← Κύπρος

ΚΟΚΟΣ ΚΟΥΣΠΗΣ & ΣΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΛΤΔ ν. C. HARALCO & SPANTIOS DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2661/10, 30/1/2017

ΚΟΚΟΣ ΚΟΥΣΠΗΣ & ΣΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΛΤΔ ν. C. HARALCO & SPANTIOS DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2661/10, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2661/10 Μεταξύ: ΚΟΚΟΣ ΚΟΥΣΠΗΣ & ΣΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και C. HARALCO & SPANTIOS DEVELOPERS LTD Εναγόμενων 30 Ιανουαρίου 2017 Για τους ενάγοντες: κος Γεωργιάδης Για τους εναγόμενους: κος Πουτζιουρής ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εδράζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού. Τα ακριβή στοιχεία της αξίωσης και οι όποιες παρεμφερείς λεπτομέρειες εξετάζονται πιο κάτω. Για την ώρα πρέπων είναι να συνοψισθούν όλα εκείνα τα γεγονότα που τα δικόγραφα δείχνουν ότι δεν αμφισβητούνται. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι πλείστες τόσες πληροφορίες προέρχονται από τις τρεις πρώτες παραγράφους της έκθεσης απαιτήσεως, εφόσον η υπεράσπιση ρητά παραδέχεται τούτες (βλ. 2η παράγραφο υπεράσπισης). Αποτελεί λοιπόν γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Kατά το 1999 οι ενάγοντες ανέλαβαν δυνάμει οδηγιών ή/και εντολής των εναγομένων μετά από γραπτή ή/και προφορική συμφωνία, να εκτελέσουν εργασίες κατασκευής αλουμινίων σε υπό ανέγερση από τους εναγομένους πολυκατοικίες. Τα μέρη συμφώνησαν ότι η πληρωμή θα γινόταν σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και συμφώνως τιμολογιών που θα εξέδιδαν οι ενάγοντες. Περαιτέρω, αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι οι ενάγοντες ανταποκρίθηκαν και συμμορφώθηκαν με τη συμφωνία των διαδίκων και εκτέλεσαν πλήρως τις ανατεθείσες σε αυτούς εργασίες, με επιμέλεια και συμφώνως των υποδείξεων των εναγομένων. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας των διαδίκων οι ενάγοντες αγόρασαν από τους εναγόμενους ένα διαμέρισμα. Δεν αποφαίνομαι όμως για ό,τι σχετικό αυτής της δεύτερης συμφωνίας, δηλαδή την αξία του διαμερίσματος και πότε θα καταβάλλετο, εφόσον οι θέσεις των διαδίκων διαφέρουν. Υποδεικνύεται εν τούτοις πως και οι δύο πλευρές θέλουν την αποπληρωμή τούτου [του διαμερίσματος], να ενσωματώνεται στην κατάσταση λογαριασμού των διαδίκων, δηλαδή στις εκεί αναφερόμενες χρεοπιστώσεις και μάλιστα να αφαιρείται από την αξία των εργασιών που οι ενάγοντες πρόσφεραν στους εναγομένους, τις οποίες και δικαιούνταν να πληρωθούν. Τέλος, οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι ενάγοντες δεν εξόφλησαν το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του διαμερίσματος. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδοχές γεγονότων που προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, σε μεγάλο βαθμό από τις παραγράφους 1, 2 και 3 της έκθεσης απαιτήσεως και ως εκ τούτου υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Ας δούμε τώρα το σύνολο των δικογραφημένων θέσεων, νοείται πέραν των προειρημένων παραδοχών, ως επίσης τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Είναι η θέση των εναγόντων ότι τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού και πως δυνάμει τούτης οι εναγόμενοι τους οφείλουν το ποσό των £71908,54, μείων το ποσό των €25692,02, δηλαδή το υπόλοιπο που παραμένει δια εξόφληση του διαμερίσματος που αγόρασαν από τους εναγόμενους. Για δε το διαμορφωθέν υπόλοιπο λογαριασμού, δηλαδή το ποσό των €97234,01, κάλεσαν τους εναγόμενους να καταβάλουν τούτο, οι τελευταίοι όμως αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες αξιώνουν το προαναφερθέν υπόλοιπο, πλέον τόκο προς 8% από 22.06.

  1. Στον αντίποδα οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι οι καταστάσεις λογαριασμού των εναγόντων είναι ελλαττωματικές και/ή προβληματικές και/ή αναληθείς και/ή δεν λαμβάνουν υπόψη συμφωνηθείσα έκπτωση ύψους 5%. Περαιτέρω, αρνούνται ότι οφείλουν το ποσό των €122863,04, δηλαδή το συνολικό ποσό πριν την αφαίρεση του υπολοίπου δια την αγορά του διαμερίσματος. Για δε το διαμέρισμα που αγόρασαν οι ενάγοντες, υποστηρίζουν ότι τούτο έγινε το
  2. Η αξία του διαμερίσματος είχε συμφωνηθεί σε £36000, εκ των οποίων οι ενάγοντες κατέβαλαν μόνο £
  3. Τέλος, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τόκο προς 8% από 22.06.
