← Κύπρος

Μαρίας Χριστίνας Τσιοπουριάν ν. Νεόφυτου Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 7502/08, 30/1/2017

Μαρίας Χριστίνας Τσιοπουριάν ν. Νεόφυτου Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 7502/08, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7502/08 Μεταξύ: Μαρίας Χριστίνας Τσιοπουριάν, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και Νεόφυτου Νεοφύτου, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Αίτηση ημερ. 9.6.16 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για επιβάρυνση μετοχών. Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2017 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Ανδρέας Λύτρας Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κα Ιωάννα Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 15.2.16 εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσόν των €168.000,00, ως ειδικές και γενικές αποζημιώσεις πλέον τόκους και έξοδα. Η υπόθεση αφορούσε απαίτηση της ενάγουσας για ιατρική αμέλεια που προέκυψε κατά την διάρκεια επέμβασης της σπονδυλικής στήλης, στην οποία υπεβλήθη από τον εναγόμενο που ασκεί το επάγγελμα του νευροχειρουργού. Για σκοπούς εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για επιβάρυνση, πώληση και ρευστοποίηση 51.238 μετοχών που κατέχει ο εναγόμενος στην εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ». Επιζητείται επίσης ο διορισμός παραλήπτη για σκοπούς πώλησης των ως άνω μετοχών, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. Έχει προηγηθεί η απόρριψη αίτησης αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο για λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση μου ημ. 22.11.16. Η αίτηση Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 3,4,5,6,7 και 8 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31

(1)/1992 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ιδίας της αιτήτριας. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του. Το γεγονός ότι καταχώρησε έφεση δεν σημαίνει όπως συμβουλεύεται η ομνύουσα από τους δικηγόρους της ότι παρεμποδίζεται στο να εκτελέσει την απόφαση που πέτυχε στην παρούσα αγωγή. Η ομνύουσα αναφέρει στη συνέχεια ότι ο εναγόμενος κατέχει 51.238 μετοχές της εταιρείας «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» με αριθμό εγγραφής ΗΕ
  1. Επισυνάπτεται επί του προκειμένου ως τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της αίτησης, το αποτέλεσμα της σχετικής έρευνας που διενήργησαν οι δικηγόροι της στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών. Σύμφωνα με νομική συμβουλή των δικηγόρων της ενόρκως δηλούσας, οι εν λόγω μετοχές μπορούν να επιβαρυνθούν, πωληθούν, διατεθούν ή ρευστοποιηθούν προς εξόφληση μέρους ή ολοκλήρου του εξ αποφάσεως χρέους. Επιπλέον, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα που να επεκτείνεται στην πληρωμή οιουδήποτε μερίσματος ή άλλου εισοδήματος σε σχέση με τις εν λόγω μετοχές με σκοπό την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η ένσταση Ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση, καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενος διατάγματος. Επιπλέον, η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού δεν αποκαλύπτεται η αληθινή φύση των μετοχών, των οποίων ζητείται η επιβάρυνση. Συγκεκριμένα, δεν αποκαλύπτεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 του Καταστατικού της εταιρείας «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ», οι μετοχές μπορούν να κατέχονται μόνο από ιατρούς ενώ πρέπει να υπάρχει ισομετοχία. Πρόκειται δηλαδή για μετοχές ειδικού χαρακτήρα και η οποιαδήποτε συναλλαγή θα πρέπει να καλύπτεται από ειδική διαδικασία. Τέλος, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική επειδή με αυτήν επιχειρείται να καταστεί η έφεση του εναγομένου άνευ αντικειμένου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επισυνάπτεται επίσης αντίγραφο της έφεσης που καταχώρησε ο εναγόμενος, αλλά και αντίγραφο του καταστατικού της πιο πάνω εταιρείας, στο οποίο γίνεται αναφορά στο είδος των μετοχών και την διαδικασία πώλησης τους. Επαναλαμβάνεται η θέση ότι λόγω της ισομετοχίας που καθιερώνει το καταστατικό, η αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί σε όλους τους μετόχους, οι οποίοι επηρεάζονται από την παρούσα διαδικασία. Γίνεται ειδική αναφορά στο άρθρο 5.6 του Καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο