δύο αυτά έγγραφα, υπάρχει ρητός όρος ότι αρμόδια Δικαστήρια για οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων σε σχέση με την πιο πάνω υπεργολαβία, είναι τα Δικαστήρια της Αθήνας. Η μη παρουσίαση των πιο πάνω εγγράφων από τον ενάγοντα στην μονομερή διαδικασία, συνιστά κατά την κρίση μου απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων της υπόθεσης που δικαιολογεί την ακύρωση του κλητηρίου χωρίς το Δικαστήριο να εξετάζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του αιτήματος. Το ζήτημα της ρήτρας δικαιοδοσίας, είναι σημαντικό γιατί άπτεται του στοιχείου της καλής βάσης αγωγής που είναι προϋπόθεση που ο ενάγων όφειλε να αποδείξει κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Όφειλε λοιπόν ο ενάγων να αποκαλύψει το γεγονός αυτό, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει έχοντας όλα τα δεδομένα ενώπιον του κατά πόσον η ενάγουσα έχει καλή αιτία αγωγής. Πρόκειται για ουσιώδες γεγονός που θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή αίτηση αφού σχετίζεται άμεσα με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Είναι δε κατά την άποψη μου σαφές ότι η απόκρυψη της ρήτρας δικαιοδοσίας, επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Αν το Δικαστήριο είχε ενώπιον του το γεγονός αυτό, ενδεχόμενα η απόφαση του να ήταν διαφορετική σε σχέση με την σφράγιση του κλητηρίου και την επίδοση του στο εξωτερικό. Τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης El Sayegh (ανωτέρω), όπου παραμερίστηκε η σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας λόγω μη αποκάλυψης συμβατικής ρήτρας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων. Με το θέμα, ασχολήθηκε επίσης η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd ν. Fiat Auto s.p.a (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: « Στην υπόθεση εκείνη η παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Ανάλογο αποτέλεσμα υπήρξε στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 9610, 31.3.1998, με αναφορά και στη Demstar, ανωτέρω. Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις.» Σχετική είναι και η υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κα
(1990)1 Α.Α.Δ
  1. Λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η αρχή που επιτάσσει την παράθεση ουσιαστικών περιστατικών, έχει ευρύτερη εφαρμογή και καλύπτει όλες τις αιτήσεις χωρίς κοινοποίηση στον αντίδικο. Παρότι στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι τουλάχιστον στις αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται πρόθεση εξαπάτησης, μεταγενέστερη νομολογία (βλ. El Sayegh ανωτέρω) καθιέρωσε την αρχή ότι η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση ακύρωσης του διατάγματος. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε μη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων που εξ' αντικειμένου επηρέασαν την κρίση του Δικαστηρίου στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Ως εκ τούτου, τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα για σφράγιση του κλητηρίου και επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου στο εξωτερικό ημ. 27.6.2014 και 5.2.15 αντίστοιχα θα πρέπει να ακυρωθούν χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης και των υπολοίπων λόγων που επικαλείται η αιτήτρια. iii. Καλή βάση αγωγής - Έλλειψη δικαιοδοσίας Κυπριακών Δικαστηρίων Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσον πληρείται η προϋπόθεση της Δ.6 Θ.4 για απόδειξη καλής βάσης αγωγής εκ μέρους του ενάγοντα. Αυτό σε περίπτωση που σε δεύτερο βαθμό δεν γίνει αποδεκτή η κατάληξη μου για απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων από τον ενάγοντα κατά την μονομερή διαδικασία. O Ευρωπαϊκός Κανονισμός E.E1215/12 που καθορίζει την διεθνή δικαιοδοσία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρει στο άρθρο 4.1 ως γενική αρχή ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος - μέλος της Ένωσης, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Στον γενικό αυτό κανόνα που αναφέρεται στην νομική ορολογία ως "δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου", ο Ε.Ε.1215/12 καθορίζει κάποιες εξαιρέσεις. Για τους σκοπούς της παρούσας, μας ενδιαφέρει η εξαίρεση του άρθρου 25 στις περιπτώσεις που καθορίζεται συμβατική ρήτρα δικαιοδοσίας μεταξύ συμβαλλομένων. Το άρθρο 25.1 που προσδιορίζει την πιο πάνω ρήτρα με τον όρο «παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας», έχει ως εξής: Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας
  2. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Αναφέρεται επίσης στο εδάφιο α του άρθρου 25.1 ότι η εν λόγω συμφωνία καταρτίζεται μεταξύ άλλων είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση. Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από τα τεκμήρια Α, Β & Γ ότι ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι 1 & 2, καθόρισαν μέσω γραπτών συμβάσεων ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας με την οποία δίδεται αποκλειστική αρμοδιότητα στα Δικαστήρια της Αθήνας να εκδικάσουν όλες τις διαφορές των διαδίκων που προκύπτουν από τα επίδικα συμβόλαια. Ως εκ τούτου, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές όπως αναφέρονται στην παρούσα αγωγή. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα περίπτωση ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής ώστε να δικαιολογείται η σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό. Τελική κατάληξη Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να πετύχει για του ακόλουθους λόγους:
  3. Ο ενάγων δεν αποκάλυψε κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, σημαντικά γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα δεν αποκάλυψε την συμβατική ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Αθήνας στις επίδικες διαφορές.
  4. Ο ενάγων δεν έχει καλή βάση αγωγής γιατί οι επίδικες συμβάσεις καθορίζουν αποκλειστική ρήτρα δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Αθήνας για επίλυση των υπό κρίση διαφορών των διαδίκων. Ως αποτέλεσμα, το εκδοθέν μονομερώς στις 27.6.2014 διάταγμα για σφράγιση και καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή, παραμερίζεται και ακυρώνεται. Ομοίως, το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό ημ. 5.2.15, επίσης ακυρώνεται. Συνεπακόλουθα, το καταχωρηθέν κλητήριο ένταλμα ημ. 19.1.15, παραμερίζεται και η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 2 - αιτήτριας και εναντίον του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.