  4. Οι ενάγοντες κάλεσαν στο δικαστήριο τρείς μάρτυρες. Πρώτος κλήθηκε ο Γεώργιος Κουσπής (ΜΕ1), δεύτερος ο Μιχαήλ Τζιόζεφ Αντωνίου (ΜΕ2), και τρίτος ο Σταύρος Κουσπής (ΜΕ3). Για την υπεράσπιση μαρτυρία έδωσε μόνο ο Αντώνης Θεολόγου (ΜΥ1). Ας δούμε τώρα τι είναι εκείνο που ανέφεραν οι μάρτυρες στη δια ζώσης μαρτυρία τους. Οι ΜΕ1 και ΜΕ3 ανέφεραν ότι είναι αδέλφια. Όπως επεξήγησε ο δεύτερος [ΜΕ3]· μέτοχοι στην εταιρεία είναι ο αδελφός του [ΜΕ1] και η σύζυγος του ιδίου, δηλαδή του ΜΕ
  5. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν στο τεχνικό τμήμα της εταιρείας ενώ οι λογαριασμοί τηρούνταν από τον αδελφό του, τον ΜΕ
  6. Αυτός ήταν ο λόγος που επικαλέστηκε όταν ερωτηθείς αδυνατούσε να επεξηγήσει διάφορα ποσά, χρεώσεις και πιστώσεις, που αναφέρονται στο τεκμήριο 1, δηλαδή την κατάσταση λογαριασμού. Τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ3 αντεξετάστηκαν από την υπεράσπιση σε σχέση με το περιεχόμενο και δη την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 1). Συγκεκριμένα η υπεράσπιση υπέδειξε στον ΜΕ1 τα τεκμήρια 2 και 3, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των τιμολογίων που εξέδωσαν οι ενάγοντες και αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο
  7. Ακολούθως η υπεράσπιση αντιπαρέβαλε τούτα τα τιμολόγια με την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1) και υπέδειξε στο μάρτυρα ότι κάποια τιμολόγια δεν αναφέρονται στην κατάσταση, παραδείγματος χάριν το τιμολόγιο με αριθμό 2805 στο τεκμήριο 2, ενώ κάποια άλλα, όπως το τιμολόγιο με αριθμό 2795, επίσης μέρος του τεκμηρίου 2, αλλά και το τιμολόγιο με αριθμό 2965 που είναι το τεκμήριο 3, αφορούν άλλη εταιρεία, εν προκειμένω την Maramco. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις σε σχέση με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάποια τιμολόγια δεν αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού, δέχθηκε όμως ότι τα τιμολόγια που στο πρόσωπο τούτων και συγκεκριμένα στην περιγραφή εργασιών αναγράφεται η φράση Maramco, δηλαδή τα τιμολόγια 2795 (τεκμήριο 2) και 2965 (τεκμήριο 3), δεν αφορούν τους εναγόμενους αλλά τρίτη εταιρεία. Ερωτήματα ανάλογου περιεχομένου υποβλήθηκαν και στον ΜΕ
  8. Επί του προκειμένου ο μάρτυρας ανέφερε ότι η εταιρεία των εναγομένων είχε δυο συνεταίρους. Ο ένας ήταν ο Αντώνης Θεολόγου, δηλαδή ο ΜΥ1, και ο άλλος κάποιος Νεόφυτος Χαραλαμπίδης. Ο τελευταίος είχε και άλλη εταιρεία, εν προκειμένω την Maramco, της οποίας οι εργασίες ήταν συναφείς με τις εργασίες των εναγομένων. Βλέποντας το τιμολόγιο 2795 (μέρος του τεκμηρίου 2), δέχθηκε ότι τα ποσά που εκεί αναφέρονται δίπλα από τη φράση Maramco, δεν αφορούν τους εναγομένους αλλά την εταιρεία που είχε ο Νεόφυτος Χαραλαμπίδης. Εν τούτοις, ήταν η θέση του ότι τα εκεί αναφερόμενα ποσά δεν χρεώθηκαν στο λογαριασμό των εναγομένων. Ο ΜΕ3 ερωτήθηκε και για το τεκμήριο 5, δηλαδή απόδειξη με αριθμό 2321 που θέλει τους ενάγοντες να λαμβάνουν από τους εναγομένους το ποσό των £
  9. Και αυτό το τεκμήριο παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από την υπεράσπιση. Πέρι τούτου ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ενίοτε οι διάδικοι συμφωνούσαν την αμοιβή των εναγόντων σε είδος, δηλαδή αντί χρημάτων πληρώνονταν λαμβάνοντας διαμέρισμα. Αυτό έγινε, σύμφωνα με το ΜΕ3, τέσσερις με πέντε φορές. Εν τούτοις στην πορεία του πράγματος αν οι εναγόμενοι ήθελαν να πωλήσουν το διαμέρισμα, η συμφωνία με τους ενάγοντες ακυρώνετο και οι τελευταίοι λάμβαναν το τίμημα των εργασιών που είχαν εκτελέσει. Αυτό ισχύει, υποστήριξε ο ΜΕ3, και σε σχέση με το τεκμήριο