τα υπόλοιπα μέλη της εταιρείας, υποχρεούνται να αγοράσουν τις ρηθείσες μετοχές κατ' αναλογία εάν δεν βρεθεί γιατρός να τις αγοράσει, ο οποίος να τυγχάνει της έγκρισης των υπολοίπων μετόχων που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 70% του εκδοθέντος κεφαλαίου. Στη συνέχεια, ο εναγόμενος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι είναι κάτοχος έξι ακινήτων. Τα ακίνητα είναι μεν υποθηκευμένα, η αξία τους όμως ξεπερνά κατά πολύ τα ποσά για τα οποία έχουν υποθηκευτεί. Επισύναψε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 6, αντίγραφο έρευνας από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, καθώς και τίτλους ιδιοκτησίας για τα ακίνητα της επαρχίας Αμμοχώστου. Είναι η θέση του εναγομένου ότι η περιουσιακή του κατάσταση είναι τέτοια ώστε να δύναται να ικανοποιηθεί το εξ αποφάσεως χρέος χωρίς να χρειάζεται η επιβάρυνση των υπό κρίση μετοχών. Επιπλέον, τυχόν έκδοση του διατάγματος θα επηρεάσει το δικαίωμα έφεσης αφού αυτή θα καταστεί άνευ αντικειμένου εάν πωληθούν οι μετοχές που έχει στο «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ». Αγορεύσεις Ο συνήγορος για την αιτήτρια στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης από την έκδοση της απόφασης μέχρι και την απόρριψη από το Δικαστήριο της αίτησης του εναγομένου για αναστολή εκτέλεσης. Στην συνέχεια, έκαμε αναφορά στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο 31(Ι)/1992, ο οποίος παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι σύμφωνα με το Νόμο και τη νομολογία, τα εν λόγω διατάγματα συνιστούν τρόπο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Ισχυρίστηκε περαιτέρω με παραπομπή σε νομολογία ότι δεν υπάρχει αποτρεπτικός κανόνας για την ταυτόχρονη υποβολή στα πλαίσια της ίδιας αίτησης, τόσον αιτήματος για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος όσον και αιτήματος για διάταγμα πώλησης και διάθεσης των μετοχών. Ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι οι μετοχές εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, αποτελούν περιουσιακό στοιχείο που καλύπτεται από τον Νόμο και το οποίο δύναται να επιβαρυνθεί και εκποιηθεί για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι αναγκαία για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Οι εν λόγω μετοχές, μπορούν να επιβαρυνθούν και πωληθούν προς εξόφληση μέρους ή ολοκλήρου του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, και προς το σκοπό ικανοποίησης του χρέους αυτού, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα, το οποίο να εκτείνεται και σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με τις μετοχές. Ο συνήγορος ανέφερε στη συνέχεια ότι η κυριότητα ακίνητης ιδιοκτησίας που προβάλλει ο εναγόμενος δεν αποτελεί λόγο για τη μη έκδοση των διαταγμάτων. Ο ίδιος εξάλλου δηλώνει ότι ολόκληρη η ακίνητη του ιδιοκτησία, είναι επιβαρυμένη με υποθήκες. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς για τη φύση των επίδικων μετοχών και τις ειδικές διαδικασίες που χρειάζονται για ρευστοποίηση τους, ο συνήγορος ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι είναι στους ώμους του καθ' ου η αίτηση να αποδείξει με μαρτυρία ότι υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος. Δεν υπάρχει ως εκ τούτου υποχρέωση της αιτήτριας να ερευνήσει και αποκαλύψει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τα πιο πάνω. Ως αποτέλεσμα, δεν ευσταθεί η θέση ότι δεν αποκάλυψε με την ένορκη δήλωση της αίτησης, το ειδικό καθεστώς των επίδικων μετοχών. Τέλος, ο συνήγορος απέρριψε τη θέση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ή ότι επηρεάζει το δικαίωμα έφεσης του εναγομένου. Η εκποίηση των εν λόγω μετοχών δεν αποτέλεσε το αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας ούτε και της έφεσης. Περαιτέρω, ο εναγόμενος κωλύεται να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς εφόσον η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η συνήγορος για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση στη δική της αγόρευση αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, υιοθέτησε όλους τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης. Στη συνέχεια, έκαμε εκτενή αναφορά στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο 31 (Ι)/1992 και σε σχετική νομολογία αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως προς την διαδικαστική πτυχή της υπόθεσης, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για μόνο τον λόγο ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στην νομική της βάση, το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 31 (Ι)/