  10. Λόγω του ότι ακυρώθηκε η πώληση του διαμερίσματος, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες την αξία των εργασιών που είχαν προσφέρει. Τέλος, ο ΜΕ3 παρουσίασε στο δικαστήριο το τεκμήριο 6, δηλαδή αριθμό τιμολογίων που προηγούνται χρονικά της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 1), ώστε να εξηγήσει πως προέκυψε το υπόλοιπο που στην κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ότι συνιστά προϊόν μεταφοράς, εξου και είναι η πρώτη καταχώριση που εκεί αναφέρεται. Από την άλλη η υπεράσπιση υπέδειξε στον ΜΕ3 τα τεκμήρια 8, 9 και 10, δηλαδή αποδείξεις που θέλουν τους εναγομένους να κατέβαλαν, στις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες, διάφορα ποσά. Η σημασία τούτων των αποδείξεων έγκειται στο ότι δεν αναφέρονται στο τεκμήριο 1, δηλαδή την κατάσταση λογαριασμού. Μάλιστα ούτε ο ΜΕ3 ήταν σε θέση να εξηγήσει το λόγο που δεν συμπεριλήφθηκαν στην κατάσταση λογαριασμού. Αρνήθηκε όμως ότι οι ενάγοντες αξιώνουν χρήματα που δεν δικαιούνται και προς υποστήριξη τούτου επανέλαβε ότι μαζί με τον Νεόφυτο Χαραλαμπίδη εξέτασαν τα τιμολόγια ένα προς ένα και συμφωνούσαν ποια ήταν πληρωμένα και ποια όχι. Διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με την εγκυρότητα της κατάστασης λογαριασμού υποβλήθηκαν και στο ΜΕ2, λογιστή στο επάγγελμα, εφόσον τούτος είναι που προέβη στην κατάρτιση του εν λόγω τεκμηρίου. Εν πρώτοις ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1) ετοιμάστηκε από τον ίδιο το
  11. Στη συνέχεια όμως του υποδείχθηκε άλλο ένα έντυπο, για το οποίο ανέφερε ότι επίσης είναι κατάσταση λογαριασμού των διαδίκων, η οποία αφορά την περίοδο 2000 με
  12. Το εν λόγω έντυπο, δηλαδή η δεύτερη κατάσταση λογαριασμού, είναι το τεκμήριο 4 και παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από την υπεράσπιση. Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα τα τιμολόγια 2795 και 2828 (αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 2) και του υποβλήθηκε ότι το ποσό που αναγράφεται στο τιμολόγιο διαφέρει από εκείνο της κατάστασης λογαριασμού. Καίτοι ο μάρτυρας αναγνώρισε τη διαφορά, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το γιατί. Περιπλέον, όπως στο ΜΕ3 έτσι και στο ΜΕ2 υποδείχθηκε το πρώτο ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 1 [£5405,39] και το οποίο δεν συναρτάται με κάποιο τιμολόγιο. Όπως ανέφερε ο ΜΕ2, είναι τούτο το ποσό υπόλοιπο που παρέμεινε από προηγουμένως. Ανέφερε δε ότι μετριέται σαν 'brought forward balance'. Δεν ήταν όμως σε θέση να εξηγήσει πως προέκυψε, ανέφερε εν τούτοις ότι πρέπει να υπάρχουν τα τιμολόγια που το δικαιολογούν, τα οποία όμως κατέχουν οι ενάγοντες. Υποδείχθηκε και στον ΜΕ2 το τεκμήριο 5, δηλαδή η απόδειξη που κάνει λόγο για ακύρωση διαμερίσματος. Εν τούτοις ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει και δήλωσε άγνοια. Ούτε όμως και για το τεκμήριο 8, απόδειξη είσπραξης £8000, ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί δεν συμπεριλαμβάνεται στο τεκμήριο
  13. Στον αντίποδα ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν οιονδήποτε ποσό. Υποστήριξε ότι τα τεκμήρια 1 και 4, δηλαδή οι δυο καταστάσεις λογαριασμών, και συγκεκριμένα οι διαφορές που παρουσιάζουν, καθώς επίσης οι αποδείξεις που παρουσίασε η υπεράσπιση (τεκμήρια 8, 9, 10 και 13) και το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού, φανερώνουν τα προβλήματα και τις ελλείψεις της κατάστασης λογαριασμού στην οποία εδράζεται η αξίωση. Στη βάση αυτών των ισχυρισμών κάλεσε το δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω σπεύδω να αξιολογήσω το μαρτυρικό υλικό. Σημειώνω συναφώς ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είμαι της γνώμης ότι όλοι οι μάρτυρες, τόσο των εναγόντων όσο και των εναγόμενων, είπαν στο δικαστήριο την αλήθεια. Με αυτό δεν σημαίνει ότι δέχομαι τη μαρτυρία όλων στην ολότητά της, παρά μόνο ότι θεωρώ πως όλοι ήταν μάρτυρες της αλήθειας και δεν είχαν πρόθεση παραποίησης των πραγματικών γεγονότων. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης αναφέρω πως η μαρτυρία στο σύνολό της είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων. Περιπλέον, σε μεγάλο βαθμό η μαρτυρία όλων των μαρτύρων αλληλοϋποστηρίζεται. Και εξηγώ· από μέρους των εναγόντων το πρόσωπο που τηρούσε την κατάσταση λογαριασμού ήταν ο ΜΕ
  1. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά την εκτέλεση των εργασιών συναντούσε τον Νεόφυτο Χαραλαμπίδη και μαζί εξέταζαν το κάθε τιμολόγιο ξεχωριστά. Όταν πλέον συμφωνούσαν ποιες εργασίες εκτελέστηκαν, εξέδιδε τιμολόγιο το οποίο υπογραφόταν από τον ίδιο [ΜΕ3] και τον Νεόφυτο Χαραλαμπίδη. Αυτή η θέση, η οποία συναρτάται με την υπογραφή των τιμολογίων και επιπλέον αναδεικνύει την εγκυρότητα των εκεί αναφερομένων, υποστηρίχτηκε και από τον ΜΥ
  2. Σε ερώτηση που υποβλήθηκε στο ΜΥ1, δηλαδή ότι είναι μετά τον έλεγχο της κατάστασης εργασιών που εκδίδονταν και υπογράφονταν τα τιμολόγια, απάντησε ότι· «Συμφωνούσαμε τις λίστες με τον κύριο Σταύρο κατά της προσφερθείσας πραγματικής εργασίας με τις ανάλογες διορθώσεις όπου χρειαζόταν και ο κύριος Σταύρος προχωρούσε στην έκδοση των τιμολογίων προς την εταιρεία μου». Δηλαδή όπως ο ΜΕ3 έτσι και ο ΜΥ1 δέχτηκε ότι η έκδοση και υπογραφή των τιμολογίων ήταν απότοκο συναντίληψης των διαδίκων. Εν ολίγοις το περιεχόμενο των υπογεγραμμένων τιμολογίων επιβεβαιώνετο από τα μέρη και συνεπώς ήταν αποδεχτό. Εκείνο όμως που θεμελιώνει την ταύτιση που παρατηρείται στο μαρτυρικό υλικό σε σχέση με την έκδοση των τιμολογίων, είναι η απάντηση του ΜΥ1 στην τελευταία ερώτηση που του υποβλήθηκε. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε· «Τους ενάγοντες τους γνωρίζεις για πολλά χρόνια έτσι; Πιστεύεις ότι μετά τον δικό σας έλεγχο των πρόχειρων καταστάσεων θα μπορούσε η ενάγουσα εταιρεία να εκδώσει ψεύτικα τιμολόγια ή αποδείξεις για την εταιρεία σας;» Και απάντησε· «Όχι δεν νομίζω να εκδώσει όμως θα μπορούσε να το έχει κάνει άθελά της.» Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι ο τρόπος έκδοσης των τιμολογίων και ο ισχυρισμός ότι τα υπογεγραμμένα τιμολόγια ήταν κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων. Σύμπτωση θέσεων παρατηρείται και σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί ακύρωσης της συμφωνίας αγοράς διαμερίσματος. Όπως ο ΜΕ3 έτσι και ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι σε διάφορες περιπτώσεις οι ενάγοντες αποζημιώθηκαν για τις υπηρεσίες τους με αγορά διαμερίσματος. Εν τούτοις στην πορεία κάποιες από αυτές τις συμφωνίες ακυρώθηκαν και το διαμέρισμα πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο. Πάντα όμως, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, με τη σύμφωνη γνώμη των εναγόντων. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι και επί τούτου οι ισχυρισμοί των μερών συμπίπτουν. Περαιτέρω, επιβεβαιώνουν και τις επεξηγήσεις του ΜΕ3 σε σχέση με το τεκμήριο 5, δηλαδή την απόδειξη 2321 στην οποία αναγράφεται η φράση· 'έναντι ακύρωσης διαμερίσματος' και το λόγο που οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των £10.
  3. Κρίνω πως η σχετική θέση επιβεβαιώνεται από τα λεγόμενα των ΜΕ3 και ΜΥ1, εφόσον σε εκείνη την περίπτωση η αποζημίωση των εναγόντων επιτεύχθηκε με την παραχώρηση του διαμερίσματος. Όταν όμως στη συνέχεια ακυρώθηκε η συμφωνία που αφορούσε το διαμέρισμα, οι εναγόμενοι κλήθηκαν και κατέβαλαν στους ενάγοντες το συμφωνηθέν τίμημα, δηλαδή £10.