  2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη συνήγορο, η αιτήτρια ενέργησε κακόβουλα αφού αποκρύπτει από το Δικαστήριο τη φύση των μετοχών των οποίων ζητείται η επιβάρυνση και η πώληση. Η στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, είναι κατά την συνήγορο στους ώμους της αιτήτριας. Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια πουθενά στην ένορκη της δήλωση δεν αναφέρει ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ανίκανος να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέους του. Αντιθέτως, ο καθ' ου η αίτηση με την ένορκη του δήλωση, καταγράφει περιουσιακά του στοιχεία που δύνανται να επιβαρυνθούν για σκοπούς πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού η απόρριψη της αίτησης δεν θα έχει ως συνέπεια τη μη ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, η συνήγορος αναφέρθηκε στο άρθρο 5 του Καταστατικού της εταιρείας «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» σύμφωνα με το οποίο οι μετοχές είναι ειδικού χαρακτήρα και οποιαδήποτε συναλλαγή θα πρέπει να καλύπτεται από συγκεκριμένη διαδικασία. Τούτο διότι οι μετοχές της εν λόγω εταιρείας κατέχονται αποκλειστικά μόνο από αδειούχους γιατρούς που εξασκούν το επάγγελμα ενώ παράλληλα πρέπει να υπάρχει και ισομετοχία. Επιπλέον σύμφωνα με το Καταστατικό, η πώληση των μετοχών γίνεται κατόπιν γραπτής ειδοποίησης προς το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο καθίσταται αυτόματα και αντιπρόσωπος του πωλητή. Ενόψει αυτής της ιδιαιτερότητας η παρούσα αίτηση θα έπρεπε κατά τη συνήγορο να επιδοθεί σε όλους τους μετόχους οι οποίοι είναι ενδιαφερόμενα και επηρεαζόμενα μέρη από αυτή τη διαδικασία. Τέλος, ήταν η θέση της συνηγόρου για τον εναγόμενο ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική αφού στην ουσία επιχειρεί να καταστήσει άνευ αντικειμένου, την έφεση που ο εναγόμενος καταχώρησε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Μετά τις αγορεύσεις των συνηγόρων και έχοντας υπόψη το γεγονός ότι με την αίτηση εκτός από επιβάρυνση επιζητείται και η πώληση των επίδικων μετοχών, διέταξα την επίδοση της αίτησης στον Έφορο Εταιρειών αλλά και στην εταιρεία Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ καθώς και στους διοικητικούς της συμβούλους, ώστε να ακουστούν οι απόψεις τους. Αυτό γιατί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6.3 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31 (Ι)/1992, το Δικαστήριο προτού εκδώσει διάταγμα ρευστοποίησης ή πώλησης της επιβαρυνθείσας περιουσίας, οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων μερών που δυνατόν να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση της, συμπεριλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών αλλά και των συμβούλων επηρεαζόμενου νομικού προσώπου. Ο Έφορος Εταιρειών επέλεξε να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο παρά την σε αυτόν επίδοση της αίτησης. Αντιθέτως, η εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και δήλωσε μέσω του δικηγόρου της ότι δεν ενίσταται στην αίτηση, νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας αναφορικά με την μεταβίβαση μετοχών και ιδιαίτερα η πρόνοια για κατοχή μετοχών μόνο από αδειούχους ιατρούς. Νομική πτυχή Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(I)/92) το οποίο προβλέπει τα εξής: 3.—
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με— (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη· και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου. Στο άρθρο 4 του Νόμου, καθορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία του εξ' αποφάσεως οφειλέτη που δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επιβάρυνσης. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα ομόλογα νομικών προσώπων. Επιπλέον στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, καθορίζεται ότι στην έννοια των «ομολόγων νομικού προσώπου» που μπορούν να αποτελέσουν με βάση το άρθρο 4 αντικείμενο επιβάρυνσης, συγκαταλέγονται και οι μετοχές (shares) εταιρείας (βλ. Ιωάννου (Σιαρματτά) ν. Εμπ. Τραπ. της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1463). Προκύπτει από το πιο πάνω περιεχόμενο του άρθρου 3 ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος επιβάρυνσης, είναι διαφορετική από αυτή που προβλέπεται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εκκρεμούσης της αγωγής, δυνάμει του άρθρου 9 του Κεφ. 6 (βλ. Ψάλτη ν. Χ' Λόη