  4. Αυτός είναι και ο λόγος που στην απόδειξη (τεκμήριο 5) αναφέρεται η φράση έναντι ακύρωσης διαμερίσματος. Πέραν των πιο πάνω, στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι οι ισχυρισμοί αμφότερων των διαδίκων ταυτίζονται και επιπλέον, ότι επιβεβαιώνονται από την εγγραφή μαρτυρία, δεν μπορεί να μην υποδειχθεί το ποσό απλοϊκή, αυθόρμητη και γνήσια ήταν η θέση, τόσο του ΜΕ1 όσο και του ΜΕ
  5. Ουδείς εκ των δυο επιχείρησε να αποφύγει τα όποια συμπεράσματα των αποδείξεων που παρουσίασε η υπεράσπιση, οι οποίες όμως [αποδείξεις] δεν αναφέρονται στο τεκμήριο
  6. Όπου δεν γνώριζαν ή αδυνατούσαν να επεξηγήσουν τις διάφορες αποδείξεις πληρωμών, φερ' ειπείν τα τεκμήρια 8, 9 και 10, ρητά δήλωναν τούτο και δεν έκρυβαν την άγνοιά τους. Εκείνο όμως που πραγματικά αναδεικνύει τη φιλαλήθεια των δυο αυτών μαρτύρων [ΜΕ1 και ΜΕ3], είναι οι απαντήσεις που έδωσαν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν σε σχέση με τα τιμολόγια 2795 (μέρος του τεκμηρίου 2) και 2965 (τεκμήριο 3). Και οι δυο μάρτυρες ανέφεραν, χωρίς περιστροφές, δισταγμό ή επιτηδειότητα, ότι εκείνο το μέρος που στο τιμολόγιο αναφέρεται η εταιρεία Maramco, δεν αφορά τους εναγόμενους αλλά την τρίτη αυτή εταιρεία [Maramco]. Όπως ο ΜΥ1 έτσι και ο ΜΕ3, ανέφεραν ότι ο Νεόφυτος Χαραλαμπίδης, δηλαδή ο ένας εκ των μετόχων των εναγομένων, είχε και άλλη εταιρεία, την Maramco, η οποία επίσης συνεργαζόταν με τους ενάγοντες. Αυτό το γεγονός δεν αποσιωπήθηκε από τους ενάγοντες αλλά αποκαλύφθηκε και επεξηγήθηκε. Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που ο ΜΕ3 ανέφερε ότι στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1) το ποσό που αντιστοιχεί στο τιμολόγιο 2795, διαφέρει από εκείνο που φαίνεται στην όψη του τιμολογίου, καθ' ότι αφαιρέθηκε το ποσό που είναι σε κύκλο. Και αυτό γιατί το ποσό που είναι σε κύκλο αφορά την Maramco και όχι τους εναγόμενους. Προτού όμως ολοκληρώσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ότι επιβάλλεται ένα σύντομο σχόλιο για τον ΜΕ2, αφενός και για το τεκμήριο 4, αφετέρου. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 είναι τυπική και περιορισμένη στην κατάρτιση της κατάστασης λογαριασμού. Ο μάρτυρας δεν είναι γνώστης του ουσιαστικού περιεχομένου των τιμολογίων ή των αποδείξεων που αναγράφονται, ή δεν αναγράφονται, στην κατάσταση λογαριασμού. Εν ολίγοις η συμβολή του είναι περιορισμένη στη λογιστική κατάρτιση τούτης της κατάστασης και τίποτα περαιτέρω. Θεώρηση της μαρτυρίας του υπό το φως των πιο πάνω, αναδεικνύει πως είναι τυπική και όχι ουσιαστική. Συνεπώς δεν έχει σημασία η άγνοια του για κάποιες λεπτομέρειες. Τώρα, η υπεράσπιση παρουσίασε το τεκμήριο 4 για να πλήξει την εγκυρότητα του υπολοίπου στην κατάσταση λογαριασμού. Είναι γεγονός ότι αντιπαραβολή των δυο καταστάσεων, τεκμήρια 1 και 4, αποκαλύπτει διαφορές. Παρ' ότι το τελικό ποσό είναι το ίδιο, εν τούτοις κάποια ποσά δεν αναφέρονται στο τεκμήριο
  7. Συγκεκριμένα οι αποδείξεις με αριθμό 2589, 2217, 2218 και 884, ημερομηνίας 08.01.2000, 14.04.2000, 14.04.2000 και 13.09.2000 αντίστοιχα, δεν φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
  8. Είμαι της γνώμης ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τη θετική εικόνα του λοιπού μαρτυρικού υλικού. Υποδεικνύω εδώ πως καίτοι ουδεμία πλευρά διερεύνησε την κατάσταση, απλή και μόνο επισκόπηση των δυο καταστάσεων λογαριασμού φανερώνει ότι κατά περιόδους το υπόλοιπο τούτης δεν ήταν χρεωστικό αλλά πιστωτικό. Παρεμβάλλω εδώ πως η πιο πάνω διαπίστωση προκύπτει από απλή και μόνο αριθμητική πράξη, ήτοι αφαίρεση των πιστώσεων από το ποσό των τιμολογίων, ως πάντα φαίνονται στο πρόσωπο της κατάστασης και δεν χρειάζεται επιστημονική μαρτυρία. Αυτή όμως η εξέταση αποκαλύπτει ότι αν και στην κατάσταση (τεκμήριο 4) δεν αναγράφονται οι τέσσερις πιο πάνω αποδείξεις πληρωμής, εν τούτοις τα ποσά αυτών αφαιρέθηκαν συγκεντρωτικά. Οι δυο καταστάσεις αρχίζουν με υπόλοιπο εκ μεταφοράς, δηλαδή το ποσό των £5405,
  9. Ακολούθως, ενώ στο τεκμήριο 1 αφαιρούνται τέσσερα ποσά και την 07.06.2000 το υπόλοιπο καταλήγει πιστωτικό (-8977,61), ίδιο είναι το αποτέλεσμα και στο τεκμήριο 4 με μόνη διαφορά ότι εκεί δεν περιγράφεται και δεν επεξηγείται το πώς προέκυψε η διαφορά. Φαίνεται να έχει παραληφθεί η καταγραφή των τεσσάρων αποδείξεων, όχι όμως και των ποσών που αφορούν. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι δεν πρόκειται για επιτήδεια προσπάθεια απόκρυψης γεγονότος, αλλά για απλό σφάλμα, δηλαδή παράλειψη καταγραφής πιστώσεως, τη στιγμή όμως που το εν λόγω ποσό αφαιρέθηκε από το υπόλοιπο. Όλα τα πιο πάνω είναι οι λόγοι δια τους οποίους θεωρώ ότι όλοι οι μάρτυρες είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο, καθώς ότι τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν αποδίδουν την πραγματική εικόνα. Τώρα, προτού προχωρήσω με τις διαπιστώσεις που προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία, κρίνω αναγκαίο να παραθέσω τις δικανικές αρχές που διέπουν τη βάση αγωγής που είναι γνωστή στο δίκαιο και ως υπόλοιπο λογαριασμού ή κατάσταση λογαριασμού. Είναι καλά νομολογημένο ότι μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί απόδειξη όσων εκεί αναφέρονται (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Κυριάκου κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση 171/11, ημερομηνίας 29.06.2016). Οι καταχωρήσεις που εκεί αναφέρονται επιβάλλεται να αποδειχθούν μια προς μια, ώστε στη συνέχεια να συνάδουν και να δικαιολογούν το ποσό που αξιώνεται (βλ. A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1A A.A.Δ. 156, 159). Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω επανέρχομαι στην υπό κρίση υπόθεση, με κύριο σκοπό να αποφασιστεί το κατά πόσο η αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδείξει το περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 1). Η όλη διεργασία αρχίζει από το πρώτο ποσό που αναγράφεται στο τεκμήριο 1, δηλαδή το υπόλοιπο, brought forward balance όπως το αποκάλεσε ο ΜΕ2, που είναι ημερομηνίας 01.01.2000 και ανέρχεται σε £5.405,
  1. Είμαι της γνώμης ότι το εν λόγω ποσό δεν αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Παρεμβάλλω εδώ ότι προς απόδειξη του εν λόγω ποσού η πλευρά των εναγόντων προσκόμισε το τεκμήριο 6, δηλαδή δέσμη τιμολογίων από 01.10.1998 μέχρι και 02.07.