(2001)1Β Α.Α.Δ 1454). Το επιβαρυντικό διάταγμα δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 3, μπορεί να εκδοθεί μονομερώς, παραχωρώντας την δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Πέραν τούτου, το άρθρο 3.4 του Νόμου δεν προβλέπει την καταχώρηση ένστασης για αμφισβήτηση του διατάγματος, αλλά υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Το ιδιόμορφο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 3 του Νόμου 31(Ι)/92 έχει τονιστεί και στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ,
(2013)1Γ 2090 και North Financial Overseas Corp Πολ. ECLI:CY:AD:2016:D270, Αίτηση 57/2016, ημερ. 8.7.2016. Οι συνέπειες έκδοσης του επιβαρυντικού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 5.1 του πιο πάνω Νόμου. Προβλέπεται μεταξύ άλλων απαγόρευση μεταβίβασης ή άλλων συναλλαγών σε σχέση με την επιβαρυνθείσα περιουσία. Επιπλέον, το άρθρο 5.3 προνοεί ότι τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου 4 του άρθρου 6, η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δεν λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Στο άρθρο 6.4 του Νόμου καθορίζεται ότι το Δικαστήριο δύναται αν προβλέπεται στην αίτηση του πιστωτή, να διατάξει την πώληση της επιβαρυνθείσας περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 6.3 του Νόμου, προτού εκδώσει διάταγμα ρευστοποίησης ή πώλησης της επιβαρυνθείσας περιουσίας, οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων μερών, περιλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών και των Συμβούλων της εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και όλων όσων δυνατόν να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατόν να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες. Παρότι το διάταγμα επιβάρυνσης εκδίδεται μονομερώς, δεν αποκλείεται και η έκδοση του δια κλήσεως με ταυτόχρονη όμως διαταγή πώλησης της επιβαρυνθείσας περιουσίας. Σχετική είναι η υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω) όπου υπεβλήθη αίτηση δια κλήσεως για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος και ταυτόχρονα αίτηση πώλησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στην, σελίδα 1468 της πιο πάνω απόφασης: «Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. Θα το θεωρήσουμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς.». Νοείται βέβαια ότι στην περίπτωση αυτή, το διάταγμα πώλησης συνιστά τρόπο εκτέλεσης της απόφασης (βλ. άρθρο 6.4 του Νόμου 31
(1)/92). Στην ίδια υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω), λέχθηκε ότι όπου ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση μόνο με την γενικότερη εικόνα, για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 7.1 του Νόμου 31
(1)/92), το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αίτησης για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων βαρυνομένων με επιβαρυντικό διάταγμα, δύναται αν αυτό ζητηθεί από τον αιτητή και αν το Δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο, να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 7.2 (ζ) του Νόμου 31(Ι)/92, μεταξύ των εξουσιών του παραλήπτη είναι και η πώληση της επιβαρυνθείσας περιουσίας με δημόσιο πλειστηριασμό ή ιδιωτική σύμβαση. Συμπεράσματα. Η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για μόνο τον λόγο ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στην νομική της βάση, το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 31 (Ι)/
  1. Δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέταση της αιτήματος επιβάρυνσης είναι το άρθρο 3 του Νόμου 31 (Ι)/