  2. Πρέπει όμως να υποδειχθεί ότι όχι όλη η περίοδος που καλύπτουν τα εν λόγω τιμολόγια (τεκμήριο 6) αναφέρεται στα δικόγραφα. Αρκεί να υποδειχθεί ότι η κατάσταση αρχίζει να τρέχει από την 01.01.2000 και όχι νωρίτερα. Δεν χρειάζεται βεβαίως να αιτιολογηθεί ότι μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 A.A.Δ. 24). Ως εκ τούτου το τεκμήριο 6 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πέραν τούτου όμως, το τεκμήριο 6 δεν συμποσούται ακριβώς στο ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο
  1. Το τεκμήριο 6 ανέρχεται σε £5405,
  2. Μπορεί μεν η διαφορά των δυο ποσών να είναι μερικά cents, εν τούτοις δεν είναι και ανούσια. Αυτό γιατί το τεκμήριο 11 που παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση, είναι αποδείξεις πληρωμών για τα έτη 1998 και
  3. Μάλιστα το σύνολο τούτων ανέρχεται σε £
  4. Η σημασία όλων των πιο πάνω έγκειται στο ότι και οι δυο πλευρές φαίνεται να κατέχουν κάποια στοιχεία τα οποία σχετίζονται ή αφορούν το υπόλοιπο των £5405,
  5. Όμως η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1) ουδέν αναφέρει γι' αυτά τα στοιχεία και δεν δικαιολογεί το εκεί αναφερόμενο ποσό. Περιπλέον οι αποδείξεις πληρωμής της υπεράσπισης (τεκμήριο 11), αφορούν χρόνο μετά την έκδοση των τιμολογίων τεκμήριο 6 και συνεπώς εάν έγιναν πληρωμές, που έτσι φαίνεται να έχουν τα πράγματα, δεν δικαιολογείται το ποσό των £5405,39 της κατάστασης λογαριασμού. Ως εκ τούτου κρίνω πως το ποσό των £5405,39, δηλαδή το υπόλοιπο που φέρει ημερομηνία 01.01.2000, δεν έχει αποδειχθεί. Αναπόδειχτα όμως παρέμειναν άλλα δύο τιμολόγια. Τούτα είναι· το 2522, ημερομηνίας 01.11.2000 και για ποσό £4320 και το 2747, ημερομηνίας 21.11.2003, για ποσό £195,
  6. Ο λόγος μη αποδείξεως των δύο αυτών ποσών οφείλεται στο ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν οιονδήποτε τιμολόγιο και ούτε ανέφεραν οτιδήποτε για τις εργασίες που αφορούν τα δύο αυτά ποσά. Εν ολίγοις, η αξίωση τούτων περιορίστηκε απλώς σε ό,τι αναφέρεται στη σχετική κατάσταση. Έχει όμως υποδειχθεί ότι το περιεχόμενο της κατάστασης χρήζει απόδειξης. Εφόσον εδώ δεν έγινε τούτο, αναπόφευκτο είναι ότι τα εν λόγω ποσά δεν έχουν αποδειχθεί. Τα πιο πάνω είναι όσα ποσά δεν έχουν αποδειχθεί από την κατάσταση λογαριασμού. Προτού όμως ολοκληρώσω χρειάζεται να σχολιάσω τις υπόλοιπες χρεώσεις που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού. Είναι αξιοσημείωτο ότι το σύνολο, σχεδόν, των τιμολογίων, προσκομίστηκε στο δικαστήριο από την υπεράσπιση και όχι από τους ενάγοντες. Αυτά όμως τα τιμολόγια είναι εκείνο που αποδεικνύει εδώ την οφειλή των εναγομένων. Και εξηγώ· Είναι γνωστό στο δίκαιο ότι ένα τιμολόγιο δεν συνιστά μαρτυρία για την εργασία που έγινε, αλλά σημείωση γι' αυτή που συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε (βλ. Θεοδώρου v. Χριστάκη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1492, 1496). Στην προκείμενη όμως περίπτωση τα τιμολόγια, τεκμήρια 2, 3 και 7, δεν είναι απλώς υπογραμμένα από τον εκδότη, αλλά και από τον παραλήπτη, δηλαδή τους εναγομένους. Επιπλέον, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο τρόπος έκδοσης των τιμολογίων, δηλαδή μετά από έλεγχο και αποδοχή των εργασιών, αποκαλύπτει το modus operandi των διαδίκων. Εν ολίγοις, αυτός ο τρόπος λειτουργίας, πάντα σε σχέση με την έκδοση των τιμολογίων, φανερώνει ότι άπαξ και εκδίδετο τιμολόγιο, οι εργασίες που εκεί αναφέροντο καθώς και το ποσό, ήταν συμφωνημένο και αποδεχτό από τα μέρη. Υπό αυτή την έννοια τα τεκμήρια 2, 3 και 7, υπογραμμένα από τους διαδίκους, δικαιολογούν και αποδεικνύουν τις υπόλοιπες χρεώσεις (νοείται πέραν όσων έχουν ήδη κριθεί ως αναπόδεικτες), και οι οποίες αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1). Δεν παραγνωρίζω ότι κάποια τιμολόγια έχουν λιτή περιγραφή και δεν αναφέρουν τις εργασίες που αφορούν. Εν τούτοις αυτό δεν επιδρά στην εγκυρότητα της χρέωσης. Αυτό γιατί τα μέρη συνυπόγραψαν τα τιμολόγια μετά από έλεγχο των εργασιών. Δηλαδή ήταν κοινή απόφαση η χρέωση