  2. Αναφορικά με το διάταγμα ρευστοποίησης, εξουσία δίδεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου. Υπενθυμίζω ότι η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 3 έως 8 του νόμου τα οποία καθορίζουν τις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις εξέτασης των υπό κρίση αιτημάτων. Η συμπερίληψη του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Νόμου στην νομική βάση της αίτησης δεν είναι ως εκ τούτου αναγκαία. Εν πάση περιπτώσει, παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 2 του Νόμου δεν συνιστά κατά την κρίση μου παρατυπία που να συμπαρασύρει την αίτηση σε απόρριψη όπως εισηγήθηκε η συνήγορος του εναγομένου. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος, έχοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και από τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια με την αίτηση της ζητά εκτός από διάταγμα επιβάρυνσης και διάταγμα πώλησης των επίδικων μετοχών. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καθηκόντως και δυνάμει των προνοιών του άρθρου 6.3 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31 (Ι)/1992, ζήτησε τις απόψεις των Διοικητικών Συμβούλων της Εταιρείας «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» καθώς και του Εφόρου Εταιρειών. Όπως προαναφέρθηκε, ο Έφορος Εταιρειών δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρά την σε αυτόν επίδοση της αίτησης. Αντιθέτως, η εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» μέσω του Δικηγόρου των Διοικητικών της Συμβούλων, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας αναφορικά με την μεταβίβαση μετοχών και ιδιαίτερα, η πρόνοια για κατοχή μετοχών μόνο από αδειούχους ιατρούς. Η πιο πάνω δήλωση του συνηγόρου για την εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ», απαντά και στον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι δεν μπορούν να πωληθούν οι μετοχές λόγω ακριβώς των προνοιών του καταστατικού για κατοχή τους, μόνο από αδειούχους ιατρούς. Σημειώνω ότι η αιτήτρια δεν ζητά την επιβάρυνση και πώληση των μετοχών, ανεξάρτητα από το καταστατικό της εταιρείας. Επιπλέον, τίποτε δεν εμποδίζει κατά την κρίση μου, την εκποίηση και πώληση των επίδικων μετοχών σε αδειούχο ιατρό ή στους υφιστάμενους μετόχους ώστε η μεταβίβαση να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του καταστατικού, της πιο πάνω εταιρείας. Το ίδιο ισχύει και για την πρόνοια για ισομετοχία, η οποία ούτως η άλλως ισχύει με την παρούσα κατάσταση πραγμάτων όπου οι μετοχές κατέχονται από τον εναγόμενο. Είναι περαιτέρω η θέση του εναγομένου ότι η περιουσιακή του κατάσταση είναι τέτοια ώστε να δύναται να ικανοποιηθεί το εξ αποφάσεως χρέος χωρίς να χρειάζεται η επιβάρυνση των υπό κρίση μετοχών. Η εισήγηση εδράζεται προφανώς στο άρθρο 3.2 (α) του Νόμου 31(Ι)/92, σύμφωνα με το οποίο, το Δικαστήριο προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει μεταξύ άλλων και την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Όμως στην παρούσα περίπτωση, το πιστοποιητικό ακίνητης περιουσίας που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση της ένστασης, καταδεικνύει ότι η περιουσία του εναγομένου είναι στο σύνολο της υποθηκευμένη. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εκτέλεση της απόφασης και είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Ανεξαρτήτως τούτου, η εξέταση της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη που προϋποθέτει το άρθρο 3.2 (α) του Νόμου 31(Ι)/92 δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι όπου εντοπίζεται ακίνητη περιουσία στο όνομα του, αυτό θα επενεργεί ανασταλτικά στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα στην σελίδα 1467 της απόφασης Σιαρματτά (ανωτέρω): «Η όποια δε προοπτική ικανοποίησης από την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας στο μέλλον, δεν θα μπορούσε να επιδράσει ανασταλτικά στο δικαίωμα της εφεσίβλητης, εξ αποφάσεως πιστώτριας, να εισπράξει όσο είναι λογικά δυνατό πιο σύντομα και πιο πολύ έναντι του χρέους.» Η συνήγορος του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο την ειδική φύση των επίδικων μετοχών. Η θέση όμως αυτή δεν ευσταθεί. Στην υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω), λέχθηκε ότι όπου ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση μόνο με την γενικότερη εικόνα, για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Δεν ισχύει ως εκ τούτου, η θέση ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αντιθέτως ήταν στους ώμους του καθ' ου η αίτηση το βάρος να αποδείξει με μαρτυρία ότι εμποδίζεται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από οιονδήποτε αρνητικό στοιχείο και ιδιαίτερα από οιανδήποτε πρόνοια του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας. Όσον αφορά την ουσία του πιο πάνω ζητήματος, η ιδιαιτερότητα των επίδικων μετοχών που επικαλέστηκε ο καθ' ου η αίτηση, δεν συνιστά κώλυμα για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας. Όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» μέσω των Διοικητικών της Συμβούλων δεν έχει ένσταση στο αίτημα πώλησης των μετοχών με την προϋπόθεση τήρησης του καταστατικού της εταιρείας. Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η έφεση του εναντίον της απόφασης στην αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Όμως ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και ειδικά από τα ευρήματα στην απόφαση επί της αγωγής ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν εργάζεται πλέον στο Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο παρά το ότι εξακολουθεί να είναι μέτοχος στην εταιρεία που διαχειρίζεται το εν λόγω ιδιωτικό νοσοκομείο. Ως εκ τούτου, η τυχόν εκποίηση των υπό κρίση μετοχών ακόμα και αν η έφεση του καθ' ου η αίτηση πετύχει, δεν θα τον επηρεάσει στην εργασία του. Επιπλέον, όπως αναφέρεται και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημ. 22.11.16 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα ανατολής εκτέλεσης της απόφασης, υπάρχει πάντοτε η ευχέρεια να επιστραφούν από την ενάγουσα οιαδήποτε ποσά εισπράξει για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, σε περίπτωση που ο εναγόμενος πετύχει στην έφεση του. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και μετά από μελέτη του συνόλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει τις προϋποθέσεις ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Νοείται ότι το επιβαρυντικό διάταγμα θα επεκτείνεται και στην καταβολή οιουδήποτε μερίσματος ή άλλου εισοδήματος είναι πληρωτέο σε σχέση με τις επιβαρυνθείσες μετοχές σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3.5 του Νόμου 31(Ι)/92). Νοείται επίσης ότι το διάταγμα πώλησης των μετοχών θα πρέπει να εκδοθεί υπό τον όρο τήρησης του καταστατικού της εταιρείας «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» σε σχέση με την καθοριζόμενη διαδικασία μεταβίβασης μετοχών. Ως προς τα αιτητικό 2 της αίτησης που αφορά αίτημα για διορισμό παραλήπτη για την πώληση των επίδικων μετοχών, εφόσον δεν προτάθηκε από την αιτήτρια κάποιο πρόσωπο, κρίνω ότι ο πιο αρμόδιος να οριστεί προς τούτο είναι ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος ορίζεται ως παραλήπτης των επίδικων μετοχών του εναγομένου στην εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» και ο οποίος θα ενεργήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και του παρόντος διατάγματος. Κρίνω επιπλέον ορθό και δίκαιο όπως μέχρι την πώληση των επίδικων μετοχών, το διάταγμα επιβάρυνσης να επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με τις εν λόγω μετοχές. Τυχόν ποσά που θα εισπραχθούν ως μέρισμα ή άλλο εισόδημα πριν την εκποίηση των μετοχών να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Τελική κατάληξη Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, εκδίδω δυνάμει των προνοιών του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/1992, τα πιο κάτω διατάγματα:
  3. Διάταγμα επιβάρυνσης των 51.238 μετοχών που κατέχει ο εναγόμενος στην εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» με αρ. μητρώου ΗΕ
  4. Το εν λόγω διάταγμα επιβάρυνσης να επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με τις εν λόγω μετοχές. Τυχόν ποσά που θα εισπραχθούν ως μέρισμα ή άλλο εισόδημα πριν την εκποίηση των μετοχών να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους.
  5. Διάταγμα εκποίησης με δημόσιο πλειστηριασμό και/ή πώλησης με ιδιωτική σύμβαση, των 51.238 μετοχών που κατέχει ο εναγόμενος στην εταιρεία «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» με αρ. μητρώου ΗΕ102990 και διάθεση του προϊόντος εκποίησης και/ή πώλησης προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους στην παρούσα αγωγή. Προς τον σκοπό αυτό, διορίζω παραλήπτη των πιο πάνω μετοχών, τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη για να ασκεί όλες τις εξουσίες που του παρέχονται από τον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο 31(Ι)/
  6. Το διάταγμα εκποίησης και/ή πώλησης των πιο πάνω μετοχών, εκδίδεται υπό τον όρο τήρησης των προνοιών του καταστατικού της εταιρείας «Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο Λτδ» αναφορικά με την κατοχή και μεταβίβαση μετοχών. Ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης με όλα τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.