των ποσών που αναφέρονται στα τιμολόγια, καθ' ότι είχαν ήδη αναγνωρίσει ότι προσφέρθηκαν εργασίες ισάξιες της χρέωσης. Ως εκ τούτου η λιτή περιγραφή στα τιμολόγια, φερ' ειπείν διάφορες εργασίες, δεν ακυρώνει τη χρέωση και την αποδοχή τούτης από τους εναγόμενους. Η υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία των τιμολογίων και συνακόλουθα της κατάστασης λογαριασμού, δείχνοντας ότι στα τιμολόγια συμπεριλαμβάνονται χρεώσεις της εταιρείας Maramco. Αν και είναι γεγονός ότι κάποια τιμολόγια αναφέρουν ποσά που αποδίδονται στη Maramco, άλλωστε αποδέχτηκαν τούτο και οι δυο μάρτυρες των εναγόντων [ΜΕ1 και ΜΕ3], διαπιστώνω ότι η θέση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί. Ορθή εν προκειμένω κρίνεται η επεξήγηση του ΜΕ3 ότι τα ποσά που αναφέρονται στο τιμολόγιο 2795 (μέρος του τεκμηρίου 2) και είναι σε κύκλο, αφαιρέθηκαν. Απλή και μόνο αφαίρεση των δυο αυτών ποσών [£7618 και £7855] από το συνολικό ποσό του τιμολογίου [£55609,40], ως επίσης αφαίρεση του Φ.Π.Α. που συμπαρασύρουν τα δυο αυτά ποσά, οδηγεί στο ποσό που τελικά χρεώθηκε στην κατάσταση λογαριασμού, δηλαδή £38589,
  1. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν τη θέση του ΜΕ3, δηλαδή ότι οι εναγόμενοι δεν χρεώθηκαν τα ποσά που αφορούσαν τη Maramco. Από την άλλη, το τεκμήριο 3 ορθά δεν περάστηκε στην κατάσταση λογαριασμού, καθ' ότι αφορά αποκλειστικά τη Maramco. Όλα τα πιο πάνω δικαιολογούν τις χρεώσεις του τεκμηρίου 1, εφόσον είναι τα τιμολόγια που συμφωνήθηκαν και ακολούθως υπογράφηκαν από τους διαδίκους, ως επεξηγήθηκε από τους ΜΕ1 και ΜΕ
  2. Οι διαπιστώσεις όμως που προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία δεν σταματούν εδώ. Όπως έχει ήδη λεχθεί, , καίτοι αξιόπιστοι οι ΜΕ1 και ΜΕ3, δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσουν τις αποδείξεις που παρουσίασε η υπεράσπιση και δη να αιτιολογήσουν το λόγο που δεν αναγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού. Το γεγονός λοιπόν ότι οι εν λόγω αποδείξεις δεν φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, δεν επιτρέπει άλλο συμπέρασμα παρά μόνο ότι δεν αφαιρέθηκαν. Λανθασμένα όμως δεν αφαιρέθηκαν από την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, εφόσον οι εναγόμενοι προέβησαν στις σχετικές πληρωμές. Ως εκ τούτου οι αποδείξεις· 2431 (τεκμήριο 8 για ποσό £8000), 2608 (τεκμήριο 9 για ποσό £10000), 2361 (τεκμήριο 10 για ποσό £2000) και 2607 (τεκμήριο 13 για ποσό £1000) πρέπει να αφαιρεθούν από το υπόλοιπο του λογαριασμού και αυτό γιατί φαίνεται να μην έχουν ληφθεί υπόψη. Δυνάμει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι από το τεκμήριο 1 θα πρέπει να αφαιρεθούν διάφορα ποσά. Τούτα χωρίζονται σε δυο κατηγορίες· αφενός εκείνα που δεν αποδείχθηκαν, αφετέρου εκείνα που φαίνεται να μην λήφθηκαν υπόψη. Τα μη αποδειχθέντα ποσά είναι τα εξής· £5405,34 (balance brought forward), £4320 - τιμολόγιο 2522 και £195,50 - τιμολόγιο
  3. Το σύνολο ανέρχεται σε £9920,
  4. Τώρα, τα ποσά που δεν αφαιρέθηκαν είναι τα πιο κάτω· ποσό £8000 (τεκμήριο 8), ποσό £10000 (τεκμήριο 9), ποσό £2000 (τεκμήριο 10) και ποσό £1000 (τεκμήριο 13). Το σύνολο ανέρχεται σε £
  5. Απλή και μόνο αριθμητική πράξη φανερώνει πως το υπόλοιπο που παραμένει οφειλόμενο από τους εναγόμενους στους ενάγοντες, είναι το αποτέλεσμα της αφαίρεσης όλων των πιο πάνω ποσών από εκείνο που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού (£71908,54), πλέον αφαίρεση του ποσού των €25692,02, που οι ενάγοντες αφαίρεσαν λόγω του διαμερίσματος που αγόρασαν. Η μαθηματική πρόταση έχει ως εξής· £71908,54 - £21000 - £9920,89 - €25629,
  6. Το αποτέλεσμα είναι €44402,
  7. Αυτό είναι το ποσό που δικαιούνται οι ενάγοντες. Ως εκ τούτου, για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €44402, 47, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και δικηγορικά έξοδα, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν στην κλίμακα του ποσού που επιδικάστηκε. (Υπ.)............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.